Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
EKAX — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεων της παραγωγής και παραδόσεως χάλυβα — Υπέρβαση των ποσοστώσεων — Παράλειψη της Επιτροπής να προειδοποιήσει — Παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης — Δεν συντρέχει — Πρόστιμο — Δυσκολίες που οφείλονται στην καθορισθείσα ποσόστωση της επιχειρήσεως — Λαμβάνονται υπόψη — Μείωση του προστίμου
( Συνθήκη EKAX , άρθρο 58· γενική απόφαση 1831/81 , άρθρο 12 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση 67/84 ,
Sideradria SpA , διά του διαχειριστή της Vincenzo Carrino , με έδρα την Adria , εκπροσωπούμενη και επικουρούμενη από το δικηγόρο στο Corte suprema di cassazione της Ιταλικής Δημοκρατίας Giuseppe Marchesini , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ernest Arendt , 34 B , rue Philippe-II ,
προσφεύγουσα ,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , εκπροσωπούμενης από τον Oreste Montalto , μέλος της νομικής της υπηρεσίας , επικουρούμενο από τη δικηγόρο στο Corte suprema di cassazione της Ιταλικής Δημοκρατίας Wilma Viscardini-Dona , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Manfred Beschel , μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθής ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση και , επικουρικώς , τη μεταρρύθμιση της αποφάσεως της Επιτροπής , της 26ης Ιανουαρίου 1984 , περί επιβολής προστίμου κατά την έννοια του άρθρου 58 της Συνθήκης EKAX ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Μαρτίου 1984 , η εταιρία Sideradria SpA ( στο εξής : Sideradria ), με έδρα την Adria ( Ιταλία ), άσκησε , δυνάμει του άρθρου 36 , δεύτερη παράγραφος , της Συνθήκης EKAX , προσφυγή η οποία έχει ως κύριο αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής , της 26ης Ιανουαρίου 1984 , με την οποία της επιβάλλεται πρόστιμο , κατ’ εφαρμογή του άρθρου 58 , παράγραφος 4 , της Συνθήκης EKAX και του άρθρου 12 της γενικής αποφάσεως 1831/81 , της 24ης Ιουνίου 1981 , περί εισαγωγής συστήματος επιτηρήσεως και νέου συστήματος ποσοστώσεων της παραγωγής ορισμένων προϊόντων για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( EE L 180 , σ . 1 ) και , επικουρικώς , τη μείωση του επιβληθέντος προστίμου .
2 Όπως προκύπτει από τη δικογραφία , η Sideradria είναι ιταλική επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα που παράγει ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής . H εταιρία ιδρύθηκε το 1971 και κατά τη διάρκεια του έτους 1977 αντιμετώπισε τέτοιες δυσχέρειες ώστε αναγκάστηκε να διακόψει κάθε δραστηριότητα μέχρι τον Απρίλιο του 1978 . Μετά την ημερομηνία αυτή επανέλαβε τη δράση της με ρυθμό βραδύτερο .
3 Με την προαναφερθείσα γενική της απόφαση 1831/81 , η Επιτροπή θέσπισε νέο σύστημα ποσοστώσεων που περιορίζει όχι μόνο την παραγωγή της κάθε επιχειρήσεως , αλλά και το μέρος της παραγωγής αυτής που προορίζεται να παραδοθεί στην κοινή αγορά ( στο εξής : ποσόστωση παραδόσεως ). H απόφαση αυτή προβλέπει ότι οι εν λόγω ποσοστώσεις υπολογίζονται βάσει των πωλήσεων που πραγματοποίησαν οι επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αναφοράς .
4 Αυτή η περίοδος αναφοράς συμπίπτει εν μέρει με την περίοδο κατά την οποία η Sideradria αναγκάστηκε να διακόψει τη λειτουργία της . Γι’ αυτό το λόγο τα αριθμητικά στοιχεία που αφορούν τις πωλήσεις και που κοινοποίησε η Sideradria στην Επιτροπή αφορούν , κυρίως , το έτος 1979 . Βάσει των στοιχείων αυτών , και κατ’ εφαρμογή της γενικής αποφάσεως 1831/81 , η Επιτροπή αποφάσισε να χορηγήσει στη Sideradria , για το τρίτο τρίμηνο του 1981 , ποσόστωση παραγωγής 9 798 τόνων και ποσόστωση παραδόσεως 4 254 τόνων , οι οποίες κοινοποιήθηκαν στη Sideradria στις 10 Αυγούστου 1981 .
5 Από τον Οκτώβριο του 1981 , η Sideradria ζήτησε , ωστόσο , από την Επιτροπή τροποποίηση των ποσοστώσεων αυτών . Ανέφερε ότι η ποσόστωση παραγωγής της υπολογίστηκε βάσει εσφαλμένων στοιχείων , η δε ποσόστωση παραδόσεως καθορίστηκε βάσει μιας περιόδου κατά την οποία η επιχείρηση είχε εξαγάγει περισσότερο του 70 % της παραγωγής της σε χώρες εκτός της κοινής αγοράς : συνεπώς , δεν μπορούσε να διαθέσει στην κοινή αγορά παρά μικρό μόνο μέρος της παραγωγής που της καθορίστηκε .
6 H Επιτροπή δεν έδωσε συνέχεια στο έγγραφο αυτό . Αντιθέτως , στις 25 Φεβρουαρίου 1982 , ανακοίνωσε στη Sideradria ότι είχε διαπιστώσει , κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981 , υπέρβαση της ποσοστώσεως παραγωγής κατά 2 191 τόνους και της ποσοστώσεως παραδόσεως κατά 6 107 τόνους .
7 Εις απάντηση του εγγράφου αυτού η Sideradria ζήτησε και πάλι αναθεώρηση των ποσοστώσεών της παραγωγής και παραδόσεως .
8 Στις 19 Αυγούστου 1982 , η Επιτροπή απάντησε ότι μετά από επισταμένη έρευνα της περιπτώσεώς της αποδείχθηκε ότι η ποσόστωση παραγωγής της για το τρίτο τρίμηνο του 1981 καθορίστηκε κακώς σε πολύ χαμηλό επίπεδο . H Επιτροπή καθόρισε νέα ποσόστωση παραγωγής η οποία ήταν ανώτερη από την παραγωγή της Sideradria κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981 , γεγονός που είχε ως συνέπεια την απάλειψη της διαπιστωθείσας υπέρβασης .
9 Επιπροσθέτως , το Δεκέμβριο του 1982 , η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Sideradria συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις που έθετε το άρθρο 8 , παράγραφος 2 , της γενικής αποφάσεως 2804/81 , της 23ης Σεπτεμβρίου 1981 ( EE L 278 , σ . 1 ), η οποία συμπλήρωσε την προαναφερθείσα γενική απόφαση 1831/81 . H διάταξη αυτή εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να τροποποιεί την ποσόστωση παραδόσεως , ιδίως όταν αυτή προκαλεί σοβαρές δυσχέρειες σε μια επιχείρηση . Σε o,τι αφορά τη Sideradria , όμως , η τροποποίηση δεν αφορά το τρίτο τρίμηνο του 1981 . Συνεπώς , δεν απαλείφθηκε η υπέρβαση .
10 Με απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1984 , η Επιτροπή αποφάσισε να επιβάλει στη Sideradria , λόγω της υπερβάσεως αυτής , πρόστιμο με το μεγαλύτερο συντελεστή τον οποίο προβλέπει το άρθρο 12 της γενικής αποφάσεως 1831/81 , που στην προκειμένη περίπτωση αντιστοιχούσε σε ποσό 503 827 ECU .
11 Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως στρέφεται η παρούσα προσφυγή , το παραδεκτό της οποίας δεν αμφισβητήθηκε . Προς στήριξη της προσφυγής αυτής , η προσφεύγουσα προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως , δηλαδή τον άδικο χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως , τα σφάλματα που σημειώθηκαν κατά τον καθορισμό των ποσοστώσεων και , τέλος , την παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης . H προσφεύγουσα αμφισβητεί επίσης το ύψος του προστίμου που της επιβλήθηκε .
Ως προς τον άδικο χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως
12 H προσφεύγουσα θεωρεί ότι η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό των ποσοστώσεων καταλήγει , στην περίπτωσή της , σε αδικία . Πράγματι , η σχέση μεταξύ ποσοστώσεων παραγωγής και παραδόσεως αντιστοιχεί στη σχέση που υπήρχε μεταξύ των πωλήσεων στο εσωτερικό της κοινής αγοράς και των πωλήσεων εκτός της κοινής αγοράς κατά την περίοδο αναφοράς . Στην περίπτωση , όμως , της προσφεύγουσας , η περίοδος αναφοράς συμπίπτει με την εποχή κατά την οποία εξήγαγε το μεγαλύτερο μέρος των παραδόσεών της εκτός της κοινής αγοράς . Κατ’ εφαρμογή , λοιπόν , της μεθόδου υπολογισμού η ποσόστωση παραδόσεως που χορηγήθηκε στην προσφεύγουσα ήταν πολύ μικρή . Το σύστημα αυτό είναι άδικο διότι οι εξωτερικές αγορές έγιναν πλέον απροσπέλαστες . Κατά συνέπεια , η προσφεύγουσα προσκρούει στην ποσόστωσή της παραδόσεως , η οποία είναι πολύ περιορισμένη , ενώ δεν μπορεί πλέον να πωλήσει , παρά μόνο εντός της κοινής αγοράς . Υπό τις προϋποθέσεις αυτές , είναι άδικη η επιβολή προστίμου .
13 H προσφεύγουσα θεωρεί , επίσης , ότι συγκεντρώνει όλες τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις για να επιτύχει αναθεώρηση της ποσοστώσεώς της παραδόσεως , δυνάμει του άρθρου 8 , παράγραφος 2 , της γενικής αποφάσεως 1831/81 . Παρά , όμως , τα επανειλημμένα της αιτήματα , η Επιτροπή δεν δέχθηκε να τροποποιήσει αναδρομικώς την ποσόστωση παραδόσεως για το τρίτο τρίμηνο του 1981 .
14 H Επιτροπή περιορίζεται στο να υπογραμμίσει ότι υπολόγισε την ποσόστωση παραδόσεως της προσφεύγουσας εφαρμόζοντας σχολαστικά τις ισχύουσες διατάξεις . Εφόσον δεν προσέβαλε την απόφαση με την οποία καθορίστηκε η ποσόστωση αυτή , η προσφεύγουσα δεν μπορεί να το πράξει στο πλαίσιο προσφυγής κατά αποφάσεως που της επιβάλλει πρόστιμο . Ως προς την εφαρμογή του άρθρου 8 , παράγραφος 2 , της γενικής αποφάσεως 1831/81 , η Επιτροπή αναφέρει ότι το Δεκέμβριο του 1982 δέχθηκε να τροποποιήσει ελαφρώς και όχι αναδρομικώς την ποσόστωση παραδόσεως της προσφεύγουσας . Αν η τελευταία δεν ικανοποιήθηκε , έπρεπε να ασκήσει προσφυγή κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως .
15 Πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής , του Αυγούστου 1981 και του Δεκεμβρίου 1982 που καθορίζουν την ποσόστωση παραδόσεως της προσφεύγουσας και την τροποποιούν , κατέστησαν οριστικές , εφόσον δεν προσβλήθηκαν εντός των προθεσμιών που τάσσει η Συνθήκη . Αποτελεί πάγια νομολογία ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί , στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως μιας ατομικής αποφάσεως να προβάλλει ένσταση ελλείψεως νομιμότητας άλλων ατομικών αποφάσεων , οι οποίες απευθύνονταν προς αυτόν και οι οποίες κατέστησαν οριστικές . Συνεπώς , ο ισχυρισμός αυτός της προσφεύγουσας πρέπει να απορριφθεί , καθόσον επιχειρείται μ’ αυτόν να αμφισβητηθεί ο καθορισμός των ποσοστώσεων παραδόσεως .
Ως προς τα σφάλματα που σημειώθηκαν κατά τον καθορισμό των ποσοστώσεων παραδόσεως
16 H προσφεύγουσα υποστηρίζει , με το λόγο αυτό , ότι τα αριθμητικά στοιχεία που κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή , για να καθορίσει την ποσόστωση παραδόσεως , ήταν εσφαλμένα . Για να το αποδείξει , η προσφεύγουσα αναφέρει ότι ανακάλυψε πως οι αγοραστές των προϊόντων της κατέβαλαν το φόρο προστιθέμενης αξίας . O φόρος αυτός , όμως , δεν όφειλε να καταβληθεί αν τα προϊόντα αυτά είχαν εξαχθεί εκτός Ιταλίας . Συνεπώς , τα προϊόντα αυτά πωλήθηκαν στην Ιταλία και , επομένως , θα έπρεπε να καθοριστεί μεγαλύτερη ποσόστωση παραδόσεως .
17 Κατά την άποψη της Επιτροπής και με τον ισχυρισμό αυτό επιχειρείται να αμφισβητηθεί , εμμέσως , η απόφαση περί καθορισμού της ποσοστώσεως παραδόσεως , η οποία έχει καταστεί οριστική . H Επιτροπή υπογραμμίζει , ακόμη , ότι απλά τιμολόγια δεν αποτελούν κρίσιμα στοιχεία προκειμένου να καθοριστεί ο τελικός προορισμός των προϊόντων .
18 O λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί . Πράγματι , είναι απαράδεκτος καθόσον επιχειρεί να αμφισβητήσει την τελική απόφαση που καθορίζει την ποσόστωση παραδόσεως . Εξάλλου , κατά την προφορική διαδικασία , η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η καταβολή του φόρου προστιθέμενης αξίας από τους αγοραστές αποτελούσε αναμφισβήτητο στοιχείο για τον καθορισμό του τελικού προορισμού του προϊόντος ούτε , συνεπώς , ότι έγιναν λάθη κατά τον υπολογισμό του ποσού των πωλήσεων εκτός της κοινής αγοράς . Πράγματι , η ιταλική νομοθεσία προβλέπει ότι , σε ορισμένες περιπτώσεις , οι αγοραστές υποχρεούνται να καταβάλουν το φόρο αυτό έστω και αν τα προϊόντα που αγοράζουν προορίζονται , τελικώς , για εξαγωγή .
Ως προς την παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
19 H προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν την ενημέρωσε εγκαίρως για την υπέρβαση της ποσοστώσεως παραγωγής . Επίσης , η μεγάλη περίοδος που μεσολάβησε μεταξύ της διαπιστώσεως της υπερβάσεως και της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου την έκαναν να ελπίζει σε μια ευνοϊκή λύση . Υπό τις προϋποθέσεις αυτές , η επιβολή προστίμου παραβιάζει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης .
20 H Επιτροπή θεωρεί ότι δεν έχει υποχρέωση να ειδοποιεί τις επιχειρήσεις , δεδομένου ότι αυτές γνωρίζουν άριστα τις υποχρεώσεις τους και τις κυρώσεις για τη μη τήρησή τους . Εξάλλου , της απόφασης περί επιβολής προστίμων προηγήθηκαν επαφές οι οποίες δεν επέτρεπαν τη δημιουργία απατηλών ελπίδων .
21 O τελευταίος αυτός λόγος πρέπει επίσης να απορριφθεί διότι κακώς επικαλείται την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης . Πράγματι , την αρχή αυτή δεν μπορεί να την επικαλεστεί επιχείρηση που είναι υπαίτιος προφανούς παραβιάσεως της ισχύουσας νομοθεσίας . Πρέπει να προστεθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση κατά τη διερεύνηση της υποθέσεως πραγματοποιήθηκαν ακροάσεις . H προσφεύγουσα έπρεπε , οπωσδήποτε , να αντιληφθεί ότι επρόκειτο να της επιβληθεί πρόστιμο .
Ως προς το ποσό του προστίμου
22 Για να επιτύχει μείωση του προστίμου που της επιβλήθηκε , η προσφεύγουσα υπογραμμίζει , πρώτον , ότι σημειώθηκαν λάθη στα αριθμητικά στοιχεία που κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή για τον καθορισμό της ποσοστώσεως παραδόσεως .
23 Ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα λάθη στα οποία υπέπεσε η ίδια η επιχείρηση αποτελούν ελαφρυντικό , το επιχείρημα αυτό πρέπει , ωστόσο , να απορριφθεί διότι η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό .
24 Αναφερόμενη σχετικώς στην απόφαση της Επιτροπής , του Δεκεμβρίου 1982 , με την οποία αποδέχτηκε να τροποποιήσει την ποσόστωση της παραδόσεως , η προσφεύγουσα υπογραμμίζει , επίσης , ότι η Επιτροπή αναγνώρισε , κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας , ότι η παλαιά ποσόστωση παραδόσεως ήταν ανεπαρκής . H Επιτροπή έπρεπε να το λάβει υπόψη της κατά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου .
25 H Επιτροπή περιορίζεται να παρατηρήσει ότι το ύψος του προστίμου ήταν σύμφωνο με τις ισχύουσες διατάξεις . Προσθέτει ότι επρόκειτο για το πρώτο πρόστιμο που επιβλήθηκε στον τομέα αυτό και ότι δεν υπήρχε κανένα προηγούμενο .
26 Κατά το άρθρο 12 της αποφάσεως 1831/81 επιβάλλεται , κατά κανόνα , πρόστιμο 75 ECU ανά τόνο υπερβάσεως . Το ποσό αυτό μπορεί , όμως , να αυξηθεί σε 82,5 ECU όταν η επιχείρηση υπερβεί την ποσόστωσή της κατά περισσότερο από 10 % , όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση . H Επιτροπή επέβαλε το ανώτατο πρόστιμο .
27 Είναι ασφαλώς αληθές ότι , πωλώντας μέσα στην κοινή αγορά το σύνολο σχεδόν της ποσοστώσεως παραγωγής της , η προσφεύγουσα υπερέβη την ποσόστωση παραδόσεως κατά τρόπο ιδιαίτερα έντονο . Ωστόσο , η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η ποσόστωση παραδόσεως που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα της προκαλούσε σοβαρές δυσχέρειες . H Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη της το γεγονός αυτό κατά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου . Πρέπει , συνεπώς , να μειωθεί το πρόστιμο από 503 827 ECU σε 400 000 ECU , δηλαδή σε 548 920 000 ιταλικές λιρέτες .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Κατά το άρθρο 69 , παράγραφος 2 , του κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα . Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε , ως προς τους κυριότερους ισχυρισμούς της , πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
αποφασίζει :
1 ) Μειώνει το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα από 503 827 ECU σε 400 000 ECU , δηλαδή 548 920 000 ιταλικές λιρέτες .
2 ) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή .
3 ) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy