Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Υπάλληλοι — Κοινωνική ασφάλιση — Ασφάλιση κατά επαγγελματικών ασθενειών και ατυχημάτων — Επαγγελματική ασθένεια — Έννοια — Ιατρική πραγματογνωμοσύνη — Δικαστικός έλεγχος — Όρια
( Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων , άρθρο 73· κανόνες περί καλύψεως των κινδύνων επαγγελματικών ασθενειών και ατυχημάτων των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , άρθρο 3 , παράγραφος 2 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση 118/84 ,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , εκπροσωπούμενη από τον H . van Lier , μέλος της νομικής της υπηρεσίας , επικουρούμενο από τον C . Verbraeken , δικηγόρο Βρυξελλών , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ . Κρεμλή , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
ενάγουσα ,
κατά
Societe anonyme Royale belge , που εδρεύει στις Βρυξέλλες και ενεργεί για λογαριασμό της και ως εντολοδόχος και έμμεσος αντιπρόσωπος των ακολούθων εταιριών :
1 ) Societe anonyme Generali Belgium ( Concorde ), 1050 Βρυξέλλες·
2 ) Societe anonyme Caisse patronale , 1060 Βρυξέλλες·
3 ) Societe anonyme Assurantie van de Belgische Boerenbond , 3000 Louvain·
4 ) Societe anonyme Winterthur , 2600 Αμβέρσα·
5 ) Societe anonyme Zurich , 1040 Βρυξέλλες·
6 ) Societe anonyme Assubel , 1000 Βρυξέλλες·
7 ) Societe anonyme Securitas ( Le Phoenix belge ), 2000 Αμβέρσα·
8 ) Societe anonyme Rhin et Moselle , 1000 Βρυξέλλες·
9 ) Societe anonyme Le Foyer , 1050 Βρυξέλλες·
10 ) Societe anonyme Nationale-Nederlanden , Χάγη , Κάτω Χώρες·
11 ) Societe anonyme Phoenix Continental , 1040 Βρυξέλλες·
12 ) Top International Insurance Ltd , 2750 Ballerup , Δανία·
13 ) Union atlantique d’assurance , c/o Jardine Slanville Ltd , Λονδίνο , Μεγάλη Βρετανία·
14 ) Societe anonyme Fidelitas , 2000 Αμβέρσα·
15 ) Mutuelle electrique d’assurances , 1040 Βρυξέλλες·
16 ) Herold Belgische Algemene Verzekeringsmaatschappij , 1020 Βρυξέλλες ,
εκπροσωπούμενης από τον F . van der Mensbrugghe , δικηγόρο Βρυξελλών , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον J.-C . Wolter , δικηγόρο Λουξεμβούργου ,
εναγόμενης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
που έχει ως αντικείμενο αγωγή βάσει του άρθρου 181 της Συνθήκης EOK , με την οποία ζητείται να αποδώσει η εναγομένη το ποσό που κατέβαλε η Επιτροπή , κατ’ εφαρμογή του άρθρου 73 , παράγραφος 1 , του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , σε υπάλληλό της ( στο εξής : ο X ) λόγω επαγγελματικής ασθένειας ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Μα ΐου 1984 , η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε , δυνάμει ρήτρας διαιτησίας κατά την έννοια των άρθρων 181 της Συνθήκης EOK , 153 της Συνθήκης EKAE και 42 της Συνθήκης EKAX , αγωγή με την οποία ζητεί να καταδικαστεί η ανώνυμη εταιρία Royale belge , εγκατεστημένη στις Βρυξέλλες και ενεργούσα , αφενός , ιδίω ονόματι και , αφετέρου , ως εντολοδόχος δεκαέξι άλλων ασφαλιστικών εταιριών , συμβαλλομένων σε συλλογική σύμβαση ασφαλίσεως με τα όργανα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , να της καταβάλει το ποσό των 4 352 040 βελγικών φράγκων , το οποίο κατέβαλε η Επιτροπή , κατ’ εφαρμογή του άρθρου 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , σε μόνιμο υπάλληλό της λόγω επαγγελματικής ασθένειας· η ενάγουσα ζητεί επίσης τόκους υπερημερίας από 23 Αυγούστου 1983 οπότε κατέβαλε το εν λόγω ποσό στον ενδιαφερόμενο .
2 Προς στήριξη της αγωγής της , η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο εν λόγω υπάλληλος ( στο εξής , ο X ), ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα στην Επιτροπή το 1964 , προσβλήθηκε από ασθένεια που αναγνωρίστηκε το 1983 ως επαγγελματικής προελεύσεως . Δυνάμει του άρθρου 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , ο υπάλληλος καλύπτεται κατά των κινδύνων επαγγελματικών ασθενειών σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται σε κανόνες που έχουν θεσπιστεί με κοινή συμφωνία των οργάνων των Κοινοτήτων . Οι ασφαλιστικές εταιρίες , εντολοδόχος των οποίων είναι η εταιρία Royale belge , συνάπτοντας με τα όργανα των Κοινοτήτων τη « συλλογική σύμβαση ασφαλίσεως κατά των ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών » της 26ης Ιανουαρίου 1977 , ανέλαβαν την υποχρέωση να καλύπτουν τις χρηματικές συνέπειες των υποχρεώσεων που υπέχουν βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως οι Κοινότητες από επαγγελματικές ασθένειες που προσβάλλουν τα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται το άρθρο 73 του κανονισμού .
3 H εναγομένη δεν αμφισβητεί τον υπολογισμό του ζητούμενου ποσού ούτε τα περιστατικά που προβάλλει η Επιτροπή . Υποστηρίζει όμως ότι η ασθένεια από την οποία προσβλήθηκε ο X δεν είναι επαγγελματική ασθένεια κατά την έννοια του άρθρου 73 του κανονισμού , οπότε η Επιτροπή δεν υπέχει , βάσει του κανονισμού , καμιά υποχρέωση έναντί του . Υπό τις συνθήκες αυτές η εναγομένη δεν υποχρεούται να ενεργήσει δυνάμει της συλλογικής συμβάσεως ασφαλίσεως .
4 Οι κανόνες στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 73 του κανονισμού ( στο εξής : οι κοινοί κανόνες ) αναγνωρίζουν πρώτον , στο άρθρο 3 , παράγραφος 1 , ως επαγγελματικές ασθένειες , όλες τις ασθένειες που περιλαμβάνονται στον « ευρωπαϊκό πίνακα επαγγελματικών ασθενειών » , ο οποίος προσαρτάται στη σύσταση της Επιτροπής , της 23ης Ιουλίου 1962 ( JO 1962 , σ . 2188 ), εφόσον ο υπάλληλος εκτέθηκε , κατά την άσκηση των καθηκόντων του στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες , στους κινδύνους προσβολής από τις ασθένειες αυτές . Ωστόσο , σύμφωνα με την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου 3 , « θεωρείται επίσης ως επαγγελματική ασθένεια κάθε ασθένεια ή επιδείνωση προϋπάρχουσας ασθένειας , μη περιλαμβανόμενη στον πίνακα στον οποίο αναφέρεται η παράγραφος 1 , εφόσον αποδεικνύεται επαρκώς ότι προκλήθηκε κατά την άσκηση ή επ’ ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων στην υπηρεσία των Κοινοτήτων » .
5 Οι αποφάσεις που αφορούν την αναγνώριση της επαγγελματικής προέλευσης των ασθενειών λαμβάνονται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή , βάσει των πορισμάτων του ή των ιατρών που ορίζει το όργανο . Αν το ζητήσει ο υπάλληλος , η απόφαση λαμβάνεται μόνο κατόπιν γνωματεύσεως τριμελούς ιατρικής επιτροπής , ένα από τα μέλη της οποίας ορίζει ο ίδιος ( άρθρα 19 , 21 και 23 των κοινών κανόνων ).
6 Την αφορμή της υπό κρίση διαφοράς αποτέλεσε η αίτηση που υπέβαλε ο X στην Επιτροπή , στις 19 Μα ΐου 1982 , προκειμένου να υπαχθεί , λόγω επαγγελματικής ασθένειας , στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 73 του κανονισμού . Σύμφωνα με την από 15 Ιουλίου 1982 ιατρική έκθεση του υπηρετούντος στις Κοινότητες ιατρού Simons , ο X , ο οποίος εισήλθε στην υπηρεσία της Επιτροπής το 1964 σε ηλικία 44 ετών ως επικουρικός υπάλληλος και μονιμοποιήθηκε στη θέση του το 1974 , έπασχε συγκεκριμένα από αδυναμία , τάση προς κόπωση , κατάθλιψη και αστάθεια . H έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα , αφού λαμβάνεται υπόψη η εξέλιξη της σταδιοδρομίας του X , ότι ο τελευταίος « δεν είχε ποτέ , στην πραγματικότητα , σταθερή επαγγελματική κατάσταση » , πράγμα που είναι βέβαιο ότι είχε αντίκτυπο στη ζωή του . O ιατρός Simons πρότεινε τέλος να ζητηθεί η γνώμη ιατρού ψυχολόγου .
7 Στη συνέχεια η Επιτροπή , με έγγραφο της 15ης Ιουλίου 1982 , ζήτησε από την ιατρό S . Duret-Cosyns , ειδική στην ψυχοσωματική ιατρική , να « προβεί σε ψυχολογική εξέταση του ενδιαφερομένου ο οποίος υπέβαλε αίτηση προκειμένου να αναγνωριστεί η ασθένειά του ως επαγγελματική » .
8 Με την από 15 Οκτωβρίου 1982 έκθεση πραγματογνωμοσύνης , η εν λόγω ειδικός διαπίστωσε ότι η κατάσταση του X ήταν « άκρως σοβαρή » : η ασθένειά του , η οποία συνίσταται σε χρόνια αντιδραστική κατάθλιψη , που περιπλέκεται λόγω πολλαπλών λειτουργικών διαταραχών και επιδεινώνεται λόγω ιδεοληπτικής νευρώσεως τον καθιστούσε απολύτως ανίκανο προς εργασία . Το πόρισμα στο οποίο κατέληξε η ειδικός , ότι δηλαδή η ασθένεια του X πρέπει να θεωρηθεί ως επαγγελματικής προελεύσεως , στηρίχτηκε , μεταξύ άλλων , στις ακόλουθες σκέψεις :
« O X πάσχει από κατάθλιψη από το 1968 . H κατάσταση αυτή αποδόθηκε ρητά από τους διάφορους ιατρούς του περιλαμβανομένου και του ιατρού συμβούλου της EOK , Romain , στην επαγγελματική ανασφάλεια που αντικειμενικά υπήρξε πράγματι πολύ επιβαρυντική και αποθαρρυντική . O διορισμός του ως μονίμου υπαλληλου το 1974 θα μπορούσε να είχε τερματίσει τις ενοχλήσεις του , καίτοι υπήρχε η απογοήτευση ότι δεν κατέλαβε θέση του επιπέδου που επιδίωκε , αν είχε γίνει σε ευθετότερο χρόνο , δυστυχώς όμως η αγχώδης αντιδραστική κατάθλιψη είχε προφανώς σταθεροποιηθεί εν τω μεταξύ . »
και
« Όλες οι ιατρικές βεβαιώσεις και εκθέσεις που περιέχονται στο φάκελο μαρτυρούν ότι τα διοικητικά προβλήματα και η επαγγελματική ανασφάλεια του X προκάλεσαν την κατάσταση της υγείας του . Δεν γίνεται λόγος για καμιά επιγενόμενη ασθένεια . »
και
« Επιπλέον , από τον Ιούλιο του 1981 δεν του ανατίθεται πλέον καμιά εργασία· δεν συντάσσονται πλέον εκθέσεις κρίσεώς του ... Λόγω αυτής της απραξίας η κατάσταση των νεύρων του επιδεινώθηκε σοβαρά . »
9 Απαντώντας σε αίτηση με την οποία η Επιτροπή ζητούσε συμπληρωματικά στοιχεία όπως , μεταξύ άλλων , αν μπορούν να διαπιστωθούν στην αναπηρία του X ενδεχόμενοι συντρέχοντες παράγοντες , προσωπικοί ή εξωτερικοί , η ιατρός Duret-Cosyns ανέφερε , με επιστολή της 18ης Δεκεμβρίου 1982 , τα ακόλουθα :
« 1 ) H ολική αναπηρία ποσοστού 100 % προκύπτει , κατά τη γνώμη μου , από την ανίατη φρενοβλάβεια του X που προκλήθηκε λόγω της παρατεταμένης , επιβαρυντικής και αποθαρρυντικής επαγγελματικής ανασφάλειας στην οποία βρέθηκε και λόγω της πλήρους αναγκαστικής απραξίας που προκάλεσε μια διαδικασία νευρωτικής επιδείνωσης η οποία είναι άκρως σοβαρή σε άνδρα της ηλικίας του .
2 ) Δεν νομίζω ότι , στην ολική αναπηρία ποσοστού 100 % , υπεισέρχονται και εξωτερικοί ή προσωπικοί παράγοντες . Κανένας τέτοιος παράγων δεν προκύπτει ούτε από τον ιατρικό του φάκελο , όπως αναφέρεται σαφώς στη σελίδα 2 της εκθέσεώς μου , ούτε από την άκρως λεπτομερή εξέταση στην οποία υπέβαλα τον πάσχοντα . »
10 Κατόπιν αυτής της απαντήσεως , η Επιτροπή πληροφόρησε τον X , την 1η Ιουλίου 1983 , ότι θα υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , λόγω της επαγγελματικής προελεύσεως της ασθένειάς του και ότι το ποσό που εξασφαλίζει το εν λόγω άρθρο ανέρχεται , στην περίπτωσή του , σε 4 352 040 βελγικά φράγκα . Πράγματι το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε στον ενδιαφερόμενο στις 23 Αυγούστου 1983 . Με έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 1983 η Επιτροπή ζήτησε από την εναγόμενη να της αποδώσει το εν λόγω ποσό σύμφωνα με τη συλλογική σύμβαση ασφαλίσεως· με έγγραφο της 13ης Δεκεμβρίου 1983 η εναγόμενη απέρριψε την αίτηση .
11 H εναγόμενη υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για επαγγελματική ασθένεια κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων παρά μόνον αν πληρούνται δύο προϋποθέσεις : πρώτον , πρέπει να αποδεικνύεται ότι η ασθένεια προκλήθηκε πράγματι από την επαγγελματική ζωή του συγκεκριμένου υπαλλήλου· δεύτερον , ο κίνδυνος προσβολής από την εν λόγω ασθένεια πρέπει να είναι συμφυής με την επαγγελματική δραστηριότητα του ενδιαφερόμενου , υπό την έννοια ότι η άσκηση των καθηκόντων του τον εκθέτει ιδιαίτερα σ’ αυτόν τον κίνδυνο . Για να χαρακτηριστεί επομένως μια ασθένεια ως « επαγγελματική » πρέπει , εν πάση περιπτώσει , τα καθήκοντα που ασκεί ο υπάλληλος να εμφανίζουν τον κίνδυνο συγκεκριμένης ασθένειας οφειλομένης σε περιβάλλον ασυνήθιστα παθογόνο .
12 Κατά την εναγόμενη , η ερμηνεία αυτή του όρου « επαγγελματική ασθένεια » επιβεβαιώνεται από το άρθρο 3 των κοινών κανόνων , η πρώτη παράγραφος των οποίων αναφέρεται στον ευρωπαϊκό πίνακα επαγγελματικών ασθενειών . Από την απαρίθμηση όμως των επαγγελματικών ασθενειών στον εν λόγω πίνακα καθώς και από τις αιτιολογικές σκέψεις της συστάσεως της Επιτροπής περί καταρτίσεώς του προκύπτει ότι πρέπει να λαμβάνεται ως βάση η σαφής και στενή αντίληψη της επαγγελματικής ασθένειας . Ναι μεν η παράγραφος 2 του άρθρου 3 των κοινών κανόνων δεν αναφέρεται στον ευρωπαϊκό πίνακα επαγγελματικών ασθενειών , πλην όμως δεν πρέπει να αποδίδεται υπερβολική σημασία στη διάταξη αυτή δεδομένου ότι αποβλέπει μόνο στο να προλάβει ενδεχόμενες αδικίες σε συγκεκριμένες περιπτώσεις λόγω της αναπόφευκτης ατέλειας του πίνακα .
13 Όσον αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση του X , η εναγόμενη υποστηρίζει ότι η ειδική ιατρός Duret-Cosyns , της οποίας ζητήθηκε η γνώμη , δεν ενημερώθηκε δεόντως ως προς την αποστολή της και ότι , εν πάση περιπτώσει , στην έκθεσή της παρέλειψε να ελέγξει αν ο κίνδυνος προσβολής από τη διαγνωσθείσα ασθένεια ήταν ή όχι συμφυής με τα ασκούμενα στις Κοινότητες καθήκοντα . Οι περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης εξάλλου δεν δικαιολογούν αυτό τον αιτιώδη σύνδεσμο , δεδομένου ότι η ασθένεια του X δεν προκλήθηκε από την επαγγελματική του ζωή , αλλά μάλλον από την αδυναμία του να προσαρμοστεί στη θέση που του εμπιστεύθηκε η Επιτροπή .
14 H Επιτροπή φρονεί ότι η ερμηνεία που υποστηρίζει η εναγόμενη δεν ανταποκρίνεται στο γράμμα του άρθρου 3 των κοινών ρυθμίσεων . H διάταξη αυτή διακρίνει σαφέστατα μεταξύ , αφενός , των ασθενειών που απαριθμούνται στον ευρωπαϊκό πίνακα επαγγελματικών ασθενειών και , αφετέρου , των ασθενειών που προκαλούνται από την άσκηση ή επ’ ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων στις Κοινότητες . Το ιστορικό και η γενική οικονομία του ευρωπαϊκού πίνακα είναι αδιάφορα για την κρίση περί του αν κάποια ασθένεια εμπίπτει στην τελευταία αυτή κατηγορία .
15 Κατά την Επιτροπή , κανένα επιχείρημα δεν δικαιολογεί τον περιορισμό των ασθενειών στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 3 , παράγραφος 2 , των κοινών κανόνων σε εκείνες μόνο τις ασθένειες που προκαλούνται λόγω του ασυνήθιστα παθογόνου περιβάλλοντος όπου ασκούνται τα καθήκοντα . Εξάλλου η περιοριστική αυτή αντίληψη θα είχε ως συνέπεια ότι οι υπάλληλοι που ασκούν διοικητικά καθήκοντα δεν θα μπορούσαν ποτέ να θεωρηθούν ότι προσβλήθηκαν από επαγγελματική ασθένεια .
16 Βάσει των σκέψεων αυτών , η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο μόνος αιτιώδης σύνδεσμος που πρέπει να αποδεικνύεται μεταξύ κάποιας ασθένειας και των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του υπαλλήλου είναι ο της προέλευσης της ασθένειας « κατά την άσκηση ή επ’ ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων » . Εν προκειμένω όμως η έκθεση της ειδικού διαπιστώνει ότι η ασθένεια του X προκλήθηκε από την επαγγελματική του ζωή . Υπό τις συνθήκες αυτές , η εναγόμενη δεν μπορεί να αρνηθεί να αναλάβει τις σχετικές χρηματικές συνέπειες , όπως προβλέπει η συλλογική σύμβαση ασφαλίσεως .
17 Πρέπει να σημειωθεί πρώτον ότι , λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων των κοινών κανόνων στους οποίους παραπέμπει η σύμβαση ασφαλίσεως , το ζήτημα αν , σε μια συγκεκριμένη περίπτωση , η ασθένεια υπαλλήλου μπορεί να εξηγηθεί , παρά τα πορίσματα του εμπειρογνώμονα ιατρού , ο οποίος κλήθηκε να γνωματεύσει σχετικώς , από άλλους παράγοντες εκτός εκείνων που ανάγονται στις συνθήκες της εργασίας του , δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου . Αντιθέτως , το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάζει αν , σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη , ο εμπειρογνώμων του οποίου ζητήθηκε η γνώμη , αναφερόμενος με τα πορίσματά του σε επαγγελματική ασθένεια , τήρησε τις σχετικές κανονιστικές διατάξεις .
18 Σημειωτέον περαιτέρω ότι η εναγόμενη , υπογραμμίζοντας τη σημασία των ιδιαιτέρων κινδύνων που είναι συμφυείς με την άσκηση των συγκεκριμένων καθηκόντων του οικείου υπαλλήλου , δεν εκτιμά ορθώς την έκταση της εννοίας της επαγγελματικής ασθένειας όπως απαντάται στην κρίσιμη εν προκειμένω διάταξη , δηλαδή στο άρθρο 3 , παράγραφος 2 , των κοινών κανόνων . Πράγματι , ναι μεν , δυνάμει της παράγραφου 1 του άρθρου αυτού , ο υπάλληλος πρέπει να έχει εκτεθεί στον κίνδυνο προσβολής από ορισμένες ασθένειες , πλην όμως η παράγραφος 2 προσθέτει δεύτερη κατηγορία επαγγελματικών ασθενειών προβλέποντας ότι εμπίπτουν « επίσης » σ’ αυτή την έννοια οι ασθένειες που προκαλούνται « κατά την άσκηση ή επ’ ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων » .
19 Εν προκειμένω δεν αμφισβητείται ότι ο υπάλληλος για τον οποίο πρόκειται έχει υποστεί ολική αναπηρία ποσοστού 100 %· ότι από τότε που ανέλαβε καθήκοντα , το 1964 , υποβλήθηκε σε συνθήκες εξελίξεως της σταδιοδρομίας που δεν ήταν ομαλές , και από πλευράς ασφάλειας της θέσης του και από πλευράς καθηκόντων που του ανατέθηκαν· ότι , τέλος , η έκθεση της ειδικού στην ψυχοσωματική ιατρική βεβαιώνει ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτών των συνθηκών εξελίξεως της σταδιοδρομίας και της ανικανότητας του υπαλλήλου .
20 Λαμβάνοντας αυτή την έκθεση , η Επιτροπή δεν μπορούσε να καταλήξει σε άλλο συμπέρασμα από το ότι υφίσταται σύνδεσμος αιτίου — αποτελέσματος μεταξύ των συνθηκών εργασίας του εν λόγω υπαλλήλου και της καταστάσεως της υγείας του . Όταν ζήτησε να πληροφορηθεί αν μπορούν να διαγνωσθούν , στην αναπηρία του υπαλλήλου , ενδεχόμενοι « συντρέχοντες εξωτερικοί ή προσωπικοί παράγοντες » , η ειδικός απάντησε ότι η ανίατη φρενοβλάβεια του ενδιαφερόμενου απορρέει από επαγγελματικούς λόγους χωρίς να συντρέχουν εξωτερικοί ή προσωπικοί παράγοντες .
21 Άρα , ούτε η εντολή που ανατέθηκε στην ειδικό ούτε οι εκθέσεις της , όπως είναι διατυπωμένες , αφήνουν αμφιβολία ως προς το ζήτημα αν είχε ενημερωθεί επαρκώς σχετικά με την έκταση της αποστολής της .
22 Κατά συνέπεια , η εναγόμενη δεν είχε έρεισμα να αρνηθεί να αποζημιώσει την Επιτροπή για το ποσό που κατέβαλε η τελευταία στον X βάσει του άρθρου 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
23 Πρέπει επομένως να καταδικαστεί η εναγόμενη να καταβάλει στην Επιτροπή το ποσό των 4 352 040 βελγικών φράγκων εντόκως προς 8 % από της 30ής Νοεμβρίου 1983 , ημερομηνίας κατά την οποία η Επιτροπή ζήτησε την απόδοση του εν λόγω ποσού .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
24 Σύμφωνα με το άρθρο 69 , παράγραφος 2 , του κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου . Δεδομένου ότι η εναγόμενη ηττήθηκε , πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
αποφασίζει :
1 ) Καταδικάζει την εναγόμενη να καταβάλει στην Επιτροπή το ποσό των 4 352 040 βελγικών φράγκων εντόκως προς 8 % από της 30ής Νοεμβρίου 1983 .
2 ) Καταδικάζει την εναγόμενη στα δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy