ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 15ης Ιανουαρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 121/84,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το Giuliano Marenco, μέλος της νομικής της υπηρεσίας με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το Manfred Beschel, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από το Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών, επικουρούμενο από τον Oscar Fiumara, avocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων την Πρεσβεία της Ιταλίας στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, επιβάλλοντας περιορισμούς όσον αφορά τη διαμετακόμιση οδικώς, μέσω του ιταλικού εδάφους, ζώντων ζώων προερχομένων από κράτος μέλος και προοριζομένων για άλλο κράτος μέλος ή για τρίτη χώρα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους U. Everling, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, Κ. Bahlmann, R. Joliét, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Τ. Koopmans, Y. Galmot και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn γραμματέας: J. M. A. Pompe, βοηθός γραμματέας
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 15ης Οκτωβρίου 1985,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
( Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται )
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Μαΐου 1984, η Επιτροπή άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, επιβάλλουσα περιορισμούς στη διαμετακόμιση οδικώς μέσω του ιταλικού εδάφους ζώντων ζώων προερχομένων από κράτος μέλος και προοριζομένων για άλλο κράτος μέλος ή για τρίτη χώρα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει, αφενός, από τα άρθρα 30 έως 34 της Συνθήκης ΕΟΚ και, αφετέρου, από το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 805/68 του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1968 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72 επ. ) και τις αντίστοιχες διατάξεις των άλλων κοινών οργανώσεων αγοράς που αφορούν τα ζώντα ζώα.
2
Στην υπό κρίση προσφυγή έδωσε λαβή μια καταγγελία την οποία απεύθυνε στην Επιτροπή το 1981η βελγική κυβέρνηση. Κατά την Επιτροπή, η βελγική κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι οι ιταλικές αρχές απαιτούν την εκφόρτωση των φορτηγών οχημάτων και τη μεταφόρτωση σε βαγόνια σιδηροδρόμου, όταν πρόκειται για ζώντα ζώα που διαμετακομίζονται μέσω του ιταλικού εδάφους με προορισμό άλλο κράτος μέλος ή τρίτη χώρα, ενώ οι ίδιες αρχές δεν αντιτίθενται στη μεταφορά οδικώς ζώντων ζώων που προορίζονται για την εσωτερική αγορά.
3
Απαντώντας στο έγγραφο με το οποίο εκαλείτο να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της εν σχέσει με την εν λόγω στάση που δημιουργεί διακρίσεις, η ιταλική κυβέρνηση εξέθεσε, αφενός, ότι δεν μπορούσε να υφίσταται διάκριση σε βάρος των βέλγων εμπόρων, δεδομένης της ανυπαρξίας ιταλικών ανταγωνιστικών εξαγωγών προς την Ελλάδα και, αφετέρου, ότι η μεταφορά σιδηροδρομικώς, επέτρεπε την επωφελή χρησιμοποίηση των εγκαταστάσεων που ανέγειραν οι ιταλικοί σιδηρόδρομοι.
4
Θεωρώντας ότι οι πιο πάνω παρατηρήσεις δεν ήταν αρκετές για να μεταβάλει την άποψη της, η Επιτροπή, διατύπωσε, στις 16 Μαρτίου 1980, αιτιολογημένη γνώμη στην οποία προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι απαγορεύει τη διέλευση φορτηγών οχημάτων τα οποία μεταφέρουν ζώντα ζώα προερχόμενα από κράτος μέλος και προοριζόμενα για τρίτη χώρα ή άλλο κράτος μέλος. Έταξε στην Ιταλική Δημοκρατία προθεσμία δύο μηνών για να συμμορφωθεί προς την εν λόγω γνώμη.
5
Απαντώντας σε αυτή την αιτιολογημένη γνώμη, η ιταλική κυβέρνηση διευκρίνισε ότι οι ιταλικές κτηνιατρικές υπηρεσίες απλώς μεριμνούσαν για την οργάνωση των οδικών μεταφορών σε συνάρτηση με τις ικανότητες υποδοχής των εγκαταστάσεων που υφίστανται στα διάφορα σημεία διαβάσεως των συνόρων. Αντιθέτως, δεν δινόταν συστηματικά προτίμηση στη μεταφορά σιδηροδρομικώς έναντι της μεταφοράς οδικώς, ούτε ευνοούνταν το εμπόριο ζώων προοριζομένων για την ιταλική αγορά, σε σχέση με το εμπόριο ζώων προοριζομένων σε άλλες αγορές. Η ιταλική κυβέρνηση πληροφόρησε επίσης την Επιτροπή ότι, κατόπιν συναντήσεων μεταξύ των βελγικών κτηνιατρικών αρχών και των ιταλικών υπηρεσιών, χορηγήθηκαν άδειες διαμετακομίσεως με φορτηγά οχήματα για ορισμένες ποσότητες ζώων έναντι αποδείξεως ότι τα εν λόγω ζώα θα γίνονταν δεκτά από το κράτος προορισμού και ότι ανταποκρίνονταν στις κοινοτικές υγειονομικές διατάξεις.
6
Δεδομένου ότι η βελγική κυβέρνηση κατέστησε γνωστό στην Επιτροπή εγγράφως τον Αύγουστο του 1983 ότι λόγω των εποχικών περιορισμών στη διαμετακόμιση με φορτηγά οχήματα και των συστηματικών υγειονομικών ελέγχων στα σύνορα, δεν ήταν ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα των πιο πάνω συναντήσεων, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
7
Στην απάντηση της και κατά τη διάρκεια της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, η Επιτροπή στηρίχτηκε στο γενικό περιεχόμενο της προσφυγής της που αφορά τους περιορισμούς στη διαμετακόμιση με φορτηγά οχήματα, αμφισβητώντας την απαίτηση της προσκομίσεως πιστοποιητικών αποδοχής καθώς και το ίδιο το σύστημα χορηγήσεως αδειών όπως προκύπτει από το άρθρο 61 του Διατάγματος 320 του Προέδρου της Δημοκρατίας της 8ης Φεβρουαρίου 1954 περί ρυθμίσεως της κτηνιατρικής αστυνομεύσεως (GURI 142, της 24.6.1954) κατά το οποίο «η διαμετακόμιση ζώων μέσω του εθνικού εδάφους και με απευθείας προορισμό άλλες χώρες, ελλείψει ειδικών κτηνιατρικών συμβάσεων, επιτρέπεται από τον ύπατο αρμοστή υγιεινής και δημόσιας υγείας, κατόπιν αιτήσεως των αρμοδίων αρχών της χώρας προορισμού, υπό τον όρο της τηρήσεως κανόνων που θεσπίζονται κατά περίπτωση... ».
8
Πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι το αντικείμενο της διαφοράς όπως καθορίστηκε με την αιτιολογημένη γνώμη δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει να επεκταθεί.
9
Στην προκειμένη περίπτωση, η μόνη συμπεριφορά που επικρίνεται στην αιτιολογημένη γνώμη είναι η απαγόρευση της διέλευσης φορτηγών οχημάτων που μεταφέρουν ζώντα ζώα προερχόμενα από κράτος μέλος και προοριζόμενα για τρίτη χώρα ή για άλλο κράτος μέλος, η οποία συνεπάγεται την εκφόρτωση των φορτηγών οχημάτων και τη μεταφόρτωση των ζώων σε βαγόνια σιδηροδρόμου. Δεν μπορούν, επομένως να εξεταστούν στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής ούτε η αιτίαση που αφορά αυτό καθαυτό το σύστημα της προηγούμενης χορηγήσεως αδείας για τη μεταφορά ζώντων ζώων, ούτε η αιτίαση που αναφέρεται στην πρακτική η οποία εξαρτά τη χορήγηση της αδείας διαμετακομίσεως από την κατοχή από τον μεταφορέα πιστοποιητικού αποδοχής.
10
Προκειμένου περί της πρακτικής που επιβάλλει τη μεταφόρτωση, πρέπει να τονιστεί ότι κατά το άρθρο 169, δεύτερη παράγραφος, το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιληφθεί παρά μόνο εάν το οικείο κράτος δεν συμμορφώθηκε προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός της ταχθείσας από την Επιτροπή προθεσμίας.
11
Στην προκειμένη περίπτωση, η ιταλική κυβέρνηση φαίνεται να ομολογεί ότι η υποχρέωση μεταφορτώσεως ίσχυσε όταν η υποδομή των οδικών σταθμών δεν επέτρεπε τον αποτελεσματικό υγειονομικό έλεγχο, αλλά, απαντώντας στην αιτιολογημένη γνώμη, τόνισε ότι η ιταλική διοίκηση δεν επέβαλλε πλέον τη μεταφόρτωση. Προς απόδειξη προσκόμισε τις άδειες οι οποίες, προ της διατυπώσεως της αιτιολογημένης γνώμης, χορηγήθηκαν σε οδικούς μεταφορείς, και των οποίων η κατάσταση κατατέθηκε στη δικογραφία.
12
Δεδομένου ότι αμφισβητείται η διατήρηση, μετά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, της επικρινόμενης συμπεριφοράς, η Επιτροπή έφερε το βάρος της αποδείξεως.
13
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε την εν λόγω απόδειξη. Η καταγγελία με την οποία η βελγική κυβέρνηση διαβίβασε στην Επιτροπή τα αιτήματα των βέλγων εμπόρων ανάγεται, κατά τα λεγόμενα της Επιτροπής, στο 1981. Εξάλλου, το έγγραφο της βελγικής κυβερνήσεως του Αυγούστου 1983, το οποίο θεωρεί ανεπαρκή τα αποτελέσματα των επαφών με τις ιταλικές αρχές, δεν αναφέρει περί υποχρεώσεως μεταφορτώσεως.
14
Υπ' αυτές τις συνθήκες η προσφυγή είναι απορριπτέα.
Επί των δικαστικών εξόδων
15
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττώμενος διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Everling
Bahlmann
Joliet
Bosco
Koopmans
Galmot
Κακούρης
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Ιανουαρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο προεδρεύων
U. Everling
πρόεδρος τμήματος
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy