Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλοι — Προσφυγή — Προσφυγή ερειδόμενη στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης — Προσφεύγων διεκδικών την ιδιότητα του μονίμου υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού — Παραδεκτή
( Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης , άρθρα 90 και 91 )
2 . Υπάλληλοι — Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης — Καθεστώς λοιπού προσωπικού — Πεδίο εφαρμογής — Παρέκταση κατ’ ανάλογη εφαρμογή — Αποκλείεται
( Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης· καθεστώς λοιπού προσωπικού )
3 . Υπάλληλοι — Καθεστώς λοιπού προσωπικού — Πεδίο εφαρμογής — Ιατρός ασχολούμενος επί ορισμένο χρόνο — Σύμβαση διεπόμενη αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο — Παραδεκτό
( Καθεστώς λοιπού προσωπικού , άρθρο 1 )
Περίληψη
1 . Τις σχετικές με δικαίωμα προσφυγής διατάξεις των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης μπορούν να επικαλεστούν ενώπιον του Δικαστηρίου όχι μόνον τα πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του μονίμου ή μη μονίμου υπαλλήλου των Κοινοτήτων , αλλά επίσης και τα πρόσωπα τα οποία διεκδικούν την εν λόγω ιδιότητα . 2 . Οι διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης περιλαμβάνουν ακριβή ορολογία της οποίας η επέκταση με ανάλογο εφαρμογή σε περιπτώσεις που δεν προβλέπονται ρητώς αποκλείεται . Το ίδιο συμβαίνει και με τις διατάξεις του καθεστώτος λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων .
3 . H πρόσληψη ιατρού απασχολούμενου για ορισμένο χρόνο με μειωμένο ωράριο που παρέχει τις υπηρεσίες του σε θεσμικό όργανο βάσει συμβάσεως που αναφέρεται σε εθνικό δίκαιο δεν μπορεί να θεωρηθεί αντίθετη προς το άρθρο 1 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων παρά μόνο σε περίπτωση κατάχρησης εξουσίας , αποδεικνυόμενης από το γεγονός ότι οι όροι εργασίας του ενδιαφερόμενου έχουν οριστεί όχι σε συνάρτηση με τις ανάγκες της υπηρεσίας , αλλά προκειμένου να αποφευχθεί η εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω καθεστώτος .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 123/84 ,
Steffen Klein , εκπροσωπούμενος από τον Edmond Lebrun , δικηγόρο Βρυξελλών , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Tony Biever ,
προσφεύγων ,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , εκπροσωπούμενης από τον Raymond Baeyens , κύριο νομικό σύμβουλο , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Manfred Beschel , μέλος της νομικής υπηρεσίας , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθής ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
που έχει ως αντικείμενο να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής με την οποία αυτή αρνήθηκε στον ενδιαφερόμενο δικαίωμα επί συντάξεως και να υποχρεωθεί η Επιτροπή να συναγάγει σχετικά τις οικονομικές συνέπειες της σύμβασης που έχει συναφθεί μεταξύ των μερών σύμφωνα με το εφαρμοστέο επί της εν λόγω σύμβασης δίκαιο ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Μαΐου 1984 , ο Klein , γιατρός — απασχολούμενος επί ορισμένο χρόνο της Επιτροπής άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί :
1 ) να υποχρεωθεί η Επιτροπή :
— να καταβάλει στον προσφεύγοντα , από την 1η Φεβρουαρίου 1984 , την κοινοτική σύνταξη λόγω συμπλήρωσης συντάξιμου χρόνου ή , επικουρικώς , το ισοδύναμο τέτοιας σύνταξης υπό κατάλληλη μορφή και να συναγάγει με τον τρόπο αυτό τις οικονομικές συνέπειες του γεγονότος ότι η ασκηθείσα από τον προσφεύγοντα δραστηριότητα στην ιατρική υπηρεσία της καθής συνεπήγετο την ύπαρξη εξηρτημένης σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας και ότι η σχέση αυτή διείπετο από το δίκαιο της ευρωπαϊκής δημόσιας υπηρεσίας ,
—να καταβάλει τόκους προς 12 % ετησίως επί του συνόλου των οφειλομένων ποσών από την ημέρα που αυτά καθίστανται απαιτητά·
2 ) να ακυρωθεί η ρητή απορριπτική απόφαση της διοικητικής ένστασης που υπέβαλε προς το σκοπό αυτό ο προσφεύγων , στις 21 Νοεμβρίου 1983 , η οποία γνωστοποιήθηκε με έγγραφο της 2ας Απριλίου 1983 .
2 Στην απάντησή του , ο προσφεύγων διευκρίνισε ότι οι οικονομικές συνέπειες της σχέσεως εργασίας που συνδέει τα μέρη πρέπει να συναχθούν σε συνάρτηση με το εφαρμοστέο επί της σύμβασης δίκαιο , οριζόμενο από το Δικαστήριο , δηλαδή , είτε το δίκαιο της ευρωπαϊκής δημόσιας υπηρεσίας είτε , τουλάχιστο επικουρικώς , το βελγικό εργατικό δίκαιο . Πρέπει , επομένως , να γίνει δεκτό ότι το Δικαστήριο έχει επίσης επιληφθεί επικουρικού αιτήματος με το οποίο ζητείται η χορήγηση , από την Επιτροπή , σύνταξης ισοδύναμης με τη σύνταξη επί της οποίας ο προσφεύγων θα μπορούσε να προβάλει δικαίωμα δυνάμει του βελγικού δικαίου .
3 Όπως προκύπτει από τη δικογραφία η Επιτροπή ζήτησε , το 1958 , τις υπηρεσίες του Klein , εγγεγραμμένου στον πίνακα του ιατρικού συλλόγου του Brabant , στο Βέλγιο , από το 1948 , για υπηρεσίες σε ορισμένες ώρες στην αρχή στο ιατρείο του αργότερα δε , από το 1966 , στο οίκημα της Επιτροπής .
4 Κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής , τα μέρη συνήψαν σύμβαση που υπεγράφη στις 17 Ιουλίου 1974 . H σύμβαση προέβλεπε την παρουσία του Klein επί 16 ώρες εβδομαδιαίως και όριζε ωριαία αμοιβή του Klein , η οποία τροποποιήθηκε με διαδοχικά προσθέματα της εν λόγω σύμβασης . Κατά το άρθρο 3 της σύμβασης , αυτή διέπεται από το βελγικό νόμο και , σε περίπτωση διαφοράς το Δικαστήριο είναι μόνο αρμόδιο βάσει του άρθρου 181 της Συνθήκης .
5 Με έγγραφο της 21ης Δεκεμβρίου 1982 , ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως της Επιτροπής κάλεσε τον Klein να παύσει τη δραστηριότητά του ως ιατρός- σύμβουλος το αργότερο στις 30 Ιουνίου 1983 , λόγω του ότι η σιωπηρώς έναντί του ανεχθείσα παρέκκλιση όσον αφορά το όριο ηλικίας δεν μπορούσε πλέον να διατηρηθεί .
6 Με επιστολή της 11ης Μαΐου 1983 , ο Klein , ηλικίας τότε 78 ετών , ισχυρίστηκε ότι η υπηρεσιακή του κατάσταση διείπετο από το κοινοτικό δίκαιο , είχε δικαίωμα βάσει αυτού σε σύνταξη λόγω αποχωρήσεως . Επικουρικώς , και με την προοπτική της Επιτροπής που επικαλείτο το βελγικό δίκαιο , αμφισβήτησε τόσο τον τύπο όσο και την ουσία της απόφασης απολύσεως .
7 Στις 29 Ιουνίου 1983 , ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως γνωστοποίησε στον ενδιαφερόμενο ότι ως συμβιβαστική λύση επί της ουσίας του όριζε νέα εξάμηνη προθεσμία καταγγελίας από τις 4 Ιουλίου 1983 .
8 Με υπηρεσιακό σημείωμα που πρωτοκολλήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 1983 , ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90 , παράγραφος 2 , του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης . Αποφεύγοντας να αμφισβητήσει τόσο την απόλυσή του όσο και τη δοθείσα προθεσμία καταγγελίας , περιορίστηκε στο να ζητήσει σύνταξη λόγω αποχωρήσεως . H εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε από το γενικό διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως , στις 2 Απριλίου 1984 .
Επί του παραδεκτού
9 H Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής καθόσον στηρίζεται στα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και στο δίκαιο της ευρωπαϊκής δημόσιας υπηρεσίας , ενώ μόνο το βελγικό δίκαιο είναι εφαρμοστέο επί της διαφοράς σύμφωνα με το άρθρο 3 της συναφθείσας μεταξύ των μερών σύμβασης .
10 Παρατηρείται ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία , τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης μπορούν να επικαλεστούν ενώπιον του Δικαστηρίου όχι μόνον τα πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του μονίμου ή μη μονίμου υπαλλήλου των Κοινοτήτων , αλλά επίσης και τα πρόσωπα τα οποία διεκδικούν την εν λόγω ιδιότητα .
11 H ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής είναι , επομένως , απορριπτέα .
Επί της ουσίας
Επί του αιτήματος χορηγήσεως κοινοτικής συντάξεως λόγω αποχωρήσεως
12 Για να στηρίξει το αίτημά του , ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η ρήτρα της σύμβασης δυνάμει της οποίας αυτή υπόκειται στο βελγικό νόμο είναι αντικανονική , διότι ένα κοινοτικό όργανο δεν μπορεί να προσλάβει προσωπικό που ασκεί τα καθήκοντά του στο πλαίσιο εξηρτημένης σχέσεως εργασίας παρά μόνο υπό το ένα από τα δύο προβλεπόμενα καθεστώτα , δηλαδή τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων ή το καθεστώς του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων . Δεδομένου ότι δεν μπορεί να προβάλει δικαίωμα επί της ιδιότητας μονίμου υπαλλήλου , ο προσφεύγων πρέπει , επομένως , να υπαχθεί αναγκαστικά στο καθεστώς του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων . H Επιτροπή , αρνούμενη να εφαρμόσει στην περίπτωσή του τις διατάξεις του εν λόγω συστήματος , παραβίασε το άρθρο 1 του συστήματος αυτού το οποίο ορίζει ότι :
« εφαρμόζεται σε κάθε υπάλληλο ο οποίος έχει προσληφθεί με σύμβαση από μια Κοινότητα .
O υπάλληλος αυτός έχει την ιδιότητα :
— του εκτάκτου υπαλλήλου ,
— του επικουρικού υπαλλήλου ,
— του τοπικού υπαλλήλου ,
— του ειδικού συμβούλου » .
13 Μετά από εξέταση των άρθρων 2 έως 5 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων , που καθορίζουν διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων που αναφέρονται στο άρθρο 1 , που προαναφέρθηκε , ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι μολονότι οι εν λόγω κατηγορίες δεν ανταποκρίνονται ακριβώς στην υπηρεσιακή του κατάσταση ως ιατρού απασχολούμενου επί ορισμένο χρόνο , πρέπει εντούτοις να προσκολληθεί στην πλέον κατάλληλη κατηγορία η οποία , στην προκειμένη περίπτωση , είναι η κατηγορία των εκτάκτων υπαλλήλων που αφορά το άρθρο 2 , παράγραφος γ ).
14 H Επιτροπή θεωρεί τουναντίον ότι τα μέρη , με το να υπαγάγουν ρητώς τη σύμβαση στην εφαρμογή της μόνης βελγικής νομοθεσίας , σιωπηρώς αλλά αναγκαστικώς απέκλεισαν την εφαρμογή των κανόνων της ευρωπαϊκής δημόσιας υπηρεσίας . H Επιτροπή αμφισβητεί εξάλλου τη δυνατότητα της προσκολλήσεως του προσφεύγοντος σε μία από τις κατηγορίες που προβλέπει το καθεστώς λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων .
15 Κατά το άρθρο 1 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων , το καθεστώς αυτό εφαρμόζεται στα πρόσωπα που προσλαμβάνονται με σύμβαση από τις Κοινότητες και έχουν την ιδιότητα του εκτάκτου , επικουρικού , τοπικού υπαλλήλου ή του ειδικού συμβούλου .
16 Είναι , επομένως , αναγκαίο να εξεταστεί αν θέση ιατρού-απασχολούμενου επί ορισμένο χρόνο με μειωμένο ωράριο που κατείχε ο Klein μπορούσε ή όχι να ανήκει σε μία από τις εν λόγω κατηγορίες .
17 Παρατηρείται , σχετικώς , ότι η ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 2 , παράγραφος γ ), του καθεστώτος λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων , την οποία διεκδικεί ο προσφεύγων , αφορά την άσκηση καθηκόντων « παρά προσώπω το οποίο εκτελεί καθήκοντα τα οποία προβλέπονται από τις Συνθήκες περί Ιδρύσεως των Κοινοτήτων ή παρ’ εκλεγμένω προέδρω οργάνου των Κοινοτήτων , ή πολιτική ομάδα της κοινοβουλευτικής συνελεύσεως » . Τα καθήκοντα του ιατρού-απασχολούμενου για ορισμένο χρόνο που εκπλήρωνε ο Klein δεν ανταποκρίνονται σ’ αυτό τον ορισμό .
18 Πρέπει εξάλλου να γίνει δεκτό σύμφωνα με τη γνώμη της Επιτροπής ότι η ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου , κατά την έννοια του άρθρου 2 , α ), β ) και δ ) του καθεστώτος λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων , δεν έχει εφαρμογή επί του προσφεύγοντος , δεδομένου ότι η ιδιότητα αυτή αντιστοιχεί σε θέση που περιλαμβάνεται στον πίνακα των θέσεων προσωπικού που προσαρτάται στο τμήμα του προϋπολογισμού που αφορά κάθε όργανο , πράγμα που δεν συμβαίνει στην περίπτωση της θέσης του ιατρού-απασχολούμενου για ορισμένο χρόνο που κατείχε ο ενδιαφερόμενος .
19 Το ίδιο συμβαίνει και με την ιδιότητα του επικουρικού υπαλλήλου του οποίου η σύμβαση μπορεί , δυνάμει των άρθρων 3 και 52 του ίδιου καθεστώτος , να αφορά καθήκοντα μειωμένου ωραρίου , των οποίων όμως η διάρκεια δεν μπορεί να υπερβεί το έτος . Και ο Klein άσκησε τα καθήκοντα του ιατρού-απασχολούμενου για ορισμένο χρόνο επί 25 έτη .
20 Προκειμένου περί της ιδιότητας του τοπικού υπαλλήλου ( άρθρο 4 ), αρκεί να παρατηρηθεί ότι η κατηγορία αυτή αφορά την εκτέλεση χειρωνακτικών εργασιών ή υπηρεσίες που προφανώς δεν ήσαν αυτές που προσέφερε ο Klein .
21 Όσον αφορά τους ειδικούς συμβούλους , πρόκειται , κατά το άρθρο 5 , περί υπαλλήλων που αμείβονται από συνολικές πιστώσεις ανοιγόμενες για το σκοπό αυτό στο τμήμα του προϋπολογισμού που αφορά το όργανο στο οποίο ανήκουν , πράγμα που δεν συνέβαινε στην περίπτωση του Klein .
22 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η θέση του ιατρού-απασχολούμενου για ορισμένο χρόνο με μειωμένο ωράριο που κατείχε ο Klein δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του καθεστώτος λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων .
23 Πρέπει περαιτέρω να υπομνηστεί ότι , όπως δέχθηκε το Δικαστήριο κυρίως με την απόφαση της 16ης Μαρτίου 1971 ( Bernardi , 48/80 , Rec . σ . 184 ), οι διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης περιλαμβάνουν ακριβή ορολογία της οποίας η επέκταση με ανάλογο εφαρμογή σε περιπτώσεις που δεν προβλέπονται ρητώς αποκλείεται . Το ίδιο συμβαίνει και με τις διατάξεις του καθεστώτος λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων .
24 Υπ’ αυτές τις συνθήκες , η πρόσληψη του Klein με σύμβαση που αναφέρεται ρητώς στο βελγικό νόμο δεν μπορεί να θεωρηθεί αντίθετη προς το άρθρο 1 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων παρά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή θα είχε ορίσει τους όρους εργασίας του ενδιαφερομένου , όχι σε συνάρτηση με τις ανάγκες της υπηρεσίας , αλλά προκειμένου να αποφύγει την εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω καθεστώτος και θα είχε με τον τρόπο αυτό διαπράξει κατάχρηση εξουσίας .
25 Τα προσκομισθέντα στη δικογραφία έγγραφα και οι γενόμενες ενώπιον του Δικαστηρίου συζητήσεις δεν επέτρεψαν να αποδειχθεί ότι η περίπτωση αυτή συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση .
26 Συνεπώς το αίτημα περί χορηγήσεως κοινοτικής συντάξεως λόγω αποχωρήσεως ή του ισοδυνάμου μιας τέτοιας σύνταξης πρέπει να απορριφθεί .
Επί του επικουρικού αιτήματος περί χορηγήσεως συντάξεως λόγω αποχωρήσεως ισοδύναμης με τη σύνταξη επί της οποίας ο προσφεύγων θα μπορούσε να προβάλει δικαίωμα δυνάμει του βελγικού δικαίου
27 Προς υποστήριξη του αιτήματός του , ο προσφεύγων επικαλείται την ύπαρξη εξαρτημένης σχέσεως εργασίας . Αναφερόμενος στο βελγικό εργατικό δίκαιο , ο προσφεύγων εκθέτει ότι η εξάρτησή του από τις υπηρεσίες της Επιτροπής επαληθεύεται από την εξουσία που ασκούσαν οι υπηρεσίες αυτές επί του καθορισμού του περιεχομένου και της ίδιας της οργάνωσης των παρεχόμενων υπηρεσιών .
28 Σχετικώς , ο προσφεύγων τονίζει κυρίως ότι ο προϊστάμενος της ιατρικής υπηρεσίας μπορούσε να του επιβάλει την εκτέλεση άλλων υπηρεσιών εκτός από τις ρητώς προβλεπόμενες από τη σύμβαση , ότι η εν λόγω σύμβαση ήταν ορισμένου χρόνου , ότι οι υπηρεσίες των 16 ωρών εβδομαδιαίως έπρεπε να παρέχονται σε επιβεβλημένες ημέρες και ώρες εντός του οικήματος και με τον εξοπλισμό της καθής και ότι του απαγορευόταν να δημιουργήσει πελατεία μεταξύ των κοινοτικών υπαλλήλων .
29 Κατά τη δημόσια συνεδρίαση , ο προσφεύγων επέμεινε , εξάλλου , στο γεγονός ότι από της απολύσεώς του , η Επιτροπή προσέλαβε πέντε ιατρούς ( απασχολούμενους για ορισμένο χρόνο ) με « σύμβαση υπαλληλικής εργασίας κατά την έννοια του βελγικού νόμου της 3ης Αυγούστου 1978 » και αναγνώρισε με τον τρόπο αυτό την ύπαρξη εξαρτημένης σχέσεως εργασίας .
30 H Επιτροπή αμφισβητεί το γεγονός ότι η δραστηριότητα του ιατρού-απασχολούμενου για ορισμένο χρόνο συνιστά εξαρτημένη σχέση εργασίας . Εκθέτει κυρίως ότι η ύπαρξη ωραρίου καθοριζόμενου κοινή συναινέσει μεταξύ του υπευθύνου για την ιατρική υπηρεσία υπαλλήλου και των διαφόρων ιατρών-απασχολούμενων για ορισμένο χρόνο έχει αποκλειστικό σκοπό να διασφαλίσει την κατανομή των παρεχόμενων υπηρεσιών και δεν είναι δυνατό , κατά συνέπεια , να γίνει επίκλησή του ως ένδειξη εξαρτήσεως . Ως προς την απαγόρευση δημιουργίας πελατείας μεταξύ των κοινοτικών υπαλλήλων , αυτή η απαγόρευση προκύπτει όχι από τη σύμβαση που δεσμεύει τα μέρη , αλλά από το άρθρο 121 , παράγραφος 2 , του κώδικα ιατρικής δεοντολογίας δυνάμει του οποίου τα καθήκοντα του « ιατρού-συμβούλου , επιθεωρητή , πραγματογνώμονα ή κοινοτικού υπαλλήλου , είναι ασυμβίβαστα με τα καθήκοντα του θεράποντα ιατρού των εν λόγω προσώπων » .
31 H Επιτροπή εκθέτει εξάλλου ότι η πρόσληψη νέων ιατρών-απασχολούμενων για ορισμένο χρόνο με υπαλληλική σύμβαση ξεκινά από τη γενική αναδιοργάνωση της ιατρικής υπηρεσίας που έχει καταστεί απαραίτητη λόγω των εξόδων που πραγματοποιούνται για τις υπηρεσίες ανεξαρτήτων ιατρών και από την ανάγκη να ελέγχονται περισσότερο τα έξοδα .
32 Παρατηρείται ότι οι συμβάσεις εργασίας διέπονται στο Βέλγιο από τον οργανικό νόμο της 3ης Ιουλίου 1978 , που κατήργησε τους σχετικούς με τις συμβάσεις εργασίας νόμους , οι οποίοι είχαν κωδικοποιηθεί με το βασιλικό διάταγμα της 20ής Ιουλίου 1975 . Στο άρθρο του 3 ορίζει ότι : « σύμβαση υπαλληλικής εργασίας είναι η σύμβαση με την οποία ο εργαζόμενος , ο υπάλληλος , αναλαμβάνει την υποχρέωση , έναντι αμοιβής , να παρέχει εργασία κατά κύριο λόγο πνευματική υπό την εξουσία , τη διεύθυνση και την επίβλεψη του εργοδότη » .
33 Όπως προκύπτει από τη δικογραφία , κατά τη βελγική νομολογία , ο χαρακτηρισμός της συμβάσεως υπαλληλικής εργασίας συνδέεται με την ύπαρξη σχέσεως εξαρτήσεως και δεδομένου ότι δεν βρίσκεται στο νόμο ακριβής ορισμός της εν λόγω σχέσεως , ο βέλγος δικαστής στηρίζει την κρίση του επί στοιχείων που αφορούν κάθε ειδική περίπτωση .
34 Ενόψει των εν λόγω σκέψεων , πρέπει να παρατηρηθεί ότι η συναφθείσα μεταξύ των μερών σύμβαση , κατά τους ίδιους τους όρους της , είναι « σύμβαση παροχής υπηρεσιών » . O ορισμός αυτός ανταποκρίνεται εξάλλου στους όρους του οργανογράμματος των ιατρικών υπηρεσιών της Επιτροπής , που θεσπίστηκε κατά τη συνάντηση της Επιτροπής της 18ης Δεκεμβρίου 1968 ( COM ( 68 ) PV-61 ), στο οποίο ο προσφεύγων αναφέρεται ως ιατρός αμειβόμενος ανά προσφερόμενη υπηρεσία .
35 H ονομασία της εν λόγω συμβάσεως δεν ανατρέπεται , στην προκειμένη περίπτωση , ούτε από το περιεχόμενο των αιτηθεισών από τον ενδιαφερόμενο υπηρεσιών ούτε από τις συνθήκες υπό τις οποίες οι εν λόγω υπηρεσίες παρείχοντο . Τα αναφερόμενα σχετικώς από τον προσφεύγοντα πραγματικά περιστατικά δεν αποδεικνύουν , πράγματι , ότι κατά την άσκηση των κυρίως ιατρικών αρμοδιοτήτων , βρέθηκε σε θέση εξαρτήσεως . Εκδηλώνουν απλώς την ανάγκη για κάθε διοίκηση να οργανώσει ορθολογικά τις υπηρεσίες της , στη συγκεκριμένη δε περίπτωση η υπηρεσία των παρεχομένων στο προσωπικό της ιατρικών υπηρεσιών . Το γεγονός ότι μετά την απόλυση του προσφεύγοντος , η Επιτροπή προσέλαβε ιατρούς με συμβάσεις εργασίας υπαγόμενες στο βελγικό δίκαιο δεν έχει επίπτωση επί της φύσεως των σχέσεων που συνέδεαν τον Klein με το εν λόγω όργανο .
36 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι ο προσφεύγων είχε έναντι της Επιτροπής την ιδιότητα του παρέχοντος υπηρεσία και είναι δεδομένο μεταξύ των μερών ότι δεν μπορούσε να προβάλει απαίτηση , βάσει των εν λόγω υπηρεσιών , δυνάμει του βελγικού δικαίου , σε οποιαδήποτε σύνταξη λόγω αποχωρήσεως .
37 Το επικουρικό αίτημα είναι , επομένως , και αυτό απορριπτέο .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
38 Κατά το άρθρο 69 , παράγραφος 2 , του κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα . Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας , προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν . Δεδομένου ότι με την υπό κρίση προσφυγή ζητείται να αναγνωριστεί υπέρ του προσφεύγοντος η ιδιότητα του υπαλλήλου των Κοινοτήτων , πρέπει να τύχει εφαρμογής στην περίπτωσή του ο εν λόγω κανόνας .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα )
αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει την προσφυγή .
2 ) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy