ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 28ης Ιανουαρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 130/84,
Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών, επικουρούμενο από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ιταλική πρεσβεία,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Alberto Prozzillo, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο τη μερική ακύρωση της απόφασης 84/203 της Επιτροπής, της 8ης Φεβρουαρίου 1984, για την υποβληθείσα από την Ιταλική Δημοκρατία εκκαθάριση λογαριασμών για τις δαπάνες που χρηματοδοτήθηκαν από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1979 (EE L 110, σ. 15),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Κ. Bahlmann, πρόεδρο τμήματος, G. Bosco, Τ. Koopmans, Ο. Due, Y. Galmot και T. F. O'Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: Ρ. Heim
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Οκτωβρίου 1985,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
( Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται )
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Μαΐου 1984, η Ιταλική Δημοκρατία άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της απόφασης 84/203 της Επιτροπής, της 8ης Φεβρουαρίου 1984, για την υποβληθείσα από την Ιταλική Δημοκρατία εκκαθάριση λογαριασμών για τις δαπάνες που χρηματοδοτήθηκαν από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1979 ( ΕΕ L 110, σ. 15 ), καθόσον η Επιτροπή δεν δέχτηκε να καταλογίσει εις βάρος του ΕΓΤΠΕ ποσό 1621239160 λιρετών όσον αφορά χρηματικές αντισταθμίσεις προς τις οργανώσεις παραγωγών οπωροκηπευτικών.
2
Το άρθρο 13 του κανονισμού 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250 ), προβλέπει την ίδρυση, με πρωτοβουλία των παραγωγών οπωροκηπευτικών] οργανώσεων παραγωγών με σκοπό την προώθηση της συγκέντρωσης της προσφοράς και την ομαλή διαμόρφωση των τιμών στο στάδιο της παραγωγής για ένα ή περισσότερα από τα προϊόντα που αφορά ο κανονισμός, καθώς και τη θέση στη διάθεση των παραγωγών-μελών της οργάνωσης των κατάλληλων τεχνικών μέσων για τη συσκευασία και την εμπορία των εν λόγω προϊόντων. Σύμφωνα με την ίδια διάταξη, αυτές οι οργανώσεις παραγωγών συνεπάγονται για τους παραγωγούς-μέλη την υποχρέωση να πωλούν μέσω της οργανώσεως το σύνολο της παραγωγής τους για το προϊόν ή τα προϊόντα για τα οποία έχουν καταστεί μέλη της οργανώσεως, η οποία μπορεί, πάντως, να επιτρέψει στους παραγωγούς να μην τηρήσουν την υποχρέωση αυτή ως προς ορισμένες ποσότητες, καθώς και την υποχρέωση να εφαρμόζουν, όσον αφορά την παραγωγή και την εμπορία, τους κανόνες που θεσπίζει η οργάνωση για τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων και την προσαρμογή του όγκου της προσφοράς στις απαιτήσεις της αγοράς.
3
Δυνάμει του άρθρου 14 του εν λόγω κανονισμού, τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν στις οργανώσεις παραγωγών, επί τρία έτη από την ημερομηνία της συστάσεως τους, ενισχύσεις για να ενθαρρύνουν την ίδρυση τους και να διευκολύνουν τη λειτουργία τους, υπό την προϋπόθεση ότι οι οργανώσεις παρέχουν ικανοποιητική εγγύηση ως προς τη διάρκεια και την αποτελεσματικότητα της δράσης τους. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 18 του κανονισμού, τα κράτη μέλη χορηγούν χρηματική αντιστάθμιση στις οργανώσεις παραγωγών που πραγματοποιούν παρεμβάσεις στο πλαίσιο του μηχανισμού αποσύρσεως των προϊόντων των μελών τους από την αγορά, όπως προβλέπεται στο άρθρο 15. Οι δαπάνες που πραγματοποιούνται κατά τον τρόπο αυτό μπορούν να χρηματοδοτηθούν από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων.
4
Η διαφορά αφορά τις χρηματικές αντισταθμίσεις που κατέβαλε η ιταλική κυβέρνηση. σε τέσσερις οργανώσεις παραγωγών, οι οποίες, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, δεν συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός 1035/72. Οι οργανώσεις αυτές είναι η Associazione di zona fra produttori ortofrutticoli delle provincie di Matera e Potenza, η Associazione di zona fra produttori di agrumi delle provincie di Catanzaro, Cosenza e Reggio Calabria, η Associazione interprovinciale produttori agrumicoli ed ortifrutticoli « Aipao » ( Catania ) και η Associazione consorzio provinciale cooperative agricole « ETNA » ( Catania ).
5
Στη συνοπτική έκθεση για το 1978-1979, την οποία συνέταξαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής μετά από συζήτηση με τους εκπροσώπους των αρμόδιων εθνικών αρχών, υπενθυμίζεται ότι, κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών για τα οικονομικά έτη 1973 μέχρι 1977, η Επιτροπή εξέφρασε επιφυλάξεις ως προς τη δυνατότητα καλύψεως ορισμένων δαπανών, σχετικών με την απόσυρση οπωροκηπευτικών, που πραγματοποιήθηκαν στην Ιταλία, εν αναμονή του αποτελέσματος της έρευνας που διενεργούσαν από κοινού υπάλληλοι της Επιτροπής και υπάλληλοι των ιταλικών αρχών. Η συνοπτική έκθεση αναφέρει ότι, βάσει της έρευνας αυτής, συνήχθη το συμπέρασμα ότι, επί 82 οργανώσεων παραγωγών, που εξετάστηκαν, τέσσερις οργανώσεις δεν λειτουργούσαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες. Ως εκ τούτου, χρηματικές αντισταθμίσεις λόγω αποσύρσεως προϊόντων από την αγορά μπορούσαν να χορηγηθούν μόνο στις οργανώσεις, η λειτουργία των οποίων ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις του κανονισμού 1035/72.
6
Στη συνοπτική έκθεση αναφέρεται, εξάλλου, ότι οι ιταλικές αρχές είχαν αποφασίσει να προβούν σε άρση της αναγνώρισης των τεσσάρων επίμαχων οργανώσεων και ότι, σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία, η αναγνώριση αυτή είναι απαραίτητη για να μπορούν οι οργανώσεις να λαμβάνουν τις ενισχύσεις και τις χρηματικές αντισταθμίσεις που αναφέρονται στον κανονισμό 1035/72. Εντούτοις, κατά τη συνοπτική έκθεση, οι ιταλικές αρχές θεώρησαν ότι οι τέσσερις επίμαχες οργανώσεις μπορούσαν να συνεχίσουν να εκπληρώνουν τους καταστατικούς τους σκοπούς μέχρι την ανάκληση της αναγνώρισης τους, η οποία επήλθε τον Ιούλιο του 1981 και το Σεπτέμβριο του 1982, και ότι, επομένως, στις οργανώσεις αυτές μπορούσαν να χορηγηθούν χρηματικές αντισταθμίσεις για τα προηγούμενα έτη. Πράγματι, οι ιταλικές αρχές έκριναν ότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί εκ των υστέρων το νόμιμο των συντελεσθεισών πράξεων ή να μη γίνει δεκτός ο καταλογισμός των σχετικών δαπανών εις βάρος του ΕΓΤΠΕ. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν συμμερίστηκαν την άποψη αυτή, δεδομένου ότι κοινοτική ενίσχυση μπορεί να καταβληθεί μόνον όταν το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται η καταβολή συγκεντρώνει τις σχετικές προϋποθέσεις.
7
Με την προσφυγή της, η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει, πρώτον, ότι καθεμία από τις εν λόγω τέσσερις οργανώσεις συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις του άρθρου 13 του κανονισμού 1035/72. Σχετικά με το θέμα αυτό, η ιταλική κυβέρνηση προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν προέβη σε νέο έλεγχο όσον αφορά τις τέσσερις αυτές οργανώσεις, ενώ άλλες οργανώσεις παραγωγών στην Ιταλία είχαν επανειλημμένως υποβληθεί σε ελέγχους, από τους οποίους μπόρεσε τελικά να διαπιστωθεί ότι η λειτουργία τους ήταν σύμφωνη με τους κοινοτικούς κανόνες. Η ιταλική κυβέρνηση υπενθυμίζει, δεύτερον ότι η ανάκληση της αναγνώρισης επήλθε μετά τη λήξη των οικονομικών ετών που αφορά η παρούσα προσφυγή και ότι, κατά συνέπεια, οι πράξεις αποσύρσεως από την αγορά, τις οποίες πραγματοποίησαν οι τέσσερις επίμαχες οργανώσεις κατά τα έτη που προηγήθηκαν της ανακλήσεως, ήταν ακόμα σύμφωνες προς τους κοινοτικούς κανόνες.
8
Επί του πρώτου σημείου, η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι αρχικές διαπιστώσεις της Επιτροπής, όσον αφορά τις τέσσερις επίμαχες οργανώσεις, βασίζονταν στην άποψη ότι κάθε οργάνωση παραγωγών όφειλε να συγκεντρώνει την προσφορά των προϊόντων των μελών της και να διαθέτει η ίδια στο εμπόριο τα προϊόντα αυτά. Η Επιτροπή εγκατέλειψε, εντούτοις, την άποψη αυτή και δέχτηκε, τελικά, ότι η πώληση μπορεί να διενεργείται και από τους ίδιους τους παραγωγούς, εφόσον αυτοί τηρούν τους όρους που καθορίζει η οργάνωση. Υπό τις συνθήκες αυτές, η λειτουργία των τεσσάρων επίμαχων οργανώσεων ήταν σύμφωνη προς το άρθρο 13 του κανονισμού 1035/72. Εν πάση περιπτώσει, οι πράξεις αποσύρσεως, για τις οποίες χορηγήθηκαν χρηματικές αντισταθμίσεις, συνέβαλαν σαφώς στην επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει ο κανονισμός.
9
Η Επιτροπή εκφράζει, καταρχάς, την έκπληξη της για τη θέση της ιταλικής κυβέρνησης, δεδομένου ότι η ίδια αυτή κυβέρνηση ανακάλεσε την αναγνώριση των τεσσάρων επίμαχων οργανώσεων με την αιτιολογία ότι δεν συγκέντρωναν τις προϋποθέσεις που θα τους επέτρεπαν « να διασφαλίσουν την εκπλήρωση της καταστατικής τους αποστολής ». Η Επιτροπή δέχεται ότι μετέβαλε, σε ορισμένες περιπτώσεις, την αρχική της θέση, όταν αντελήφθη ότι το σύνολο των κριτηρίων που θεσπίζει ο κανονισμός μόνο προοδευτικώς μπορεί να εφαρμοστεί σε εντελώς διαφορετικές καταστάσεις στις διάφορες περιοχές της Κοινότητας. Η Επιτροπή εμμένει, εντούτοις, στην άποψη ότι οι πράξεις αποσύρσεως από την αγορά μπορούν να χρηματοδοτηθούν από την Κοινότητα μόνον όταν αποτελούν μέρος ευρύτερου συνόλου ενεργειών που αποσκοπούν στην εξυγίανση της αγοράς, σημειώνει δε ότι ο κανονισμός 1035/72 προβλέπει σύνολο διατάξεων σχετικών με τις οργανώσεις παραγωγών.
10
Η Επιτροπή επισημαίνει, σχετικά, ότι το άρθρο 15 του κανονισμού προβλέπει ότι, για τη χρηματοδότηση των πράξεων αποσύρσεως, οι παραγωγοί-μέλη των οργανώσεων ιδρύουν ταμείο παρεμβάσεως, το οποίο χρηματοδοτείται με εισφορές καθοριζόμενες βάσει των ποσοτήτων που διατίθενται προς πώληση. Οι κοινοτικοί κανόνες καθιερώνουν, έτσι, στενό σύνδεσμο μεταξύ των διαφόρων δραστηριοτήτων των οργανώσεων, οι οποίες οφείλουν να επιδιώκουν τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων, να επιτυγχάνουν συγκέντρωση των πράξεων πωλήσεως και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να προβαίνουν σε απόσυρση προϊόντων, χρηματοδοτώντας την με μέρος του προϊόντος των πωλήσεων. Κανονική από απόψεως κοινοτικού δικαίου είναι μόνο η σύσταση των ενώσεων που επιδίδονται στο σύνολο των δραστηριοτήτων αυτών, οι δε ενώσεις που προβαίνουν μόνο σε αποσύρσεις, όπως συμβαίνει με τις τέσσερις επίμαχες οργανώσεις, δεν μπορούν να περιληφθούν στην κατηγορία αυτή.
11
Από την αλληλογραφία μεταξύ ιταλικής κυβερνήσεως και Επιτροπής, που περιλαμβάνεται στη δικογραφία, προκύπτει ότι οι διάδικοι συμφωνούσαν τότε, ως προς το ότι ορισμένες οργανώσεις παραγωγών στην Ιταλία, μεταξύ των οποίων και οι τέσσερις επίμαχες οργανώσεις, δεν συγκέντρωναν τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι κοινοτικοί κανόνες. Ειδικότερα, η λειτουργία τους ήταν αποσπασματική υπό την έννοια ότι προέβαιναν σε πράξεις αποσύρσεως οπωροκηπευτικών από την αγορά, χωρίς να ασκούν οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα. Έτσι, με έγγραφο της 27ης Μαίου 1980, με το οποίο ανακοίνωσε τα πορίσματα της έρευνας που είχε διενεργήσει όσον αφορά τις οργανώσεις παραγωγών, η ιταλική κυβέρνηση βεβαιώνει ότι σε πέντε ενώσεις, μεταξύ των οποίων και οι τέσσερις επίμαχες οργανώσεις, είχαν παρατηρηθεί δυσλειτουργίες, οφειλόμενες σε παραλείψεις όσον αφορά την ορθολογική οργάνωση της διάθεσης των προϊόντων, λόγω του ότι οι οργανώσεις αυτές δεν ήταν σε θέση να ελέγξουν την παραγωγή που διέθεταν στο εμπόριο τα μέλη τους. Στο έγγραφο προστίθεται ότι υπάρχουν « αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα προσαρμογής των οργανώσεων αυτών στους κοινοτικούς κανόνες ».
12
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η ιταλική κυβέρνηση, μολονότι αναγνώρισε τις παραλείψεις των τεσσάρων επίμαχων οργανώσεων και τις αμφιβολίες που μπορούσαν να υπάρχουν ως προς τη δυνατότητα προσαρμογής των οργανώσεων αυτών στους κοινοτικούς κανόνες, περιορίστηκε να υποστηρίξει ότι οι οργανώσεις αυτές είχαν υποβληθεί σε τακτικούς ελέγχους προκειμένου να προσαρμοστούν προοδευτικώς στους κανόνες αυτούς και ότι η Επιτροπή έθεσε μονομερώς τέρμα σ' αυτή τη διαδικασία προσαρμογής, με το να ζητήσει από την ιταλική κυβέρνηση να ανακαλέσει την αναγνώριση των τεσσάρων αυτών οργανώσεων. Αυτό, ακριβώς, το σημείο θα πρέπει, επομένως, να εξεταστεί.
13
Από τη δικογραφία και τις εξηγήσεις των διαδίκων προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία όσον αφορά το θέμα αυτό. Με το προαναφερθέν έγγραφο της ιταλικής κυβέρνησης, της 27ης Μαΐου 1980, με το οποίο η κυβέρνηση αυτή αναγνώρισε ότι η λειτουργία των τεσσάρων επίμαχων οργανώσεων δεν ήταν σύμφωνη προς τους κοινοτικούς κανόνες, εκφράζεται η επιθυμία των ιταλικών αρχών να αναβάλουν, προς το παρόν, τη λήψη μέτρων ανακλήσεως της αναγνωρίσεως. Η κυβέρνηση αναφέρει ότι οι εν λόγω ενώσεις θα υποβληθούν σε συνεχείς ελέγχους, η δε Επιτροπή θα ενημερωθεί επί των τελικών αποφάσεων που θα ληφθούν σχετικά. Εν τω μεταξύ, η ιταλική κυβέρνηση θα έχει αναλάβει ορισμένες πρωτοβουλίες, ικανές να εξασφαλίσουν την πιστότερη τήρηση των κοινοτικών κανόνων, όπως η έκδοση εγκυκλίου, που θα περιλαμβάνει λεπτομερείς διατάξεις όσον αφορά τον τρόπο λειτουργίας των οργανώσεων παραγωγών, και η σύσταση περιφερειακών επιτροπών ελέγχου. Με έγγραφο του ιταλικού Υπουργείου Γεωργίας και Δασών, της 15ης Σεπτεμβρίου 1980, ανακοινώθηκε στην Επιτροπή το πόρισμα έρευνας, την οποία διενήργησαν από κοινού ιταλοί δημόσιοι υπάλληλοι και εκπρόσωποι της Επιτροπής, ως προς τη λειτουργία των οργανώσεων παραγωγών. Η Επιτροπή, με το από 11 Νοεμβρίου 1980 έγγραφο του αρμόδιου γενικού διευθυντή, ανακοίνωσε στην ιταλική κυβέρνηση τα συμπεράσματα που συνήγαγε από την έρευνα αυτή: έκρινε, έτσι, ότι δεκαέξι οργανώσεις, η λειτουργία των οποίων ήταν ατελής αλλά δεκτική βελτιώσεως, έπρεπε να τεθούν υπό παρακολούθηση επί ένα έτος, θεώρησε, όμως, ότι επτά άλλες οργανώσεις, μεταξύ των οποίων και οι τέσσερις οργανώσεις που εμπλέκονται στην υπό κρίση διαφορά, δεν ήταν σύμφωνες προς τους κοινοτικούς κανόνες, χωρίς να διαφαίνεται δυνατότητα προσαρμογής τους στους κανόνες αυτούς. Το έγγραφο αυτό συνέχιζε επισημαίνοντας ότι, κατά την άποψη των υπηρεσιών της Επιτροπής, « οι εθνικές αρχές πρέπει να λάβουν όλα τα μέτρα που συνεπάγεται η αδυναμία των οργανώσεων αυτών να συμμορφωθούν προς τις διατάξεις του κανονισμού 1035/72 » ειδικότερα, « δεν μπορεί να καταβληθεί καμία εναρκτήρια ενίσχυση ή χρηματική αντιστάθμιση » κατ' εφαρμογή του κανονισμού αυτού.
14
Το ιταλικό Υπουργείο απάντησε με έγγραφο της 27ης Δεκεμβρίου 1980 και εξέφρασε τη λύπη του, διότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει επαρκώς υπόψη την ύπαρξη ορισμένων αρνητικών παραγόντων, λόγω των οποίων απαιτήθηκε, στο νότιο τμήμα της χώρας, μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ό,τι στις περιοχές του Βορρά προκειμένου να υπερπηδηθούν οι αρχικές δυσχέρειες λειτουργίας· επρόκειτο για μακροπρόθεσμο έργο, το οποίο την εποχή εκείνη δεν είχε πλήρως συντελεστεί. Με τηλετύπημα της 16ης Ιουνίου 1981, η ιταλική κυβέρνηση ανακοίνωσε την απόφαση της να ανακαλέσει την αναγνώριση τριών από τις τέσσερις επίμαχες οργανώσεις· όσον αφορά την τέταρτη, την Aipao-Catania, το τηλετύπημα αναφέρει ότι « από τους διεξαχθέντες ελέγχους αποδείχτηκε ότι λειτουργεί σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες», προσθέτει δε ότι « συνεπώς, ενδείκνυται η από κοινού διενέργεια μεταγενέστερων επιτόπιων ελέγχων ». Με έγγραφο της 22ας Ιουνίου 1981, η Επιτροπή απάντησε ότι δεν είχε νόημα η διενέργεια τέτοιων μεταγενέστερων ελέγχων. Η ανάκληση, εκ μέρους της ιταλικής κυβερνήσεως, της αναγνωρίσεως των επίμαχων οργανώσεων επήλθε, όσον αφορά την ΕΤΝΑ-Catania, στις 25 Ιουλίου 1981, για τις λοιπές δε τρεις οργανώσεις, στις 10 Σεπτεμβρίου 1982.
15
Από την αλληλογραφία αυτή προκύπτει ότι η ιταλική κυβέρνηση, αφού αρχικά είχε αναγνωρίσει ότι οι τέσσερις επίμαχες οργανώσεις δεν ήταν σύμφωνες προς τους κοινοτικούς κανόνες ούτε φαίνονταν ικανές να προσαρμοστούν σ' αυτούς, ζήτησε, στη συνέχεια, νέα προθεσμία ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα στις τέσσερις οργανώσεις να προσαρμοστούν, για να υποστηρίξει κατόπιν ότι μόνο μία από τις τέσσερις οργανώσεις, η Aipao-Catania, λειτουργούσε σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις. Η Επιτροπή, με το έγγραφο της 11ης Νοεμβρίου 1980, άφησε ήδη σαφώς να εννοηθεί ότι αρνούνταν να δεχτεί ότι η λειτουργία των τεσσάρων επίμαχων οργανώσεων ήταν σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο, δηλώνοντας συγχρόνως ότι η άρνησή της αυτή συνεπαγόταν το ότι δεν θα δεχόταν να χρηματοδοτήσει τις χρηματικές αντισταθμίσεις που θα χορηγούνταν ενδεχομένως στις οργανώσεις αυτές. Αν, επομένως, η ιταλική κυβέρνηση πίστευε ότι είχε βάσιμους λόγους για να ζητήσει νέα προθεσμία προσαρμογής, έπρεπε να δικαιολογήσει το αίτημα της, είτε προσκομίζοντας αποδείξεις περί του ότι η λειτουργία των τεσσάρων ενώσεων, ή της Aipao-Catania, είναι καλύτερη, είτε διευκρινίζοντας σε τι συνίσταται η βελτίωση της λειτουργίας τους.
16
Πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι στήριξε την άποψη της όσον αφορά τη βελτίωση αυτή στην έκθεση της 16ης Δεκεμβρίου 1980 του Υπουργείου Γεωργίας και Δασών, είναι όμως δεδομένο ότι η Επιτροπή ουδέποτε έλαβε γνώση της εκθέσεως αυτής πριν από την άσκηση της προσφυγής. Η Επιτροπή αναφέρει, εξάλλου, ότι η έκθεση δεν προσθέτει κανένα ουσιώδες στοιχείο στα περιστατικά που ήταν τότε γνωστά.
17
Επομένως, η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να αρνηθεί, μετά από παρατεταμένη περίοδο προσαρμογής και ελέγχων, τη διενέργεια νέων ερευνών απλώς και μόνο λόγω του ισχυρισμού του ιταλικού Υπουργείου Γεωργίας και Δασών ότι η λειτουργία μιας από τις τέσσερις ενώσεις, της Aipao-Catania, είχε αποδειχτεί σύμφωνη προς τους κοινοτικούς κανόνες.
18
Απομένει να εξεταστεί το επιχείρημα της ιταλικής κυβέρνησης ότι οι πράξεις αποσύρσεως από την αγορά, στις οποίες προέβησαν οι εν λόγω οργανώσεις, ήταν σύμφωνες προς το κοινοτικό δίκαιο επί όσο χρονικό διάστημα η αναγνώριση των οργανώσεων αυτών δεν είχε ανακληθεί. Πράγματι, η προσφεύγουσα κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι οργανώσεις παραγωγών θεωρούνται, από την ημερομηνία της αναγνώρισης τους και μέχρι την ημερομηνία της ενδεχόμενης ανακλήσεως της αναγνωρίσεως αυτής, ότι εκπληρούν την αποστολή που τους έχει ανατεθεί με τους κανονισμούς περί οπωροκηπευτικών. Επομένως, το δικαίωμα καταβολής αντισταθμίσεων δεν μπορεί να χαθεί όσον αφορά πράξεις αποσύρσεως που συντελέστηκαν προτού ανακληθεί η αναγνώριση της οργάνωσης.
19
Η Επιτροπή επικαλείται τις διατάξεις περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής και τη νομολογία του Δικαστηρίου, προκειμένου να υποστηρίξει ότι απόδοση, από το ΕΓΤΠΕ, των δαπανών που αφορούν την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση που έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις που προβλέπουν οι ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις.
20
Πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο κανονισμός 1035/72 επιβάλλει μεν ορισμένο αριθμό προϋποθέσεων στις οργανώσεις παραγωγών, οι προϋποθέσεις όμως αυτές δεν συνεπάγονται « αναγνώριση » εκ μέρους των εθνικών αρχών. Επομένως, αν η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε, για λόγους που αφορούν την ίδια, να προβεί σε τυπική αναγνώριση των οργανώσεων που συγκεντρώνουν, κατά τη γνώμη της, τις προϋποθέσεις που επιβάλλει ο κανονισμός 1035/72, να καταχωρίσει τις αναγνωρισμένες αυτές οργανώσεις σε κατάλογο και να διαγράψει τις οργανώσεις οι οποίες, κατά τη γνώμη της, δεν συγκεντρώνουν πλέον τις προϋποθέσεις αυτές, ανακαλώντας έτσι την αναγνώριση τους, οι διοικητικές αυτές διατυπώσεις δεν μπορούν καθόλου να επηρεάσουν την κατάσταση όπως εμφανίζεται στο κοινοτικό δίκαιο.
21
Στην υπό κρίση περίπτωση, εφόσον, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο, δικαίως η Επιτροπή έκρινε ότι οι τέσσερις επίμαχες ενώσεις ουδέποτε συγκέντρωναν τις προϋποθέσεις που χαρακτηρίζουν τις οργανώσεις παραγωγών υπό την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1035/72, οι δαπάνες τους ουδέποτε μπορούσαν να καταλογιστούν εις βάρος του ΕΓΤΠΕ.
22
Από τις ανωτέρω σκέψεις έπεται ότι οι ισχυρισμοί της ιταλικής κυβέρνησης δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί.
Επί των δικαστικών εξόδων
23
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Mackenzie Stuart
Bahlmann
Bosco
Koopmans
Due
Galmot
O'Higgins
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Ιανουαρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy