ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 23ης Ιανουαρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 173/84,
Lars Bo Rasmussen, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Dalheim ( Λουξεμβούργο ), εκπροσωπούμενος από τον Jean-Noël Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicolas Decker, 16, avenue Marie-Thérèse,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον κύριο νομικό της σύμβουλο Henri Etienne, και από το νομικό της σύμβουλο Δημήτριο Γκουλούση, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως της απόφασης με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε την άμεση ανατοποθέτηση του προσφεύγοντος στη θέση του, καθώς και αίτημα αποζημιώσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
συγκείμενο από τους Κ. Bahlmann, πρόεδρο τμήματος, Ο. Due και F. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Δεκεμβρίου 1985,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
( Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται )
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Ιουλίου 1984, ο Lars Bo Rasmussen, υπάλληλος βαθμού Α 6 της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 1984, κατά το μέτρο που η Επιτροπή αρνείται την ανατοποθέτησή του στη θέση που κατείχε αρχικά, και να υποχρεωθεί η Επιτροπή να τον τοποθετήσει σε πραγματική θέση της κατηγορίας του που να αντιστοιχεί στο βαθμό του, την πείρα του και τα προσόντα του και να του καταβάλει ημερήσια αποζημίωση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στην περίπτωση που η Επιτροπή δεν θα εκπλήρωνε την υποχρέωση αυτή. Εξάλλου, ο προσφεύγων ζητεί προσήκουσα αποζημίωση για την ηθική ζημία που υπέστη λόγω των παρατυπιών που διαπράχτηκαν ως προς την υπηρεσιακή του κατάσταση, οι οποίες έβλαψαν την κανονική εξέλιξη της σταδιοδρομίας του.
Τα περιστατικά που αποτελούν τη βάση της προσφυγής
2
Ο προσφεύγων, πτυχιούχος οικονομικών και πολιτικών επιστημών, διορίστηκε την 1η Μαρτίου 1975 υπάλληλος διοικήσεως βαθμού Α 6 στην Υπηρεσία Εκδόσεων όπου του ανατέθηκε, εντός του τμήματος « Εκδόσεις », η σύνταξη των μηνιαίων και ετήσιων πινάκων της Επίσημης Εφημερίδας.
3
Λόγω της εισαγωγής στην Υπηρεσία Εκδόσεων νέων μεθόδων εργασίας, ιδίως μετά την εισαγωγή των μεθόδων πληροφορικής στη σύνταξη των πινάκων, και λόγω των περιορισμένων δυνατοτήτων προαγωγής, επιδιώχτηκε ο αναπροσανατολισμός της επαγγελματικής σταδιοδρομίας του προσφεύγοντος. Με τη συναίνεση του ενδιαφερομένου, ο γενικός διευθυντής της Υπηρεσίας Εκδόσεων κατόρθωσε από το γενικό διευθυντή της Στατιστικής Υπηρεσίας να πάρει τον προσφεύγοντα στην υπηρεσία του από 15 Μαρτίου 1980, για περίοδο ενός έτους. Ο προσφεύγων εξακολουθούσε να υπάγεται διοικητικά στην Υπηρεσία Εκδόσεων, η οποία συνέχιζε να του καταβάλλει τις αποδοχές του. Αυτή η « διάθεση », στηριζόμενη σε απλή συμφωνία μεταξύ των δύο ενδιαφερομένων γενικών διευθύνσεων, παρατάθηκε, στις 17 Μαρτίου 1980, εν αναμονή οριστικής διοικητικής λύσεως.
4
Ο προσφεύγων εξέφρασε επανειλημμένως τις ανησυχίες του για τον αβέβαιο και πρόσκαιρο χαρακτήρα της υπηρεσιακής του καταστάσεως, που συνεπαγόταν μειονεκτήματα στην εξέλιξη της σταδιοδρομίας του, και ζήτησε την επίσημη τοποθέτηση του στη Στατιστική Υπηρεσία.
5
Ο νέος διευθυντής της Στατιστικής Υπηρεσίας έθεσε τέρμα, από 15 Μαρτίου 1983, στην εν λόγω διάθεση του προσφεύγοντος για το λόγο ότι η απόδοση του ήταν ανεπαρκής. Για επαγγελματικούς και προσωπικούς λόγους, ο προσφεύγων αρνήθηκε διάφορες θέσεις που του είχαν προταθεί, όπως τοποθέτηση στη Συμβουλευτική Συνέλευση της ΕΚΑΧ ή μετάθεσή του στη ΓΔ V στις Βρυξέλλες.
6
Το 1983, δέχτηκε να τοποθετηθεί στη μεταφραστική υπηρεσία της ΓΔ IX στο Λουξεμβούργο, προκειμένου να προετοιμαστεί για έναν εσωτερικό διαγωνισμό που θα επέτρεπε τη μετάταξη του στο γλωσσικό κλάδο. Εντούτοις, τον Ιούλιο του ίδιου έτους αρνήθηκε να μετάσχει στο διαγωνισμό LA, ο οποίος, σύμφωνα με την Επιτροπή, είχε προκηρυχτεί ειδικά γι' αυτόν, δηλώνοντας ότι προτιμούσε διευθέτηση της υπηρεσιακής του καταστάσεως εντός της κατηγορίας Α.
7
Κατά την περίοδο κατά την οποία ήταν στη διάθεση της Στατιστικής Υπηρεσίας και κατά τη διάρκεια της τοποθέτησης του στη ΓΔ IX, συντάσσονταν τακτικά εκθέσεις κρίσεως για τον προσφεύγοντα, οι οποίες περιελάμβαναν περιγραφή των καθηκόντων του και εκτίμηση της εκτελεσθείσας εργασίας, που στο σύνολο ήταν εξάλλου θετική. Ο προσφεύγων προτάθηκε για προαγωγή στο βαθμό Α 5 για την περίοδο 1983.
8
Στις 30 Νοεμβρίου 1983, ο προσφεύγων απηύθυνε στο γενικό γραμματέα της Επιτροπής διοικητική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης με την οποία κάλεσε την Επιτροπή,
—
να μεριμνήσει για την τακτοποίηση της υπηρεσιακής του καταστάσεως,
—
να ικανοποιήσει το δικαίωμά του προσδοκίας για προαγωγή στο βαθμό Α 5.
9
Με την από 27 Ιουνίου 1984 απάντηση της, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι με τα διαβήματα στα οποία προέβη δεν κατέστη ακόμα δυνατή η τοποθέτηση του προσφεύγοντος σε θέση αντιστοιχούσα στην πείρα του και στα προσόντα του πάντως, επέσυρε την προσοχή του στην προκήρυξη του εσωτερικού διαγωνισμού για θέση LA 7/LA 6 στο δανικό τμήμα της μεταφραστικής υπηρεσίας στο Λουξεμβούργο.
Επί του παραδεκτού
10
Η Επιτροπή προβάλλει δύο λόγους απαραδέκτου της προσφυγής.
11
Κατά το μέτρο που αποβλέπει στην ανατοποθέτηση του προσφεύγοντος στην παλαιά του θέση στην Υπηρεσία Εκδόσεων, η προσφυγή είναι απαράδεκτη, δεδομένου ότι παρόμοιο αίτημα δεν περιλαμβανόταν στη διοικητική ένσταση που απευθύνθηκε στην Επιτροπή και, επομένως, δεν υπήρξε αντικείμενο απορριπτικής αποφάσεως.
12
Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 1ης Ιουλίου 1976 (Sergy, υπόθεση 58/75, Rec. σ. 1139 ), σκοπός του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης είναι να καθίσταται δυνατή και να ευνοείται η φιλική διευθέτηση της διαφοράς που ανακύπτει μεταξύ μονίμων ή μη μονίμων υπαλλήλων και της διοίκησης προκειμένου να τηρηθεί η απαίτηση αυτή, είναι ουσιώδες η διοίκηση να είναι σε θέση να γνωρίζει τα παράπονα ή τα αιτήματα του ενδιαφερομένου η διάταξη αυτή δεν έχει ως σκοπό να δεσμεύει, αυστηρά και οριστικά, το στάδιο της ενδεχόμενης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον τα αιτήματα που προβάλλονται κατά το στάδιο αυτό δεν μεταβάλλουν ούτε την υπόθεση ούτε το αντικείμενο της διοικητικής ένστασης.
13
Καίτοι είναι ακριβές ότι το αίτημα περί ανατοποθετήσεως στην παλαιά του θέση δεν διατυπώνεται ρητά στη διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος, περιλαμβάνεται σιωπηρά στο γενικό αίτημα με το οποίο διώκεται η τακτοποίηση της υπηρεσιακής του καταστάσεως. Εφόσον δεν ελήφθη κανένα τυπικό διοικητικό μέτρο προβλεπόμενο από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως για τη μετάθεση του προσφεύγοντος, κατά τρόπο κανονικό, σε άλλη υπηρεσία και ενόψει των απόψεων που είχε διατυπώσει προηγουμένως ο ενδιαφερόμενος, η Επιτροπή δεν μπορούσε να αγνοεί ότι ο προσφεύγων, ζητώντας την « τακτοποίηση της υπηρεσιακής του καταστάσεως », επιθυμούσε να επανέλθει σε θέση αντιστοιχούσα στην κατηγορία του και στο βαθμό του, κυρίως στην υπηρεσία στην οποία, επίσημα, εξακολουθούσε πάντοτε να ανήκει.
14
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, οι απαιτήσεις του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ικανοποιούνται και ο λόγος απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.
15
Με το δεύτερό της λόγο απαραδέκτου, η Επιτροπή προβάλλει ότι η από 27 Ιουνίου 1984 απόφαση της δεν βλάπτει τον προσφεύγοντα- η Επιτροπή δέχτηκε τη διοικητική του ένσταση αναφέροντάς του την προκήρυξη του εσωτερικού διαγωνισμού για θέση μεταφραστή και γνωστοποιώντας του έτσι τη δυνατότητα να επιτύχει θέση αντιστοιχούσα στις ικανότητες του.
16
Ο προσφεύγων, προβάλλοντας ότι προσελήφθη για θέση διοικητικού υπαλλήλου σε διοικητική υπηρεσία, αμφισβητεί ότι η δυνατότητα συμμετοχής του σε διαγωνισμό για θέση μεταφραστή αποτελούσε γι' αυτόν απάντηση στο αίτημά του να τοποθετηθεί σε πραγματική θέση αντιστοιχούσα στο βαθμό του και στις ικανότητές του, δεδομένου ότι η πανεπιστημιακή του κατάρτιση δεν τον προόριζε για θέση μεταφραστή.
17
Τα επιχειρήματα που επικαλούνται οι διάδικοι προϋποθέτουν εκτίμηση ως προς το βάσιμο του αιτήματος που εμπίπτει προφανώς στην ουσία της υπόθεσης, οπότε δεν χρειάζεται το εν λόγω ζήτημα να συζητηθεί στο στάδιο του παραδεκτού.
18
Συνεπώς, ο λόγος απαραδέκτου απορρίπτεται.
Επί της ουσίας
19
Προς στήριξη της προσφυγής του, ο προσφεύγων προβάλλει ουσιαστικά τέσσερις λόγους:
—
παράλειψη τοποθετήσεως σε καθήκοντα αντιστοιχούντα στο βαθμό που έχει στην κατηγορία του, κατά παράβαση των άρθρων 5 και 7 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως
—
παράβαση ουσιωδών τύπων, καθόσον, κατά παράβαση του άρθρου 25 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η απόφαση με την οποία τοποθετήθηκε στην Υπηρεσία Εκδόσεων και οι μετέπειτα αποφάσεις δεν υπήρξαν αντικείμενο γραπτής ατομικής αιτιολογημένης αποφάσεως ούτε τοιχοκολλήσεως ή δημοσιεύσεως στο μηνιαίο δελτίο του προσωπικού
—
παράβαση του άρθρου 38 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθόσον ο προσφεύγων δικαιολογημένα πίστεψε σε προσωρινή απόσπαση, κατά την έννοια του άρθρου 37, με τη λήξη της οποίας θα επανερχόταν στην παλαιά του θέση
—
παράβαση του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, λόγω του ότι η παράλειψη τοποθετήσεως σε θέση αντιστοιχούσα στην κατηγορία του και στο βαθμό του δεν του επέτρεψαν να ασκεί καθήκοντα που να επιτρέπουν συγκριτική εξέταση των προσόντων του σε σχέση με τα προσόντα των άλλων υπαλλήλων, ενόψει προαγωγής.
Λόγοι στηριζόμενοι στην παράβαση των άρθρων 5 και 7 νου κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως
20
Χωρίς να αμφισβητεί την ανάγκη αναπροσανατολισμού της σταδιοδρομίας του μετά την αναδιοργάνωση της Υπηρεσίας Εκδόσεων και την εισαγωγή μεθόδων πληροφορικής, ο προσφεύγων προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν του ανεύρε θέση της κατηγορίας του αντιστοιχούσα στο βαθμό του και στην κατάρτιση του.
21
Εξάλλου, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι οι θέσεις στις οποίες τοποθετήθηκε διαδοχικά δεν απαιτούσαν γι' αυτόν καμιά πραγματική εργασία. Η μεταφραστική εργασία που εκτελούσε στη ΓΔ IX τον απασχολούσε μόλις μιά ώρα ημερησίως. Η Επιτροπή παραβιάζει έτσι τη γενική αρχή του δικαιώματος εργασίας.
22
Η Επιτροπή προβάλλει ότι ο προσφεύγων, έχοντας συνείδηση του ότι η κανονική εξέλιξη της σταδιοδρομίας του δεν ήταν πλέον δυνατή στην Υπηρεσία Εκδόσεων, δέχτηκε οικειοθελώς τις διάφορες θέσεις στις άλλες υπηρεσίες στις οποίες τοποθετήθηκε προσωρινά, με σκοπό την εξεύρεση οριστικής λύσεωςν στη υπηρεσιακή του κατάσταση, με το πέρασμα σε άλλη υπηρεσία ή σε άλλο κλάδο. Οι ικανότητές του στο γλωσσικό τομέα τον προόριζαν ειδικότερα για μια σταδιοδρομία στο γλωσσικό κλάδο. Από της αναχωρήσεώς του από την Υπηρεσία Εκδόσεων, εκτελούσε πάντοτε καθήκοντα που αντιστοιχούσαν στην κατάρτιση του και, ιδίως, στις γνώσεις του. Η Επιτροπή εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της αναφέροντας στον προσφεύγοντα τις διάφορες δυνατότητες αναπροσανατολισμού της σταδιοδρομίας του και διευκολύνοντας ενδεχόμενη μετάθεση του. Αν δεν κατέστη δυνατό να βρεθεί λύση μέχρι τώρα, αυτό οφείλεται στην άρνηση του προσφεύγοντος να συνεργαστεί και να καταβάλει τις αναγκαίες προσπάθειες και να επιδείξει την αναγκαία προθυμία.
23
Ο υπάλληλος δεν έχει δικαίωμα καταλήψεως συγκεκριμένης θέσης και μπορεί να τοποθετηθεί σε κάθε θέση της κατηγορίας του, σύμφωνα με ό, τι κρίνει ενδεδειγμένο η ΑΔΑ προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Η Επιτροπή δεν υπέχει καμιά υποχρέωση αποτελέσματος και εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της, καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια για να επιτρέψει στον ενδιαφερόμενο να διεκδικήσει θέση προσήκουσα στην κατάρτιση του και τις γνώσεις του.
24
Καίτοι το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση του της 21ης Μαΐου 1981 (Kindermann, υπόθεση 60/80, Συλλογή σ. 1329 ), ότι το άρθρο 7 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως παρέχει στην ΑΔΑ ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για την τοποθέτηση υπαλλήλου, προς το συμφέρον της υπηρεσίας, σε θέση της κατηγορίας του ή του κλάδου του αντιστοιχούσα στο βαθμό του, εντούτοις, με την απόφαση του της 22ας Οκτωβρίου 1981 (Kruse, υπόθεση 218/80, Συλλογή 1981, σ. 2417) αναγνώρισε ότι ο υπάλληλος δικαιούται να απαιτήσει να του ανατεθούν καθήκοντα αντιστοιχούντα στο βαθμό και τη θέση του.
25
Ύπό την επιφύλαξη αυτή, ο υπάλληλος υποχρεούται να δέχεται κάθε τοποθέτηση, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της υπηρεσίας, εντός του συνόλου της Κοινότητας, σε κάθε τόπο υπηρεσίας του οργάνου στο οποίο ασκεί τα καθήκοντα του (βλ. απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1981, Carbognarii, υποθέσεις 161 και 162/80, Συλλογή 1981, σ. 543 ). Το Δικαστήριο έκρινε, με τις αποφάσεις του της 28ης Μαίου 1970 (Peco, υπόθεση 36/69, Rec. σ. 370.) και της 28ης Σεπτεμβρίου 1983 ( Rosani, 193-198/82, Συλλογή 1983, σ. 2841 ότι η ΑΔΑ μπορεί να αναμένει από υψηλού επιπέδου υπαλλήλους να διαθέτουν επαρκείς ικανότητες. προσαρμογής για να πληρώσουν θέσεις διαφορετικής φύσεως. Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα καθήκοντα που ασκούσε αρχικά ο προσφεύγων και στα οποία επιθυμεί να επανέλθει δεν υπάρχουν πλέον και ότι η θέση που κατείχε αρχικά απαιτεί προς το παρόν, μετά την αναδιοργάνωση της υπηρεσίας, γνώσεις διαφορετικές από εκείνες που απαιτούνταν κατά τη στιγμή προσλήψεως του προσφεύγοντος. Προσληφθείς στον κλάδο Α, ο προσφεύγων έπρεπε ασφαλώς να διαθέτει αυτές τις ικανότητες προσαρμογής, εξάλλου δε οι εκθέσεις κρίσεως αποκαλύπτουν ειδικότερα την ικανότητα του στις διάφορες κοινοτικές γλώσσες. Εξάλλου, ο προσφεύγων ουδέποτε αρνήθηκε να εκτελέσει τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν και ιδίως καθήκοντα γλωσσικής φύσεως, αλλά αντίθετα επιδίωξε να προσανατολίσει τη σταδιοδρομία του με μετάβαση στο γλωσσικό κλάδο, και αυτό από το 1978, όταν έλαβε μέρος σε εσωτερικό διαγωνισμό για θέση αναθεωρητή μεταφράσεων. Η μετέπειτα άρνησή του να λάβει μέρος σε διαγωνισμούς για τον κλάδο LA φαίνεται να αιτιολογείται ουσιαστικά από την επιθυμία του να προαχθεί στο βαθμό Α 5. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι τοποθέτησε τον προσφεύγοντα σε καθήκοντα γλωσσικής φύσεως τα οποία, καίτοι διαφορετικά από εκείνα που εκτελούσε αρχικά, δεν ήταν ασυμβίβαστα με το βαθμό του και θα διευκόλυναν εξάλλου τον αναπροσανατολισμό της σταδιοδρομίας του.
26
Όπως έκρινε το Δικαστήριο ως προς την επανένταξη υπαλλήλων μετά τη λήξη άδειας για προσωπικούς λόγους, με την απόφαση του της 5ης Μαΐου 1983 ( Pizziolo, υπόθεση 785/79, Συλλογή 1983, σ. 1343 ), ο προσφεύγων, έχοντας συνείδηση της ανάγκης για έναν τέτοιο αναπροσανατολισμό της σταδιοδρομίας του, έπρεπε να επιδείξει λογική προθυμία στην αναζήτηση άλλων θέσεων. Όμως, από το σύνολο του φακέλου προκύπτει ότι ο προσφεύγων, καίτοι αποδέχτηκε προσωρινές τοποθετήσεις, ουδέποτε συνεργάστηκε ενεργώς για μια οριστική λύση, αρνούμενος να υποβάλει υποψηφιότητα για θέσεις που του επισημαίνονταν.
27
Όσον αφορά το λόγο που στηρίζεται στην παραβίαση της γενικής αρχής του δικαιώματος εργασίας, λόγω του ότι η Επιτροπή, ιδίως μετά την τοποθέτηση του προσφεύγοντος στη ΓΔ IX, δεν του παρείχε τη δυνατότητα να εκτελεί πραγματική εργασία, χωρίς να κρισιολογηθεί η ύπαρξη τέτοιας αρχής στο κοινοτικό δίκαιο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από υπηρεσιακό σημείωμα του αναπληρωτή του προϊσταμένου του δανικού μεταφραστικού τμήματος της ΓΔ IX, της 22ας Οκτωβρίου 1985, που προσκομίστηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο προσφεύγων μετέφραζε 40 περίπου σελίδες μηνιαίως. Καίτοι είναι δύσκολο να εκτιμηθεί ο αριθμός των σελίδων που μπορεί να μεταφράσει ένας μεταφραστής, ενόψει ιδίως του βαθμού δυσκολίας και της τεχνικής φύσεως των προς μετάφραση κειμένων, δεν μπορεί πάντως να διαπιστωθεί ότι δεν δόθηκε καμιά πραγματική εργασία στον προσφεύγοντα κατά τη διάρκεια της περιόδου υπηρεσίας του στη ΓΔ IX. Εκτιμώντας τον όγκο εργασίας που ανατέθηκε στον προσφεύγοντα, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι εν προκειμένω ο προσφεύγων δεν είχε μόνιμη θέση μεταφραστή, αλλά τοποθετήθηκε αποκλειστικά στη μεταφραστική υπηρεσία για να μπορέσει να εξοικειωθεί με την εργασία ώστε να μπορέσει να διεκδικήσει μια θέση στο γλωσσικό κλάδο.
28
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, ο λόγος δεν είναι πράγματι βάσιμος.
Λόγος στηριζόμενος στην παράβαση ονσιωδών τύπων (άρθρο 25 τον κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως)
29
0 προσφεύγων προβάλλει ότι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 25 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, τα μέτρα με τα οποία τοποθετήθηκε στη Στατιστική Υπηρεσία και, αργότερα, στη ΓΔ IX, όπως και το μέτρο με το οποίο απορρίφθηκε η ανατοποθέτησή του στην Υπηρεσία Εκδόσεων, συνιστούν αποφάσεις οι οποίες πρέπει να αιτιολογούνται, να τοιχοκολλούνται στα κτίρια του οργάνου στο οποίο αυτός ανήκει και να δημοσιεύονται στο μηνιαίο δελτίο του προσωπικού των Κοινοτήτων.
30
Η Επιτροπή αμφισβητεί το ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 25, διότι τα εν λόγω μέτρα, ουσιαστικά προσωρινής φύσεως, δεν συνιστούν ατομικές αποφάσεις κατά την έννοια του άρθρου 25 και δεν έβλαψαν τον προσφεύγοντα. Εξάλλου, είχε πάντοτε συναινέσει στα διάφορα μέτρα που ελήφθησαν, των οποίων γνώριζε τη φύση και τους λόγους.
31
Από την ανάλυση των περιστατικών προκύπτει ότι τα διαδοχικά μέτρα τοποθετήσεως του προσφεύγοντος δεν συνιστούν ατομικές αποφάσεις αναφερόμενες στο διορισμό, στη μονιμοποίηση, στην προαγωγή, στη μετάθεση, στον καθορισμό της υπηρεσιακής καταστάσεως και στη λήξη των καθηκόντων του υπαλλήλου κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 25. Αυτά τα μέτρα εσωτερικής οργανώσεως της υπηρεσίας, που εφαρμόστηκαν με πλήρη συναίνεση του, δεν μετέβαλαν καθόλου τη νομική του κατάσταση ούτε συνιστούν βλαπτικές αποφάσεις κατά την έννοια της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου.
32
Συνεπώς, το άρθρο 25 δεν έχει εφαρμογή και ο λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Λόγος στηριζόμενος στην παράβαση τον άρθρον 38 τον κανονισμού νπηρεσιακής καταστάσεως
33
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η τοποθέτηση του στη Στατιστική Υπηρεσία και, εν συνεχεία, στη ΓΔ IX είχε τα εξωτερικά γνωρίσματα αποσπάσεως κατά την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Δυνάμει της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ο προσφεύγων μπορούσε να αναμένει ότι η Επιτροπή θα προέβαινε στην ανατοποθέτησή του, σύμφωνα με το άρθρο 38, στοιχείο ζ).
34
Η Επιτροπή αμφισβητεί την ύπαρξη αποσπάσεως κατά την έννοια του άρθρου 37 και ισχυρίζεται ότι ο προσφεύγων γνώριζε ακριβώς τη φύση των διαφόρων τοποθετήσεων, ώστε το άρθρο 38 δεν μπορεί να έχει εφαρμογή.
35
Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, τα διάφορα ληφθέντα μέτρα δεν μετέβαλαν τη νομική κατάσταση του προσφεύγοντος, ο οποίος, όπως προκύπτει από τις διάφορες απόψεις που προέβαλε επ' ευκαιρία των διαφόρων μεταθέσεων του, είχε συνείδηση του προσωρινού και αμφίβολου χαρακτήρα των εν λόγω μέτρων, τα οποία εφαρμόστηκαν με πλήρη συναίνεση του και με σκοπό την εξεύρεση οριστικής λύσεως προς το συμφέρον του.
36
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, δεν υπήρξε απόσπαση κατά την έννοια του άρθρου 37 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και από κανένα στοιχείο της συμπεριφοράς της Επιτροπής δεν μπορούσε ο προσφεύγων να πιστεύσει σε παρόμοιο αποτέλεσμα των εν λόγω μέτρων.
37
Ο λόγος που στηρίζεται στην παράβαση του άρθρου 38 στερείται επομένως ερείσματος.
Λόγος στηριζόμενος στην παράβαση του άρθρου 45 τον κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και στην παραβίαση της αρχής περί απαγορεύσεως των διακρίσεων
38
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, από της αποχωρήσεως του από την Υπηρεσία Εκδόσεων, δεν ασκεί πλέον συγκεκριμένα καθήκοντα που να επιτρέπουν συγκριτική εξέταση των προσόντων του, σε σχέση με τα προσόντα των άλλων υπαλλήλων, ενόψει προαγωγής.
39
Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι τα διάφορα μέτρα τοποθετήσεως δεν είχαν ως αποτέλεσμα να στερήσουν από τον προσφεύγοντα τη συνεχή εκτίμηση των προσόντων του στην εκτέλεση των διαφόρων καθηκόντων που του ανατέθηκαν. Οι εκθέσεις κρίσεως συντάχτηκαν αφού ελήφθησαν υπόψη οι διάφορες εργασίες που εκτελούσε.
40
Έτσι, ο προσφεύγων προτάθηκε για προαγωγή για την περίοδο 1983. Το γεγονός ότι δεν προτάθηκε για το 1984 οφείλεται αποκλειστικά στη δυσμενή κρίση του κριτή.
41
Από τη μελέτη του φακέλου το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, παρά την ποικιλία των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προσφεύγοντα, οι εκθέσεις κρίσεως είχαν συνταχτεί κανονικά, επιτρέποντας την εκτίμηση των προσόντων του ενόψει προαγωγής.
42
Επειδή η εκτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων ενόψει προαγωγής εμπίπτει στην εξουσία εκτιμήσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, υπό την επιφύλαξη προφανούς σφάλματος εκτιμήσεως που δεν προβάλλεται εν προκειμένω, η παράβαση του άρθρου 45, παράγραφος 1, δεν έχει αποδειχτεί. Εφόσον για τον προσφεύγοντα καταρτίστηκαν εκθέσεις κρίσεως όπως και για άλλους υπαλλήλους, ο λόγος περί δυσμενούς μεταχειρίσεως δεν ασκεί επιρροή.
43
Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
44
Κατά συνέπεια, η προσφυγή, όσον αφορά τόσο την ακύρωση της φερόμενης αρνητικής αποφάσεως περί άμεσης ανατοποθετήσεως στην Υπηρεσία Εκδόσεων όσο και την αποκατάσταση της ηθικής ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της διακοπής της φυσιολογικής εξελίξεως της σταδιοδρομίας του ο προσφεύγων, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Το ίδιο ισχύει και για το αίτημα της προσφυγής με το οποίο ζητείται από το Δικαστήριο να υποχρεώσει την Επιτροπή να τοποθετήσει τον προσφεύγοντα σε πραγματική θέση της κατηγορίας του αντιστοιχούσα στο βαθμό που έχει στην ιεραρχία, στην πείρα του και στα προσόντα του.
Επί των δικαστικών εξόδων
45
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Bahlmann
Due
Schockvveiler
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 23 Ιανουαρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του δεύτερου τμήματος
Κ. Bahlmann
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy