ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 175/84 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Α — Κανοηοηκό αΑαίσιο της διαφοράς
Με την απόφαση 82/495 της 19ης Ιουλίου 1982, το Συμβούλιο ενέκρινε τη Συμφωνία Συνεργασίας που συνήφθη μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου της Ταϊλάνδης σχετικά με την παραγωγή, την εμπορία και τις συναλλαγές μανιόκας(ΕΕ L 219, σ. 52).
Από τις διατάξεις της Συμφωνίας αυτής προκύπτει ότι η δυνατότητα εισαγωγής στην ΕΟΚ μανιόκας της διάκρισης 07.06 Α του κοινού δασμολογίου από την Ταϊλάνδη με καταβολή εισφοράς λόγω εισαγωγής με προτιμησιακό συντελεστή 6 o/ο κατ' αξία περιορίζεται, κατά την περίοδο ισχύος της Συμφωνίας αυτής (1982-1986), στις ποσοστώσεις που καθορίζονται με αυτή. Οι εν λόγω ποσοστώσεις καθορίστηκαν σε 5 εκατομμύρια τόνους κατ' έτος για την πρώτη φάση ( 1983-1984) και σε 4,5 εκατομμύρια τόνους κατ' έτος για τη δεύτερη φάση (1985-1986).
Δυνάμει των άρθρων 1 και 5 της Συμφωνίας, η Ταϊλάνδη ανέλαβε την υποχρέωση να διαχειρίζεται τις εξαγωγές μανιόκας με προορισμό την Κοινότητα, κατά τρόπο ώστε να μη γίνεται υπέρβαση των προβλεπομένων ποσοστώσεων. Η διαχείριση αυτή εξασφαλίζεται με την έκδοση από τις ταϊλανδικές αρχές πιστοποιητικών εξαγωγής προς την Κοινότητα, η δε ημερομηνία εκδόσεως τους προσδιορίζει το έτος στο οποίο καταλογίζονται οι αποστελλόμενες ποσότητες. Η Κοινότητα ανέλαβε από την πλευρά της την υποχρέωση να θεσπίσει όλες τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου τα κράτη μέλη να εκδίδουν τα αναγκαία πιστοποιητικά εισαγωγής, εφόσον προσκομίζονται τα αντίστοιχα πιστοποιητικά εξαγωγής.
Στις 22 Ιουλίου 1982 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 2029/82, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής που ισχύει για τα προϊόντα της διακρίσεως 07.06 Α του κοινού δασμολογίου που κατάγονται από την Ταϊλάνδη και έχουν εξαχθεί από τη χώρα αυτή το 1982 ( ΕΕ L 218, σ. 8 ).
Αφού περιγράφει τις προϋποθέσεις εκδόσεως των πιστοποιητικών εξαγωγής και εισαγωγής, ο κανονισμός 2029/82 ορίζει, στο άρθρο 7, τα εξής:
« 1.
Το πιστοποιητικό εισαγωγής εκδίδεται την πέμπτη εργάσιμη ημέρα από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως, εκτός εάν η Επιτροπή έχει πληροφορήσει, με τέλεξ, τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι που προβλέπει η Συμφωνία Συνεργασίας.
Στην περίπτωση που δεν τηρούνται οι όροι από τους οποίους εξαρτάται η έκδοση του πιστοποιητικού, η Επιτροπή μπορεί, αν υπάρξει ανάγκη, να λάβει τα κατάλληλα μέτρα αφού συμβουλευθεί τις αρχές τις Ταϊλάνδης.
2.
Εάν το ζητήσει ο ενδιαφερόμενος, και αφού ανακοινώσει με τέλεξ η Επιτροπή ότι συμφωνεί, το πιστοποιητικό εισαγωγής μπορεί να εκδοθεί σε μικρότερο χρονικό διάστημα. »
Στο πλαίσιο των μεταβατικών διατάξεων που προβλέπονται στον τίτλο III, το άρθρο 10 του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι οι διατάξεις του δεν εφαρμόζονται παρά μόνο στα πιστοποιητικά εξαγωγής που εκδίδονται από τις αρχές της Ταϊλάνδης από τις 28 Ιουλίου μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1982. Το άρθρο 11 ορίζει ότι ο
εισαγωγέας προϊόντων που εξήχθησαν από την Ταϊλάνδη πριν από τις 28 Ιουλίου 1982, εφόσον είναι κάτοχος πιστοποιητικού εισαγωγής το οποίο δεν περιέχει προκαθορισμό της εισφοράς, δεν δικαιούται να υπαχθεί στο συντελεστή εισφοράς του 6 ο/ο κατ' αξία, παρά μόνο αν τα προϊόντα τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός τριάντα ημερών από τις 28 Ιουλίου 1982 και αν αποδείξει ότι τα εν λόγω προϊόντα μεταφέρθηκαν στην Κοινότητα σύμφωνα με τις σχετικές ενδείξεις που περιέχονται στο πιστοποιητικό εξαγωγής.
Β — Γενεά?] και εξέΑφ] της οιαφοράς
Στις 16 Νοεμβρίου 1982, η Krohn, εταιρία εισαγωγών και χονδρικού εμπορίου σιτηρών και ζωοτροφών, ζήτησε από το Bundesanstalt für Landwirtschaftliche Marktordnung (Ομοσπονδιακό Ίδρυμα Οργανώσεως των Γεωργικών Αγορών) της Φραγκφούρτης επί του Μάιν ( στο εξής: BALM ) την έκδοση 5 πιστοποιητικών για την εισαγωγή συνολικά 54895472 κιλών ριζών ή κονδύλων μανιόκας, της διάκρισης 07.06 Α του κοινού δασμολογίου, προελεύσεως Ταϊλάνδης.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του προαναφερθέντος κανονισμού 2029/82, η εταιρία Krohn είχε επισυνάψει στην αίτηση της δύο πιστοποιητικά εξαγωγής, που έφεραν ημερομηνία 18 Αυγούστου και 7 Σεπτεμβρίου 1982.
Με τηλετυπήματα της 23ης Νοεμβρίου και της 7ης Δεκεμβρίου 1982, το BALM γνωστοποίησε στην εταιρία Krohn ότι, σύμφωνα με ανακοίνωση της Επιτροπής, τα αιτούμενα πιστοποιητικά εισαγωγής δεν μπορούσαν να εκδοθούν παρά μόνο αν δηλωνόταν το όνομα του πλοίου που είχε πραγματοποιήσει τη μεταφορά των επίδικων εμπορευμάτων και ο τόπος του εκτελωνισμού τους στην Κοινότητα.
Με επιστολή της 10ης Δεκεμβρίου 1982, η εταιρία Krohn δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει τα στοιχεία αυτά και ότι, εν πάση περιπτώσει, οι ισχύουσες διατάξεις δεν εξαρτούσαν την έκδοση των πιστοποιητικών εισαγωγής από την παροχή αυτών των στοιχείων.
Με απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 1982, το BALM γνωστοποίησε στην ενδιαφερόμενη την άρνηση του να της χορηγήσει τα πιστοποιητικά εισαγωγής, σύμφωνα με τις υποδείξεις που του είχε δώσει η Επιτροπή.
Με τηλετύπημα της 24ης Ιανουαρίου 1983, η εταιρία Krohn υπέβαλε ένσταση κατά της αποφάσεως του BALM, την οποία αιτιολόγησε με επιστολή της 7ης Μαρτίου 1983.
Στις 27 Απριλίου 1983, το BALM απέρριψε την ένσταση της εταιρίας Krohn δηλώνοντας ότι η επίμαχη απόφαση έπρεπε να καταλογιστεί στην Επιτροπήη τελευταία, εφόσον δεν έλαβε τις πληροφορίες που είχε ζητήσει, έκρινε ότι ήταν αβέβαιη η ύπαρξη των πιστοποιητικών εξαγωγής που είχε προσκομίσει η εταιρία Krohn ως δικαιολογητικά της αίτησης της να της χορηγηθούν πιστοποιητικά εισαγωγής και αντιτάχθηκε, κατά συνέπεια, στην έκδοση τους, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, εδάφιο 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 2029/82.
Στις 25 Μαΐου 1983 η εταιρία Krohn άσκησε στο Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν προσφυγή κατά της αρνήσεως του BALM να της χορηγήσει τα πιστοποιητικά εισαγωγής και κατά της απορρίψεως της ένστασης κατά της άρνησης αυτής. Με την προσφυγή αυτή ζητούσε να υποχρεωθεί το BALM να της χορηγήσει τα ζητούμενα πιστοποιητικά με το μειωμένο συντελεστή 6 o/ο κατ' αξία.
Με επιστολή, εξάλλου, της 6ης Ιουνίου 1983, η εταιρία Krohn ζήτησε αποζημίωση από την Επιτροπή, επικαλούμενη τον παράνομο χαρακτήρα της άρνησης της να εκδώσει τα πιστοποιητικά εισαγωγής, καθώς και την έκταση της ζημίας που της είχε προκαλέσει η άρνηση αυτή. Η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα αυτό στις 28 Ιουλίου 1983.
Στο υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε στις 17 Ιανουαρίου 1984 στο Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν, τοBALM παρέθεσε τη γνώμη της Επιτροπής, την οποία είχε ζητήσει μετά την άσκηση της προσφυγής της εταιρίας Krohn και είχε λάβει στις 10 Ιανουαρίου 1984. Στο τέλος του υπομνήματος του, το BALM ζήτησε να προσεπικληθεί η Επιτροπή στη δίκη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.
Η εταιρία Krohn άσκησε την υπό κρίση αγωγή, που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Ιουλίου 1984.
Η ενάγουσα δηλώνει κατ' αρχάς ότι υπέστη σοβαρή ζημία λόγω της μη εκδόσεως των πιστοποιητικών εισαγωγής. Εκθέτει σχετικώς ότι, βασιζόμενη στη χορήγηση των πιστοποιητικών εξαγωγής και στο δικαίωμα της να λάβει τα πιστοποιητικά εισαγωγής βάσει του κανονισμού 2029/82, είχε παραγγείλει ποσότητα 50000 τόνων μανιόκας στην Ταϊλάνδη και είχε προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για τη φόρτωση της. Ωστόσο, οι τάιλανδικές αρχές δεν εξέδωσαν πιστοποιητικά ποσοστώσεων έτσι, η ενάγουσα δεν μπόρεσε να επιτύχει την έκδοση των αντιστοίχων πιστοποιητικών εισαγωγής που θα της επέτρεπαν να τύχει του προ-τιμησιακού συντελεστή εισφοράς.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι, αν ληφθεί υπόψη η μέχρι τούδε εξέλιξη της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, το οποίο δεν υπέβαλε καν το ζήτημα στο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, η λήψη των αιτηθέντων πιστοποιητικών, τόσο χρόνο μετά την υπό κρίση περίοδο, παρίσταται αβέβαιη, όπως αβέβαιη παρίσταται άλλωστε και η έκβαση της δίκης ενώπιον του Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία για να αποφανθεί αυτεπαγγέλτως επί του παραδεκτού της αγωγής.
Η επ' ακροατηρίου συζήτηση διεξήχθη στις 24 Σεπτεμβρίου 1985' ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στις 19 Νοεμβρίου 1985.
Με απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, το Δικαστήριο δέχτηκε τύποις την υπό κρίση αγωγή και αποφάσισε να συνεχίσει τη δίκη προς έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε, προς διευκόλυνση της αποδεικτικής διαδικασίας, να θέσει ένα ερώτημα στην Επιτροπή.
Σύμφωνα με το άρθρο 54 του κανονισμού διαδικασίας, η ημερομηνία ενάρξεως της προφορικής διαδικασίας καθορίστηκε μετά τη λήξη της προθεσμίας απαντήσεως στο ερώτημα που είχε υποβάλει το Δικαστήριο.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η ενάγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να υποχρεώσει την εναγομένη, συμφώνως προς το άρθρο 215, παράγραφος 2, της Συνθήκης, να της καταβάλει ως αποζημίωση 3305000 γερμανικά μάρκα εντόκως προς 8 ο/ο από τις 10 Ιουνίου 1983,
2)
να καταδικάσει την εναγομένη στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να αποφανθεί αυτεπαγγέλτως επί του παραδεκτού της αγωγής,
2)
να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη,
3)
να καταδικάσει την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.
III — Σύνοψη των ισχυρισμών και επιχειρημάτων των διαδίκων επί του βασίμου της αγωγής
Προς στήριξη των αιτημάτων της, η εταιρία Krohn αφενός ισχυρίζεται ότι η ζημία που υπέστη ανάγεται σε πταίσμα της Επιτροπής και αφετέρου εκθέτει τα στοιχεία που δικαιολογούν, κατά την άποψη της, το ύψος της αιτούμενης αποζημίωσης.
Α — Ως προς τη ΟεμεΑίωοη νης ευθύνης της Επιτροπής
1. Παράβαοη των διατάξεων της Συμφωνίας ΕΟΚ/Ταϊλάνδης και του κανονισμού 2029/82
Η εταιρία Krohn ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η αίτηση παροχής συμπληρωματικών στοιχείων σχετικά με το όνομα του πλοίου που μετέφερε τα εμπορεύματα και τον τόπο του εκτελωνισμού τους δεν προβλεπόταν καθόλου από το άρθρο 1 του προαναφερθέντος κανονισμού 2029/82, ο οποίος ίσχυε κατά το Νοέμβριο 1982. Η Επιτροπή εξήρτησε ρητά την έκδοση των πιστοποιητικών εισαγωγής από την προσκόμιση των πιο πάνω στοιχείων για πρώτη φορά με τον κανονισμό 499/83, της 2ας Μαρτίου 1983, περί τροποποιήσεως των κανονισμών 2029/82 και 3383/82 περί των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής που ισχύει για τα προϊόντα της διακρίσεως 07.06 Α του Κοινού Δασμολογίου που κατάγονται από την Ταϊλάνδη και έχουν εξαχθεί από τη χώρα αυτή το 1982 και το 1983 ( ΕΕ L 56, σ. 12). Ο κανονισμός αυτός όμως, που εκδόθηκε ακριβώς με σκοπό την «ενίσχυση του καθεστώτος ελέγχου », ετέθη σε ισχύ μόλις στις 21 Μαρτίου 1983.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται, δεύτερον, ότι αντιθέτως προς ό, τι διαβεβαιώνει η εναγομένη, τα στοιχεία αυτά δεν είναι απαραίτητα προκειμένου για τη Συμφωνία ΕΟΚ/Ταϊλάνδης, η οποία αποσκοπεί στη « σταθεροποίηση των αγορών μανιόκας στην Ταϊλάνδη και στην Κοινότητα» (άρθρο 1, παράγραφος 2, της Συμφωνίας) και καθορίζει προς το σκοπό αυτό ποσοστώσεις εισαγωγής των εν λόγω προϊόντων στην Κοινότητα. Η δε τήρηση των ποσοστώσεων εξασφαλίζεται αποκλειστικά με τα στοιχεία τα σχετικά με τις ποσότητες εισαγομένων εμπορευμάτων που αναγράφονται στα πιστοποιητικά εξαγωγής.
Η άποψη αυτή επιρρωνύεται κατ' αρχάς από το άρθρο 5, εδάφιο 4, της Συμφωνίας ΕΟΚ/Ταϊλάνδης, κατά το οποίο οι αρμόδιες αρχές των δύο μερών ανταλλάσσουν κατά περιοδικά διαστήματα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εξακρίβωση των ποσοτήτων που πράγματι εξήχθησαν ή εισήχθησαν.
Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται δε στη συνέχεια από το άρθρο 4 του προαναφερθέντος κανονισμού 2019/82, το οποίο επιτρέπει τη μερική χρήση των πιστοποιητικών εξαγωγής. Επομένως, υπάρχει η δυνατότητα να εισάγεται με το πλοίο που αναγράφεται στο πιστοποιητικό εξαγωγής μόνο η ποσότητα εμπορευμάτων για την οποία ζητείται η έκδοση πιστοποιητικού εισαγωγής, ενώ οι ποσότητες που εισάγονται μεταγενεστέρως μεταφέρονται αναπόφευκτα με άλλο πλοίο. Η ενάγουσα προσκομίζει σχετικώς πίνακα των ποσοτήτων που έχουν εισαχθεί στην Κοινότητα με πλοία διαφορετικά από εκείνα που αναγράφονται στα πιστοποιητικά εξαγωγής (παράρτημα 13 της απάντησης).
Η ερμηνεία των διατάξεων την οποία προτείνει η ενάγουσα επιβεβαιώνεται, τέλος, από την πρακτική, από την οποία προκύπτει ότι τα εισαγόμενα εμπορεύματα και το πλοίο που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά τους προς την Κοινότητα δεν αντιστοιχούν πάντα προς τις σχετικές ενδείξεις που αναγράφονται στο πιστοποιητικό εξαγωγής. Έστω και αν η πρακτική αυτή δεν επηρεάζει, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, την ορθότητα των επιχειρημάτων της, η εταιρία Krohn υποστηρίζει ότι συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής και ότι η δική της ερμηνεία των διατάξεων είναι σύμφωνη τόσο προς τους σκοπούς της Συμφωνίας ΕΟΚ/Ταϊλάνδης όσο και προς τις εκτελεστικές της διατάξεις.
Σ' αυτή την αλληλουχία των σκέψεων, η ενάγουσα προσθέτει ότι, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται η εναγομένη, είναι επιβεβλημένη εν προκειμένω η γραμματική ερμηνεία των οικείων διατάξεων. Οι συναλλασσόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με πολυάριθμους αλλά και περίπλοκους κοινοτικούς κανονισμούς. Η δε ασφάλεια δικαίου και η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης επιβάλλουν να μπορούν οι συναλλασσόμενοι αυτοί να βασίζονται αποκλειστικά στο γράμμα των διατάξεων ο ισχυρισμός αυτός ευσταθεί κατά μείζονα λόγο στην προκειμένη περίπτωση, όπου οι εφαρμοστέες διατάξεις είναι σαφείς και ακριβείς και στις μικρότερες λεπτομέρειες και πρέπει συνεπώς να τεκμαίρεται ότι είναι πλήρεις.
Η εταιρία Krohn ισχυρίζεται, τρίτον, ότι οι λόγοι που προβάλλει η Επιτροπή με το από 10 Ιανουαρίου 1984 τηλετύπημα της δεν δικαιολογούν την άρνηση εκδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής, κατά το μέτρο που η άρνηση αυτή θίγει έννομες καταστάσεις που διαμορφώθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος της Συμφωνίας ΕΟΚ/Ταϊλάνδης.
Με το τηλετύπημα αυτό, η Επιτροπή δήλωνε ότι, σύμφωνα με πληροφορίες της, οι κοινοτικοί εισαγωγείς επιδίωκαν να εισαγάγουν μανιόκα στην ΕΟΚ με άδειες εισαγωγής που είχαν εκδοθεί με προκαθορισμό των εισφορών, πριν από την έναρξη της ισχύος της Συμφωνίας ΕΟΚ/Ταϊλάνδης, για άλλες παρτίδες του προϊόντος που μπορούσαν να εισαχθούν χωρίς την προσκόμιση πιστοποιητικών εξαγωγής.
Η εταιρία Krohn δηλώνει ότι, κατά τους πρώτους μήνες της ισχύος της Συμφωνίας ΕΟΚ/Ταϊλάνδης, έλαβε πράγματι πιστοποιητικά εξαγωγής, τα οποία δεν χρησιμοποίησε, εφόσον οι εισαγωγές μανιόκας μπορούσαν ακόμη να πραγματοποιηθούν βάσει των αδειών εισαγωγής που είχαν εκδοθεί πριν από την έναρξη της ισχύος της Συμφωνίας αυτής. Κατά την ενάγουσα, οι εισαγωγές αυτές πραγματοποιήθηκαν ωστόσο νομίμως, εφόσον υπέκειντο στο γενικό καθεστώς που είχε εισαχθεί με τον κανονισμό 3181/80 της Επιτροπής, της 3ης Δεκεμβρίου 1980, περί κοινών τρόπων εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/022, σ. 66).
Η ενάγουσα προσθέτει ότι, εφόσον το άρθρο 11 του προαναφερθέντος κανονισμού 2029/83 εξασφαλίζει επί 30ημέρες μετά την έναρξη της ισχύος του προτιμησιακή εισφορά 6 o/ο στους κατόχους των παλαιών αδειών εισαγωγής που δεν περιείχαν προκαθορισμό, κατά μείζονα λόγο η προστασία της έννομης κατάστασης των κατόχων παλαιών αδειών με προκαθορισμό της εισφοράς πρέπει να εξασφαλίζεται για όλη τη διάρκεια της ισχύος τους.
Κατά την Επιτροπή, η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει η ενάγουσα προδίδει βαθειά άγνοια της όλης οικονομίας της Συμφωνίας ΕΟΚ/Ταϊλάνδης και καταλήγει στο να θεωρεί την έκδοση πιστοποιητικών εξαγωγής ως περιττή διατύπωση.
Η Επιτροπή διευκρινίζει, πρώτον, ότι, ενόψει ακριβώς της υποχρέωσης που είχαν κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμφωνίας να μην εκδώσουν πιστοποιητικά εξαγωγής πέρα από τα όρια των ποσοστώσεων που καθορίζονταν για ολόκληρο το έτος 1982, οι τα'ιλανδικές αρχές εξέδιδαν, από την αρχή του έτους 1982, πιστοποιητικά εξαγωγής φέροντα αύξοντα αριθμό, στα οποία αναγράφονταν, σύμφωνα με το έντυπο υπόδειγμα που είναι συνημμένο στον προαναφερθέντα κανονισμό 2029/82, οι εξαγόμενες ποσότητες, το όνομα του εξαγωγέα από την Ταϊλάνδη, το όνομα του εισαγωγέα στην Ευρώπη, καθώς και το όνομα του πλοίου με το οποίο θα μεταφέρονταν οι εν λόγω ποσότητες εμπορευμάτων στην Ευρώπη.
Μολονότι τα επίμαχα στοιχεία, όπως ορθώς παρατηρεί η ενάγουσα, μπορούσαν νομοτύπως να ζητηθούν μόνο βάσει του προαναφερθέντος κανονισμού 499/83, η Επιτροπή εντούτοις υποστηρίζει ότι η μνεία του ονόματος του πλοίου στο πιστοποιητικό εξαγωγής είναι, παρά την αντίθετη άποψη της ενάγουσας, ουσιώδους σημασίας για την εκτέλεση της Συμφωνίας Συνεγασίας. Δεδομένου ότι, δυνάμει ιδίως του άρθρου 5 της Συμφωνίας ΕΟΚ/Ταϊλάνδης, η Κοινότητα ανέλαβε την υποχρέωση να μην εκδίδει πιστοποιητικά εισαγωγής αν δεν προσκομιστεί πιστοποιητικό εξαγωγής, η Επιτροπή φρονεί ότι είχε καθήκον να ελέγξει αν το σύνολο των στοιχείων της σκοπούμενης εισαγωγής αντιστοιχούσε πλήρως προς το περιεχόμενο του πιστοποιητικού εξαγωγής, διότι κάθε διάσταση μεταξύ των δύο υπήρχε κίνδυνος να προκαλέσει υπέρβαση των καθορισμένων ποσοστώσεων.
Έτσι, τα επιχειρήματα που αντλεί η ενάγουσα από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 1 του κανονισμού 2029/82 δεν μπορούν να γίνουν δεκτά, διότι οδηγούν σε στρέβλωση της οικονομίας του συστήματος, η εύρυθμη λειτουργία του οποίου στηρίζεται στην ύπαρξη των πιστοποιητικών εξαγωγής. Το ίδιο πρέπει να λεχθεί και για τα επιχειρήματα που επικαλείται η ενάγουσα βάσει του άρθρου 4 του κανονισμού 2029/82. Η δυνατότητα του εισαγωγέα να ζητήσει πιστοποιητικό εισαγωγής για μέρος της ποσότητας που εμφαίνεται στο πιστοποιητικό εξαγωγής έχει ως μοναδικό σκοπό να μην υποχρεώνεται να καταβάλει αμέσως την εγγύηση, η οποία συνιστάται, σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού αυτού, για ολόκληρη την ποσότητα που αναγράφεται στο πιστοποιητικό εξαγωγής.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται, δεύτερον, ότι οι αιτήσεις εκδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής που υπέβαλε η εταιρία Krohn συνιστούσαν αναμφίβολα απόπειρα καταστρατηγήσεως των διατάξεων της Συμφωνίας ΕΟΚ/Ταϊλάνδης, την οποία η Επιτροπή είχε υποχρέωση να εμποδίσει.
Η ύπαρξη του τεχνάσματος αυτού αποδεικνύεται από τα λεγόμενα της ενάγουσας, η οποία ομολογεί ότι επιχείρησε να λάβει το Νοέμβριο 1982, μετά δηλαδή τη σύναψη της Συμφωνίας και την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 2029/82, πιστοποιητικά _ εισαγωγής βάσει πιστοποιητικών εξαγωγής που είχαν εκδοθεί στις 18 Αυγούστου και στις 7 Σεπτεμβρίου 1982 για άλλη εισαγωγή, που άλλωστε είχε πραγματοποιηθεί προ καιρού. Η Επιτροπή δηλώνει ότι έλαβε υπόψη αφενός την περίσταση ότι από την έκδοση των εν λόγω πιστοποιητικών εξαγωγής μέχρι την αίτηση εκδόσεως πιστοποιητικού εισαγωγής είχαν μεσολαβήσει δυόμισι μήνες — ενώ για τη θαλάσσια μεταφορά απαιτούνται κατά κανόνα μόλις 4 έως 6 εβδομάδες — και αφετέρου το γεγονός ότι η ίδια η ενάγουσα αναγνώρισε, με την από 10 Δεκεμβρίου 1982 επιστολή της, ότι οι εισακτέες ποσότητες πιθανότατα δεν θα μεταφέρονταν με τα πλοία που αναγράφονταν στο πιστοποιητικό εξαγωγής.
Η Επιτροπή δηλώνει ότι αμφισβητεί την ακρίβεια όλων των στοιχείων που περιέχονται στα παραρτήματα 13 και 14 του υπομνήματος απαντήσεως, με τα οποία επιδιώκεται να αποδειχτεί ότι τα πιστοποιητικά εξαγωγής που προσκομίστηκαν εν προκειμένω δεν αφορούσαν τις ήδη πραγματοποιηθείσες εισαγωγές. Η Επιτροπή στηρίζει την αμφισβήτηση αυτή στην αδυναμία της να προβεί στους απαιτούμενους ελέγχους, εφόσον αφενός η ενάγουσα δεν παρέσχε τις απαραίτητες για τον έλεγχο διευκρινίσεις ( ιδίως τους αριθμούς των πιστοποιητικών εξαγωγής) και αφετέρου το BALM δεν της έχει ανακοινώσει το σύνολο των πράξεων στις οποίες αναφέρεται η ενάγουσα.
Η Επιτροπή φρονεί ότι, εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι ορισμένες εισαγωγές πραγματοποιήθηκαν χωρίς να αντιστοιχούν απόλυτα με τις ενδείξεις που αναγράφονταν στα πιστοποιητικά εξαγωγής δεν ανατρέπει καθόλου τον ισχυρισμό της. Το σύστημα που καθιερώθηκε με τον κανονισμό 2029/82 παρείχε τη δυνατότητα να εμποδίζεται κάθε εμφανής παράβαση του καθεστώτος εισαγωγής. Ο έλεγχος ενισχύθηκε βέβαια με τον προαναφερθέντα κανονισμό 499/83, πρέπει όμως να τονιστεί ότι σκοπός του τελευταίου είναι «η επανεφαρμογή συστήματος αυστηρού και συστηματικού ελέγχου », πράγμα που συνιστά επαρκή απόδειξη για το ότι τα βασικά κριτήρια, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση της Επιτροπής, προϋπήρχαν του τελευταίου αυτού κανονισμού.
2. Το πταίσμα της Επιτροπής
Κατά την άποψη της ενάγουσας, η ύπαρξη ευθύνης λόγω πταίσματος στοιχειοθετείται από το γεγονός ότι η Επιτροπή εξήρτησε την έκδοση των πιστοποιητικών εισαγωγής από προϋποθέσεις που δεν προβλέπονταν από τις ισχύουσες διατάξεις.
Όπως αναγνωρίζει η ίδια η Επιτροπή, οι ταϊ-λανδικές αρχές εξέδιδαν αριθμημένα πιστοποιητικά εξαγωγής από την αρχή του έτους 1982. Κατά την ενάγουσα, η Επιτροπή είχε συνεπώς την ευχέρεια να ελέγξει, χάρη στην ανταλλαγή πληροφοριών που προβλέπεται από το άρθρο 5, εδάφιο 4, της Συμφωνίας ΕΟΚ/Ταϊλάνδης, τις ποσότητες που πράγματι εξήχθησαν από την Ταϊλάνδη και εισήχθησαν στην Κοινότητα πριν ή μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 2029/82. Αν η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία μέτρα προς το σκοπό αυτό, δεν μπορεί να επανορθώσει την παράλειψη της εκ των υστέρων αρνούμενη να αναγνωρίσει τα πιστοποιητικά εξαγωγής που είχαν εκδοθεί πριν από την έναρξη της ισχύος της Συμφωνίας.
Η Επιτροπή δηλώνει ότι η τροποποίηση την οποία επέφερε με τον κανονισμό 499/83 προκύπτει απλώς από την εμπειρία που είχε αποκτήσει κατά την εφαρμογή του κανονισμού 2029/82. Αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται η ενάγουσα, δεν μπορεί επομένως να γίνει δεκτό ότι τα στοιχεία που ζήτησε πριν εκδοθεί ο κανονισμός αυτός ήταν περιττά. Μια τόσο στενά γραμματική ερμηνεία των διατάξεων θα αντέβαινε προς την οικονομία τους, προς το σκοπό τους και προς την εξουσία ελέγχου και παρεμβάσεως που διαθέτει η Επιτροπή δυνάμει των άρθρων 7 και 9 του κανονισμού 2029/82.
Η Επιτροπή φρονεί ότι, υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν έχει υποπέσει σε κανένα πταίσμα που να στοιχειοθετεί ευθύνη της Κοινότητας.
Β — Ως προς το ύφος της ζημίας
Κατά την εταιρία Krohn, το ποσό των 3305000 γερμανικών μάρκων ( DM ), το οποίο αξιώνει ως αποζημίωση, αναλύεται ως εξής.
ι) ζημία λόγω της μη εκοόσεως των πιστοποιητικών εισαγωγής
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, για να μειώσει τη ζημία που υπέστη λόγω της μη εκδόσεως των αιτηθέντων πιστοποιητικών, αγόρασε πιστοποιητικά εισαγωγής για 33000 τόνους εμπορευμάτων από τον οίκο Peter Cremer Betrachtungskontor προς 85 DM/τόνο, ήτοι κατέβαλε 2805000 DM (η ενάγουσα υποβάλλει αντίγραφο της συμφωνίας που συνήψε με την εταιρία αυτή ως παράρτημα 10 της αγωγής και αντίγραφο της βεβαίωσης της ίδιας εταιρίας για την καταβολή που πραγματοποιήθηκε σε δύο δόσεις, στις 22 Μαρτίου και στις 15 Απριλίου 1983, ως παράρτημα 15 της απάντησης).
Η ενάγουσα αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής της ότι για τους υπολειπόμενους 21895 τόνους υποχρεώθηκε να καταβάλει τον πλήρη συντελεστή εισφοράς, ήτοι 294,25 DM/τόνο για την ταπιόκα σε φέτες (4400 τόνοι) και 302,03 DM/τόνο για την ταπιόκα σε συσσωματώματα (17495 τόνοι), δηλαδή ότι υπέστη συνολική ζημία 6578714 DM, στη συνέχεια όμως δηλώνει ότι έκανε λάθος. 'Οπως προκύπτει από το υπόμνημα απαντήσεως, η ενάγουσα, εφόσον διατηρούσε τη δυνατότητα να εισαγάγει ορισμένη ποσότητα μανιόκας βάσει των πιστοποιητικών εισαγωγής που είχε στην κατοχή της, κατέβαλε στην πραγματικότητα εισφορά με τον αυξημένο συντελεστή μόνο για 2642,402 τόνους εμπορεύματος, πράγμα που ισοδυναμεί με ζημία 319795,01 DM, σύμφωνα με τον υπολογισμό που παραθέτει στο παράρτημα 16 του ίδου υπομνήματος.
ιι) ζημία λόγω ανεπαρκούς φορνώσεως και διαφυγής εμπορικού κέρδους
Η ενάγουσα επικαλείται τη ζημία αυτή στο υπόμνημα απαντήσεως. Διευκρινίζει σχετικώς ότι, επειδή δεν έλαβε τα αιτηθέντα πιστοποιητικά εισαγωγής βάσει των πιστοποιητικών εξαγωγής που διέθετε, δεν μπόρεσε να εισαγάγει τους υπολειπόμενους 19253,07 τόνους με τον προτιμησιακό συντελεστή παρά μόνο μετά την έκδοση νέων πιστοποιητικών εξαγωγής. Έτσι, τα πλοία που είχαν ναυλωθεί προηγουμένως αναχώρησαν από την Ταϊλάνδη φορτωμένα ελλιπώς. Η ενάγουσα αξιώνει αποζημίωση 80294,99 DM αφενός λόγω απώλειας ναύλου και 100000 DM αφετέρου λόγω διαφυγόντος εμπορικού κέρδους.
Η ενάγουσα φρονεί ότι, σε περίπτωση που το Δικαστήριο ζητήσει από τους διαδίκους να συμφωνήσουν επί του ύψους της ζημίας, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η ζημία την οποία δεν είχε ακόμη επικαλεστεί με το δικόγραφο της αγωγής της.
Η ενάγουσα διευκρινίζει ότι απαιτεί την καταβολή τόκων υπερημερίας προς 8% από τις 10 Ιουνίου 1983, χρόνο παραλαβής εκ μέρους της εναγομένης της από 6 Ιουνίου επιστολής της εταιρίας Krohn σχετικά με τη ζημία που υπέστη. Το επιτόκιο 8 o/ο δικαιολογείται από το γεγονός ότι από την ίδια ημερομηνία η ενάγουσα υποχρεώθηκε να προσφύγει σε δανεισμό ποσών τουλάχιστον ίσων προς το απαιτούμενο ποσό, για τα οποία βαρύνεται με διάφορα επιτόκια, των οποίων ο μέσος όρος είναι 8 “/ο. Αν το Δικαστήριο το επιθυμεί, η ενάγουσα διατίθεται να προσκομίσει τραπεζικά δικαιολογητικά.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, είναι μεν πιθανό η ενάγουσα να κατέβαλε το αναφερόμενο ποσό στην εταιρία Cremer, αυτός όμως ο ισχυρισμός πρέπει να αμφισβητηθεί εφόσον δεν έχει προσκομιστεί η απόδειξη για το ότι πράγματι καταβλήθηκε.
Αφού τονίζει ότι « το λάθος » το οποίο έκανε στο δικόγραφο της αγωγής της και το οποίο επισήμανε η ίδια η ενάγουσα με την απάντηση της ήταν της τάξεως των 9,4 εκατομμυρίων DM, η Επιτροπή αμφισβητεί το ότι η ενάγουσα κατέβαλε τον πλήρη συντελεστή της εισφοράς, έστω και για τους 2642 τόνους. Όπως προκύπτει από το τηλετύπημα που απεστάλη στην εναγομένη στις 16 Ιουνίου 1983 (παράρτημα 1 του υπομνήματος αντικρούσεως), η συνολική ποσότητα των εμπορευμάτων που εκφορτώθηκαν από το πλοίο Equinox τον Απρίλιο 1983 στο Ρότερνταμ υπήχθη στον προτιμησιακό συντελεστή του 6%, κατόπιν προσκομίσεως πιστοποιητικών εισαγωγής που είχαν εκδοθεί στις 20 και στις 21 Μαρτίου 1983 από τις ολλανδικές και τις γερμανικές αρχές.
Είναι μεν αληθές ότι τα έγγραφα που έχουν υποβληθεί ως παράρτημα 16 της απάντησης περιέχουν μνεία της εισαγωγής που πραγματοποιήθηκε με το πλοίο Equinox, η εισαγωγή όμως αυτή είναι προφανές, κατά την εναγομένη, ότι πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο από τα τέλη Σεπτεμβρίου μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου 1983 και δεν έχει επομένως καμία σχέση με την επίδικη εισαγωγή της 15ης Απριλίου 1983.
Η Επιτροπή δηλώνει ότι, εν πάση περιπτώσει, η προβαλλόμενη ζημία λόγω ανεπαρκούς φορτώσεως και διαφυγής εμπορικού κέρδους, καθώς και οι εξηγήσεις που δόθηκαν με το υπόμνημα απαντήσεως προς επανόρθωση των σφαλμάτων που περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, κατά το μέτρο που, όντας πραγματικά περιστατικά ή έγγραφα των οποίων η ενάγουσα τελούσε εν γνώσει πριν από την άσκηση της αγωγής και τα οποία προέβαλε για πρώτη φορά με την απάντηση, αποτελούν νέους ισχυρισμούς κατά την έννοια του άρθρου 42 του κανονισμού διαδικασίας.
ΙV - Απάντηση της Επιτροπής στο ερώτημα του Δικαστηρίου
Ερώτημα
Η Επιτροπή φοβόταν, όπως φαίνεται, ότι θα υπάρξει υπέρβαση της ποσόστωσης των 5000000 τόνων, που είχε καθοριστεί για το 1982 με τη Συμφωνία Συνεργασίας με την Ταϊλάνδη, λόγω του ότι κατά το 1982 δεχόταν τόσο τις εισαγωγές που πραγματοποιούνταν βάσει παλαιών πιστοποιητικών εισαγωγής με προκαθορισμό, τα οποία είχαν εκδοθεί πριν από τη σύναψη της Συμφωνίας ΕΟΚ-Ταϊλάνδης και την έκδοση του κανονισμού 2029/82, όσο και τις εισαγωγές που πραγματοποιούνταν σύμφωνα με τις νέες διατάξεις της Συμφωνίας βάσει των πιστοποιητικών εξαγωγής που εκδίδονταν από τις ταϊλανδικές αρχές και ανέγραφαν όλες τις ποσότητες που πράγματι εξάγονταν.
Όπως όμως εκθέτει η Επιτροπή στη σελίδα 13 του υπομνήματος αντικρούσεως, από τις αρχές του 1982, πριν δηλαδή ακόμα αρχίσει να ισχύει η Συμφωνία, οι ταϊλανδικές αρχές εξέδιδαν, για όλες τις εξαγωγές ταπιόκας προς την ΕΟΚ, αριθμημένα πιστοποιητικά εξαγωγής που ανέγραφαν τις πράγματι εξαγόμενες ποσότητες.
Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα γιατί η Επιτροπή, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος υπερβάσεως τον οποίο επικαλείται, δεν ζήτησε από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να απαιτούν, για όλες τις εισαγωγές ταπιόκας Ταϊλάνδης που πραγματοποιήθηκαν το 1982, περιλαμβανομένων και εκείνων που πραγματοποιήθηκαν βάσει των παλαιών πιστοποιητικών εισαγωγής με προκαθορισμό, την προσκόμιση των πιστοποιητικών εξαγωγής που είχαν εκδοθεί από τις ταϊλανδικές αρχές;
Απάντηση
Η Επιτροπή δηλώνει ότι το σύστημα που περιγράφει το Δικαστήριο, όσο αποτελεσματικό και αν φαίνεται θεωρητικά, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί, για λόγους τόσο πρακτικούς όσο και νομικούς.
Από πρακτική άποψη, η Επιτροπή τονίζει ότι το σύστημα που έχει κατά νου το Δικαστήριο δεν θα παρείχε τα εχέγγυα της απόλυτης ασφάλειας, δεδομένου ότι, ελλείψει κεντρικού
πρόσθετου ελέγχου, δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί η περίπτωση πλαστογραφήσεως των πιστοποιητικών που εκδίδονταν από τις ταϊ-λανδικές αρχές. Το σύστημα αυτό θα συνεπαγόταν άλλωστε δυσχέρειες τελωνειακού ελέγχου σε περίπτωση εισαγωγής της ποσότητας των εμπορευμάτων που αναγραφόταν στο πιστοποιητικό εξαγωγής από διάφορους λιμένες της Κοινότητας ή σε περίπτωση εισαγωγής της τμηματικά και σε διαφορετικές ημερομηνίες.
Από νομική άποψη, η Επιτροπή τονίζει ότι τα αριθμημένα πιστοποιητικά που εξέδιδαν οι ταϊλανδικές αρχές από τον Ιανουάριο 1982 δεν μπορούσαν, παρά ταύτα, να απαιτούνται παρά μόνο αφότου υπογράφηκε η Συμφωνία ΕΟΚ-Ταϊλάνδης. Κατά τους πρώτους μήνες του 1982η διάσταση απόψεων μεταξύ των κρατών μελών δεν επέτρεπε να προβλεφθεί με βεβαιότητα ότι η Συμφωνία αυτή τελικά θα συναπτόταν.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι τα πιστοποιητικά εισαγωγής που εκδίδονταν, πριν από την έναρξη της ισχύος της Συμφωνίας αυτής, δυνάμει των κανονισμών 2727/75 ή 2042/75 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158 και σ. 84 ), ίσχυαν για διάστημα πέντε μηνών και παρείχαν απόλυτο δικαίωμα προς εισαγωγή” έπρεπε, συνεπώς, να γίνονται δεκτά χωρίς την επιβολή πρόσθετων προϋποθέσεων.
Η Επιτροπή φρονεί ότι, προκειμένου να θέσει σε εφαρμογή το σύστημα που συνιστά το Δικαστήριο, θα έπρεπε να είχε εκδώσει σχετικές κανονιστικές διατάξεις απο τον Ιούνιο 1981. Τότε όμως η σύναψη συμφωνίας αυτοπεριορισμού με την Ταϊλάνδη ήταν ακόμη πιο αβέβαιη από ό,τι ήταν κατά το τέλος 1981/αρχές 1982.
Υ. Galmot εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 15ης Ιανουαρίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 175/84,
Krohn & Co. Import-Export ( GmbH & Co KG ), Αμβούργο, εκπροσωπούμενη από τους Modest, Guendisch και Landry, δικηγόρους Αμβούργου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ernest Arendt, 34 Β, rue Philippe-Il,
ενάγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Peter Karpenstein, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Manfred Beschel, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet,
εναγομένης,
που έχει ως αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως βάσει των άρθρων 178 και 215, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, λόγω της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα κατόπιν της αρνήσεως του Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung (Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Οργανώσεως των Γεωργικών Αγορών ) της Φραγκφούρτης επί του Μάιν, βάσει σχετικών οδηγιών της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, να χορηγήσει τα πιστοποιητικά εισαγωγής που είχε ζητήσει η ενάγουσα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Υ. Galmot, Κ. Κακούρη, T. F. Ο' Higgins και F. Schockweiler, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Τ. Koopmans, Ο. Due, U. Everling, Κ. Bahlmann και J. C. Moitinho de Almeida, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Ρ. Heim
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 9ης Ιουλίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Νοεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Ιουλίου 1984, η εταιρία Krohn ( στο εξής: η Krohn) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 215, παράγραφος 2, της Συνθήκης, αγωγή, με την οποία ζητεί να υποχρεωθεί η Επιτροπή να της αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη λόγω της αρνήσεως του Bundesanstalt für Landwirtschaftliche Marktordnung — Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Οργανώσεως των Γεωργικών Αγορών — ( στο εξής: BALM ), βάσει σχετικών οδηγιών της Επιτροπής, να της χορηγήσει πιστοποιητικά εισαγωγής προϊόντων της διάκρισης 07.06 Α του κοινού δασμολογίου ( μανιόκα-ταπιόκα ) προελεύσεως Ταϊλάνδης.
2
Πρέπει να σημειωθεί ότι, με απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, το Δικαστήριο, αποφαινόμενο αυτεπαγγέλτως βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η άρνηση εκδόσεως των αιτηθέντων πιστοποιητικών εισαγωγής δεν έπρεπε εν προκειμένω να καταλογιστεί στο BALM αλλά στην Επιτροπή. Δέχτηκε τύποις την υπό κρίση αγωγή και αποφάσισε να συνεχίσει τη δίκη προς έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας.
3
Ως προς το κανονιστικό πλαίσιο και τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, καθώς και τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα των διαδίκων, γίνεται παραπομπή στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας εκτίθενται κατωτέρω μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
4
Η απόφαση περί μη εκδόσεως των αιτηθέντων πιστοποιητικών εκδόθηκε το Δεκέμβριο 1982, στο πλαίσιο των διατάξεων της Συμφωνίας Συνεργασίας που συνήφθη μεταξύ της ΕΟΚ και του Βασιλείου της Ταϊλάνδης σχετικά με την παραγωγή, την εμπορία και τις συναλλαγές μανιόκας (στο εξής: Συμφωνία ΕΟΚ-Ταϊλάνδης), η οποία εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας από το Συμβούλιο με την απόφαση 82/495, της 19ης Ιουλίου 1982 ( ΕΕ L 219, σ. 52 ), και των εκτελεστικών διατάξεων της εν λόγω Συμφωνίας, τις οποίες θέσπισε η Επιτροπή με τον κανονισμό 2029/82, της 22ας Ιουλίου 1982 ( ΕΕ L 218, σ. 8).
5
Δυνάμει του άρθρου 1 της Συμφωνίας ΕΟΚ-Ταϊλάνδης, η δυνατότητα εισαγωγής στην ΕΟΚ μανιόκας με τον προτιμησιακό συντελεστή 6 ο/ο κατ' αξία περιορίζεται, για την περίοδο ισχύος αυτής της Συμφωνίας ( Ιανουάριος 1982-Δεκέμβριος 1986 ), στις ποσοστώσεις που καθορίζονται με αυτή. Η τήρηση αυτών των ποσοτώσεων εξασφαλίζεται με ένα σύστημα διπλού ελέγχου, το οποίο, κατά το άρθρο 5 της Συμφωνίας, επιβάλλει στις μεν ταϊλανδικές αρχές να μην εκδίδουν πιστοποιητικά εξαγωγής πέρα από τα όρια των καθοριζόμενων ποσοστώσεων, στις δε κοινοτικές αρχές να μην εκδίδουν κανένα πιστοποιητικό εισαγωγής που να παρέχει δικαίωμα υπαγωγής στον προτιμη-σιακό δασμό χωρίς την προσκόμιση πιστοποιητικού εξαγωγής.
6
Ωστόσο, πριν αρχίσουν να ισχύουν, τον Ιούλιο του 1982, η Συμφωνία ΕΟΚ-Ταϊλάνδης και ο προαναφερθείς κανονισμός 2029/82, οι εισαγωγές μανιόκας προελεύσεως Ταϊλάνδης πραγματοποιούνταν χωρίς πιστοποιητικά εξαγωγής, βάσει και μόνο των αδειών εισαγωγής που εξέδιδαν οι αρχές των κρατών μελών σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 3183/80 της Επιτροπής, της 3ης Δεκεμβρίου 1980, περί κοινών τρόπων εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϊόντα ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/022, σ. 66 ).
7
Μολονότι καμιά κοινοτική υπηρεσία δεν είχε συγκεντρώσει στοιχεία για τις άδειες εισαγωγής που είχαν εκδοθεί κατά τους πρώτους μήνες του έτους 1982, πριν από τη σύναψη της Συμφωνίας ΕΟΚ-Ταϊλάνδης, οι ταϊλανδικές αρχές ανέλαβαν ωστόσο να εξασφαλίσουν την τήρηση της ποσόστωσης που καθοριζόταν με τη Συμφωνία ΕΟΚ-Ταϊλάνδης για ολόκληρο το έτος 1982. Πράγματι, οι αρχές αυτές εξέδιδαν ήδη από την 1η Ιανουαρίου 1982 κατά σύστημα πιστοποιητικά εξαγωγής για κάθε ποσότητα μανιόκας που εγκατέλειπε τους λιμένες της Ταϊλάνδης με κατεύθυνση την Κοινότητα, καταγράφοντας και τις αντίστοιχες ποσότητες. Θα έπαυαν να εκδίδουν τέτοια πιστοποιητικά όταν θα συμπληρωνόταν η ποσόστωση που είχε καθοριστεί για το 1982.
8
Υπ' αυτές τις περιστάσεις η Krohn προσκόμισε στο BALM στις 16 Νοεμβρίου 1982, ως δικαιολογητικά της αίτησης της για την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής, τα πιστοποιητικά εξαγωγής που της είχαν χορηγήσει οι ταϊλανδικές αρχές στις 18 Αυγούστου και στις 7 Σεπτεμβρίου 1982.
9
Ενόψει του χρονικού διαστήματος που είχε μεσολαβήσει από την έκδοση των τα'ιλαν-δικών πιστοποιητικών εξαγωγής μέχρι την κατάθεση της αίτησης εκδόσεως πιστοποιητικών εισαγωγής, η Επιτροπή έκρινε αναγκαίο να ελέγξει αν η μανιόκα για την οποία ζητούνταν τα πιστοποιητικά εισαγωγής ήταν όντως η ίδια με εκείνη για την οποία είχαν χορηγηθεί τα πιστοποιητικά εξαγωγής. Προς τούτο, απαίτησε να δηλώσει η Krohn την ημερομηνία φορτώσεως της μανιόκας στην Ταϊλάνδη, το όνομα του πλοίου με το οποίο πραγματοποιήθηκε η μεταφορά, τον πιθανό τόπο και χρόνο διεκπεραιώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων. Δεδομένου δε ότι η Krohn αρνήθηκε να παράσχει τα στοιχεία αυτά, η Επιτροπή δήλωσε στο BALM ότι τα αιτούμενα πιστοποιητικά εισαγωγής δεν μπορούσαν να χορηγηθούν.
10
Η Krohn υποστηρίζει ότι η απόφαση της Επιτροπής είναι παράνομη και ότι συνιστά, ως εκ τούτου, πταίσμα ικανό να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας έναντι αυτής.
11
Σχετικώς η Krohn υποστηρίζει, πρώτον, ότι οι αξιώσεις της Επιτροπής δεν βρίσκουν έρεισμα στον προαναφερθέντα κανονισμό 2029/82, αλλά επιβλήθηκαν για πρώτη φορά με τον κανονισμό 499/83, της 2ας Μαρτίου 1983, που εκδόθηκε μετά την επίμαχη απόφαση. Άλλωστε ούτε απαραίτητες είναι οι αξιώσεις αυτές για την τήρηση της Συμφωνίας ΕΟΚ-Ταϊλάνδης, για την εξασφάλιση της οποίας απλώς πρέπει να ελέγχονται οι εισαγόμενες ποσότητες, ενώ δεν είναι αναγκαίο το εμπόρευμα στο οποίο αναφέρεται το πιστοποιητικό εξαγωγής να είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο για το οποίο ζητείται το πιστοποιητικό εισαγωγής.
12
Προκειμένου να κριθεί το σύννομο ή μη των αξιώσεων που διατυπώνει η Επιτροπή έναντι της Krohn, πρέπει να εξεταστεί αν οι αξιώσεις αυτές είναι ή όχι σύμφωνες προς τις διατάξεις του προαναφερθέντος κανονισμού 2029/82, ο οποίος πάλι πρέπει να ερμηνευτεί με γνώμονα τους σκοπούς της Συμφωνίας ΕΟΚ-Τάιλάνδης, την τήρηση των οποίων έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει.
13
Είναι ακριβές ότι, όπως παρατηρεί η Krohn, το άρθρο 6 του προαναφερθέντος κανονισμού 2029/82, που ορίζει τα στοιχεία που πρέπει υποχρεωτικά να περιλαμβάνονται στην αίτηση εκδόσεως πιστοποιητικού εισαγωγής και στο ίδιο το πιστοποιητικό εισαγωγής, δεν αναφέρει τα επίμαχα στοιχεία. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτό ότι τα στοιχεία αυτά δεν ζητούνταν συστηματικά, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, από τους αιτούντες πιστοποιητικά εισαγωγής. Κατέστησαν υποχρεωτικά από την έκδοση του προαναφερθέντος κανονισμού 499/83 της Επιτροπής, της 2ας Μαρτίου 1983, με τον οποίο επιδιώχτηκε έτσι η ενίσχυση του υφισταμένου συστήματος ελέγχου.
14
Η διαπίστωση αυτή δεν επιλύει ωστόσο το ζήτημα αν, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση σαν την υπό κρίση και βάσει και των λοιπών διατάξεων του προαναφερθέντος κανονισμού 2029/82, η Επιτροπή είχε ή όχι την εξουσία να απαιτήσει από τον ενδιαφερόμενο επιχειρηματία πρόσθετα στοιχεία που δεν ζητούνταν συστηματικά βάσει της ισχύουσας κανονιστικής ρύθμισης.
15
Πρέπει να παρατηρηθεί ως προς το ζήτημα αυτό ότι το άρθρο 7 του προαναφερθέντος κανονισμού 2029/82 παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να εμποδίζει την εκ μέρους των εθνικών αρχών έκδοση των αιτουμένων πιστοποιητικών εισαγωγής σε περίπτωση που « δεν τηρήθηκαν οι όροι που προβλέπει η Συμφωνία Συνεργασίας ». Μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών συγκαταλέγεται και ο κανόνας που τίθεται από τα άρθρα 1 και 5 της Συμφωνίας Συνεργασίας, κατά τον οποίο οι εξαγωγές μανιόκας από την Ταϊλάνδη προς την ΕΟΚ δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις συμφωνηθείσες ποσότητες, ήτοι 5 εκατομμύρια τόνους για το 1982. Η Επιτροπή είχε συνεπώς το καθήκον, για να εξασφαλίσει την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, να βεβαιωθεί ότι τα πιστοποιητικά εισαγωγής που ζητούσε η Krohn δεν δημιουργούσαν κίνδυνο υπερβάσεως της ποσόστωσης αυτής.
16
Πρέπει σχετικώς να υπομνηστεί ότι, κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος της Συμφωνίας ΕΟΚ-Ταϊλάνδης, εξακολουθούσε να ισχύει ένας αριθμός αδειών εισαγωγής που είχαν εκδοθεί προηγουμένως, οι οποίες έδιναν έτσι στους κατόχους τους εισαγωγείς το δικαίωμα να πραγματοποιήσουν τις αντίστοιχες εισαγωγές μετά τη σύναψη της Συμφωνίας χωρίς να υποχρεούνται να προσκομίσουν τα πιστοποιητικά εξαγωγής των ταϊλανδικών αρχών. Ενδέχεται, λοιπόν, ορισμένοι επιχειρηματίες να σκέφτηκαν να κρατήσουν αυτά τα πιστοποιητικά εξαγωγής και να ξαναχρησιμοποιήσουν όσα απ' αυτά δεν είχε λήξει η ισχύς τους για να ζητήσουν νέα πιστοποιητικά εισαγωγής υπό το καθεστώς του κανονισμού 2029/82. Υπήρχε επομένως ο κίνδυνος να χρησιμοποιηθεί ένα και το αυτό πιστοποιητικό εξαγωγής για να εισαχθεί στην ΕΟΚ διπλάσια ποσότητα μανιόκας από αυτή που αναγραφόταν στο έγγραφο αυτό.
17
Για να μην υπάρξει δυνατότητα τέτοιων τεχνασμάτων, που θα υπονόμευαν την τήρηση των ποσοστώσεων που καθορίστηκαν με τη Συμφωνία Συνεργασίας ΕΟΚ — Ταϊλάνδης, η Επιτροπή είχε όντως την υποχρέωση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 του προαναφερθέντος κανονισμού 2029/82, να ελέγξει, σε περίπτωση αμφιβολίας, αν η ποσότητα μανιόκας για την οποία ζητούνταν πιστοποιητικό εισαγωγής ήταν η ίδια με αυτή για την οποία είχε εκδοθεί τοπροσκομισθέν πιστοποιητικό εξαγωγής. Πρέπει σχετικώς να σημειωθεί ότι το έντυπο υπόδειγμα πιστοποιητικού εξαγωγής που επισυνάπτεται ως παράρτημα στον κανονισμό προβλέπει την αναγραφή του ονόματος του πλοίου με το οποίο μεταφέρεται η μανιόκα στην οποία αναφέρεται το πιστοποιητικό και ότι το στοιχείο αυτό δίνει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να προβεί σ' αυτό τον έλεγχο.
18
Αυτός είναι ακριβώς ο σκοπός τον οποίο επιδίωκε εν προκειμένω η Επιτροπή ζητώντας συμπληρωματικά στοιχεία από την Krohn. Η ενάγουσα εταιρία αναγνώρισε, κατά τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι τα πιστοποιητικά εξαγωγής της 18ης Αυγούστου και της 7ης Σεπτεμβρίου 1982, τα οποία προσκόμισε ως δικαιολογητικά της από 16 Νοεμβρίου 1982 αιτήσεως της για την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής, είχαν εκδοθεί για εισαγωγή που είχε ήδη πραγματοποιηθεί βάσει άδειας εισαγωγής που είχε εκδοθεί πριν αρχίσει να ισχύει η Συμφωνία Συνεργασίας.
19
Απαιτώντας, επομένως, από την Krohn συμπληρωματικά στοιχεία και αρνούμενη να επιτρέψει την έκδοση των αιτηθέντων πιστοποιητικών εισαγωγής, η Επιτροπή εφάρμοσε ορθά το άρθρο ,7 του κανονισμού 2029/82. Ο πρώτος ισχυρισμός πρέπει επομένως να απορριφθεί.
20
Η ενάγουσα ισχυρίζεται, δεύτερον, ότι η άρνηση εκδόσεως των πιστοποιητικών εισαγωγής συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων που απέκτησε νομίμως πριν και μετά τη σύναψη της Συμφωνίας ΕΟΚ-Ταϊλάνδης, με την έκδοση αδειών εισαγωγής και πιστοποιητικών εξαγωγής αντιστοίχως.
21
Ούτε αυτός ο ισχυρισμός μπορεί να γίνει δεκτός.
22
Όσον αφορά, πρώτον, τα δικαιώματα που αντλούσε η Krohn απ' τις άδειες εισαγωγής που εκδόθηκαν πριν από τη σύναψη της Συμφωνίας ΕΟΚ-Ταϊλάνδης, δεν αμφισβητείται ότι έγιναν απολύτως σεβαστά, εφόσον οι αντίστοιχες εισαγωγές πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
23
Όσον αφορά, δεύτερον, τα δικαιώματα που αντλούσε η Krohn από τα πιστοποιητικά εξαγωγής της 18ης Αυγούστου και της 7ης Σεπτεμβρίου 1982, και αυτά έγιναν σεβαστά, εφόσον οι ποσότητες μανιόκας τις οποίες αφορούσαν εισήχθησαν βάσει των αδειών εισαγωγής που αναφέρονται πιο πάνω. Για τους ήδη προεκτεθέντες λόγους όμως, αυτά τα πιστοποιητικά εξαγωγής δεν παρείχαν επ' ουδενί λόγω στην Krohn, αντίθετα από ό, τι υποστηρίζει η ίδια, το δικαίωμα να εισαγάγει για δεύτερη φορά τις ανάλογες ποσότητες μανιόκας βάσει των νέων πιστοποιητικών εισαγωγής που προβλέπει ο κανονισμός 2029/82.
24
Από το σύνολο των σκέψεων που εκτέθηκαν πιο πάνω προκύπτει ότι η απόφαση της Επιτροπής στην οποία κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας οφείλεται η ζημία δεν είναι παράνομη.
25
Υπ' αυτές τις συνθήκες και χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν συντρέχουν ή όχι οι λοιπές προϋποθέσεις που απαιτούνται για να στοιχειοθετείται ευθύνη της Κοινότητας, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή αποζημιώσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
26
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η ενάγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αγωγή.
2)
Καταδικάζει την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Mackenzie Stuart
Galmot
Κακούρης
O'Higgins
Schockweiler
Bosco
Koopmans
Due
Everling
Bahlmann
Moitinho de Almeida
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Ιανουαρίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy