ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΟ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 176/84 ( *1 )
Περιεχόμενα
1 — Έκθεση των πραγματικών περιστατικών και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
Α — Το επίμαχο προϊόν
Β — Το νομοθετικό πλαίσιο
1. Η ελληνική νομοθεσία περί ζύθου
2. Ελληνικές φορολογικές διατάξεις
3. Η ελληνική νομοθεσία περί πρόσθετων ουσιών
4. Οι οδηγίες εναρμονίσεως
Γ — Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
Π — Αιτήματα των διαδίκων
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Ως προς το ακριβές περιεχόμενο της ελληνικής νομοθεσίας
Β — Ως προς την εκτίμηση της ελληνικής νομοθεσίας περί ζύθου από πλευράς κοινοτικού δικαίου
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
2. Ως προς το επιχείρημα της προστασίας της δημόσιας υγείας
α) Ως προς τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία που προκύπτουν από τη χρησιμοποίηση ενζύμων στο ζύθο
β) Ως προς τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία που προκύπτουν από τη χρησιμοποίηση στο ζύθο πρόσθετων ουσιών εκτός των ενζύμων
Ι) Ως προς τους κινδύνους που προκύπτουν από τη χρησιμοποίηση πρόσθετων ουσιών εκτός των ενζύμων
2) Ως προς την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στην εθνική νομοθεσία περί πρόσθετων ουσιών
3. Ως προς το επιχείρημα της προστασίας των καταναλωτών από εξαπατήσεις
4. Ως προς το επιχείρημα που αφορά την αποτελεσματικότητα του φορολογικού ελέγχου
Ι — Έκθεση των πραγματικών περιστατικών και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
Α — Το επίμαχο προϊόν
Ο ζύθος είναι ποτό παρασκευαζόμενο από βύνη κριθής, λυκίσκο, μαγιά και νερό. Η παρασκευή του γίνεται σε διάφορα στάδια. Το πρώτο στάδιο είναι η μετατροπή της κριθής σε βύνη, που αποτελεί διαδικασία κατά την οποία χρησιμοποιούνται οι πρώτες φάσεις της φυσικής βλάστησης της κριθής. Κατόπιν τα διαλυτά συστατικά στοιχεία της βύνης εξάγονται με τη βοήθεια νερού, το δε εκχύλισμα μπορεί να αρωματιστεί διά βρασμού με λυκίσκο. Από το βρασμό αυτό προκύπτει ένα « γλεύκος » το οποίο υφίσταται ζύμωση με μαγιά. Τέλος, το γλεύκος που υπέστη την κατ' αυτό τον τρόπο ζύμωση καθαρίζεται, ωριμάζει και στραγγίζεται.
Εντούτοις, είναι δυνατή η μερική υποκατάσταση της βύνης κριθής από άωρους σπόρους, όπως είναι το ρύζι, ο αραβόσιτος ή ο κέγχρος. Η χρήση των άωρων αυτών σπόρων για την παρασκευή του ζύθου επιτρέπεται σε όλα τα κράτη μέλη, εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας. Εξάλλου, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε η Επιτροπή, όλα τα κράτη μέλη, εκτός επίσης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας, επιτρέπουν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας παρασκευής του ζύθου τη χρήση ορισμένων πρόσθετων ουσιών.
Β — Το νομοθετικό πλαίσιο
1. Η ελληνική νομοθεσία περί ζύθον
Η Ελλάδα έχει θεσπίσει έναν Κώδικα Τροφίμων και Ποτών, η τελευταία τροποποίηση του οποίου χρονολογείται από το 1971 (ΦΕΚ 677/1971, τεύχος B').
Σύμφωνα με το άρθρο 144, παράγραφος 4, του κώδικα αυτού, « διά την παρασκευήν και διά-θεσιν του ζύθου δέον να εφαρμόζονται οι διατάξεις και οι όροι οι προβλεπόμενοι υπό της ειδικής διά τον ζύθον νομοθεσίας ».
Η ειδική αυτή νομοθεσία είναι ο νόμος 2963/1922 (ΦΕΚ 134/1922, τεύχος A'). Το άρθρο 3 του νόμου αυτού ορίζει:
« 2)
Ο εντός του κράτους παραγόμενος ζύθος δέον να παρασκευάζεται αποκλειστικώς διά της χρήσεως βύνης ( malt ) και λυκίσκου, να πληροί δε τους κατωτέρω οριζόμενους όρους.
3)
Ο υπό των ζυθοποιών προς εσωτερικήν κατανάλωσιν ή προς εξαγωγήν εις την αλλοδαπήν διατιθέμενος ζύθος δέον, κατά την διά χημικής αναλύσεως εξέτασιν αυτού, να δεικνύη αρχικήν πυκνότητα ζυθογλεύκους προ της ζυμώσεως τουλάχιστον 11,5 και βαθμόν ζυμώσεως ουχί κατώτερον του αριθμού 45.
4)
Απαγορεύεται η εν τω κράτει κατασκευή ζύθου μη πληρούντος τους όρους των προηγουμένων παραγράφων 2 και 3 του άρθρου τούτου, ως και η εν τω ζύθω ή κατά την κατασκευήν αυτού προσθήκη εκχυλίσματος βύνης, γλυκερίνης, γλυκυρ-ρίζης, αμυλοσακχάρου ή σακχάρου, δεξ-τρίνης και λοιπών αμυλωδών ή άλλων ουσιών εις αναπλήρωσιν της εκ κριθής βύνης, ως και η προσθήκη οινοπνεύματος. »
Ποινικές διατάξεις έχουν προβλεφθεί με το άρθρο 8 του νομοθετικού διατάγματος της 29ης Δεκεμβρίου 1923 (περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί φορολογίας ζύθου νόμων ), κατά το οποίο :
« τιμωρούνται διά φυλακίσεως ενός μηνός μέχρι δύο ετών και διά προστίμου δραχμών... οι κατασκευάζοντες εντός του κράτους ζύθον ή βύνην άνευ νομίμου αδείας, ως και οι κατασκευάζοντες ζύθον ουχί αποκλειστικώς εκ βύνης και λυκίσκου, έτι δε οι χρησιμοποιούντες κατά την κατασκευήν αυτού ουσίας εκ των υπό του νόμου απαγορευμένων. »
Με αναγκαστικό νόμο του 1945 ( ΑΝ 205/1945) προστέθηκαν, ιδίως, δύο παράγραφοι στο κείμενο του άρθρου 3 του νόμου 2963/1922. Οι παράγραφοι αυτές έχουν ως εξής:
« Δι' αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, δύναται εις εξαιρετικός περιπτώσεις να επιτρέπηται η παράγωγη ζύθου διά κατεργασίας πλην βύνης και άλλων αμυλωδών ουσιών ή εκχυλίσματος των ουσιών τούτων, ως και εκχυλίσματος βύνης.
Εν ταις αποφάσεσι ταύταις θα αναγράφωνται αι εκτάκτως επιτρεπόμενοι εκάστοτε ανωτέρω πρώται ύλαι, το χρονικόν διάστημα, καθ' ó αύται δέον να κατεργασθώσιν, ο καταβλητέος κατά χιλ/μον αυτών φόρος καταναλώσεως ως και παν έτερον σχετικόν στοιχείον και λεπτομέρεια. »
Ο αναγκαστικός αυτός νόμος καταργήθηκε, αναδρομικά, από 1ης Ιανουαρίου 1981, με το άρθρο 101 του νόμου 1402/1983 περί προσαρμογής της τελωνειακής και δασμολογικής νομοθεσίας στο δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΦΕΚ 167/1983, τεύχος A').
Εξάλλου, το άρθρο 7, παράγραφος 1, του Κώδικα Τροφίμων και Ποτών ορίζει ότι τα εισαγόμενα τρόφιμα πρέπει να πληρούν τους όρους της ελληνικής νομοθεσίας. Στην περίπτωση του ζύθου, αυτό συνεπάγεται ότι ο ζύθος μπορεί να εισαχθεί μόνον αν έχει παρασκευαστεί από βύνη κριθής και λυκίσκο.
2. Ελληνικές φορολογικές διατάξεις
Το άρθρο 2 του προαναφερθέντος νομοθετικού διατάγματος της 29ης Δεκεμβρίου 1923 ορίζει ότι ο επιβαλλόμενος επί του ζύθου ειδικός φόρος καταναλώσεως δεν πλήττει το τελικό προϊόν, αλλά τη χρησιμοποιηθείσα πρώτη ύλη. Το ύψος του ειδικού φόρου καταναλώσεως καθορίζεται ανά χιλιόγραμμο χρησιμοποιηθείσας βύνης κριθής.
3. Η ελληνική νομοθεσία περί πρόσθετων ουσιών
Ο Κώδικας Τροφίμων και Ποτών περιλαμβάνει αρκετές διατάξεις με τις οποίες ρυθμίζεται η χρήση των πρόσθετων ουσιών.
Πρόκειται, καταρχάς, για το άρθρο 29, παράγραφος 4, το οποίο ορίζει:
« Η προσθήκη διαλαμβανομένης εν τω παρόντι κεφαλαίω προσθέτου ύλης εις τρόφιμον, άνευ ρητής προς τούτο μνείας εις τα περί του τροφίμου τούτου οικεία άρθρα του παρόντος Κωδικός, είναι δυνατόν να επιτραπή αποκλειστικώς και μόνον κατόπιν εγκρίσεως υπό του Α. Χ. Σ., άλλως θεωρείται ως πράξις επικίνδυνος διά την δημοσίαν υγείαν και διώκεται ως τοιαύτη. »
Πρόκειται, επίσης, για το άρθρο 3, παράγραφος 8, το οποίο απαγορεύει τη διάθεση στο εμπόριο τροφίμων τα οποία περιέχουν:
« ανόργανους ή οργανικός χημικάς ουσίας, ξένας προς την φύσιν του τροφίμου, μη δυναμένας να δικαιολογηθώσιν εκ της φύσεως και συστάσεως αυτού ή υπολείμματα των ως άνω ουσιών από επιτρεπομένας κατεργασίας εις ποσοστά μη δικαιολογούμενα εκ της κανονικής εφαρμογής των κατεργασιών αυτών ως και φυσικήν τινά ιδιότητα δυναμένη να προ-καλέση δυσμενείς επιπτώσεις επί της δημοσίας υγείας ».
Ο ορισμός αυτός περιλαμβάνει τα ένζυμα.
4. Οι οδηγίες εναρμονίσεως
Για την επίτευξη κάποιας εναρμόνισης των εθνικών νομοθεσιών περί προσθέτων ουσιών εκδόθηκαν τέσσερις οδηγίες του Συμβουλίου. Πρόκειται για την οδηγία του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 1962, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τις χρωστικές ύλες που επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 71 ), την οδηγία του Συμβουλίου της 5ης Νοεμβρίου 1963, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα συντηρητικά που επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 89), την οδηγία του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 1970, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τις ουσίες που έχουν αντιοξειδωτικά αποτελέσματα και επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 130), και την οδηγία του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 1974, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τους γαλακτοποιητές, σταθεροποιητές, τα πυκνωτικά και πηκτικά μέσα που επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν στα τρόφιμα ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/011, σ. 10).
Η χρησιμοποιούμενη κατά τα κείμενα αυτά μέθοδος είναι η ίδια. Στις εν λόγω οδηγίες έχει επισυναφθεί πίνακας πρόσθετων ουσιών, τα δε κράτη μέλη υποχρεούνται να απαγορεύουν τη χρήση των μη καταχωρισμένων στους πίνακες αυτούς χρωστικών ουσιών. Εξάλλου, οι καταχωρισμένες στους πίνακες αυτούς χρωστικές ουσίες δεν μπορούν πλέον να αποτελέσουν αντικείμενο γενικής απαγορεύσεως. Εντούτοις, τα κράτη μέλη δεν είναι υποχρεωμένα να επιτρέπουν τη χρησιμοποίηση των περιλαμβανόμενων στους συνημμένους πίνακες ουσιών για όλα τα τρόφιμα.
Δεν υφίσταται κανένα κείμενο με το οποίο να επιδιώκεται η επίτευξη εναρμονίσεως όσον αφορά τα συστατικά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην παρασκευή ζύθου.
Γ — Η προ της ασκήσεως της προσφυγής όια-όικασία
Η υπό κρίση προσφυγή οφείλεται σε καταγγελία που υπέβαλε το 1981 στην Επιτροπή η « Association italienne de la bière et du malt ». Κατά τη γνώμη του οργανισμού αυτού, η ελληνική νομοθεσία είχε ως αποτέλεσμα να αποκλείονται από την ελληνική αγορά οι ζύθοι που είχαν παρασκευαστεί διά χρησιμοποιήσεως άωρων σπόρων, παράγονταν παραδο-σιακώς στο σύνολο σχεδόν των κρατών μελών της Κοινότητας και εξάγονταν στην Ελλάδα μέχρι την ημερομηνία εντάξεως της.
Η Επιτροπή, παρά τις εξηγήσεις της ελληνικής κυβέρνησης, αποφάσισε να κινήσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία, αποστέλλοντας στις 11 Φεβρουαρίου 1982 έγγραφη όχληση. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η ελληνική νομοθεσία περί ζύθου είναι αντίθετη προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά το μέτρο που απαγορεύει την εισαγωγή και τη διάθεση στο εμπόριο ζύθου που έχει νόμιμα παραχθεί και διατεθεί σε άλλα κράτη μέλη, αλλά παρασκευάζεται από πρώτες ύλες εκτός της βύνης κριθής ή δεν είναι σύμφωνος προς ορισμένα κριτήρια παρασκευής.
Η Επιτροπή υποστήριξε την άποψη αυτή με αιτιολογημένη γνώμη της 1ης Αυγούστου 1983, η οποία συμπληρώθηκε από αιτιολογημένη γνώμη της 3ης Απριλίου 1984.
Επειδή η Ελληνική Δημοκρατία δεν έθεσε τέρμα στη φερόμενη παράβαση εντός της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την τελευταία αυτή γνώμη, η Επιτροπή άσκησε, με δικόγραφο της 16ης Απριλίου 1984, το οποίο πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Ιουλίου 1984, την υπό κρίση προσφυγή.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, απαγορεύοντας την εισαγωγή ζύθου, που έχει νομίμως παρασκευαστεί και διατεθεί στο εμπόριο σε άλλα κράτη μέλη, αλλά δεν είναι σύμφωνος με τις προδιαγραφές της εθνικής νομοθεσίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ'
2)
να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Η καθής ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής
2)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Ως προς το ακριβές περιεχόμενο της ελληνικής νομοθεσίας
Κατά την Επιτροπή, μολονότι ο εισαγόμενος από άλλα κράτη μέλη ζύθος που δεν παρασκευάζεται σύμφωνα με τις προδιαγραφές του νόμου 2963/1922 μπορεί να εισάγεται στην Ελλάδα, αλλά δεν μπορεί να διατίθεται στο εμπόριο με την ονομασία « ζύθος », είτε στα ελληνικά είτε σε άλλη γλώσσα. Σχετικά, η Επιτροπή στηρίζεται σε εγκύκλιο της 6ης Δεκεμβρίου 1980, που εκδόθηκε από το Γενικό Χημείο του κράτους και διανεμήθηκε σε όλες τις χημικές υπηρεσίες και τα τελωνεία της χώρας μερικές μέρες πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης Προσχωρήσεως. Σύμφωνα με την εγκύκλιο αυτή, ο εισαγόμενος από τα λοιπά κράτη μέλη ζύθος πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου 2963/1922. Στην περίπτωση που δεν συμβαίνει αυτό, το προϊόν δεν θα διατίθεται στην εσωτερική κατανάλωση με την ονομασία ζύθος, ούτε θα αναγράφεται στη συσκευασία η λέξη « ζύθος » ελληνικά ή ξενόγλωσσα.
Εξάλλου, η Επιτροπή φρονεί ότι ο Κώδικας Τροφίμων δεν απαγορεύει γενικά τη χρησιμοποίηση πρόσθετων ουσιών. Πράγματι, το άρθρο 29, παράγραφος 4, του κώδικα αυτού προβλέπει τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως ορισμένων πρόσθετων ουσιών στις προβλεπόμενες περιπτώσεις, καθώς και τη χρησιμοποίηση πρόσθετων ουσιών, κατόπιν εγκρίσεως του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου.
Τέλος, η Επιτροπή εκφράζει την έκπληξη της διότι ο νόμος 1402/1983 κατάργησε, αναδρομικά από 1ης Ιανουαρίου 1981, ημερομηνία προσχωρήσεως της Ελλάδας, το άρθρο 1 του ΑΝ 205/1945, το οποίο προέβλεπε την υπό ορισμένες προϋποθέσεις δυνατότητα παραγωγής και διαθέσεως ζύθου παρασκευασμένου από πρώτες ύλες εκτός της βύνης κριθής.
Η ελληνική κυβέρνηση φρονεί ότι ο συνδυασμός του άρθρου 3, παράγραφος 2, του νόμου 2963/1922 με την παράγραφο 1 του άρθρου 7 του Κώδικα Τροφίμων και Ποτών καταδεικνύει ότι θα ήταν λίαν δυσχερής η εισαγωγή στην Ελλάδα ζύθου παρασκευαζόμενου από πρώτες ύλες εκτός της βύνης κριθής. Επομένως, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι ένας τέτοιος ζύθος μπορούσε να διατίθεται στο εμπόριο με άλλη ονομασία. Επομένως, η παρεμπόδιση της εισαγωγής ζύθων από άλλα κράτη μέλη προκύπτει όχι από απαγόρευση ονομασίας, αλλά, αντίθετα, από την απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο, η οποία αφορά ζύθους που περιέχουν πρόσθετες ουσίες και μπορούν, λόγω του γεγονότος αυτού, να είναι επικίνδυνες για την υγεία. Από το άρθρο 144, παράγραφος 4, του Κώδικα Τροφίμων και από το νόμο 2963/1922 προκύπτει ότι κανένα ένζυμο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην παρασκευή ζύθου.
Εξάλλου, η ελληνική κυβέρνηση φρονεί ότι το άρθρο 29, παράγραφος 4, του Κώδικα Τροφίμων υιοθετεί σαφώς την αρχή της απαγορεύσεως των πρόσθετων ουσιών. Η γενική αυτή αρχή αποτελεί τον κανόνα από τον οποίο εξαιρέσεις καθίστανται εφικτές σε αυστηρά περιορισμένη κλίμακα. Εξάλλου, η διαδικασία της κατ' εξαίρεση εγκρίσεως ορισμένων πρόσθετων ουσιών έχει χρησιμοποιηθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και πάντοτε σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις του Κώδικα Τροφίμων.
Τέλος, η ελληνική κυβέρνηση αναφέρει ότι είχε ενημερώσει τους εκπροσώπους της Επιτροπής για την πρόθεση της να καταργήσει τον ΑΝ 205/1945 πλέον του ενός χρόνου προ της διατυπώσεως της αιτιολογημένης γνώμης στην υπό κρίση υπόθεση. Η ελληνική κυβέρνηση υπογραμμίζει επίσης ότι η κατάργηση αυτή αφορούσε την εξαίρεση από το γενικό σύστημα, δηλαδή τη δυνατότητα παρασκευής ζύθου από πρώτες ύλες εκτός της βύνης κριθής. Η εξαίρεση αυτή οφειλόταν στην ιδιαίτερη κατάσταση που απορρέει σε εποχή του πολέμου και, εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε είχε εφαρμοστεί στην πράξη.
Β — Ως προς την εκτίμηση της ελληνικής νομοθεσίας περί ζνθον από πλενράς κοινοτικού όικαίον
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
Η Επιτροπή δέχεται ότι τα κράτη μέλη, ελλείψει κοινών ή εναρμονισμένων κανόνων, διατήρησαν το δικαίωμα να θεσπίζουν κανονιστικές ρυθμίσεις σχετικά με την παραγωγή και τη διάθεση στο εμπόριο των προϊόντων. Εντούτοις, επί τέτοιων ρυθμίσεων ισχύει η απαγόρευση λήψεως μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς που θεσπίζει το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, χωρίς να μπορεί ένα κράτος μέλος να επικαλεστεί την έλλειψη εναρμονίσεως.
Ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου, κάθε προϊόν που έχει νόμιμα κατασκευαστεί και κυκλοφορήσει σε ένα κράτος μέλος πρέπει, καταρχήν, να μπορεί να διατίθεται στην αγορά κάθε άλλου κράτους μέλους. Στην προκειμένη περίπτωση, η ελληνική νομοθεσία απαγορεύει να διατίθενται στην Ελλάδα ζύθοι που έχουν νομίμως παραχθεί και κυκλοφορήσει σε άλλα κράτη μέλη. Είναι αληθές ότι η νομοθεσία αυτή εφαρμόζεται αδιακρίτως επί εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων. Εντούτοις, δεδομένου ότι η νομοθεσία αυτή δεν δικαιολογείται από επιτακτικές ανάγκες ούτε από έναν από τους αναφερόμενους στο άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ λόγους, πρέπει να χαρακτηριστεί ως μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Η ελληνική κυβέρνηση φρονεί ότι δεν ευσταθεί ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να λαμβάνουν νομοθετικά μέτρα επί εθνικού επιπέδου παρά σε εξαιρετικά περιορισμένη έκταση, σε περίπτωση που δεν υφίσταται καμιά εναρμόνιση επί κοινοτικού επιπέδου. Πράγματι, εφόσον δεν υφίσταται καμιά κοινοτική ρύθμιση, τίποτα δεν εμποδίζει, καταρχήν, τα κράτη μέλη να θεσπίζουν μέτρα σχετικά με τη σύνθεση, παραγωγή και διάθεση των προϊόντων τους στην εθνική τους αγορά. Τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία που προκύπτουν από τις διαφορές των εθνικών ρυθμίσεων πρέπει να γίνονται αποδεκτά εφόσον η εθνική ρύθμιση, εφαρμοζόμενη αδιακρίτως σε εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα, μπορεί να δικαιολογείται από την ανάγκη ικανοποιήσεως επιτακτικών απαιτήσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, η ελληνική κυβέρνηση, για να δικαιολογήσει τις ρυθμίσεις της, προβάλλει τρία επιχειρήματα: ένα επιχείρημα σχετικά με την προστασία της δημόσιας υγείας, ένα σχετικά με την προστασία των καταναλωτών από τις εξαπατήσεις και ένα όσον αφορά την αποτελεσματικότητα του φορολογικού ελέγχου.
2. Ως προς το επιχείρημα της προστασίας της όημόσιας υγείας
Καταρχάς, η Επιτροπή τονίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν παρέχει κανένα στοιχείο από το οποίο μπορεί να αποδειχτεί ότι ο ζύθος που παράγεται από πρώτες ύλες εκτός της βύνης κριθής μπορεί να βλάψει τη δημόσια υγεία. Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι το κράτος που επικαλείται την ύπαρξη επιτακτικής ανάγκης ή μια από τις παρεκκλίσεις του άρθρου 36 οφείλει και να αποδεικνύει τον ισχυρισμό του.
Κατά την Επιτροπή, είναι βέβαιο ότι ο ζύθος που παρασκευάζεται από πρώτες ύλες εκτός της βύνης κριθής είναι ακίνδυνος για την υγεία. Η άποψη αυτή βρίσκει καταρχάς έρεισμα στο γεγονός ότι σ' ολόκληρο τον κόσμο χρησιμοποιούνται για την παρασκευή ζύθου υλικά εκτός της κριθής. Επίσης, η Επιτροπή αντλεί επιχειρήματα από το γεγονός ότι, σύμφωνα με τον ΑΝ 205/1945, ήταν δυνατή για ορισμένα χρόνια η χρησιμοποίηση στην Ελλάδα άωρων σπόρων. Μολονότι η εξαίρεση αυτή ουδέποτε εφαρμόστηκε στην πράξη, αποτελεί έμμεση αναγνώριση, από την ελληνική κυβέρνηση, της μη βλαπτικότητας του ζύθου που παρασκευάζεται από πρώτες ύλες εκτός της βύνης κριθής.
Επί του τελευταίου αυτού σημείου, η ελληνική κυβέρνηση επισημαίνει ότι είναι υπερβολικός ο ισχυρισμός ότι η ύπαρξη ενός αναγκαστικού νόμου, που επιβλήθηκε από τις περιστάσεις, μπορεί να χρησιμεύσει για να αποδειχτεί ότι η ελληνική κυβέρνηση δέχεται ότι η παραγωγή και η διανομή ζύθου που έχει παρασκευαστεί από πρώτες ύλες εκτός της βύνης κριθής δεν παρουσιάζει κινδύνους.
Εξάλλου, η ελληνική κυβέρνηση, προκειμένου να υπογραμμίσει ότι η χρησιμοποίηση στο ζύθο πρόσθετων ουσιών μπορεί να είναι επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία, επισημαίνει ότι η χρησιμοποίηση στο παρελθόν σταθεροποιητών αφρού προκάλεσε θανάτους σε αρκετές χώρες.
α) Ως προς τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία που προκύπτουν από τη χρησιμοποίηση ενζύμων στο ζύθο
Η Επιτροπή δέχεται ότι τα αμυλολυτικά ένζυμα πρέπει να χρησιμοποιούνται για την παρασκευή του γλεύκους όταν ο ζύθος παρασκευάζεται από άωρους σπόρους και όχι από βύνη κριθής. Εντούτοις, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, η προσφυγή σε τέτοια ένζυμα δεν συνιστά κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, διότι η χρησιμοποίηση τους είναι ήδη ευρέως διαδεδομένη στα τρόφιμα.
Υφίσταται προφανής συναίνεση να χρησιμοποιούνται ελεύθερα, ιδίως στους χυμούς φρούτων. Έτσι, δύο κοινοτικές οδηγίες (η οδηγία 75/726 του Συμβουλίου της 17ης Νοεμβρίου 1975, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/014, σ. 116, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 79/168 του Συμβουλίου της 13ης Φεβρουαρίου 1979, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 54) επιτρέπουν τα ένζυμα αυτά με την επιφύλαξη, όμως, ότι τα βασικά υλικά υφίστανται σωστή επεξεργασία ώστε να αποφεύγεται κάθε κίνδυνος. Η σωστή αυτή επεξεργασία των βασικών υλικών αποτελεί ήδη τον κανόνα σ' ολόκληρη την Κοινότητα.
Η ελληνική κυβέρνηση έχει τη γνώμη ότι από τα ίδια τα κείμενα των δύο οδηγιών καταφαίνεται ότι η χρησιμοποίηση αμυλολυτικών ενζύμων δεν είναι απαλλαγμένη κινδύνων. Πράγματι, η χρησιμοποίηση των ενζύμων πρέπει να γίνεται εντός ορισμένων ορίων και προϋποθέτει τη χρησιμοποίηση υγιεινών πρώτων υλών που έχουν παρασκευαστεί σύμφωνα με τους κανόνες της ορθής βιομηχανικής πρακτικής.
Εντούτοις, στην περίπτωση του ζύθου, είναι αδύνατο να ελεγχθεί αν οι συνθήκες παρασκευής είναι τέτοιες ώστε κατά τη χρησιμοποίηση των ενζύμων να εξαφανίζεται κάθε κίνδυνος. Κατά συνέπεια, για να αποφεύγεται κάθε κίνδυνος προσβολής της δημόσιας υγείας, είναι ευκολότερο να απαγορεύεται πλήρως η παραγωγή ζύθου για την παρασκευή του οποίου χρειάστηκε να χρησιμοποιηθούν ένζυμα.
Η ελληνική κυβέρνηση τονίζει ότι η χρήση τέτοιων ενζύμων σε χυμούς φρούτων, πράγμα που επιτρέπεται στην Ελλάδα, δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως επιχείρημα εναντίον της νομοθεσίας περί ζύθου. Πράγματι, το Δικαστήριο με την απόφαση του της 19ης Σεπτεμβρίου 1984 ( υπόθεση Heijn, 94/83, Συλλογή σ. 3263 ) δέχτηκε ότι είναι δυνατό οι ισχύουσες επί ορισμένης ουσίας ρυθμίσεις να διαφέρουν από το ένα είδος διατροφής στο άλλο στο ίδιο κράτος, βάσει της ίδιας εθνικής νομοθεσίας.
β) Ως προς τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία που προκύπτουν από τη χρησιμοποίηση στο ζύθο πρόσθετων ουσιών εκτός των ενζύμων
1) Ως προς τους κινδύνους που προκύπτουν από τη χρησιμοποίηση πρόσθετων ουσιών εκτός των ενζύμων
Κατά την Επιτροπή, είναι χρήσιμο να διευκρινιστεί, καταρχάς, το καθεστώς των ενζύμων εντός της Κοινότητας. Η βασική αρχή είναι ότι μια πρόσθετη ουσία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται σ' ένα είδος διατροφής αν δεν αποδεικνύεται ότι είναι αβλαβής. Συνήθως, αυτή η εξέταση περί του αβλαβούς καταλήγει στον καθορισμό ενός μεγέθους ΗΕΔ [ημερήσια επιτρεπόμενη δόση — αγγλιστί ADI ( Acceptable Daily Intake)]. Ως ΗΕΔ νοείται «η μέση ποσότητα μιας ουσίας εκφραζόμενη σε χιλιοστά του γραμμαρίου ανά χιλιόγραμμο βάρους του σώματος, η οποία μπορεί να απορροφάται καθημερινά από τον ανθρώπινο οργανισμό με την κατανάλωση τροφίμων και καθόλη τη διάρκεια της ζωής, χωρίς να προκαλούνται εμφανείς διαταραχές της υγείας, λαμβανομένων υπόψη όλων των γνωστών παραγόντων κατά τη στιγμή του υπολογισμού ». Το εν λόγω μέγεθος αντιπροσωπεύει συνήθως το 1 ο/ο της δόσης που δεν επηρεάζει τα πειραματόζωα. Για ορισμένες ομάδες πρόσθετων ουσιών δεν χρειάζεται καν να καθοριστεί ένα τέτοιο μέγεθος ΗΕΔ, διότι οι ποσότητες που μπορούν να απορροφηθούν είναι, εν πάση περιπτώσει, πολύ μικρές.
Εξάλλου, η Επιτροπή τονίζει ότι οι πρόσθετες ουσίες είναι τα ασφαλέστερα συνθετικά της συνήθους διατροφής. Πράγματι, πρώτον, ο καθορισμός του μεγέθους ΗΕΔ ενέχει μεγάλα περιθώρια ασφαλείας, ώστε να αποκλείεται κάθε κίνδυνος. Δεύτερον, άλλες πολύ σοβαρότερες αιτίες μπορούν να προξενήσουν βλάβη στη δημόσια υγεία ( κυκλοφοριακό, ατμοσφαιρική μόλυνση κλπ. ). Τρίτον, οι πρόσθετες ουσίες υπόκεινται σε αυστηρό έλεγχο, πράγμα που δεν συμβαίνει για άλλα επικίνδυνα φυσικά προϊόντα, όπως ο καπνός και τα οινοπνευματώδη ποτά. Τέλος, κατά κοινή σχεδόν διαπίστωση, οι κίνδυνοι που συνεπάγεται η χρησιμοποίηση των πρόσθετων ουσιών καταλαμβάνουν την τελευταία θέση στους κινδύνους που σχετίζονται με τη διατροφή ανθρώπων, π. χ. από την κακή διατροφή ή την ύπαρξη μικροβίων.
Κατά την ελληνική κυβέρνηση, το βασικό κριτήριο για την εκτίμηση του προβλήματος είναι ο κίνδυνος που οφείλεται στην αβεβαιότητα ως προς τα βλαπτικά αποτελέσματα των πρόσθετων ουσιών στον ανθρώπινο οργανισμό.
Κατά τη γνώμη της κυβερνήσεως αυτής, η παρασκευή ζύθου με πρόσθετες ουσίες συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση περισσότερων από πενήντα ουσιών και από δέκα κατηγοριών ουσιών, το αβλαβές των οποίων δεν έχει ακόμα πλήρως εξακριβωθεί. Όμως, πολλοί χημικοί συνδυασμοί που χρησιμοποιήθηκαν στα προηγούμενα χρόνια βρέθηκαν καρκινογόνοι και φυσικά απαγορεύτηκαν.
Κατά την ελληνική κυβέρνηση, από τη χρησιμοποίηση των πρόσθετων ουσιών προέρχονται πολλοί κίνδυνοι. Οι κίνδυνοι αυτοί οφείλονται, ιδίως, στην ανεπάρκεια των επιστημονικών δεδομένων, στην αδυναμία συνυπολογισμού μακροπρόθεσμων επιπτώσεων από τη συνεχή λήψη πρόσθετων ουσιών, στις ελλιπείς εκτιμήσεις για τους κινδύνους ορισμένων ευαίσθητων στη μόλυνση ομάδων του πληθυσμού κλπ. Εξάλλου, τα αποτελέσματα των πειραμάτων που έχουν γίνει σε ζώα δεν μπορούν να μεταφερθούν ασφαλώς στην περίπτωση των ανθρώπων. Δεν πρέπει επίσης να λησμονούνται οι κίνδυνοι αλληλεπιδράσεως με άλλες ουσίες.
Όσον αφορά, ειδικότερα, το πρόβλημα του μεγέθους ΗΕΔ, η ελληνική κυβέρνηση τονίζει ότι, ύστερα από επιστημονικές έρευνες της κοινής επιτροπής εμπειρογνωμόνων των FAO/WHO, η ημερήσια επιτρεπτή δόση δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα κατ' εκτίμηση κριτήριο και εξαρτάται από πολλούς συντελεστές που πρέπει να ληφθούν υπόψη στο σύνολο τους.
2) Ως προς την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στην εθνική νομοθεσία περί πρόσθετων ουσιών
Εισαγωγικά, η Επιτροπή τονίζει ότι η πλήρης διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας όλων των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας δεν θα μεταβάλει γενικά τις ποσότητες πρόσθετων ουσιών που απορροφώνται σε δεδομένο κράτος μέλος. Πράγματι, η παρουσία πρόσθετων ουσιών σε ορισμένα εισαγόμενα προϊόντα θα αντισταθμίζεται από την απουσία πρόσθετων ουσιών σε άλλα. Ως εκ τούτου, σε κάθε κράτος μέλος θα προκύψει η ίδια ισορροπία όπως και προηγουμένως.
Η Επιτροπή, προχωρώντας κατόπιν στην εξέταση του κοινοτικού δικαίου, φρονεί ότι, μολονότι οι τέσσερις προαναφερθείσες οδηγίες περί των πρόσθετων ουσιών αποτελούν ένα πρώτο βήμα προς την εναρμόνιση, σε καμιά όμως περίπτωση δεν περιορίζουν την εφαρμογή των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Στη συνέχεια, η Επιτροπή αναλύει τη νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά τη χρησιμοποίηση χρωστικών ουσιών, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι οι σχετικές υποθέσεις αφορούσαν ουσίες προδήλως επικίνδυνες ή ουσίες των οποίων ο βαθμός μη βλαπτικότητας δεν ήταν γνωστός και όχι τρεχούσης χρήσεως πρόσθετες ουσίες. Από τη νομολογία αυτή αντλεί αρκετά συμπεράσματα:
1)
Καταρχάς, τα κράτη μέλη διατηρούν τη δυνατότητα να καθορίζουν τις ουσίες που μπορούν να επιτρέπονται.
2)
Οι εθνικές αυτές κανονιστικές ρυθμίσεις πρέπει, ιδίως, να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας η οποία αποτελεί το έρεισμα του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη οφείλουν να επιτρέπουν την εισαγωγή και την κυκλοφορία στο εμπόριο των προϊόντων που δεν παρουσιάζουν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, ιδίως όταν η χρησιμοποίηση των πρόσθετων ουσιών υπαγορεύεται από εμπορική ή τεχνολογική ανάγκη.
3)
Στις εθνικές αρχές εναπόκειται να αποδεικνύουν ότι τα περιοριστικά μέτρα που λαμβάνουν ανταποκρίνονται στα κριτήρια του άρθρου 36.
4)
Λαμβανομένων υπόψη των επιστημονικών αμφιβολιών ως προς τη βλαπτικότητα ορισμένων ουσιών και των διαφορετικών συνηθειών διατροφής από κράτος σε κράτος, το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ μπορεί να εφαρμοστεί ακόμα και όταν τα ληφθέντα από τα κράτη μέλη περιοριστικά μέτρα δεν είναι ενιαία.
Ενόψει των αρχών αυτών, τα κράτη μπορούν να ακολουθούν μια γενική πολιτική προλήψεως των ενδεχομένων για τη δημόσια υγεία κινδύνων που θα μπορούσαν να προέλθουν από αλόγιστη χρήση πρόσθετων ουσιών στα τρόφιμα. Η Επιτροπή δέχεται μάλιστα ότι η πολιτική αυτή μπορεί να εφαρμόζεται λαμβάνοντας υπόψη τις κλιματολογικές συνθήκες και τις συνήθειες διατροφής του πληθυσμού. Εντούτοις, η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας συνεπάγεται ότι τα λαμβανόμενα μέτρα έχουν ως αποτέλεσμα την αντικειμενική κατανομή των επικίνδυνων πρόσθετων ουσιών μεταξύ των ειδών διατροφής και όχι την πλήρη απαγόρευση της εισαγωγής συγκεκριμένου προϊόντος.
Η Επιτροπή δέχεται επίσης ότι ενδείκνυται ίσως η μείωση στο ελάχιστο των πρόσθετων ουσιών στην παραγωγή τροφίμων, χωρίς όμως να λησμονείται ότι αυτές είναι συχνά ωφέλιμες. Αλλά, και πάλι, η Επιτροπή φρονεί ότι χρειάζεται ισόρροπος και αναλογικός καταμερισμός των πρόσθετων ουσιών μεταξύ όλων των τροφίμων που καταναλίσκονται, λαμβανομένων, βεβαίως, υπόψη των παραδοσιακών μεθόδων παρασκευής των προϊόντων στα λοιπά κράτη μέλη, και όχι πλήρης απαγόρευση παρασκευής και εισαγωγής ενός συγκεκριμένου προϊόντος.
Εξάλλου, η Επιτροπή τονίζει ότι η τεχνολογική ανάγκη χρησιμοποιήσεως πρόσθετων ουσιών είναι μεγαλύτερη απ' όσο φαίνεται να δέχεται η ελληνική κυβέρνηση. Από τις εργασίες της επιστημονικής επιτροπής ανθρώπινης διατροφής προκύπτει ότι η χρήση μιας πρόσθετης ουσίας επιτρέπεται όταν συνεπάγεται απτά πλεονεκτήματα για τους καταναλωτές, τα οποία μπορεί να είναι τεχνολογικού, οικονομικού ή ακόμα ψυχολογικού χαρακτήρα. Σ' αυτή την έννοια της τεχνολογικής ανάγκης στηρίζονται όλες οι εθνικές νομοθεσίες περί πρόσθετων ουσιών. Ασφαλώς είναι αληθές ότι μπορεί να παρασκευαστεί ζύθος χωρίς πρόσθετες ουσίες. Αλλά, δεδομένου ότι η οικονομική επικράτεια της Κοινότητας είναι ενιαία, αν υφίσταται μια τεχνολογική ανάγκη σε μια περιοχή της Κοινότητας, η ανάγκη αυτή πρέπει να αναγνωρίζεται και στις υπόλοιπες περιοχές για τα προϊόντα που προέρχονται από την πρώτη αυτή περιοχή.
Εξάλλου, η ελληνική κυβέρνηση τονίζει ότι το κεντρικό πρόβλημα της υπόθεσης αυτής είναι η αβεβαιότητα που επικρατεί ως προς τους κινδύνους που προέρχονται από τη χρησιμοποίηση πρόσθετων ουσιών.
Τονίζει επίσης ότι το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα λήψεως μέτρων που θίγουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο, αρκεί τα μέτρα αυτά να είναι απαραίτητα. Επομένως, κατά την ελληνική κυβέρνηση, το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ παρέχει στα κράτη μέλη διακριτική ευχέρεια να αποφασίζουν για το κατά πόσο ένα προϊόν είναι επιβλαβές για την υγεία ή όχι. Η εξουσία που αναγνωρίζεται σε καθένα από τα κράτη μέλη δεν μπορεί να έχει δεσμευτική ενέργεια για τα λοιπά κράτη, διότι αυτό θα υποχρέωνε τα κράτη να προβαίνουν σε ενοποίηση των νομοθεσιών τους, προσαρμόζοντας τες στη νομοθεσία του κράτους με τη λιγότερο αυστηρή ρύθμιση.
Περαιτέρω, η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί ότι οι οδηγίες περί πρόσθετων ουσιών αναγνωρίζουν την υπεροχή της αρχής της προστασίας της δημόσιας υγείας και ότι το συμφέρον της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με το γεγονός ότι το επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας διαφέρει από κράτος σε κράτος.
Αφού διευκρινίστηκε το ζήτημα αυτό, η κυβέρνηση αυτή φρονεί, πρώτον, ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται η ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντων που περιέχουν πρόσθετες ουσίες, ως προς τη μη βλαπτικότητα των οποίων τα κράτη μέλη δεν είναι σύμφωνα. Εξάλλου, κατά την ελληνική κυβέρνηση, από τις εργασίες της επιτροπής του Κώδικα Τροφίμων του FAO και του WHO προκύπτει ότι οι πρόσθετες ουσίες, των οποίων η βλαπτικότητα δεν έχει αποδειχτεί, πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο εφόσον είναι τεχνολογικά αναγκαίες. Ακόμη κι αν αυτό το κριτήριο της τεχνολογικής ανάγκης δεν είναι βεβαίως απόλυτα σαφές, είναι βέβαιο ότι είναι δυνατή η παρασκευή ζύθου χωρίς χρησιμοποίηση πρόσθετων ουσιών. Κατά συνέπεια, ασφαλώς δεν υφίσταται, εν προκειμένω, καμιά τεχνολογική ανάγκη χρησιμοποιήσεως τους. Εν συμπεράσματα η ελληνική κυβέρνηση τονίζει ότι δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη τεχνολογικοί ή υγειονομικοί παράγοντες παρά αφού πρώτα διασφαλιστεί η υγεία των πολιτών.
Όσον αφορά την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, η ελληνική κυβέρνηση τονίζει ότι η κατανομή των πρόσθετων ουσιών στα τρόφιμα εξακολουθεί να διαφέρει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Η αιτιολογία για τη διαφορετική αυτή κατανομή βρίσκεται στις διαφορετικές γεωγραφικές και κλιματολογικές συνθήκες, στις διαφορετικές συνήθειες διατροφής και στις οικονομικές συνθήκες και στις συνθήκες παραγωγής. Οι διαφορές αυτές είναι επίσης δυνατό να οφείλονται στη διαφορετική εκτίμηση του κινδύνου που συνεπάγεται για την υγεία συγκεκριμένη πρόσθετη ουσία.
Επομένως, όλα τα κράτη μέλη απαγορεύουν παντελώς ή σε μεγάλο βαθμό τη χρησιμοποίηση ορισμένων πρόσθετων ουσιών ενώ, αντίθετα, επιτρέπουν τη χρησιμοποίηση άλλων πρόσθετων ουσιών. Η ελληνική κυβέρνηση τονίζει ότι η απαγόρευση πρόσθετων ουσιών στο ζύθο, η οποία ισχύει στην Ελλάδα, δεν αποτελεί εξαιρετική περίπτωση, αλλά αποδεικνύει μόνο την ύπαρξη διαφορετικών κριτηρίων και επιλογών στον τομέα των ειδών διατροφής στα κράτη μέλη. Εφόσον δεν έχει επιτευχθεί η, σύμφωνα με το άρθρο 100 της Συνθήκης ΕΟΚ, εναρμόνιση, θα υφίστανται εμπόδια στο ενδοκοινοτικό εμπόριο και η αρχή της αναλογικότητας δεν μπορεί να εφαρμοστεί.
3. Ως προς το επιχείρημα της προστασίας των καταναλωτών από εξαπατήσεις
Η Επιτροπή τονίζει ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η προστασία των καταναλωτών διασφαλίζεται εφόσον υπάρχει στη συσκευασία του σχετικού εμπορεύματος κατάλληλη αναγραφή η οποία εξειδικεύει τη φύση του εμπορεύματος και περιλαμβάνει τα συστατικά και τα πρόσθετα στοιχεία κατασκευής του.
Είναι αλήθεια ότι στο κοινοτικό δίκαιο δεν υφίσταται εισέτι καμιά υποχρέωση για τους παρασκευαστές ζύθου να προβαίνουν σε τέτοια αναγραφή επί των συσκευασιών τους. Πράγματι, δεν υφίσταται παρά μία πρόταση οδηγίας της Επιτροπής προς το Συμβούλιο.
Εντούτοις, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να διαρρυθμίσει έτσι τη νομοθεσία της, ώστε να υποχρεώσει τους παραγωγούς ζύθου να αναγράφουν τα χρησιμοποιηθέντα υλικά στη συσκευασία τους. Η αναλυτικότερη επισήμανση του ζύθου αποτελεί μέτρο πρόσφορο να εγγυηθεί την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων, εξασφαλίζοντας συγχρόνως την προστασία των καταναλωτών και τη διαφάνεια των εμπορικών συναλλαγών.
Η ελληνική κυβέρνηση εξηγεί, καταρχάς, γιατί οι ζύθοι που έχουν παρασκευαστεί από κριθή είναι καλύτερης ποιότητας.
Εξάλλου, η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί ότι υπό τα σημερινά δεδομένα υφίσταται κίνδυνος εξαπατήσεως των καταναλωτών, αν επιτραπεί στην Ελλάδα η εισαγωγή ζύθου που έχει παρασκευαστεί διά μερικής χρησιμοποιήσεως πρώτης ύλης εκτός της βύνης κριθής. Για την ελληνική κυβέρνηση, η προστασία του καταναλωτή από τις εξαπατήσεις ανάγεται στην έννοια της κατά το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ δημόσιας τάξης.
Τέλος, η ελληνική κυβέρνηση εκφράζει την έκπληξη της διότι είναι το πρώτο κράτος μέλος που όφειλε να υποχρεώσει τους παραγωγούς να προβούν σε κατάλληλη επισήμανση του ζύθου, ενώ δεν υφίσταται εισέτι καμιά συμφωνία επί κοινοτικού επιπέδου. Η ελληνική κυβέρνηση διατυπώνει ρητές επιφυλάξεις επί του γεγονότος ότι οφείλει να προηγηθεί της διαδικασίας εναρμονίσεως που βρίσκεται επί του παρόντος εν εξελίξει.
4. Ως προς το επιχείρημα που αφορά την αποτελεσματικότητα του φορολογικού ελέγχου
Δεδομένου ότι ο ειδικός φόρος καταναλώσεως στην Ελλάδα υπολογίζεται επί της χρησιμοποιηθείσας για την παρασκευή του ζύθου ποσότητας κριθής, η Επιτροπή δέχεται ότι το ισχύον στην Ελλάδα φορολογικό σύστημα μπορεί, σε περίπτωση ανοίγματος των συνόρων, να έχει ως αποτέλεσμα την ευνοϊκή μεταχείριση του εισαγόμενου ζύθου που περιέχει λιγότερη βύνη κριθής εις βάρος ζύθων εγχώριας παρασκευής.
Πάντως, η Επιτροπή τονίζει ότι το ισχύον στην Ελλάδα φορολογικό σύστημα είναι απηρχαιωμένο και δεν εφαρμόζεται σε κανένα άλλο κράτος μέλος της Κοινότητας.
Επομένως, η Επιτροπή φρονεί ότι τίποτα δεν εμποδίζει την ελληνική κυβέρνηση να τροποποιήσει το φορολογικό της σύστημα, ώστε ο εισαγόμενος από άλλα κράτη μέλη ζύθος να υφίσταται την ίδια μεταχείριση με το ζύθο που παράγεται στη χώρα αυτή. Έστω και αν εισέτι δεν υφίσταται καμιά εναρμόνιση επί κοινοτικού επιπέδου, η Επιτροπή θα δεχόταν με ικανοποίηση οποιαδήποτε τροποποίηση του ελληνικού φορολογικού συστήματος που θα το έφερνε εγγύτερα προς το μελλοντικό κοινοτικό σύστημα.
Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν δέχεται ότι η υφιστάμενη καθυστέρηση στην εναρμόνιση των ειδικών φόρων καταναλώσεως που ισχύουν επί των οινοπνευματωδών ποτών μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
Η ελληνική κυβέρνηση σκιαγραφεί, καταρχάς, το ιστορικό του ισχύοντος φορολογικού συστήματος. Απ' αυτό συνάγει ότι η νομοθεσία της εξυπηρετεί τα συμφέροντα του δημοσίου ταμείου και έχει δοκιμαστεί στην πράξη επί δεκαετίες. Επομένως, η εφαρμογή ενός τέτοιου φορολογικού συστήματος επί των εισαγόμενων προϊόντων θα κατέληγε στο να τυγχάνει δυσμενέστερης μεταχείρισης ο παρασκευαζόμενος στην Ελλάδα ζύθος ο οποίος περιέχει πολύ μεγαλύτερη ποσότητα βύνης κριθής.
Η ελληνική κυβέρνηση επιμένει στο γεγονός ότι εκκρεμούν οι διαδικασίες εναρμονίσεως όσον αφορά τους φόρους καταναλώσεως ζύθου. Επιπλέον, αφήνουν στα κράτη μέλη ευρέα περιθώρια εκτιμήσεως. Κατά συνέπεια, εφόσον αυτές οι διαδικασίες εναρμονίσεως δεν έχουν καταλήξει σε αποτέλεσμα, δεν υφίσταται ακόμα, επί του παρόντος, καμία υποχρέωση τροποποιήσεως της ελληνικής νομοθεσίας.
R. Joliét
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟ
της 12ης Μαρτίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 176/84,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους R. C. Beraud και Ξ. Γιαταγάνα, κύριο νομικό της σύμβουλο και μέλος της νομικής της υπηρεσίας αντίστοιχα, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα, κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Σ. Περράκη, ειδικό σύμβουλο του Υπουργείου Εξωτερικών, και την Α. Αμπαριώτου, ειδική νομική συνεργάτρια του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενους από τον Β. Σκουρή, καθηγητή πανεπιστημίου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ελλάδας στο Λουξεμβούργο, 117, Val Sainte-Croix,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, απαγορεύοντας την εισαγωγή στην Ελλάδα ζύθου που έχει παρασκευαστεί στα λοιπά κράτη μέλη και δεν ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές της ελληνικής νομοθεσίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 και επ. της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Y. Galmot, Κ. Κακούρη, T. F. O'Higgins και F. Schockweiler, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Τ. Koopmans, Ο. Due, U. Everling, Κ. Bahlmann, R. Joliét, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Sly nn
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
αφού έλαβε υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση όπως συμπληρώθηκε μετά την προφορική διαδικασία της 14ης Μαΐου 1986,
αφού άκουσε τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα που αναπτύχτηκαν κατά τη συνεδρίαση της 18ης Σεπτεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Ιουλίου 1984 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, απαγορεύοντας την εισαγωγή στην Ελλάδα ζύθου που έχει νομίμως παρασκευαστεί και οιατεθει στο εμπόριο σε άλλα κράτη μέλη και δεν ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές της νομοθεσίας της, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης. η
2
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
Επί της εφαρμοστέας εσωτερικής νομοθεσίας
3
Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, η ελληνική κυβέρνηση έδωσε την παρακάτω εικόνα όσον αφορά τη σχετική περί ζύθου νομοθεσία της, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή και πρέπει να γίνει δεκτή στην υπό κρίση διαφορά.
4
Κατά το νόμο 2963 του 1922 περί τροποποιήσεως διατάξεων των περί φορολογίας του ζύθου νόμων (ΦΕΚ 134/1922, τεύχος Α') (εφεξής: «φορολογικός νόμος περί ζύθου » ), ο φόρος καταναλώσεως, στην περίπτωση του ζύθου, υπολογίζεται όχι σε συνάρτηση με τον παρασκευαζόμενο ζύθο, αλλά επί των ποσοτήτων βύνης κριθής που χρησιμοποιήθηκαν για την παρασκευή του.
5
Εξάλλου, ο νόμος αυτός περιέχει στο άρθρο 3 τους κανόνες παρασκευής ζύθου, οι οποίοι δεν έχουν εφαρμογή παρά στα ζυθοποιεία που είναι εγκατεστημένα στο ελληνικό έδαφος. Στην παράγραφο 2, το άρθρο αυτό ορίζει ότι ο ζύθος πρέπει να παρασκευάζεται αποκλειστικώς από βύνη και λυκίσκο, ενώ στην παράγραφο 4 απαγορεύει την προσθήκη στο ζύθο ή κατά την παρασκευή του εκχυλίσματος βύνης, γλυκερίνης, γλυκυρρίζης, αμυλοσακχάρου ή σακχάρου, δεξτρίνης και λοιπών αμυλωδών ή άλλων ουσιών σε αναπλήρωση της βύνης κριθής καθώς και την προσθήκη οινοπνεύματος. Όπως είχε στην αρχική του διατύπωση, ο νόμος προέβλεπε ήδη πρόστιμα για τα ζυθοποιεία που διαθέτουν στο εμπόριο ζύθο παρασκευαζόμενο κατά παράβαση του εν λόγω άρθρου 3. Αυστηρότερες ποινικές κυρώσεις είχαν προβλεφθεί, κατ' εκείνων που παρασκευάζουν ζύθο από ουσίες εκτός της βύνης κριθής και του λυκίσκου, με το άρθρο 8 του νομοθετικού διατάγματος του 1923, περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί φορολογίας του ζύθου νόμων ( ΦΕΚ 384/1923, τεύχος Α' ).
6
Κατά το άρθρο 7 του Κώδικα Τροφίμων και Ποτών του 1971 ( ΦΕΚ 677/1971, τεύχος Β' ) ( στο εξής: « Κώδικας Τροφίμων » ), τα εισαγόμενα τρόφιμα πρέπει να πληρούν όλους τους όρους που ισχύουν για τα τρόφιμα ελληνικής προελεύσεως. Απ' αυτό προκύπτει ότι οι παραγόμενοι στο εξωτερικό ζύθοι δεν μπορούν να εισαχθούν στην Ελλάδα, παρά αν έχουν παρασκευαστεί αποκλειστικά από βύνη κριθής και λυκίσκο.
7
Εξάλλου, ο φορολογικός νόμος περί ζύθου, σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις του Κώδικα Τροφίμων, απαγορεύει τη χρησιμοποίηση κάθε πρόσθετης ουσίας ή ενζύμου στο ζύθο.
8
Ο Κώδικας Τροφίμων απαγορεύει, με το άρθρο 29, παράγραφος 4, για λόγους προληπτικής υγιεινής, την προσθήκη κάθε πρόσθετης ουσίας στα τρόφιμα. Ως πρόσθετες ουσίες ορίζονται στο άρθρο 3, παράγραφος 8, οι « ανόργανες ή οργανικές χημικές ουσίες, ξένες προς τη φύση του τροφίμου, μη δυνάμενες να δικαιολογηθούν από τη φύση και τη σύσταση αυτού ». Ο ορισμός αυτός καλύπτει και τα ένζυμα. Εξάλλου, το ίδιο άρθρο 3, παράγραφος 8, απαγορεύει τη διάθεση στο εμπόριο κάθε τροφίμου που περιέχει πρόσθετες ουσίες.
9
Πάντως, η απαγορευτική αυτή αρχή της χρησιμοποιήσεως πρόσθετων ουσιών δεν έχει απόλυτο χαρακτήρα. Αφενός, ο Κώδικας Τροφίμων, ο οποίος προσδιορίζει, αυτός ο ίδιος, τα πλέον συνήθη συστατικά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην παρασκευή τροφίμων και ποτών, επιτρέπει ρητώς τη χρησιμοποίηση συγκεκριμένων πρόσθετων ουσιών σε ορισμένα από τα εν λόγω τρόφιμα και ποτά. Αφετέρου, το άρθρο 29, παράγραφος 4, ορίζει ότι το Ανώτατο Χημικό Συμβούλιο μπορεί να χορηγεί άδειες'για τη χρησιμοποίηση ορισμένων πρόσθετων ουσιών σε συγκεκριμένο προϊόν, όταν αυτό δεν επιτρέπεται από τον ίδιο τον Κώδικα Τροφίμων.
10
'Οσον αφορά τους όρους παρασκευής και διαθέσεως στο εμπόριο του ζύθου, το άρθρο 144, παράγραφος 4, του Κώδικα Τροφίμων παραπέμπει στο φορολογικό νόμο περί ζύθου. Από το ότι δεν επιτρέπεται ρητώς η χρησιμοποίηση πρόσθετων ουσιών ή ένζυμων από το νόμο αυτό έπεται ότι καταρχήν απαγορεύεται δυνάμει του άρθρου 29, παράγραφος 4, του Κώδικα Τροφίμων η χρησιμοποίηση τους. Εξάλλου, το Ανώτατο Χημικό Συμβούλιο ουδέποτε, στην περίπτωση του ζύθου, έκανε χρήση της δυνατότητας που του αναγνωρίζει το ίδιο το άρθρο 29, παράγραφος 4, να επιτρέπει συγκεκριμένες προσθετές ουσίες.
11
Κατά συνέπεια, ζύθος προερχόμενος από άλλα κράτη μέλη, ο οποίος έχει παρασκευαστεί απο πρώτες ύλες διαφορετικές από εκείνες που προβλέπονται στο άρθρο 3 του φορολογικού νόμου περί ζύθου ή περιέχει πρόσθετες ουσίες ή για την παρασκευή του οποίου έχουν χρησιμοποιηθεί ένζυμα, προσκρούει μέσα στην Ελλάδα στην απόλυτη απαγόρευση διαθέσεως του στο εμπόριο.
Επί του αντικειμένου της διαφοράς
12
Πρέπει να προσδιοριστεί αν η διαφορά αφορά αποκλειστικά την απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο ζύθου προελεύσεως άλλων κρατών μελών που έχει παρασκευαστεί από πρώτες ύλες διαφορετικές από εκείνες που επιτάσσει ο φορολογικός νόμος περί ζύθου ή επεκτείνεται στην απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο ζύθου προελεύσεως άλλων χωρών, ο οποίος περιέχει πρόσθετες ουσίες ή για την παρασκευή του οποίου έχουν χρησιμοποιηθεί ένζυμα.
13
Με το έγγραφο οχλήσεως της και την αιτιολογημένη γνώμη της, η Επιτροπή έβαλε κατά των διατάξεων του φορολογικού νόμου περί ζύθου, καθόσον αποκλείουν την εισαγωγή στην Ελλάδα ζύθου παρασκευασμένου νομίμως σε άλλα κράτη μέλη, εφόσον ο ζύθος αυτός δεν έχει παρασκευαστεί σύμφωνα με τις διατάξεις της ελληνικής κανονιστικής ρυθμίσεως. Η Επιτροπή φρονεί ότι η εν λόγω απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί επειδή είναι αναγκαία για την εκπλήρωση επιτακτικών υποχρεώσεων που αποβλέπουν ιδίως στην αποτελεσματικότητα του φορολογικού ελέγχου ή για την προστασία της δημόσιας υγείας, βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης.
14
Με την απάντηση της στην αιτιολογημένη γνώμη, η ελληνική κυβέρνηση εξήγησε ότι η κανονιστική της ρύθμιση περί'ζύθου ήταν αναγκαία για την προστασία της δημόσιας υγείας, δεδομένου ότι η χρησιμοποίηση πρώτων υλών εκτός της βύνης κριθής και του λυκίσκου συνεπάγεται οπωσδήποτε τη χρησιμοποίηση πρόσθετων ουσιών και ενζύμων. Εντούτοις, δεν παρέσχε εξηγήσεις όσον αφορά την ακριβή έκταση της απαγορεύσεως του φορολογικού νόμου περί ζύθου ούτε για τις σχέσεις του με τη νομοθεσία περί πρόσθετων ουσιών.
15
Στο αιτιολογικό του δικογράφου της η Επιτροπή κατήγγειλε τα εμπόδια στις εισαγωγές τα οποία συνεπάγεται η εφαρμογή του φορολογικού νόμου περί ζύθου στο ζύθο που παρασκευάζεται σ' άλλα κράτη μέλη από πρώτες ύλες εκτός βύνης κριθής και λυκίσκου ή στο ζύθο που δεν συμφωνεί με ορισμένα κριτήρια παρασκευής.
16
Μόλις με το υπόμνημα της αντικρούσεως η ελληνική κυβέρνηση εξέθεσε ότι το νομοθετικό καθεστώς του ζύθου στηριζόταν στην πραγματικότητα σε δυό χωριστά και αλληλοσυμπληρούμενα νομοθετήματα, παρέθεσε δε τη νομοθεσία της όπως εμφαίνεται πιο πάνω.
17
Με το υπόμνημα της απαντήσεως η Επιτροπή εξέθεσε χωριστά τις αιτιάσεις που διατύπωσε κατά της απαγορεύσεως διαθέσεως στο εμπόριο ζύθου προελεύσεως άλλων κρατών μελών, παρασκευαζόμενου από πρώτες ύλες διαφορετικές από εκείνες που προβλέπει ο φορολογικός νόμος περί ζύθου και τις αιτιάσεις που συνεπαγόταν η απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο ζύθου προελεύσεως άλλων κρατών μελών, ο οποίος περιέχει πρόσθετες ουσίες ή για την παρασκευή του οποίου έχουν χρησιμοποιηθεί ένζυμα.
18
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να θεωρηθεί, για δύο λόγους, ότι η προσφυγή βάλλει τόσο κατά της απαγορεύσεως διαθέσεως στο εμπόριο ζύθου προελεύσεως άλλων κρατών μελών που έχει παρασκευαστεί από πρώτες ύλες διαφορετικές από εκείνες που επιτάσσει ο φορολογικός νόμος περί ζύθου, όσο και κατά της απαγορεύσεως διαθέσεως στο εμπόριο ζύθου προελεύσεως των κρατών αυτών που περιέχει πρόσθετες ουσίες, η χρησιμοποίηση των οποίων επιτρέπεται μεν στο κράτος μέλος παραγωγής, πλην όμως απαγορεύεται στην Ελλάδα, ή για την παρασκευή του οποίου έχουν χρησιμοποιηθεί ένζυμα.
19
Καταρχάς, η Επιτροπή, επιληφθείσα από την αρχή της διαδικασίας που προηγείται της ασκήσεως της προσφυγής με την απαγόρευση εμπορίας στην οποία προσκρούει η εισαγωγή στην Ελλάδα ζύθου προελεύσεως άλλων κρατών μελών, εφόσον δεν παρασκευάζεται σύμφωνα με κανόνες αντίστοιχους μ' αυτούς που ισχύουν στην Ελλάδα, εντόπισε ευθύς εξαρχής την ουσία της παραβάσεως. Η Επιτροπή δεν αναφέρθηκε στο φορολογικό νόμο περί ζύθου στο αιτιολογικό του δικογράφου της προσφυγής της, παρά μόνο για να προσδιορίσει τους κανόνες αυτούς. Όπως εξέθεσε η ελληνική κυβέρνηση, το πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού δεν περιορίζεται εξάλλου στις πρώτες ύλες, αλλά επεκτείνεται στις πρόσθετες ουσίες, περιλαμβανομένων και των ενζύμων.
20
Περαιτέρω, πρέπει να επισημανθεί ότι η ίδια η ελληνική κυβέρνηση, από της ενάρξεως της διαδικασίας, υπεραμύνθηκε κυρίως των προσθέτων ουσιών και της προστασίας της δημόσιας υγείας, πράγμα το οποίο, αφενός, σημαίνει ότι είχε αντιληφθεί και αναγνωρίσει ότι το αντικείμενο της διαφοράς περιελάμβανε επίσης την απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο ζύθου που περιέχει πρόσθετες ουσίες ή που παρασκευάστηκε με τη χρησιμοποίηση ενζύμων και, αφετέρου, αποκλείει τη δυνατότητα προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας.
Επί της απαγορεύσεως διαθέσεως στο εμπόριο ζύθου που παρασκευάζεται από πρώτες ύλες διαφορετικές από εκείνες που επιτάσσει ο φορολογικός νόμος περί ζύθου
21
Πρέπει να υπογραμμιστεί καταρχάς ότι οι κανόνες παρασκευής που περιλαμβάνονται στο φορολογικό νόμο περί ζύθου δεν αμφισβητούνται εν προκειμένω παρά μόνο καθόσον το άρθρο 7 του Κώδικα Τροφίμων επεκτείνει την εφαρμογή τους στον εισαγόμενο από άλλα κράτη μέλη ζύθο.
22
Η Επιτροπή δέχεται ότι, εφόσον δεν έχει πραγματοποιηθεί εναρμόνιση στο κοινοτικό επίπεδο, τα κράτη μέλη διατηρούν καταρχήν το δικαίωμα να προσδιορίζουν τους κανόνες που αφορούν την παρασκευή, τη σύνθεση και τη διάθεση στο εμπόριο των ποτών. Φρονεί πάντως ότι η απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο, με την οποία πλήττεται ο ζύθος που παρασκευάζεται σύμφωνα με μεθόδους παρασκευής διαφορετικές από εκείνες που επιτάσσει ο φορολογικός νόμος περί ζύθου, αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό αποτελέσματος, που δεν δικαιολογείται από καμιά επιτακτική ανάγκη αναγόμενη στην αποτελεσματικότητα του φορολογικού ελέγχου ή στην προστασία των καταναλωτών. Πράγματι, ένας αποτελεσματικός φορολογικός έλεγχος θα μπορούσε κάλλιστα να πραγματοποιείται με σύστημα φορολογίας στηριζόμενο στο τελικό προϊόν, πράγμα που, σε περίπτωση ανοίγματος των συνόρων, θα απέτρεπε κάθε μειονέκτημα για τους ζύθους εγχώριας παρασκευής. Εξάλλου, η προστασία των καταναλωτών θα μπορούσε να διασφαλιστεί μέσω επιγραφών ή αγγελιών. Τέλος, η ελληνική κανονιστική ρύθμιση περί ζύθου δεν φαίνεται επίσης να αποβλέπει στη διασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας, καθόσον η παρασκευή ζύθου από πρώτες ύλες εκτός βύνης κριθής δεν συνεπάγεται αναγκαστικά προσφυγή σε πρόσθετες ουσίες. Εξάλλου, αν αληθεύει ότι συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση αμυλολυ-τικών ενζύμων, αυτά είναι αβλαβή για την υγεία.
23
Η ελληνική κυβέρνηση υποστήριξε καταρχάς ότι η απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο ζύθου προελεύσεως άλλων κρατών μελών, που παρασκευάζεται από πρώτες ύλες εκτός της βύνης κριθής, δικαιολογείται από επιτακτικές ανάγκες αναγόμενες στην αποτελεσματικότητα του φορολογικού ελέγχου. Πράγματι, δεδομένου ότι ο φόρος καταναλώσεως ζύθου επιβάλλεται βάσει της ποσότητας βύνης κριθής που χρησιμοποιήθηκε, το άνοιγμα των συνόρων σε ζύθο παρασκευαζόμενο από άλλες πρώτες ύλες θα είχε ως αποτέλεσμα να ευνοήσει φορολογικά το ζύθο αυτό σε σχέση με το ζύθο εγχώριας παρασκευής. Εξάλλου, η ελληνική κυβέρνηση φρονεί ότι η απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο ζύθου παρασκευαζόμενου από πρώτες ύλες εκτός της βύνης κριθής αποβλέπει στην αποφυγή συγχύσεως των καταναλωτών και έχει επομένως ως στόχο την προστασία τους. Τέλος, η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί ότι η κανονιστική της ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας. Πράγματι, η χρησιμοποίηση άλλων υλών πλην της βύνης κριθής και του λυκίσκου συνεπάγεται αναγκαστικά τη χρησιμοποίηση αμυλολυτικών ενζύμων και πρόσθετων ουσιών. Τα αμυλολυτικά ένζυμα είναι επικίνδυνα για την υγεία όταν χρησιμοποιούνται σε προϊόντα για την παρασκευή των οποίων δεν έχουν χρησιμοποιηθεί υγιεινές πρώτες ύλες. Ως προς τις πρόσθετες ουσίες, λόγω των αβεβαιοτήτων που συνδέονται με τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα τους επί της υγείας, θα έπρεπε να περιοριστεί η κατανάλωση τους όσο το δυνατό περισσότερο.
24
Καταρχάς, πρέπει να υπομνηστεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( προεχόντως η απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, Procureur du Roi κατά Dassonville, 8/74, Rec. σ. 837 ), κατά την οποία η απαγόρευση μέτρων ισοδυνάμου προς ποσοτικούς περιορισμούς αποτελέσματος του άρθρου 30 της Συνθήκης περιλαμβάνει « κάθε εμπορική κανονιστική ρύθμιση των κρατών μελών, που είναι ικανή να εμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο ».
25
Πρέπει εν συνεχεία να υπογραμμιστεί ότι από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( ιδίως την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, Rewę, 120/78, Rec. σ. 649, και της 12ης Νοεμβρίου 1982, Rau, 261/81, Συλλογή σ. 3961 ) προκύπτει ότι, ελλείψει κοινής κανονιστικής ρυθμίσεως της εμπορίας των προϊόντων για τα οποία πρόκειται, τα εμπόδια στην ελεύθερη ενδοκοινοτική κυκλοφορία που απορρέουν από διαφορές των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων πρέπει να γίνονται δεκτά κατά το μέτρο που η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση, εφαρμοζόμενη αδιακρίτως επί εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων, μπορεί να δικαιολογηθεί ως αναγκαία για την εκπλήρωση επιτακτικών αναγκών αναγομένων, μεταξύ άλλων, στην προστασία των καταναλωτών ή στην αποτελεσματικότητα του φορολογικού ελέγχου. Η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση πρέπει να είναι επίσης ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Αν ένα κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ διαφόρων μέτρων καταλλήλων για την επίτευξη του ίδιου σκοπού, οφείλει να επιλέξει το μέσο εκείνο που επάγεται τα λιγότερα εμπόδια στην ελευθερία των συναλλαγών.
26
Δεν αμφισβητείται ότι η εφαρμογή του φορολογικού νόμου περί ζύθου στον προερχόμενο από άλλα κράτη μέλη ζύθο για την παρασκευή του οποίου έχουν χρησιμοποιηθεί νομίμως άλλες πρώτες ύλες, πλην της βύνης κριθής, και ιδίως όρυζα και αραβόσιτος, μπορεί να εμποδίσει την εισαγωγή του στην Ελλάδα.
27
Απομένει να εξακριβωθεί αν η εφαρμογή αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί είτε από επιτακτικές ανάγκες αναγόμενες στην αποτελεσματικότητα του φορολογικού ελέγχου ή στην προστασία των καταναλωτών, δηλαδή, βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης, από λόγους αναγόμενους στην προστασία της υγείας των ανθρώπων.
28
Πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα που στηρίζεται στην ανάγκη εξασφαλίσεως αποτελεσματικού φορολογικού ελέγχου, πρέπει να τονιστεί ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν στερεί από τα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιλέγουν τη μέθοδο φορολογήσεως προϊόντων η οποία τους φαίνεται η πλέον ενδεδειγμένη. Η ελληνική Δημοκρατία αβασίμως πάντως αντλεί επιχείρημα από το φορολογικό σύστημα της για να δικαιολογήσει εμπόδια των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών. Εάν θέλει να εμποδίσει ώστε ο παρασκευαζόμενος από άλλες πρώτες ύλες εκτός της βύνης κριθής ζύθος να απολαύει, σε περίπτωση ανοίγματος των συνόρων, φορολογικού πλεονεκτήματος έναντι του ζύθου εγχώριας παρασκευής, αρκεί να θεσπίσει σύστημα φόρου καταναλώσεως που να πλήττει τις ποσότητες των τελικών προϊόντων και όχι τις χρησιμοποιηθείσες ποσότητες βύνης κριθής.
29
Δεύτερον, ως προς το επιχείρημα που αφορά την προστασία των καταναλωτών, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η προβλεπόμενη στην Ελλάδα απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο είναι δυσανάλογη με τον επιδιωκόμενο στόχο. Μπορεί πράγματι να αντικατασταθεί με σύστημα το οποίο να προβλέπει την ένδειξη της φύσεως των πρώτων υλών που χρησιμοποιήθηκαν. Παρόμοιο σύστημα ενημερώσεως μπορεί κάλλιστα να λειτουργήσει ακόμα και για προϊόν το οποίο, όπως ο ζύθος, δεν διανέμεται υποχρεωτικά στους καταναλωτές σε φιάλες ή σε κυτία που μπορούν να φέρουν τις κατάλληλες ενδείξεις. Στην περίπτωση ζύθου ο οποίος πωλείται από βαρέλι, οι απαιτούμενες ενδείξεις, μπορούν, π.χ., να αναγράφονται στα βαρέλια ή στους μηχανισμούς αντλήσεως.
30
Τρίτον, όσον αφορά το ζήτημα αν η εν λόγω απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο μπορεί να δικαιολογηθεί, βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης, από την ανάγκη διασφαλίσεως της προστασίας της υγείας των ανθρώπων, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι δεν αμφισβητείται ότι οι χρησιμοποιούμενες πρώτες ύλες, σε μερική υποκατάσταση της βύνης κριθής, δεν είναι επικίνδυνες, αυτές καθαυτές, για τη δημόσια υγεία. Εξάλλου, κατά το μέτρο που η επιχειρηματολογία της ελληνικής κυβερνήσεως αναφέρεται στους κινδύνους που συνδέονται με τη χρησιμοποίηση πρόσθετων ουσιών και ενζύμων, γίνεται λόγος παρακάτω.
31
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η επιβολή της απαγορεύσεως διαθέσεως στο εμπόριο που απορρέει από το φορολογικό νόμο περί ζύθου και το άρθρο 7 του Κώδικα Τροφίμων για τον εισαγόμενο από άλλα κράτη μέλη ζύθο, ο οποίος έχει νόμιμα παρασκευαστεί και διατεθεί στο εμπόριο στα κράτη αυτά, συνιστά παράβαση της Ελληνικής Δημοκρατίας των υποχρεώσεων της που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Επί της απαγορεύσεως διαθέσεως στο εμπόριο ζύθου περιέχοντος πρόσθετες ουσίες ή παρασκευασμένου με τη βοήθεια ενζύμων
32
Κατά την Επιτροπή, η απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο, η οποία πλήττει το ζύθο που περιέχει πρόσθετες ουσίες ή παρασκευάζεται με τη βοήθεια ενζύμων, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από σκέψεις αναγόμενες στην προστασία της δημόσιας υγείας. Κατά το προσφεύγον όργανο, ο παρασκευαζόμενος στα άλλα κράτη μέλη ζύθος που περιέχει επιτρεπόμενες εκεί πρόσθετες ουσίες ή για την παρασκευή του οποίου έχουν χρησιμοποιηθεί ένζυμα πρέπει να λογιστεί ότι δεν συνεπάγεται κανένα κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Αν η Ελληνική Δημοκρατία θέλει να αντιταχθεί στην εισαγωγή του, αυτή φέρει, κατά την Επιτροπή, το βάρος αποδείξεως ότι ο εν λόγω ζύθος είναι επικίνδυνος για την υγεία. Η Επιτροπή φρονεί ότι εν προκειμένω δεν έχει προσκομιστεί τέτοια απόδειξη. Το καθεστώς πρόσθετων ουσιών και ενζύμων που ισχύει για το ζύθο στην Ελλάδα είναι, εν πάση περιπτώσει, δυσανάλογος, εφόσον αποκλείει πλήρως τη χρησιμοποίηση πρόσθετων ουσιών και ενζύμων.
33
Η ελληνική κυβέρνηση φρονεί ότι, ενόψει των κινδύνων που απορρέουν από τη χρησιμοποίηση πρόσθετων ουσιών, τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα των οποίων δεν είναι ακόμα γνωστά, και λαμβανομένων ειδικώς υπόψη των κινδύνων που παρουσιάζει η σώρευση πρόσθετων ουσιών στον οργανισμό και η αλληλεπίδραση τους με άλλες ουσίες, είναι ανάγκη να περιοριστεί όσο το δυνατόν περισσότερο η ποσότητα των απορροφούμενων πρόσθετων ουσιών. Επιβάλλεται ειδικά ο αποκλεισμός της χρησιμοποιήσεως πρόσθετων ουσιών και ενζύμων, στην παρασκευή ζύθου, ως μη αναγκαίων τεχνολογικώς, όταν ο ζύθος παρασκευάζεται αποκλειστικώς από τις πρώτες ύλες που ορίζει ο φορολογικός νόμος περί ζύθου. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το ελληνικό καθεστώς πρόσθετων ουσιών και ενζύμων που ισχύει για το ζύθο δικαιολογείται πλήρως από την ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας και δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
34
Δεν αμφισβητείται ότι η απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο ζύθου περιέχοντος πρόσθετες ουσίες ή παρασκευαζόμενου με τη βοήθεια ενζύμων εμποδίζει την εισαγωγή ζύθου προελεύσεως άλλων κρατών μελών, που περιέχει πρόσθετες ουσίες επιτρεπόμενες στα κράτη αυτά ή για την παρασκευή του οποίου έχουν χρησιμοποιηθεί ένζυμα, και επομένως, κατά το μέτρο αυτό, εμπίπτει στο άρθρο 30 της Συνθήκης. Πρέπει πάντως να εξακριβωθεί αν η εφαρμογή της απαγορεύσεως αυτής μπορεί να δικαιολογηθεί, βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης, από λόγους προστασίας της υγείας των ανθρώπων.
35
Όσον αφορά τις πρόσθετες ουσίες, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (ιδίως από την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, Sandoz, 174/82, Συλλογή σ. 2445 ), « κατά το μέτρο που υπάρχουν αβεβαιότητες στη σημερινή κατάσταση της επιστημονικής έρευνας, απόκειται στα κράτη μέλη, ελλείψει εναρμονίσεως, να αποφασίσουν σε ποια έκταση προτίθενται να εξασφαλίσουν την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων λαμβάνοντας όμως υπόψη τις απαιτήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας ».
36
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου ( και ειδικά από τις αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1983, Sandoz, που προαναφέρθηκε, της 10ης Δεκεμβρίου 1985, Motte, 247/84, και της 6ης Μαΐου 1986, Muller, 304/84, Συλλογή σ. 1511) προκύπτει επίσης ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, το κοινοτικό δίκαιο δεν αντιτίθεται στο να θεσπίζουν τα κράτη μέλη νομοθεσία που να υπάγει τη χρησιμοποίηση πρόσθετων ουσιών σε προηγούμενη άδεια χορηγούμενη με πράξη γενικής εφαρμογής για συγκεκριμένες πρόσθετες ουσίες, είτε για όλα τα προϊόντα είτε για ορισμένα μόνο μεταξύ αυτών είτε για ορισμένες χρήσεις. Νομοθεσία αυτού του είδους ανταποκρίνεται στο θεμιτό στόχο της υγειονομικής πολιτικής που συνίσταται στην περιστολή της ανέλεγκτης καταναλώσεως πρόσθετων τροφικών ουσιών.
37
Η επί των εισαγόμενων προϊόντων επιβολή απαγορεύσεων διαθέσεως στο εμπόριο προϊόντων που περιέχουν πρόσθετες ουσίες επιτρεπόμενες στο κράτος μέλος παραγωγής, απαγορευόμενες όμως στο κράτος μέλος εισαγωγής, επιτρέπεται πάντως μόνο κατά το μέτρο που είναι σύμφωνη προς τις απαιτήσεις του άρθρου 36 της Συνθήκης, όπως αυτό έχει ερμηνευτεί από το Δικαστήριο.
38
Πρέπει πρώτον να υπομνηστεί ότι με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του, Sandoz, Motte και Muller, το Δικαστήριο συνήγαγε από την αρχή της αναλογικότητας, στην οποία στηρίζεται η τελευταία φράση του άρθρου 36 της Συνθήκης, ότι οι απαγορεύσεις διαθέσεως στο εμπόριο προϊόντων που περιέχουν πρόσθετες ουσίες επιτρεπόμενες στο κράτος μέλος παραγωγής, απαγορευόμενες όμως στο κράτος μέλος εισαγωγής, πρέπει να περιορίζονται σε ό,τι είναι πράγματι αναγκαίο για τη διασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας. Το Δικαστήριο δέχτηκε επίσης ότι η χρησιμοποίηση συγκεκριμένης πρόσθετης ουσίας, επιτρεπόμενης σε άλλο κράτος μέλος, πρέπει να επιτρέπεται στην περίπτωση εισαγόμενου προϊόντος από το εν λόγω κράτος μέλος, εφόσον, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, των αποτελεσμάτων της διεθνούς επιστημονικής έρευνας και ειδικά των εργασιών της κοινοτικής επιστημονικής επιτροπής ανθρώπινης διατροφής και του Codex alimentarius του FAO και της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας και, αφετέρου, των συνηθειών διατροφής στο κράτος μέλος εισαγωγής, η πρόσθετη αυτή ουσία δεν παρουσιάζει κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και ανταποκρίνεται σε μια πραγματική ανάγκη τεχνολογικής ιδίως φύσεως.
39
Δεύτερον, πρέπει να υπομνηστεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 6ης Μαΐου 1986 (Muller, που προαναφέρθηκε), η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει επίσης να μπορούν οι επιχειρηματίες να ζητούν, με διαδικασία που να τους είναι ευχερώς προσιτή και η οποία να μπορεί να τερματίζεται εντός ευλόγου χρόνου, να επιτρέπεται με πράξη γενικής εφαρμογής η χρησιμοποίηση συγκεκριμένων πρόσθετων ουσιών.
40
Πρέπει να διευκρινιστεί ότι την αδικαιολόγητη έλλειψη άδειας πρέπει να μπορούν να προσβάλλουν οι επιχειρηματίες στο πλαίσιο ένδικης προσφυγής. Υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας που οι αρμόδιες εθνικές αρχές έχουν να ζητούν από τους επιχειρηματίες τα στοιχεία που αυτοί διαθέτουν και που μπορούν να είναι χρήσιμα στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, με την απόφαση της 6ης Μαΐου 1986 ( Muller, που προαναφέρθηκε) κρίθηκε ότι οι εν λόγω αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής υποχρεούνται να αποδεικνύουν ότι η απαγόρευση δικαιολογείται από λόγους προστασίας της υγείας του πληθυσμού τους.
41
Πρέπει να τονιστεί, αφενός, ότι το ελληνικό καθεστώς πρόσθετων ουσιών που ισχύει για το ζύθο οδηγεί σε αποκλεισμό όλων των πρόσθετων ουσιών που επιτρέπονται στα άλλα κράτη μέλη και όχι στον αποκλεισμό ορισμένων μεταξύ αυτών που δικαιολογείται συγκεκριμένα από τους κινδύνους που αυτές συνεπάγονται ενόψει των συνηθειών διατροφής του ελληνικού πληθυσμού και, αφετέρου, ότι δεν περιλαμβάνει καμιά διαδικασία επιτρέπουσα στους επιχειρηματίες να επιτυγχάνουν ώστε μια συγκεκριμένη πρόσθετη ουσία να επιτρέπεται, με πράξη γενικής εφαρμογής, στην παρασκευή του ζύθου.
42
Όσον αφορά ακόμα ειδικότερα τους κινδύνους που περικλείει η απορρόφηση των πρόσθετων ουσιών γενικά, οι οποίοι, σύμφωνα με την ελληνική κυβέρνηση, δικαιολογούν την απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως κάθε πρόσθετης ουσίας στο ζύθο, πρέπει να τονιστεί ότι η απλή αναφορά στους ενδεχόμενους αυτούς κινδύνους δεν δικαιολογεί τη θέσπιση απόλυτης απαγόρευσης στην περίπτωση του ζύθου, αφού το καθεστώς που ισχύει για τα λοιπά προϊόντα επιτρέπει τη χρησιμοποίηση πρόσθετων ουσιών.
43
Όσον αφορά την τεχνολογική ιδίως ανάγκη πρόσθετων ουσιών, η ελληνική κυβέρνηση προέβαλε ότι δεν υφίστατο, εφόσον ο ζύθος έχει παρασκευαστεί σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 3 του φορολογικού νόμου περί ζύθου.
44
Σχετικά, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι δεν αρκεί, για να αποκλειστεί ότι ορισμένες πρόσθετες ουσίες μπορούν να ανταποκρίνονται σε τεχνολογική ανάγκη, η επίκληση του γεγονότος ότι ο ζύθος μπορεί να παρασκευαστεί χωρίς πρόσθετες ουσίες εφόσον παρασκευάζεται από τις οριζόμενες για την Ελλάδα πρώτες ύλες. Παρόμοια ερμηνεία της έννοιας της τεχνολογικής ανάγκης, η οποία καταλήγει στο να ευνοεί τις εγχώριες μεθόδους παραγωγής, αποτελεί μέσο συγκεκαλυμμένου περιορισμού του μεταξύ κρατών μελών εμπορίου.
45
Η έννοια της τεχνολογικής ανάγκης πρέπει να αξιολογηθεί ανάλογα με τις χρησιμοποιούμενες πρώτες ύλες και λαμβάνοντας υπόψη την εκτίμηση στην οποία προέβησαν οι αρχές του κράτους μέλους όπου το προϊόν έχει νομίμως παρασκευαστεί και διατεθεί στο εμπόριο. Πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα αποτελέσματα της διεθνούς επιστημονικής έρευνας και ειδικότερα τα αποτελέσματα των εργασιών της κοινοτικής επιστημονικής επιτροπής ανθρώπινης διατροφής και της επιτροπής του Codex alimentarius του FAO και της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας.
46
Κατά συνέπεια, κατά το μέτρο που το ελληνικό καθεστώς περί πρόσθετων ουσιών όσον αφορά το ζύθο συνεπάγεται γενικό αποκλεισμό των πρόσθετων ουσιών, η εφαρμογή του στον εισαγόμενο από άλλα κράτη μέλη ζύθο δεν συμφωνεί προς τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου, όπως αποσαφηνίστηκαν με τη νομολογία του Δικαστηρίου, διότι αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας και δεν καλύπτεται επομένως από την εξαίρεση του άρθρου 36 της Συνθήκης.
47
Η κρίση αυτή ισχύει κατά μείζονα λόγο για την απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο ζύθου που παρασκευάζεται με τη βοήθεια ενζύμων. Πράγματι, αφενός, δεν μπορεί να υποστηριχτεί σοβαρά ότι τα ένζυμα αυτά είναι επικίνδυνα για την υγεία των ανθρώπων, εφόσον η χρησιμοποίηση τους στους χυμούς φρούτων επιτρέπεται σε κοινοτικό επίπεδο με την οδηγία του Συμβουλίου της 17ης Νοεμβρίου 1975 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/014, σ. 116), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 79/168 του Συμβουλίου της 13ης Φεβρουαρίου 1979 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 54). Αφετέρου, δεν αμφισβητήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση ότι τα ένζυμα εξαφανίζονται κατά τη διάρκεια της παρασκευής ή δεν υφίστανται στο τελικό προϊόν παρά σε αμελητέες αναλογίες.
48
Από τις προηγούμενες σκέψεις πρέπει να συναχθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, απαγορεύοντας τη διάθεση στο εμπόριο ζύθου που παράγεται νομίμως και κυκλοφορεί στα άλλα κράτη μέλη όταν ο ζύθος αυτός δεν συμφωνεί με τις επιταγές της νομοθεσίας της, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Επί των δικαστικών εξόδων
49
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Εφόσον η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η Ελληνική Δημοκρατία, απαγορεύοντας τη διάθεση στο εμπόριο ζύθου που παράγεται νομίμως και κυκλοφορεί στα άλλα κράτη μέλη όταν ο ζύθος αυτός δεν συμφωνεί με τις επιταγές της νομοθεσίας της, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
2)
Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Mackenzie Stuart
Galmot
Κακούρης
O'Higgins
Schockweiler
Bosco
Koopmans
Due
Everling
Bahlmann
Joliét
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Μαρτίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy