Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία — Νομισματικά εξισωτικά ποσά — Απαλλαγή καταβολής — Ρήτρα επιείκειας — Κατά χρόνο εφαρμογή — Εξουσία εκτιμήσεως των κρατών μελών — Όρια
( Κανονισμός της Επιτροπής 1608/74 , άρθρο 2 , παράγραφος 2 , και άρθρο 6 )
Περίληψη
1 . O κανονισμός 1608/74 , οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται αναδρομικά , βάσει του άρθρου 6 , « στις εισαγωγές και εξαγωγές που πραγματοποιήθηκαν από την 4η Ιουνίου 1973 » αποσκοπεί στην απάμβλυνση των αποτελεσμάτων επί των τρεχουσών συμβάσεων των προσαρμογών των νομισματικών εξισωτικών ποσών που έλαβαν χώρα μετά την ημερομηνία αυτή . Κατά συνέπεια , ο εν λόγω κανονισμός πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι η για λόγους επιείκειας απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής ή επιστροφή των ΝΕΠ που εισπράχτηκαν κατά την εισαγωγή , επιτρέπεται ακόμη και αν οι συμβάσεις , βάσει των οποίων πραγματοποιήθηκε η εισαγωγή , είχαν συναφθεί πριν από τις 4 Ιουνίου 1973 .
2 . O κανονισμός 1608/74 αναγνωρίζει μεν στις αρμόδιες εθνικές αρχές κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να αποφανθούν αν συντρέχουν οι κατά το άρθρο 2 , παράγραφος 2 , προϋποθέσεις , δεν τους παρέχει όμως την εξουσία να αρνηθούν την απαλλαγή ή την επιστροφή όταν έχουν δεχτεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη γένεση του δικαιώματος αυτού .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 183/84 ,
που έχει ως αντικείμενο δύο προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK , το Hessisches Finanzgericht , στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του μεταξύ
Soehnlein Rheingold , Wiesbaden ,
και
Hauptzollamt Wiesbaden ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
με τα οποία ζητείται η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού ( EOK ) 1608/74 της Επιτροπής , της 26ης Ιουνίου 1974 , περί ειδικών διατάξεων επί του θέματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 6ης Ιουνίου 1984 , η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Ιουλίου 1984 , το Hessisches Finanzgericht υπέβαλε , δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK , δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού ( EOK ) 1608/74 της Επιτροπής , της 26ης Ιουνίου 1974 , περί ειδικών διατάξεων επί του θέματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών ( EE ειδ . έκδ . 03/010 , σ . 229 ).
2 Τα εν λόγω ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του Finanzgericht μεταξύ της εταιρίας Soehnlein Rheingold , προσφεύγουσας στην κύρια δίκη , και του Hauptzollamt Wiesbaden , αντικείμενο της οποίας είναι η απόρριψη εκ μέρους των εθνικών αρχών των αρμόδιων για την καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών ( εφεξής ΝΕΠ ) της αιτήσεως που είχε υποβάλει η εν λόγω εταιρία και με την οποία ζητούσε να υπαχθεί στο προβλεπόμενο από τον κανονισμό ( EOK ) 1608/74 μέτρο επιείκειας . Με την εν λόγω αίτηση η εταιρία ζητούσε να της επιστραφεί το μέρος των ΝΕΠ που ήταν ίσο με τη διαφορά μεταξύ των ΝΕΠ που ίσχυαν κατά την ημερομηνία συνάψεως εκ μέρους της εν λόγω εταιρίας των συμβάσεων εισαγωγής κρασιών από τη Γαλλία και την Ιταλία και των ΝΕΠ που ίσχυαν κατά την ημερομηνία που πραγματοποιήθηκαν οι εισαγωγές αυτές .
3 Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού ( EOK ) 1608/74 , που ίσχυε κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης ,
« σε περίπτωση δημιουργίας ή αυξήσεως νομισματικών εξισωτικών ποσών τα οποία προκύπτουν από τον καθορισμό ή την τροποποίηση της κεντρικής τιμής ή της αντιπροσωπευτικής τιμής του νομίσματος κράτους μέλους που έχει χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής ή από την απόφαση ενός κράτους μέλους να αφήσει το νόμισμά του να κυμαίνεται ελεύθερα σε σχέση με τα νομίσματα των κρατών μελών των οποίων η διακύμανση των ισοτιμιών διατηρείται στο πλαίσιο μεγίστου στιγμιαίου ανοίγματος 2,25 % , επιτρέπεται το κράτος μέλος αυτό να μην εισπράττει κατά παραχώρηση και με τις ακόλουθες προϋποθέσεις το νομισματικό εξισωτικό ποσό ή με το μέρος του ποσού αυτού που αντιστοιχεί στην προσαύξηση » .
4 Οι προϋποθέσεις της απαλλαγής αυτής περιλαμβάνονται στο άρθρο 2 , παράγραφος 2 , του κανονισμού , σύμφωνα με το οποίο :
« δύναται να γίνει χρήση της αδείας που αναφέρεται στο άρθρο 1 , μόνο κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου και εφόσον αυτός προσκομίσει απόδειξη κατά την υποβολή της αιτήσεώς του :
α ) ότι η είσπραξη του νομισματικού εξισωτικού ποσού που δημιουργήθηκε ή αυξήθηκε τελευταία δεν είναι απαραίτητη στην περίπτωση αυτή για να αντισταθμίσει την επίπτωση του νομισματικού μέτρου που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο επί της τιμής του προϊόντος·
β ) ότι η είσπραξη συνεπάγεται για τον ενδιαφερόμενο υπερβολική πρόσθετη επιβάρυνση την οποία δεν κατέστη δυνατό να αποφύγει παρ’ ότι έλαβε την αναγκαία και κανονική μέριμνα . »
5 Ύστερα από την τροποποίηση της κεντρικής τιμής του μάρκου στις 29 Ιουνίου 1973 , η οποία είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των ΝΕΠ από τις 3 Ιουλίου 1973 , η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αποφάσισε με σχετική γνωστοποίηση της 3ης Ιουλίου 1974 να κάνει χρήση της κατά το άρθρο 1 του προαναφερθέντος κανονισμού 1608/74 άδειας και να επιστρέφει ή να μην εισπράττει το μέρος των ΝΕΠ που αντιστοιχούσε στην αύξηση , υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από το παραπάνω άρθρο 2 .
6 H προσφεύγουσα στην κύρια δίκη , που είχε εισαγάγει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ποσότητα επιτραπέζιου οίνου από τη Γαλλία και Ιταλία κατά το χρονικό διάστημα από Ιούλιο μέχρι Οκτώβριο 1973 , σε εκτέλεση συμβάσεων που είχε συνάψει κατά το χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο 1972 μέχρι το Μάρτιο 1973 , υπέβαλε στις αρμόδιες αρχές αίτηση προκειμένου να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του κανονισμού 1608/74 .
7 Το Hauptzollamt απέρριψε την αίτηση αυτή . Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως η εταιρία Soehnlein Rheingold υπέβαλε ένσταση ενώπιον της Oberfinanzdirektion ( Ανώτερης Διεύθυνσης Οικονομικών ) της Φραγκφούρτης , η οποία επίσης την απέρριψε , με απόφαση της 7ης Ιουνίου 1978 .
8 Κατόπιν αυτού , η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη προσέφυγε στο Hessisches Finanzgericht , ζητώντας την ακύρωση των εν λόγω απορριπτικών αποφάσεων .
9 H καθής εθνική διοίκηση προέβαλε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου εκτός από τους λόγους στους οποίους στηρίχτηκε η απορριπτική απόφαση της Oberfinanzdirektion της Φραγκφούρτης και τα ακόλουθα δύο επιχειρήματα .
10 Σύμφωνα με το πρώτο επιχείρημα , το προβλεπόμενο με τον κανονισμό 1608/74 μέτρο επιείκειας δεν εφαρμόζεται επί συμβάσεων που είχαν συναφθεί πριν από τις 3 Ιουνίου 1973 , όπως προκύπτει από την απόφαση του Finanzgericht του Αμβούργου της 7ης Απριλίου 1981 ( IV 37/79 ).
11 Σύμφωνα με το δεύτερο επιχείρημα , η προσφεύγουσα είχε διατηρήσει τις ίδιες τιμές επί σειρά ετών , ανεξάρτητα από τις επιβαρύνσεις από τα ΝΕΠ και από τις άλλες αυξήσεις των εξόδων . Το επιχείρημα αυτό είναι δυνατόν να σημαίνει , σύμφωνα με την παραπεμπτική Διάταξη , ότι ο εισαγωγέας δεν μπορεί να επικαλεστεί προς υπεράσπισή του τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη , επειδή στην πραγματικότητα δεν πίστευε ότι θα παρέμεναν σε ισχύ σταθεροί φορολογικοί συντελεστές . Πάντως , το επιχείρημα αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό , σύμφωνα με το εθνικό δικαστήριο , παρά μόνο σε περίπτωση που ο κανονισμός 1608/74 παρείχε διακριτική ευχέρεια στη διοίκηση , γεγονός που δεν έγινε δεκτό από το Finanzgericht του Αμβούργου σε μια άλλη απόφαση της ίδιας ημέρας ( IV 99/H ).
12 Δεδομένου ότι το Hessisches Finanzgericht είχε αμφιβολίες όσον αφορά τα εν λόγω δύο επιχειρήματα , ανέβαλε , με Διάταξη της 6ης Ιουνίου 1984 , την έκδοση της οριστικής απόφασής του και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα :
« 1 ) Έχει ο κανονισμός ( EOK ) 1608/74 την έννοια ότι η χάριν επιεικείας απαλλαγή από την καταβολή ή επιστροφή των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εισπράχθηκαν κατά την εισαγωγή ισχύει μόνο για τις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες οι συμβάσεις , βάσει των οποίων πραγματοποιήθηκε η εισαγωγή , συνήφθησαν μετά τις 3 Ιουνίου 1973 ;
2 ) Έχει ο κανονισμός ( EOK ) 1608/74 την έννοια ότι , εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις , γεννάται το δικαίωμα απαλλαγής από την καταβολή ή επιστροφής των νομισματικών εξισωτικών ποσών ή μήπως τα κράτη μέλη διαθέτουν διακριτική εξουσία να αποφασίζουν όχι μόνο σχετικά με την καταρχήν εφαρμογή του κανονισμού αλλά και για την απαλλαγή από την καταβολή τους ή για την επιστροφή τους κατά περίπτωση ; » .
Επί του πρώτου ερωτήματος
13 H προσφεύγουσα στην κύρια δίκη παρατηρεί ότι , βάσει του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 6 του κανονισμού ( EOK ) 1608/74 , ο τελευταίος αυτός « εφαρμόζεται στις εισαγωγές ή εξαγωγές που πραγματοποιήθηκαν από την 4η Ιουνίου 1973 »· κατ’ ανάγκη λοιπόν οι συμβάσεις επί των οποίων στηρίζονταν οι εν λόγω πράξεις δεν ήταν δυνατό να έχουν συναφθεί παρά πριν από τις 3 Ιουνίου 1973 . Προσθέτει ότι , δυνάμει του άρθρου 4 , παράγραφος 1 , ο κανονισμός εφαρμόζεται και επί των λεγομένων μακροπρόθεσμων συμβάσεων , η διάρκεια των οποίων κατά κανόνα είναι ανώτερη των τριών μηνών . Αν ο κανονισμός ( EOK ) 1608/74 εφαρμοζόταν μόνο στις συμβάσεις που συνήφθησαν μετά τις 4 Ιουνίου 1973 , η υπαγωγή των μακροπρόθεσμων συμβάσεων στις εν λόγω διατάξεις δεν θα ήταν δυνατό να προβλεφθεί παρά μόνο για τις εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν από τις 4 Σεπτεμβρίου 1973 , γεγονός που θα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση προς το σαφές γράμμα του προαναφερθέντος δεύτερου εδαφίου του άρθρου 6 .
14 Περαιτέρω , η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι η αναδρομική ισχύς από 4 Ιουνίου 1973 του εν λόγω κανονισμού , ο οποίος δημοσιεύτηκε στις 27 Ιουνίου 1974 , δεν σημαίνει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης ήθελε να περιλάβει μόνο τις συμβάσεις που είχαν συναφθεί μετά τις 4 Ιουνίου 1973 . Δεν υπάρχει πράγματι κανένα στοιχείο που να δείχνει ότι αυτή ήταν η πρόθεσή του . H ορθή ερμηνεία της αναδρομικής αυτής ισχύος και της επιλογής της ημερομηνίας της 4ης Ιουνίου 1973 έγκειται στο γεγονός ότι , εκτός από την υπερτίμηση του μάρκου , η οποία έλαβε χώρα στις 29 Ιουνίου 1973 , από τις 4 Ιουνίου 1973 άρχισε να ισχύει και μια άλλη νομισματική μεταρρύθμιση : το σύστημα των κυμαινόμενων ΝΕΠ αντικαταστάθηκε από το σύστημα των σταθερών ΝΕΠ με τον κανονισμό 1112/73 , της 30ής Απριλίου 1973 , το νέο όμως σύστημα άρχισε να ισχύει , βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού 1463/73 , από τις 4 Ιουνίου 1973 . Αυτός είναι και ο λόγος , σύμφωνα με την άποψη της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη , για τον οποίο το άρθρο 6 του κανονισμού 1608/74 όρισε την αναδρομικότητα από τις 4 Ιουνίου 1973 .
15 H Επιτροπή θεωρεί ότι το γράμμα του άρθρου 6 του κανονισμού 1608/74 έρχεται σε αντίθεση με την άποψη σύμφωνα με την οποία οι συμβάσεις δυνάμει των οποίων πραγματοποιήθηκαν οι πράξεις εισαγωγής και εξαγωγής έπρεπε να έχουν συναφθεί μετά τις 3 Ιουνίου 1973 .
16 H Επιτροπή παρατηρεί ότι σκοπός της ρύθμισης που θέσπισε ο κανονισμός 1608/74 ήταν η αποφυγή των δυσχερειών στο εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο τις οποίες δημιουργεί για τις τρέχουσες συμβάσεις η νομισματική αστάθεια . O κανονισμός αυτός άρα αποτελεί σταθερότερη βάση από o,τι οι μεταβατικές διατάξεις που θεσπίζονταν περιοδικά με σκοπό την απάμβλυνση των συνεπειών από τις προσαρμογές των ΝΕΠ .
17 H Επιτροπή παρατηρεί σαφώς ότι ο κανονισμός 1608/74 άρχισε να ισχύει μετά τη συμφωνία επί του « νομισματικού φιδιού » , σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του νέου συστήματος των ΝΕΠ , το οποίο είχε αρχίσει να ισχύει με τον κανονισμό 1463/73 , της 4ης Ιουνίου 1973 , και αποτελούσε την τελευταία ουσιώδη τροποποίηση επί του θέματος μέχρις ότου θεσπίστηκε ο κανονισμός 1608/74 . H Επιτροπή διευκρινίζει ότι για το λόγο αυτό έκρινε ότι ενδεικνυόταν ο κανονισμός 1608/74 να ισχύσει αναδρομικά επί των εισαγωγών που είχαν πραγματοποιηθεί μετά τις 4 Ιουνίου 1973 και υπογραμμίζει ότι ο στόχος αυτός δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί παρά μόνο αν λαμβάνονταν υπόψη και οι συμβάσεις που είχαν συναφθεί πριν από την ημερομηνία αυτή .
18 Πρέπει να γίνει δεκτό ότι , όπως ορθά παρατηρούν η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη και η Επιτροπή , οι διατάξεις του κανονισμού 1608/74 εφαρμόζονται αναδρομικά , βάσει του άρθρου 6 , « στις εισαγωγές και εξαγωγές που πραγματοποιήθηκαν από την 4η Ιουνίου 1973 » . Κατά συνέπεια , οι εισαγωγές και εξαγωγές αυτές δεν ήταν δυνατόν να έχουν πραγματοποιηθεί κατά την εν λόγω ημερομηνία παρά μόνο εις εκτέλεση συμβάσεων που κατ’ ανάγκη είχαν συναφθεί σε προγενέστερη ημερομηνία .
19 Το συμπέρασμα αυτό , που συνάγεται από το γράμμα του άρθρου 6 , επιβεβαιώνεται και από τους λόγους και το σκοπό της θεσπίσεως του κανονισμού που , όπως παρατηρούν η Επιτροπή και η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη , συνίσταντο στην απάμβλυνση των αποτελεσμάτων επί των τρεχουσών συμβάσεων των προσαρμογών των ΝΕΠ που έλαβαν χώρα μετά τις 4 Ιουνίου 1973 . Αυτός ακριβώς ο σκοπός είναι που δικαιολογεί την εφαρμογή του κανονισμού 1608/74 στις εισαγωγές και εξαγωγές που πραγματοποιήθηκαν μετά μεν από τις 4 Ιουνίου 1973 , αλλ’ εις εκτέλεση προγενέστερων συμβάσεων .
20 Πρέπει λοιπόν στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το Hessisches Finanzgericht να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 1608/74 της Επιτροπής , της 26ης Ιουνίου 1974 , πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι η απαλλαγή για λόγους επιείκειας από την υποχρέωση καταβολής κατά την εισαγωγή νομισματικών εξισωτικών ποσών ή η επιστροφή των εισπραχθέντων επιτρέπεται ακόμη και αν οι συμβάσεις , βάσει των οποίων πραγματοποιήθηκε η εισαγωγή , είχαν συναφθεί πριν από τις 4 Ιουνίου 1973 .
Επί του δεύτερου ερωτήματος
21 H προσφεύγουσα στην κύρια δίκη υποστηρίζει ότι η απόφαση ενός κράτους μέλους να κάνει χρήση της προβλεπόμενης με το άρθρο 1 του κανονισμού 1608/74 άδειας στερεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες του κάθε εξουσία εκτιμήσεως κατά την εξέταση των αιτήσεων των ενδιαφερομένων με τις οποίες ζητείται η εφαρμογή στην περίπτωσή τους της προβλεπόμενης με το άρθρο 1 του κανονισμού ρήτρας επιείκειας , και τις υποχρεώνει να εφαρμόζουν τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού . Παρατηρεί ότι , αν γινόταν δεκτό ότι τα κράτη μέλη διατηρούν εξουσία εκτιμήσεως σε κάθε συγκεκριμένη ατομική περίπτωση , το γεγονός αυτό θα τους επέτρεπε να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν τον κανονισμό 1608/74 κατά διάφορους τρόπους , ανάλογα με τις αντιλήψεις και τις εθνικές διατάξεις τους σχετικά με τα μέτρα επιείκειας .
22 Αντίθετα , η Επιτροπή θεωρεί ότι , στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανονισμού 1608/74 , τα κράτη μέλη διαθέτουν διακριτική εξουσία σε κάθε ατομική περίπτωση . Παρατηρεί ότι η εν λόγω ερμηνεία απορρέει από την τέταρτη και έκτη αιτιολογική σκέψη και από το άρθρο 2 , παράγραφος 2 , του κανονισμού , καθώς επίσης και από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 10ης Μα ΐου 1978 ( στην υπόθεση 137/77 , Societe pour l’exportation des sucres κατά Επιτροπής , Slg . 1978 , σ . 1061 ), της 2ας Μαρτίου 1978 ( στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 12 , 18 και 21/77 , Debayser κατά Επιτροπής , Slg . 1978 , σ . 553 ) και της 20ής Μα ΐου 1981 ( στην υπόθεση 152/80 , Debayser κατά Firs , Συλλογή 1981 , σ . 1291 ).
23 Κατά την Επιτροπή , το γεγονός ότι στις εν λόγω αποφάσεις το Δικαστήριο δεν χρησιμοποίησε τον όρο « διακριτική εξουσία » , αλλ’ αναγνώρισε στα κράτη μέλη ορισμένα « περιθώρια εκτιμήσεως » προκειμένου να αποφαίνονται κατά πόσο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να ισχύσει η ρήτρα επιείκειας δεν συνιστά παρά πρόβλημα ορολογίας· το ουσιώδες ερώτημα είναι αν οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν κατά την εφαρμογή της ρήτρας επιείκειας στις ατομικές περιπτώσεις εξουσία να λαμβάνουν αποφάσεις η οποία δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο παρά περιορισμένου μόνο δικαστικού ελέγχου . Στο ερώτημα αυτό η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση . H διακριτική εξουσία των εθνικών αρχών περιλαμβάνει και το δικαίωμα της μη χορηγήσεως ή της μερικής χορηγήσεως της απαλλαγής ή της επιστροφής των ΝΕΠ , έστω και αν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανονισμού , εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό αρκεί για να αντισταθμίσει την υπερβολική συμπληρωματική επιβάρυνση η οποία δικαιολογεί την εφαρμογή των μέτρων επιείκειας , δυνάμει του άρθρου 2 , παράγραφος 2 , περίπτωση β ), του κανονισμού .
24 Πρέπει να γίνει δεκτό ότι το προαναφερθέν άρθρο 2 , παράγραφος 2 , όπως διατυπώνεται , αφήνει στις αρμόδιες εθνικές αρχές κάποια περιθώρια εκτιμήσεως , προκειμένου να αποφασίσουν αν συντρέχουν ή όχι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις . Από τη στιγμή όμως που γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν , η αρμόδια αρχή δεν διαθέτει την εξουσία να αρνηθεί την απαλλαγή ή την επιστροφή .
25 Διαφορετική ερμηνεία δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο γράμμα της επίδικης διάταξης ούτε στους επιδιωκόμενους από τον κοινοτικό νομοθέτη στόχους .
26 Στο δεύτερο επομένως ερώτημα που υπέβαλε το Hessisches Finanzgericht προσήκει η απάντηση ότι ο κανονισμός ( EOK ) 1608/74 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι αναγνωρίζεται μεν στις αρμόδιες εθνικές αρχές κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να αποφανθούν αν συντρέχουν οι κατά το άρθρο 2 , παράγραφος 2 , προϋποθέσεις , δεν τους παρέχεται όμως η εξουσία να αρνηθούν την απαλλαγή ή την επιστροφή όταν έχουν δεχτεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη γένεση του δικαιώματος αυτού .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
27 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο , δεν αποδίδονται . Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 6ης Ιουνίου 1984 το Hessisches Finanzgericht , αποφαίνεται :
1 ) Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1608/74 της Επιτροπής , της 26ης Ιουνίου 1974 , πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι η απαλλαγή για λόγους επιείκειας από την υποχρέωση καταβολής κατά την εισαγωγή νομισματικών εξισωτικών ποσών ή η επιστροφή των εισπραχθέντων επιτρέπεται ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία οι συμβάσεις , βάσει των οποίων πραγματοποιήθηκε η εισαγωγή , είχαν συναφθεί πριν από τις 4 Ιουνίου 1973 .
2 ) Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1608/74 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι αναγνωρίζεται μεν στις αρμόδιες εθνικές αρχές κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να αποφανθούν αν συντρέχουν οι κατά το άρθρο 2 , παράγραφος 2 , προϋποθέσεις , δεν τους παρέχεται όμως η εξουσία να αρνηθούν την απαλλαγή ή την επιστροφή όταν έχουν δεχτεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη γένεση του δικαιώματος αυτού .
Full & Egal Universal Law Academy