Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών — Άρθρο 8 του κανονισμού 1697/79 — Συγκεκριμένη πράξη εισπράξεως — Έννοια — Συγκέντρωση περισσότερων επιμέρους πράξεων εισπράξεως — Επιτρεπτό — Προϋποθέσεις
( Κανονισμός 1697/79 του Συμβουλίου , άρθρο 8 )
Περίληψη
H έκφραση « συγκεκριμένη πράξη εισπράξεως » που χρησιμοποιείται στο άρθρο 8 του κανονισμού 1697/79 του Συμβουλίου , περί της εκ των υστέρων εισπράξεως των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών , έχει την έννοια ότι αφορά κάθε επιμέρους πράξη εισαγωγής ή εξαγωγής χωριστά . H ερμηνεία αυτή δεν αποτελεί εμπόριο στην πρακτική που συνίσταται στη συγκέντρωση , σε ενιαία απόφαση εισπράξεως , περισσότερων επιμέρους πράξεων εισπράξεως , εφόσον καθεμία από αυτές συνεπάγεται δασμό ανώτερο του ποσού που ορίζει το άρθρο 8 , παράγραφος 1 , του προαναφερθέντος κανονισμού .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 214/84 ,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του εβδόμου τμήματος του Hessisches Finanzgericht προς το Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK , με την οποία ζητείται , στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Stinnes AG
και
Hauptzollamt Kassel ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 8 του κανονισμού ( EOK ) 1697/79 του Συμβουλίου , της 24ης Ιουλίου 1979 , περί της « εκ των υστέρων » εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από το φορολογούμενο , για εμπορεύματα που διασαφηνίστηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών ( EE ειδ . έκδ . 02/007 , σ . 254 ),
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 10ης Αυγούστου 1984 , που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Αυγούστου 1984 , το Hessisches Finanzgericht υπέβαλε , δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK , προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 8 του κανονισμού ( EOK ) 1697/79 του Συμβουλίου , της 24ης Ιουλίου 1979 , περί της « εκ των υστέρων » εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από το φορολογούμενο , για εμπορεύματα που διασαφηνίστηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών ( EE ειδ . έκδ . 02/007 , σ . 254 ).
2 Το ερώτημα ανέκυψε στο πλαίσιο προσφυγής της εταιρίας Stinnes , η οποία ζητεί την ακύρωση τεσσάρων αποφάσεων σχετικά με την εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών δασμών τις οποίες εξέδωσε το Hauptzollamt ( Κεντρικό Τελωνείο ) του Kassel στηριζόμενο στον προαναφερθέντα κανονισμό .
3 Κατά τη διάρκεια του 1981 , η εταιρία Stinnes πραγματοποίησε 502 εισαγωγές ξύλινων παλετών από την Τσεχοσλοβακία . Δεν αμφισβητείται ότι , λόγω εσφαλμένου υπολογισμού , οι εισαγωγικοί δασμοί που επιβλήθηκαν για τις εισαγωγές αυτές ήσαν υπερβολικά χαμηλοί . Το Hauptzollamt του Kassel , στηριζόμενο στον κανονισμό 1697/79 , εξέδωσε τέσσερις αποφάσεις για την εκ των υστέρων είσπραξη , καθεμία από τις οποίες αφορά τις εισαγωγές που πραγματοποίησε η εταιρία Stinnes κατά τη διάρκεια του αντίστοιχου τριμήνου του 1981 . Έτσι , ζητήθηκε από την εν λόγω εταιρία η καταβολή 728,30 γερμανικών μάρκων για το πρώτο τρίμηνο του 1981 , 1 802,40 γερμανικών μάρκων για το δεύτερο τρίμηνο του 1981 , 2 059,80 γερμανικών μάρκων για το τρίτο τρίμηνο του 1981 και 695,30 γερμανικών μάρκων για το τέταρτο τρίμηνο του 1981 .
4 H εταιρία Stinnes προσέβαλε ενώπιον του Hessisches Finanzgericht τις τέσσερις αυτές αποφάσεις για την εκ των υστέρων είσπραξη ως αντίθετες προς το άρθρο 8 , παράγραφος 1 , του κανονισμού 1697/79 , το οποίο αποκλείει την εκ των υστέρων είσπραξη των εισαγωγικών δασμών το ποσό των οποίων είναι « για κάθε συγκεκριμένη πράξη εισπράξεως » κατώτερο από ένα κατώτατο όριο . H προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι , αν το Hauptzollamt του Kassel δεν είχε συγκεντρώσει τις 502 πράξεις εισαγωγής σε τέσσερις αποφάσεις για την εκ των υστέρων είσπραξη , για πέντε μόνο από αυτές τις πράξεις θα ήταν δυνατό να επιβληθεί συμπληρωματικός δασμός ύψους ίσου με το καθοριζόμενο στο άρθρο 8 , παράγραφος 1 , κατώτατο όριο . H συγκέντρωση αυτή επιμέρους πράξεων σε ενιαία πράξη αντίκειται στο άρθρο 8 , παράγραφος 1 , του κανονισμού 1697/79 , γεγονός που πρέπει να οδηγήσει στην ακύρωση των επίδικων αποφάσεων εισπράξεως .
5 Το Hauptzollamt του Kassel υποστήριξε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ότι η έκφραση « για κάθε συγκεκριμένη πράξη εισπράξεως » του προαναφερθέντος άρθρου 8 , παράγραφος 1 , δεν αφορά την είσπραξη που αντιστοιχεί σε κάθε επιμέρους πράξη εισαγωγής ή εξαγωγής , αλλά την απόφαση εισπράξεως , η οποία είναι δυνατόν , όπως συμβαίνει συνήθως , να συγκεντρώνει πολλές πράξεις εισαγωγής ή εξαγωγής . H άθροιση του ποσού των πράξεων αυτών καθιστά δυνατή την είσπραξη όχι αμελητέων ποσών και εξυπηρετεί συγχρόνως το σκοπό του άρθρου 8 , παράγραφος 1 , που συνίσταται στην αποφυγή δυσανάλογων διοικητικών εξόδων σε σχέση με τα προς είσπραξη ποσά . Προς στήριξη της άποψής του , το Hauptzollamt του Kassel επικαλείται τις εσωτερικές διοικητικές οδηγίες αναφορικά με τον κανονισμό 1430/79 του Συμβουλίου , της 2ας Ιουλίου 1979 , σχετικά με την επιστροφή ή τη διαγραφή χρέους από εισαγωγικούς ή εξαγωγικούς δασμούς ( EE ειδ . έκδ . 11/015 , σ . 162 ). Οι σχετικές οδηγίες επιτρέπουν τη συγκέντρωση περισσότερων πράξεων , ώστε να καθίσταται δυνατή η επίτευξη του κατώτατου ποσού που απαιτείται για την επιστροφή . H ερμηνεία αυτή πρέπει να ισχύσει και για την εκ των υστέρων είσπραξη .
6 Κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία κανόνα του κοινοτικού δικαίου , το Hessisches Finanzgericht υπέβαλε με Διάταξη της 10ης Αυγούστου 1984 στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα :
« Έχει η έκφραση ‛‛ συγκεκριμένη πράξη εισπράξεως ’’ του άρθρου 8 του κανονισμού ( EOK ) 1697/79 την έννοια ότι με αυτή νοείται η εκ των υστέρων είσπραξη για κάθε συγκεκριμένη εισαγωγή ή εξαγωγή , ή ως συγκεκριμένη πράξη νοείται η ενιαία απόφαση για την εκ των υστέρων είσπραξη , έστω και αν η απόφαση αυτή αφορά , με σκοπό την εκ των υστέρων ενιαία είσπραξη των δασμών , διάφορες πράξεις εισαγωγής ή εξαγωγής που πραγματοποίησε ο υπόχρεος προς καταβολή δασμών ; »
7 Επί του ερωτήματος αυτού , η εταιρία Stinnes , προσφεύγουσα στην κύρια δίκη , και η Επιτροπή διατύπωσαν τις ακόλουθες παρατηρήσεις .
8 H εταιρία Stinnes αμφισβητεί ότι η ερμηνεία που δίνουν στον κανονισμό περί επιστροφής οι εσωτερικές διοικητικές οδηγίες μπορεί να επεκταθεί κατ’ αναλογία και στην περίπτωση της είσπραξης , επειδή στην πρώτη περίπτωση η εν λόγω ερμηνεία ευνοεί τον υπόχρεο , ενώ στη δεύτερη αποβαίνει εις βάρος του . H εταιρία Stinnes ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι η συγκέντρωση επιμέρους πράξεων με σκοπό την επίτευξη του καθορισμένου κατώτατου ορίου παρέχει τελικά στη διοίκηση εξουσία εκτιμήσεως , μολονότι το ίδιο το γράμμα του άρθρου 8 την αποκλείει . Πρέπει λοιπόν ως « συγκεκριμένη πράξη εισπράξεως » να νοηθεί , σύμφωνα με την προσφεύγουσα στην κύρια δίκη , η απόφαση περί επιβολής δασμού για συγκεκριμένη εισαγωγή εμπορευμάτων .
9 H Επιτροπή θεωρεί ότι , μολονότι η διατύπωση του επίδικου κειμένου στη γερμανική και ολλανδική γλώσσα μπορούν να ερμηνευτούν ότι αφορούν είτε την απόφαση εισπράξεως είτε την πράξη που αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της οφειλής του δασμού , οι αντίστοιχες εκφράσεις στη γαλλική , ιταλική , αγγλική και δανική γλώσσα δεν μπορούν παρά να αφορούν την απόφαση της αρμόδιας αρχής για είσπραξη . Δεύτερον , η Επιτροπή θεωρεί ότι η ερμηνεία αυτή συνάδει τόσο προς το γενικό στόχο του κανονισμού , που συνίσταται στην προστασία των οικονομικών και δημοσιονομικών συμφερόντων της Κοινότητας , όσο και προς το στόχο του άρθρου 8 του κανονισμού , που εξαγγέλλει έναν ελάχιστο κανόνα που υπαγορεύεται από λόγους αποτελεσματικότητας . Τρίτον , η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση που έλαβε στις 27 Μα ΐου 1984 η Επιτροπή Τελωνειακών Ατελειών δυνάμει του άρθρου 25 του κανονισμού περί επιστροφής . Με την απόφαση αυτή επιτρέπεται , όπως ακριβώς και με τις γερμανικές διοικητικές οδηγίες , η συγκέντρωση περισσότερων επιμέρους πράξεων προς επίτευξη του κατώτατου ποσού το οποίο επιτρέπει την επιστροφή . H ερμηνεία αυτή πρέπει να επεκταθεί στον κανονισμό για την εκ των υστέρων είσπραξη . H Επιτροπή προτείνει επομένως να δοθεί στο άρθρο 8 , παράγραφος 1 , του κανονισμού 1697/79 η ερμηνεία ότι « δεν μπορεί να χωρήσει εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών , εφόσον το ποσό των δασμών αυτών που θα απαιτούσαν οι αρμόδιες αρχές για κάθε συγκεκριμένη πράξη εισπράξεως από τον υπόχρεο προς καταβολή είναι κατώτερο των δέκα ευρωπαϊκών λογιστικών μονάδων » .
10 Πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί το κείμενο του άρθρου 8 , παράγραφος 1 , του κανονισμού ( EOK ) 1697/79 , το οποίο ορίζει τα εξής :
« Δεν χωρεί εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών των οποίων το ποσό , για κάθε συγκεκριμένη πράξη εισπράξεως , είναι κατώτερο των δέκα ευρωπαϊκών λογιστικών μονάδων . »
11 Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι , σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις του προαναφερθέντος κανονισμού , η διάταξη αυτή προστέθηκε , επειδή « δεν κρίνεται σκόπιμο να κινείται η διαδικασία της εκ των υστέρων εισπράξεως ποσών που δεν υπερβαίνουν τις δέκα ευρωπαϊκές λογιστικές μονάδες » .
12 Αν η διοίκηση με μία μόνο πράξη εισπράξεως είχε τη δυνατότητα να εισπράττει δασμούς , καθένας από τους οποίους χωριστά είναι κατώτερος από δέκα ευρωπαϊκές λογιστικές μονάδες , η διάταξη του άρθρου 8 , παράγραφος 1 , θα στερούνταν οιασδήποτε πρακτικής αποτελεσματικότητας , επειδή η άθροιση των δασμών θα επέτρεπε σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις την επίτευξη του καθοριζόμενου κατώτατου ορίου .
13 Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι η έκφραση « συγκεκριμένη πράξη εισπράξεως » κατά την έννοια του άρθρου 8 , παράγραφος 1 , του κανονισμού ( EOK ) 1697/79 δεν μπορεί παρά να αναφέρεται σε κάθε επιμέρους πράξη εισαγωγής ή εξαγωγής .
14 Πάντως , η εν λόγω ερμηνεία δεν αποτελεί εμπόδιο στην πρακτική που συνίσταται στη συγκέντρωση , σε ενιαία απόφαση εισπράξεως , περισσότερων επιμέρους πράξεων εισπράξεως , εφόσον καθεμία από αυτές συνεπάγεται δασμό ανώτερο του ποσού που ορίζει το άρθρο 8 , παράγραφος 1 . Πράγματι , η πρακτική αυτή δικαιολογείται από λόγους οικονομίας της διαδικασίας .
15 Ενόψει των παρατηρήσεων που προηγήθηκαν , πρέπει στο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου να δοθεί η απάντηση ότι η έκφραση « συγκεκριμένη πράξη εισπράξεως » που χρησιμοποιείται στο άρθρο 8 του κανονισμού ( EOK ) 1697/79 έχει την έννοια ότι αφορά κάθε επιμέρους πράξη εισαγωγής ή εξαγωγής χωριστά , αλλ’ ότι η ερμηνεία αυτή δεν αποτελεί εμπόδιο στην πρακτική που συνίσταται στη συγκέντρωση , σε ενιαία απόφαση εισπράξεως , περισσότερων επιμέρους πράξεων εισπράξεως , εφόσον καθεμία από αυτές συνεπάγεται δασμό ανώτερο του ποσού που ορίζει το άρθρο 8 , παράγραφος 1 , του προαναφερθέντος κανονισμού .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
16 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο , δεν αποδίδονται . Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα ),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με Διάταξη της 10ης Αυγούστου 1984 το Hessisches Finanzgericht , αποφαίνεται :
H έκφραση « συγκεκριμένη πράξη εισπράξεως » που χρησιμοποιείται στο άρθρο 8 του κανονισμού ( EOK ) 1697/79 του Συμβουλίου , της 24ης Ιουλίου 1979 , έχει την έννοια ότι αφορά κάθε επιμέρους πράξη εισαγωγής ή εξαγωγής χωριστά . H εν λόγω ερμηνεία δεν αποτελεί εμπόδιο στην πρακτική που συνίσταται στη συγκέντρωση , σε ενιαία απόφαση εισπράξεως , περισσότερων επιμέρους πράξεων εισπράξεως , εφόσον καθεμία από αυτές συνεπάγεται δασμό ανώτερο του ποσού που ορίζει το άρθρο 8 , παράγραφος 1 , του προαναφερθέντος κανονισμού .
Full & Egal Universal Law Academy