ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 219/84 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
Ο Michael Powell διορίστηκε δόκιμος υπάλληλος διοικήσεως με το βαθμό Α 5 στην Επιτροπή, με την απόφαση της 1ης Μαρτίου 1974, από τις 11 Φεβρουαρίου 1974. Η κατάταξη του αυτή έγινε, κατά την Επιτροπή, βάσει των κριτηρίων που καθορίστηκαν με την απόφαση της Επιτροπής της 6ης Ιουνίου 1973, περί των κριτηρίων που εφαρμόζονται στη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξη κατά την πρόσληψη. Στις 31 Οκτωβρίου 1974, ο Powell μονιμοποιήθηκε με το βαθμό Α 5. Ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος είχε ήδη, προ της προσλήψεως του, ζητήσει να γίνει ο διορισμός του με το βαθμό Α 4, επέμεινε και στη συνέχεια να αναθεωρηθεί η κατάταξη του, χωρίς όμως να προσβάλει την απόφαση του διορισμού του.
Στις 21 Οκτωβρίου 1983, διανεμήθηκε ανακοίνωση του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως με το ακόλουθο περιεχόμενο:
« Φέρεται εις γνώση του προσωπικού της Επιτροπής ότι ο κ. Burke, μέλος της Επιτροπής αρμόδιο επί θεμάτων προσωπικού και διοικήσεως, εξέδωσε μια νέα απόφαση σχετική με τα κριτήρια που εφαρμόζονται στη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξη κατά την πρόσληψη, η οποία τέθηκε σε ισχύ από την 1η Σεπτεμβρίου 1983. Η απόφαση αυτή καταργεί και αντικαθιστά την απόφααη της 6ης Ιουνίου 1973 που ίσχυε μέχρι τώρα.
Κατ' εξαίρεση, οποιοσδήποτε υπάλληλος, που έχει καταταγεί κατ' εφαρμογή της παλιάς αποφάσεως και ο οποίος θεωρεί ότι δεν έχει καταταγεί σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονταν με αυτή, έχει στη διάθεση του μια τελευταία προθεσμία τριών μηνών από την ημερομηνία του παρόντος δημοσιεύματος για να υποβάλει αίτηση περί ανακατατάξεως. »
Απαντώντας σε αίτηση του Powell, περί αναδρομικής ανακατατάξεώς του στο βαθμό Α 4 την οποία υπέβαλε στις 22 Νοεμβρίου 1983, η ΑΔΑ επιβεβαίωσε, με έγγραφο της 6ης Ιανουαρίου 1984, τη διατήρηση της αρχικής του κατάταξης στο βαθμό Α 5. Μόνον όταν ανέγνωσε το έγγραφο αυτό, ο Powell αντελήφθη για πρώτη φορά ότι, κατά την πρόσληψη του, είχε εφαρμοστεί στην περίπτωση του η απόφαση της Επιτροπής της 6ης Ιουνίου 1973, ληφθείσης υπόψη της διάρκειας της επαγγελματικής του πείρας, η οποία είχε υπολογιστεί εσφαλμένα από την επιτροπή κατατάξεως.
Δεδομένου ότι η διοικητική ένσταση, την οποία υπέβαλε στις 2 Φεβρουαρίου 1984, δεν έτυχε απαντήσεως εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατατάξεως των υπαλλήλων, προσέφυγε στο Δικαστήριο. Απορριπτική της ένστασης του απόφαση του κοινοποιήθηκε μετά την άσκηση της προσφυγής.
Με δικόγραφο της 11ης Οκτωβρίου 1984, η Επιτροπή υπέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής, ζητώντας από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 91 του κανονισμού διαδικασίας, να αποφανθεί επί της ενστάσεως αυτής χωρίς να εισέλθει στην ουσία.
Με απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1985, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) δέχτηκε τύποις την προσφυγή χωρίς να προβεί σε συζήτηση επί της ουσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Ο προσφείψων ζητεί από το Δικαστήριο:
« α)
να ακυρώσει τις αποφάσεις της καθής της 1ης Μαρτίου 1974, περί διορισμού του ως δοκίμου υπαλλήλου από τις 11 Φεβρουαρίου 1974, και της 31ης Οκτωβρίου 1974, περί μονιμοποιήσεώς του από τις 11 Νοεμβρίου 1974, μόνο όμως κατά το μέτρο που με τις αποφάσεις αυτές κατατάχτηκε στο βαθμό Α 5
β)
να ακυρώσει την απόφαση που του κοινοποιήθηκε με το από 6 Ιανουαρίου 1984 έγγραφο του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως'
γ)
να ακυρώσει την απόφαση περί απορρίψεως της από 2 Φεβρουαρίου 1984 διοικητικής του ένστασης, που πρωτοκολλήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 1984. »
Η καΟής ζητεί από το Δικαστήριο:
« —
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
—
να αποφασίσει ως προς τα δικαστικά έξοδα κατά νόμο. »
III — Λόγοι ακυρώσεως και επιχειρήματα των διαδίκων
Ο προσφεύ}ΐωρ ισχυρίζεται ότι κακώς η ΑΔΑ τον κατέταξε στο βαθμό Α 5, ενώ δυνάμει της αποφάσεως της Επιτροπής της 6ης Ιουνίου 1973, περί των κριτηρίων που εφαρμόζονται στη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξη κατά την πρόσληψη, έπρεπε να είχε καταταγεί στο βαθμό Α 4.
Σχετικώς, υπενθυμίζει ότι το άρθρο 3 της προαναφερθείσας απόφασης ορίζει τα εξής:
«Διορισμός ανον ανώτερο βαθμό μιας οναδιο-όρομίας
Κατά παρέκκλιση του άρθρου 1,η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί, κατ' εξαίρεση και για να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες προσλήψεων, να διορίσει τον επιλεγέντα υποψήφιο στον ανώτερο βαθμό της εισαγωγικής ή της ενδιάμεσης σταδιοδρομίας, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός δικαιολογεί επαγγελματική πείρα κατά την έννοια του άρθρου 2 ελαχίστης διάρκειας:
—
12 ετών για το βαθμό Α 4,
—
8 ετών για το βαθμό Α 6,
—
10 ετών για το βαθμό LA 4,
—
5 ετών για το βαθμό LA 6,
—
4 ετών για το βαθμό Β 4,
—
2 ετών για το βαθμό C 4. »
Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί, αντίθετα από ό,τι έκρινε η επιτροπή κατατάξεως κατά το χρόνο της προσλήψεως, ότι ο προσφεύγων διαθέτει επαγγελματική πείρα υπερβαίνουσα τα δώδεκα έτη και συγκεντρώνει έτσι τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 της απόφασης της 6ης Ιουνίου 1973.
Κατά τον Powell, ουδέποτε συνέβη να μη χορηγηθεί ο ανώτερος του εισαγωγικού βαθμού της σταδιοδρομίας βαθμός, στην οποία έγινε η πρόσληψη, σε υπάλληλο πληρούντα τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 της απόφασης της 6ης Ιουνίου 1973.
Εξάλλου, η αλληλογραφία που ανταλλάχτηκε μεταξύ του Powell και της Επιτροπής προ της προσλήψεως δείχνει ότι η καθής επειγόταν να εξασφαλίσει τις υπηρεσίες του προσφεύγοντος και ότι στην ουσία του είχε υποσχεθεί το βαθμό Α 4, με συνέπεια να δεσμεύεται από το προαναφερθέν άρθρο 3, κατά το οποίο η ΑΔΑ μπορεί να διορίσει τον επιλεγέντα υπάλληλο σε βαθμό ανώτερο του εισαγωγικού, « για να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες προσλήψεων ».
Τρίτον, ο Powell ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, αρνούμενη να κατατάξει στο βαθμό Α 4 τους υποψηφίους που προσέλαβε τελευταίους, για το μόνο λόγο ότι είχαν ήδη εξαντληθεί τα σχετικά κονδύλια του προϋπολογισμού της, παρέβη το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το οποίο εγγυάται ότι « οι υπάλληλοι που ανήκουν στην ίδια κατηγορία ή στον ίδιο κλάδο υπόκεινται αντίστοιχα στις ίδιες προϋποθέσεις προσλήψεως και εξελίξεως της σταδιοδρομίας ».
Τέλος, ο προσφεύγων παρατηρεί ότι, ενόψει του γεγονότος ότι, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της απόφασης του 1973, «για να ληφθεί υπόψη η επαγγελματική πείρα του υποψηφίου κατά το μέρος που υπερβαίνει το μέτρο που λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό του βαθμού στον οποίο γίνεται ο διορισμός, η ΑΔΑ αναγνωρίζει το χρόνο υπηρεσίας σύμφωνα με τον πίνακα που περιέχεται στο παράρτημα », πρέπει η ίδια διάταξη να εφαρμοστεί κατ' αναλογία και προκειμένου για τη βαθμολογική κατάταξη κατά το διορισμό.
Η Επιτροπή απαντά ότι το άρθρο 3 της προαναφερθείσας απόφασης της 6ης Ιουνίου 1973 δεν της επέβαλλε με κανένα τρόπο να διορίσει τον προσφεύγοντα με το βαθμό Α 4.
Η διατύπωση της διατάξεως αυτής ( « Κατά παρέκκλιση του άρθρου 1, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί, κατ' εξαίρεση και για να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες προσλήψεων, να διορίσει τον επιλεγέντα υποψήφιο στον ανώτερο βαθμό της εισαγωγικής ή της ενδιάμεσης σταδιοδρομίας », εφόσον συγκεντρώνει ορισμένες προϋποθέσεις επαγγελματικής πείρας) δείχνει σαφώς ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής και μόνο να αποφασίζει αν οι ανάγκες προσλήψεων δικαιολογούν παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες περί κατατάξεως.
Η πάγια πρακτική, στην οποία αναφέρεται ο προσφεύγων, έχει τηρηθεί — κατά την Επιτροπή — μόνο για την κατάταξη στον ανώτερο βαθμό της εισαγωγικής σταδιοδρομίας, ενώ ο Powell προσελήφθη σε ενδιάμεση σταδιοδρομία. Σε περιπτώσεις ανάλογες προς αυτήν του Powell, αντιθέτως, η πάγια πρακτική ήταν να μη γίνεται παρέκκλιση από το γενικό κανόνα περί κατατάξεως στον αρχικό βαθμό της σταδιοδρομίας, παρά μόνον αν αυτό δικαιολογείται από τις ανάγκες προσλήψεων. Σχετικώς ο Powell κακώς ερμηνεύει ως απόδειξη του επείγοντος των αναγκών προσλήψεων ορισμένα στοιχεία, όπως παραδείγματος χάρη μια τηλεφωνική κλήση του διευθυντή προσωπικού, η οποία δεν συνιστά παρά εκδήλωση επιμέλειας της υπηρεσίας προσλήψεων.
Τέλος, δεν χωρεί αναλογική εφαρμογή της διάταξης περί αναγνωρίσεως του χρόνου προϋπηρεσίας προς απονομή βαθμού, δεδομένου ότι η βαθμολογική κατάταξη διέπεται από ρητή διάταξη.
G. Bosco
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( πρώτο τμήμα )
της 21ης Ιανουαρίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 219/84,
Michael Powell, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Βρυξελλών, 106, avenue Circulaire, επικουρούμενος και εκπροσωπούμενος από τον Victor Biel, δικηγόρο Λουξεμβούργου, τον οποίο όρισε και αντίκλητο, 18 A, rue des Glacis,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το Δημήτριο Γκου-λούση, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής της 1ης Μαρτίου 1974, περί διορισμού του Powell ως δοκίμου υπαλλήλου από τις 11 Φεβρουαρίου 1974, και της 31ης Οκτωβρίου 1974, περί μονιμοποιήσεώς του από τις 11 Νοεμβρίου 1974, μόνο όμως κατά το μέτρο που με τις αποφάσεις αυτές κατατάχτηκε στο βαθμό Α 5,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο από τους F. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, G. Bosco και R. Joliét, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: Ρ. Heim
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 12ης Νοεμβρίου 1986,
αφού άκουσε τις προτάσεις που ανάπτυξε ο γενικός εισαγγελέας κατά τη συνεδρίαση της 12ης Νοεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Αυγούστου 1984, ο Michael Powell, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε προσφυγή, με την οποία ζητεί την ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής της 1ης Μαρτίου 1974, αφενός, περί διορισμού του ως δοκίμου υπαλλήλου από τις 11 Φεβρουαρίου 1974, και της 31ης Νοεμβρίου 1974, αφετέρου, περί μονιμοποιήσεώς του από τις 11 Νοεμβρίου 1974, μόνο όμως κατά το μέτρο που με τις αποφάσεις αυτές κατατάχτηκε στο βαθμό Α 5, καθώς και της απόφασης που του κοινοποίησε με έγγραφο της 6ης Ιανουαρίου 1984 ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως, με την οποία επιβεβαιωνόταν η διατήρηση της αρχικής του κατάταξης στο βαθμό Α 5.
2
Η ένσταση απαραδέκτου την οποία υπέβαλε η Επιτροπή κατά της προσφυγής απορρίφθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 14ης Νοεμβρίου 1985, με την οποία αυτό επιφυλάχτηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
3
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας, οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
4
Ο Powell ισχυρίζεται καταρχάς, προς στήριξη της προσφυγής του, ότι κακώς η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ( στο εξής: η ΑΔΑ) τον κατέταξε στο βαθμό Α 5, ενώ δυνάμει της αποφάσεως της Επιτροπής της 6ης Ιουνίου 1973, περί των κριτηρίων που εφαρμόζονται στη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξη κατά την πρόσληψη, έπρεπε να είχε καταταγεί στο βαθμό Α 4.
5
Κατά το άρθρο 3 της αποφάσεως αυτής, η ΑΔΑ μπορεί πράγματι, κατά παρέκκλιση του άρθρου 1, το οποίο προβλέπει ότι η κατάταξη του νεοπροσλαμβανομένου υπαλλήλου γίνεται στον εισαγωγικό βαθμό της σταδιοδρομίας του, να διορίσει, κατ' εξαίρεση και για να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες προσλήψεων, τον επιλεγέντα υποψήφιο στον ανώτερο βαθμό της εισαγωγικής ή της ενδιάμεσης σταδιοδρομίας, αν συγκεντρώνει ορισμένες προϋποθέσεις. Προκειμένου για το βαθμό Α 4, ο υποψήφιος πρέπει να δικαιολογεί σχετική επαγγελματική πείρα διαρκείας τουλάχιστον 12 ετών.
6
Η Επιτροπή αναγνώρισε ρητά, κατά τη διαδικασία, ότι ο προσφεύγων δικαιολογούσε, ήδη κατά το χρόνο της προσλήψεως του, σχετική επαγγελματική πείρα 12 ετών και 3 μηνών και ότι η γνώμη που διατύπωσε η επιτροπή κατατάξεως κατά τη συνεδρίαση της της 13ης Δεκεμβρίου 1983, κατόπιν της αιτήσεως που υπέβαλε στις 22 Νοεμβρίου 1983 ο Powell, ζητώντας την αναθεώρηση της κατατάξεως του σύμφωνα με την ανακοίνωση που είχε διανείμει στις 21 Οκτωβρίου 1983 ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως, στηρίχτηκε σε πλάνη περί τα πράγματα. Με τη γνώμη αυτή, πράγματι, στην οποία στηρίχτηκε η απόφαση που περιέχεται στο έγγραφο της 6ης Ιανουαρίου 1984, η επαγγελματική πείρα του Powell μειώθηκε σε 11 έτη και 3 μήνες, με την αιτιολογία ότι είναι κάτοχος « πανεπιστημιακού διπλώματος βραχέος κύκλου σπουδών », ενώ από τα δικαιολογητικά έγγραφα που προσκόμισε ο ενδιαφερόμενος προκύπτει σαφώς ότι ακολούθησε κύκλο πανεπιστημιακών σπουδών τετραετούς διαρκείας και ότι η διάρκεια της επαγγελματικής του πείρας υπερβαίνει εν πάση περιπτώσει τα δώδεκα έτη, και αν ακόμη υπολογιστεί βάσει των κριτηρίων που ισχύουν για το βραχύ κύκλο πανεπιστημιακών σπουδών.
7
Η Επιτροπή υποστηρίζει ωστόσο ότι το άρθρο 3 της από 6 Ιουνίου 1973 αποφάσεως της δεν της επέβαλλε με κανένα τρόπο να διορίσει τον προσφεύγοντα στο βαθμό Α 4, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει σαφώς από το κείμενο της διατάξεως αυτής, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής και μόνο να αποφασίζει, ακόμη και στην περίπτωση που ένας υποψήφιος συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο αυτό ως προς την επαγγελματική πείρα, αν οι ανάγκες προσλήψεων δικαιολογούν ή όχι παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες περί κατατάξεως.
8
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι η έννοια του άρθρου 3 είναι πράγματι ότι ο διορισμός του νεοπροσλαμβανομένου υπαλλήλου στον ανώτερο βαθμό της εισαγωγικής ή της ενδιάμεσης σταδιοδρομίας πρέπει να νοείται ως εξαίρεση από τους γενικούς κανόνες περί κατατάξεως και ως απόφαση που εναπόκειται, εν πάση περιπτώσει, στη διακριτική ευχέρεια της διοικήσεως.
9
Καίτοι επομένως η διοίκηση διέθετε εν προκειμένω διακριτική ευχέρεια, γεγονός παραμένει ότι έπρεπε να την ασκήσει μέσα στα νόμιμα πλαίσια, προβαίνοντας σε εμπεριστατωμένη εξέταση της καταστάσεως βάσει ακριβών πραγματικών στοιχείων. 'Οσον αφορά τις αποφάσεις της 1ης Μαρτίου 1974, περί διορισμού του ως δοκίμου υπαλλήλου, και της 31ης Οκτωβρίου 1974, περί μονιμοποιήσεώς του, ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι εκδόθηκαν βάσει πεπλανημένης εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών.
10
Δεν ισχύει το ίδιο όσον αφορά την απόφαση που περιέχεται στο από 6 Ιανουαρίου 1984 έγγραφο του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως. Πράγματι, όπως προκύπτει από το έγγραφο αυτό, κατόπιν αιτήσεως που υπέβαλε στις 22 Νοεμβρίου 1983 ο Powell περί αναθεωρήσεως της κατατάξεως του, η ΑΔΑ αποφάσισε τη διατήρηση της αρχικής κατατάξεως του ενδιαφερομένου στο βαθμό Α 5, κατόπιν εξετάσεως του φακέλου και βάσει της γνώμης που διατύπωσε η επιτροπή κατατάξεως κατά τη συνεδρίαση της της 13ης Δεκεμβρίου 1983, με την οποία αυτή αναγνώριζε στον προσφεύγοντα επαγγελματική πείρα 12 ετών και 3 μηνών, την οποία μείωσε σε 11 έτη και 3 μήνες.
11
Όπως προκύπτει από την ίδια την αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, η ΑΔΑ, για να στηρίξει την απόρριψη της αιτήσεως ανακατατάξεως του Powell, παραπέμπει ρητά στη γνώμη της επιτροπής κατατάξεως, η οποία έπασχε από κατάφωρη πλάνη κατά το μέτρο που μείωσε την επαγγελματική πείρα του προσφεύγοντος σε 11 έτη και 3 μήνες, εκτιμώντας κακώς ότι ο Powell ήταν κάτοχος διπλώματος βραχέος κύκλου πανεπιστημιακών σπουδών.
12
Ενόψει αυτών των περιστάσεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απόφαση της ΑΔΑ που περιέχεται στο έγγραφο της 6ης Ιανουαρίου 1984 ελήφθη βάσει κατάφωρης πλάνης περί τα πράγματα και πρέπει συνεπώς να ακυρωθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
13
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε ως προς τους βασικούς ισχυρισμούς της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και εκείνων που ανάγονται στην ένσταση απαραδέκτου.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση που περιέχεται στο από 6 Ιανουαρίου 1984 έγγραφο του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως, με την οποία η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή της Επιτροπής επιβεβαίωσε στον Powell τη διατήρηση της αρχικής του κατάταξης στο βαθμό Α 5.
2)
Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και εκείνων που ανάγονται στην ένσταση απαραδέκτου.
Schockweiler
Bosco
Joliét
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιανουαρίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
F.Schockweiler
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy