Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων — Παρέκταση αρμοδιότητας — Συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας — Προφορική συμφωνία που επιβεβαιώθηκε γραπτώς — Τυπικές προϋποθέσεις
( Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 , άρθρο 17 , παράγραφος 1 )
Περίληψη
Το άρθρο 17 , πρώτη παράγραφος , της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 , για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις , πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τηρείται η απαιτούμενη τυπική προϋπόθεση , εφόσον αποδεικνύεται ότι ο καθορισμός της διεθνούς δικαιοδοσίας αποτέλεσε αντικείμενο προφορικής συμφωνίας αναφερόμενης ρητώς στο σημείο αυτό και ότι ή γραπτή επιβεβαίωση αυτής της συμφωνίας που προέρχεται από οποιοδήποτε μέρος περιήλθε στο άλλο μέρος , αυτό δε δεν διατύπωσε καμία αντίρρηση .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 221/84 ,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesgerichtshof προς το Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες ( εφεξής η Σύμβαση Βρυξελλών ), με την οποία ζητείται , στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως μεταξύ
F . Berghoefer GmbH & Co . KG
και
ASA SA
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 17 , παράγραφος 1 , της προαναφερθείσας Σύμβασης ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 28ης Ιουνίου 1984 , η οποία περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Αυγούστου 1984 , το Bundesgerichtshof υπέβαλε , δυνάμει του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 , για την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( εφεξής η Σύμβαση ), δύο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 17 , πρώτη παράγραφος , της εν λόγω Σύμβασης .
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Berghoefer , με έδρα το Moenchengladbach ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ) ( εφεξής η ενάγουσα ) και της ανώνυμης εταιρίας ASA , με έδρα το Villeurbanne ( Γαλλία ) ( εφεξής η εναγομένη ), η οποία αφορά το κύρος συμφωνίας διεθνούς δικαιοδοσίας που συνήφθη αρχικά γραπτώς και τροποποιήθηκε , στη συνέχεια , προφορικώς .
3 H εταιρία Berghoefer ήταν από εικοσαετίας περίπου εμπορικός αντιπρόσωπος ( « Handelsvertreter » ) της εταιρίας ASA . Συνεπεία της λήξεως αυτής της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας η Berghoefer ζήτησε από την ASA αποζημίωση βάσει της παραγράφου 89 B του Handelsgesetzbuch ( γερμανικού εμπορικού κώδικα ) καθώς και αποζημίωση για την απαγόρευση ανταγωνισμού .
4 Οι διάδικοι στην κύρια δίκη ερίζουν ως προς τη διεθνή δικαιοδοσία του Landgericht Moenchengladbach , στο οποίο προσέφυγε η ενάγουσα . Πράγματι , ενώ στη σύμβαση περί « Handelsvertreter » ( εμπορικού αντιπροσώπου ), που συνήφθη το 1964 , τα μέρη είχαν συμφωνήσει αρχικά ότι το Tribunal de commerce de Roanne ( Γαλλία ) θα είχε διεθνή δικαιοδοσία , η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι συμφώνησε προφορικά με την εναγομένη , στις 8 Οκτωβρίου 1975 , να τροποποιηθεί αυτή η αρχική συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας και να παρασχεθεί διεθνής δικαιοδοσία στα δικαστήρια του Moenchengladbach , ως αντιπαροχή για το ότι στο εξής η προσφεύγουσα θα υφίστατο , αντί της εναγομένης , τα έξοδα μεταφράσεως που συνεπήγοντο οι εμπορικές τους δοσοληψίες .
5 H ενάγουσα υποστηρίζει ότι επιβεβαίωσε αυτή την προφορική συμφωνία με έγγραφο της 27ης Οκτωβρίου 1975 που απηύθυνε προς την εναγομένη . Κατά την άποψή της , η εναγομένη έλαβε πράγματι το εν λόγω έγγραφο και δεν διατύπωσε καμία αντίρρηση . Αντιθέτως , η εναγομένη αμφισβητεί την ύπαρξη της προβαλλόμενης προφορικής συμφωνίας και υποστηρίζει ότι δεν έλαβε ποτέ το έγγραφο που υποτίθεται ότι την επιβεβαιώνει .
6 Με απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 1981 το Landgericht Moenchengladbach κηρύχθηκε αρμόδιο για να αποφανθεί επί της διαφοράς θεωρώντας ως αποδεδειγμένο ότι τα μέρη είχαν πράγματι συμφωνήσει προφορικά ότι το δικαστήριο Moenchengladbach έχει διεθνή δικαιοδοσία και ότι η επιβεβαίωση αυτής της συμφωνίας είχε πράγματι περιέλθει στην εναγομένη .
7 Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως , το Oberlandesgericht Duesseldorf έκρινε , με απόφαση της 12ης Μαρτίου 1982 , ότι τα περιστατικά που εξέθεσε η εναγομένη , αν υποτεθεί ότι είναι ακριβή , δεν επαρκούν για να θεμελιώσουν τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του Moenchengladbach , δεδομένου ότι η γραπτή επιβεβαίωση , την ύπαρξη της οποίας βεβαιώνει η ενάγουσα , δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου 17 , πρώτη παράγραφος , της Σύμβασης . Πράγματι , κατά το Oberlandesgericht , σύμβαση διεθνούς δικαιοδοσίας που συνάπτεται προφορικά δεν είναι έγκυρη παρά μόνο εφόσον αποτέλεσε το αντικείμενο γραπτής επιβεβαίωσης από το μέρος προς το οποίο είναι αντιτάξιμη σε περίπτωση διαφοράς . Όμως , εν προκειμένω , η ενάγουσα , υπέρ της οποίας συνήφθη η συμφωνία , είναι αυτή που επιβεβαίωσε γραπτώς την προφορική αυτή συμφωνία και όχι η εναγομένη , προς την οποία αντιτάσσεται η εν λόγω συμφωνία .
8 H ενάγουσα άσκησε στη συνέχεια αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Bundesgerichtshof αμφισβητώντας αυτή την άποψη του Oberlandesgericht ως προς το σημείο αυτό . Αφενός , προέβαλε ότι η κατά το γράμμα και το πνεύμα του άρθρου 17 , πρώτη παράγραφος , της Σύμβασης συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας μπορεί επίσης να επιβεβαιωθεί εγκύρως από το μέρος υπέρ του οποίου συνήφθη· αφετέρου , επικαλέστηκε την κακή πίστη της εναγομένης που έγκειται στην προβολή του φερομένου ελαττώματος τύπου της συμφωνίας διεθνούς δικαιοδοσίας , παρόλο που έκανε χρήση του ευνοϊκού όρου , χωρίς να τον αμφισβητήσει , ο οποίος συνομολογήθηκε ακριβώς ως αντιπαροχή της προφορικής τροποποίησης της ρήτρας διεθνούς δικαιοδοσίας .
9 Υπ’ αυτές τις περιστάσεις το Bundesgerichtshof ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα :
« 1 ) Αρκεί κατά το άρθρο 17 , παράγραφος 1 , της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις το ότι για το τυπικώς έγκυρο προφορικής συμφωνίας διεθνούς δικαιοδοσίας το μέρος που ωφελείται από αυτή τη συμφωνία την επιβεβαίωσε γραπτώς ;
Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο ερώτημα αυτό :
2 ) Απαγορεύεται σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης στο μέρος κατά του οποίου προβάλλεται η συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας να επικαλεστεί την τυπική της ακυρότητα , εφόσον δεν αντιτάχθηκε στη γραπτή επιβεβαίωση , αξίωσε την αντιπαροχή που συνομολογήθηκε συμβατικώς για τη συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας και , περαιτέρω , εφόσον τα μέρη έχουν αδιαλείπτως και επί μακρό χρόνο ως έμποροι επιχειρηματικές δοσοληψίες ; »
10 Οι παρατηρήσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου η αναιρεσείουσα στην κύρια δίκη , η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή συμπίπτουν ως προς το ότι στο πρώτο ερώτημα προσήκει καταφατική απάντηση . Προς στήριξη αυτής της θέσης προβάλλουν , πρώτον , επιχειρήματα που αντλούνται από αυτό το ίδιο το γράμμα του άρθρου 17 , πρώτη παράγραφος , της Σύμβασης , την εξ αντιδιαστολής συναγωγή συμπερασμάτων από το άρθρο 1 , δεύτερη παράγραφος , του πρωτοκόλλου που αποτελεί παράρτημα της εν λόγω Σύμβασης και την εξέταση της Σύμβασης της 9ης Οκτωβρίου 1978 , για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας , της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στη Σύμβαση ( EE L 388 της 31.12.1982 ) · δεύτερον , επιχειρήματα που αντλούνται από την εξέταση των προπαρασκευαστικών εργασιών για τη Σύμβαση , από τις οποίες συνάγεται ότι πρέπει να αποφεύγεται η υπερβολική τυπολατρία που αντιφάσκει προς την εμπορική πρακτική και ότι είναι συχνά δύσκολο να καθοριστεί υπέρ ποίου μέρους συνήφθη συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας· τρίτον , επιχειρήματα που αντλούνται από την εξέταση της νομολογίας του Δικαστηρίου ως προς τη λειτουργία των τυπικών προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 17 , πρώτη παράγραφος , της Σύμβασης .
11 Το άρθρο 17 , πρώτη παράγραφος , της Σύμβασης ορίζει ότι : « αν τα μέρη , από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους , συμφώνησαν , είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση , ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια συμβαλλόμενου κράτους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση , το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία » .
12 Το Δικαστήριο τονίζει ότι για να εξασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα της εφαρμογής αυτών των διατάξεων πρέπει να ληφθούν κυρίως υπόψη το σύστημα και οι στόχοι της Σύμβασης .
13 Κατά πάγια νομολογία ( απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1976 , Salotti,24/76,Slg.σ . 1831· απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1976 , Segoura , 25/76 , Slg . σ . 1851· απόφαση της 6ης Μα ΐου 1980 , Porta-Leasing , 784/79 , Slg . σ . 1517· απόφαση της 19ης Ιουνίου 1984 , Tilly Russ , 71/83 , Συλλογή 1984 , σ . 2417 ) οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες το άρθρο 17 εξαρτά το κύρος των ρητρών διεθνούς δικαιοδοσίας ερμηνεύονται στενά , διότι σκοπός του εν λόγω άρθρου είναι να εξασφαλιστεί ότι η σύμπτωση βουλήσεως των μερών ως προς αυτή τη ρήτρα είναι πράγματι αποδεδειγμένη και εκδηλώνεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο .
14 Πρέπει να τονισθεί σχετικώς ότι το γράμμα του άρθρου 17 της Σύμβασης δεν απαιτεί , διαφορετικά από o,τι το άρθρο 1 , δεύτερη παράγραφος , του πρωτοκόλλου που αποτελεί παράρτημά της , όσον αφορά τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο Λουξεμβούργο , η γραπτή επιβεβαίωση προφορικής συμφωνίας να προέρχεται από το μέρος , έναντι του οποίου παράγει τα αποτελέσματά της . Πρέπει , εξάλλου , να γίνει δεκτό , όπως ορθώς υπογραμμίζεται στις διάφορες παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου , ότι είναι μερικές φορές δύσκολο να καθοριστεί εκ των προτέρων υπέρ ποίου μέρους συνομολογήθηκε συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας , καθόσον διάστημα δεν έχει πράγματι κινηθεί σχετική διαδικασία .
15 Αν έχει πράγματι αποδειχθεί ότι ο καθορισμός της διεθνούς δικαιοδοσίας αποτέλεσε το αντικείμενο προφορικής συμφωνίας αναφερόμενης ρητώς στο σημείο αυτό και αν η επιβεβαίωση της προφορικής συμφωνίας που έγινε από ένα από τα μέρη περιήλθε στο άλλο , το οποίο δεν διατύπωσε εγκαίρως καμία αντίρρηση , η γραμματική αυτή ερμηνεία του άρθρου 17 είναι , εξάλλου , όπως έχει ήδη δεχθεί το Δικαστήριο σε άλλη περίπτωση ( πρβλ . την προαναφερθείσα απόφαση της 19ης Ιουνίου 1984 ) σύμφωνη με τη λειτουργία αυτού του άρθρου που συνίσταται ακριβώς στο να εξασφαλιστεί ότι η σύμπτωση βουλήσεως μεταξύ των δύο μερών είναι αποδεδειγμένη . Επομένως , θα ήταν αντίθετο προς την καλή πίστη , για το μέρος που δεν διατύπωσε αντιρρήσεις , να αμφισβητήσει την εφαρμογή της προφορικής συμφωνίας . Δεν είναι αναγκαίο , εν προκειμένω , να λυθεί το ζήτημα αν και κατά πόσο αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν από το άλλο μέρος κατά της γραπτής επιβεβαίωσης προφορικής συμφωνίας μπορούν , ενδεχομένως , να ληφθούν υπόψη .
16 Επομένως , στο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 17 , πρώτη παράγραφος , της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 , για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις , πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τηρείται η απαιτούμενη τυπική προϋπόθεση , εφόσον αποδεικνύεται ότι ο καθορισμός της διεθνούς δικαιοδοσίας αποτέλεσε αντικείμενο προφορικής συμφωνίας αναφερόμενης ρητώς στο σημείο αυτό και ότι η γραπτή επιβεβαίωση αυτής της συμφωνίας που προέρχεται από οποιοδήποτε μέρος περιήλθε στο άλλο μέρος , αυτό δε δεν διατύπωσε καμία αντίρρηση .
17 Ενόψει της απάντησης που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου , το δεύτερο ερώτημα δεν έχει αντικείμενο .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
18 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο , δεν αποδίδονται . Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πέμπτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 28ης Ιουνίου 1984 το Bundesgerichtshof ( πρώτο πολιτικό τμήμα ), αποφαίνεται :
Το άρθρο 17 , πρώτη παράγραφος , της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 , για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις , πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τηρείται η απαιτούμενη τυπική προϋπόθεση , εφόσον αποδεικνύεται ότι ο καθορισμός της διεθνούς δικαιοδοσίας αποτέλεσε αντικείμενο προφορικής συμφωνίας αναφερόμενης ρητώς στο σημείο αυτό και ότι η γραπτή επιβεβαίωση αυτής της συμφωνίας που προέρχεται από οποιοδήποτε μέρος περιήλθε στο άλλο μέρος , αυτό δε δεν διατύπωσε καμία αντίρρηση .
Full & Egal Universal Law Academy