Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Υπάλληλοι — Προσφυγή — Προηγούμενη διοικητική ένσταση — Προθεσμίες — Απώλεια δικαιώματος — Νέο περιστατικό — Νέα έναρξη — Εφαρμογή — Αίτηση ανακατατάξεως
( Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων , άρθρα 90 και 91 )
Περίληψη
Μολονότι κατά το άρθρο 90 , παράγραφος 1 , του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης , ο υπάλληλος μπορεί να ζητήσει από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να λάβει απόφαση περί αυτού , η ευχέρεια αυτή δεν επιτρέπει στον υπάλληλο να αγνοήσει τις προθεσμίες που προβλέπονται στα άρθρα 90 και 91 για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως και προσφυγής , αμφισβητώντας εμμέσως με αίτηση του προγενέστερη απόφαση , η οποία δεν είχε αμφισβητηθεί εμπροθέσμως . Μόνο η ύπαρξη νέων ουσιωδών περιστατικών μπορεί να δικαιολογήσει την υποβολή αιτήσεως που αποσκοπεί στην επανεξέταση μιας τέτοιας αποφάσεως .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 231/84 ,
Angelo Valentini , υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κάτοικος Βρυξελλών , εκπροσωπούμενος από τον M . Slusny , δικηγόρο Βρυξελλών , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο E . Arendt ,
προσφεύγων ,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο , Δημήτριο Γκουλούση , με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ . Κρεμλή , μέλος της νομικής της υπηρεσίας , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθής ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
που έχει ως αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως της απόφασης με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να αναθεωρήσει την αρχική κατάταξη του προσφεύγοντος ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Σεπτεμβρίου 1984 , ο Angelo Valentini , υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής της 21ης Ιουνίου 1984 με την οποία η τελευταία αρνήθηκε να τροποποιήσει , με αναδρομική ισχύ , την αρχική κατάταξη του προσφεύγοντος .
Το ιστορικό της διαφοράς
2 O προσφεύγων , ο οποίος πέτυχε σε γενικό διαγωνισμό , διορίστηκε , με απόφαση της 10ης Μαρτίου 1975 που ίσχυσε από την 1η Μαρτίου 1975 , δόκιμος υπάλληλος της Επιτροπής με βαθμό LA8 , κλιμάκιο 2 . O προσφεύγων , αφού προσλήφθηκε σε θέση αναπληρωτή μεταφραστή , μονιμοποιήθηκε στη θέση που κατείχε την 1η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους . Κατά τη διάρκεια του 1976 , ο προσφεύγων προάχθηκε στο βαθμό LA7 , και ανακατατάχθηκε κατόπιν εσωτερικού διαγωνισμού , από το γλωσσικό κλάδο στην ίδια σταδιοδρομία του κλάδου γενικών καθηκόντων . Με απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1978 , διορίστηκε υπάλληλος διοικήσεως με βαθμό A7 , κλιμάκιο 1 , στη Γενική Διεύθυνση XX , « Δημοσιονομικός έλεγχος » .
3 Το Μάρτιο 1981 , ο γενικός διευθυντής του προσωπικού και της διοίκησης διένειμε σε όλο το προσωπικό , μέσω εγκυκλίου , το κείμενο μιας « απόφασης σχετικά με τα κριτήρια που ισχύουν για το διορισμό σε βαθμό και για την κατάταξη σε κλιμάκιο όταν γίνεται η πρόσληψη » , που είχε εκδοθεί στις 6 Ιουνίου 1973 .
4 O προσφεύγων , όταν έλαβε γνώση της εγκυκλίου αυτής , υπέβαλε , στις 4 Ιουνίου 1981 , στο γενικό διευθυντή του προσωπικού αίτηση με την οποία ζητούσε την επανεξέταση των αρχικών του κατατάξεων που είχαν γίνει , αντίστοιχα , το 1975 , κατά την πρόσληψή του , και το 1978 , κατά το διορισμό του ως υπαλλήλου διοικήσεως . Κατά τη γνώμη του , μια τέτοια επανεξέταση ήταν δικαιολογημένη , διότι από την προαναφερθείσα απόφαση της 6ης Ιουνίου 1973 προκύπτει ότι η Επιτροπή , κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο , δεν έλαβε δεόντως υπόψη την προ του 1975 επαγγελματική του δραστηριότητα .
5 H αίτηση αυτή απορρίφθηκε με έγγραφο της 3ης Νοεμβρίου 1981 της επιτροπής κατατάξεως , για το λόγο ότι η επιτροπή « θεώρησε ότι δεν μπορούσε να τροποποιήσει τη γνώμη περί κατατάξεως που είχε προγενέστερα διατυπωθεί » . O προσφεύγων , αφού ζήτησε από την επιτροπή να αιτιολογήσει την απόφασή της και να αναφέρει τα κριτήρια που χρησιμοποίησε ως προς την κατάταξη , έλαβε εκ μέρους του γενικού διευθυντή του προσωπικού ανακοίνωση , με ημερομηνία 12 Μα ΐου 1982 . O τελευταίος διευκρίνισε τον τρόπο συλλογισμού που ακολούθησε η επιτροπή , προσθέτοντας ότι οι εν λόγω δύο αποφάσεις περί κατατάξεως είχαν ληφθεί σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς και ότι δεν συνέτρεχε λόγος τροποποιήσεώς τους .
6 Στις 22 Μαρτίου 1983 , ο προσφεύγων — που είχε εν τω μεταξύ προαχθεί στο βαθμό A6 — υπέβαλε στην επιτροπή κατατάξεως αίτηση επανεξετάσεως των πιο πάνω αποφάσεων περί κατατάξεως , τονίζοντας , ακόμα μια φορά , την άποψή του ως προς αυτές . O γενικός διευθυντής του προσωπικού , στην απάντησή του με ημερομηνία 28 Απριλίου 1983 , του γνωστοποίησε ότι όφειλε να επιβεβαιώσει « υπό την ιδιότητά του ως ΑΔΑ ( αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ) » τη διατήρηση σε ισχύ των εν λόγω κατατάξεων .
7 O προσφεύγων , με έγγραφο της 25ης Νοεμβρίου 1983 , απευθύνθηκε εκ νέου στην επιτροπή κατατάξεως , επαναλαμβάνοντας το αίτημά του περί επανεξετάσεως της υπηρεσιακής του κατάστασης . Στο έγγραφο αυτό ισχυριζόταν ότι ουδέποτε , ούτε ο γενικός διευθυντής του προσωπικού , ούτε η επιτροπή απάντησαν κατά τρόπο εξαντλητικό στα επιχειρήματα που είχε προβάλει στις προγενέστερες αιτήσεις του . Στις 6 Δεκεμβρίου 1983 , ο προσφεύγων έστειλε συμπληρωματικό της πιο πάνω αίτησης έγγραφο , σε απάντηση του οποίου ο γενικός διευθυντής του προσωπικού του γνωστοποίησε , στις 6 Ιανουαρίου 1984 , ότι δεν μπορούσε να δώσει ικανοποιητική συνέχεια στην αίτησή του περί αναθεωρήσεως της κατάταξης .
8 Κατόπιν αυτής της απαντήσεως , ο προσφεύγων υπέβαλε , στις 5 Απριλίου 1984 , βάσει του άρθρου 90 , παράγραφος 2 , του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης , διοικητική ένσταση με την οποία ζητούσε , έχοντας υπόψη την προαναφερθείσα απόφαση της 6ης Ιουνίου 1973 , τροποποίηση , με αναδρομική ισχύ , της κατάταξής του , που είχε γίνει το 1975 , στο βαθμό LA8 , κλιμάκιο 2 , και το διορισμό του στο βαθμό LA7 . O προσφεύγων , προς στήριξη της ένστασης αυτής που απευθυνόταν προς τον πρόεδρο της Επιτροπής , επικαλείτο τις διατάξεις μιας νέας « απόφασης σχετικά με τα κριτήρια που ισχύουν για το διορισμό σε βαθμό και για την κατάταξη σε κλιμάκιο όταν γίνεται η πρόσληψη » , η οποία είχε αντικαταστήσει την προαναφερθείσα απόφαση της 6ης Ιουνίου 1973 και είχε δημοσιευτεί στις « Διοικητικές πληροφορίες » της 21ης Οκτωβρίου 1983 .
9 O γενικός διευθυντής του προσωπικού απέρριψε , με υπηρεσιακό σημείωμα της 21ης Ιουνίου 1984 , την ένσταση αυτή , για το λόγο ότι η επίμαχη κατάταξη είχε γίνει προσηκόντως βάσει της αποφάσεως της 6ης Ιουνίου 1973 ενώ , κατά τα λοιπά , η δημοσίευση , το 1983 , μιας νέας απόφασης με παρόμοιο θέμα δεν μπορούσε να προκαλέσει νέα έναρξη των προθεσμιών που προβλέπονται στα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης , διότι τα άρθρα αυτά είναι δημοσίας τάξεως .
10 H υπό κρίση προσφυγή αποτελεί συνέχεια της αίτησης με την οποία ο προσφεύγων επιδίωξε τροποποίηση της αρχικής του κατάταξης . H Επιτροπή πρότεινε ένσταση απαραδέκτου κατά την έννοια του άρθρου 91 του κανονισμού διαδικασίας , ζητώντας από το Δικαστήριο να αποφανθεί επ’ αυτής χωρίς να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως επί της ουσίας .
Επί του παραδεκτού
11 H Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω του ότι δεν προηγήθηκε αυτής ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90 , παράγραφος 2 , του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης . Το έγγραφο , το οποίο ο προσφεύγων χαρακτήρισε ως ένσταση , δηλαδή το έγγραφο της 5ης Απριλίου 1984 , δεν αποτελεί στην πραγματικότητα παρά μια εμφανώς εκπρόθεσμη ανακοίνωση , δεδομένου ότι ο προσφεύγων δεν υπέβαλε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ενστάσεις κατά των επίμαχων αρχικών αποφάσεων περί κατατάξεώς του . Δεδομένου ότι οι αποφάσεις αυτές κατέστησαν απρόσβλητες , ο προσφεύγων δεν μπορεί , υποβάλλοντας « ένσταση » που έχει το ίδιο αντικείμενο με τις πράξεις αυτές , να προκαλέσει εκ νέου έναρξη μιας προθεσμίας που άφησε να παρέλθει .
12 Εξάλλου , η Επιτροπή θεωρεί ότι μια απλή ανακοίνωση περί των κριτηρίων κατατάξεως όπως αυτή που δημοσιεύτηκε στις « Διοικητικές πληροφορίες » της 21ης Οκτωβρίου 1983 , δεν είναι ικανή να δημιουργήσει εξαιρέσεις στο σύστημα περί προθεσμιών του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης . Εξάλλου , η ανακοίνωση αυτή έγινε με μοναδικό σκοπό να παρασχεθεί , όλως κατ’ εξαίρεση , στους υπαλλήλους των οποίων η κατάταξη είχε γίνει βάσει της αποφάσεως της 6ης Ιουνίου 1973 , η δυνατότητα αναθεωρήσεως της υπηρεσιακής τους κατάστασης όλως χαριστικώς . Κατά συνέπεια , δεν είναι δυνατό να γίνει επίκληση της εν λόγω δημοσιεύσεως προς στήριξη του παραδεκτού της υπό κρίση προσφυγής .
13 Αντιθέτως , ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η προαναφερθείσα ανακοίνωση της 21ης Οκτωβρίου 1983 πρέπει να θεωρηθεί ως νέο και αρκούντως ουσιώδες περιστατικό , το οποίο δικαιολογεί την περί ανακατατάξεως αίτησή του της 25ης Νοεμβρίου 1983 . Πράγματι , η επιχειρηματολογία που προβάλλει η καθής έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζεται το δικαίωμα των υπαλλήλων να επικαλούνται , στην περίπτωση βλαπτικής πράξεως , τις διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης .
14 Κατά το άρθρο 90 , παράγραφος 1 , του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης , ο υπάλληλος μπορεί να ζητήσει από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να λάβει απόφαση περί αυτού . Πάντως , κατά πάγια νομολογία , η ευχέρεια αυτή δεν επιτρέπει στον υπάλληλο να αγνοήσει τις προθεσμίες που προβλέπονται στα άρθρα 90 και 91 για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως και προσφυγής , αμφισβητώντας εμμέσως με αίτησή του προγενέστερη απόφαση , η οποία δεν είχε αμφισβητηθεί εμπροθέσμως· μόνο η ύπαρξη νέων ουσιωδών περιστατικών μπορεί να δικαιολογήσει την υποβολή αιτήσεως που αποσκοπεί στην επανεξέταση μιας τέτοιας αποφάσεως .
15 Έπειτα , πρέπει να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο , στην απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1983 ( Blomefield , 190/82 , Συλλογή σ . 3981 ), θεώρησε ότι η εκ μέρους της Επιτροπής ανακοίνωση , το Μάρτιο 1981 , της απόφασής της της 6ης Ιουνίου 1973 συνιστά νέο πραγματικό περιστατικό ικανό να στηρίζει καλόπιστα διατυπωμένα αιτήματα ορισμένων υπαλλήλων για αναθεώρηση της αρχικής τους κατάταξης . Κατά συνέπεια , συνάγεται ότι ο προσφεύγων , ενόψει του ιστορικού της υπό κρίση διαφοράς , νομίμως υπέβαλε , τον Ιούνιο του 1981 , αίτηση ανακατατάξεως στην υπηρεσία διοικητικού της καθής , η οποία , άλλωστε , την απέρριψε ρητώς . Όμως , η διοικητική ένσταση που προηγήθηκε της υπό κρίση προσφυγής δεν στρεφόταν κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως .
16 Κατά συνέπεια , η ένσταση απαραδέκτου που πρότεινε η Επιτροπή πρέπει να γίνει δεκτή . Πράγματι , μολονότι , υπό ορισμένες προϋποθέσεις , ένας υπάλληλος μπορεί να υποβάλει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αίτηση με την οποία αμφισβητεί απόφαση περί κατατάξεως η οποία δεν είχε αμφισβητηθεί εντός των προθεσμιών που είχαν ταχθεί , και μολονότι μια τέτοια αίτηση μπορεί , σε περίπτωση απορρίψεως , να αποτελέσει λόγο διοικητικής ενστάσεως και , ενδεχομένως , προσφυγής σύμφωνα με τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης , εντούτοις , ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος δεν μπορεί για το λόγο αυτό να προκαλέσει , υποβάλλοντας δεύτερη ή ακόμα και τρίτη αίτηση , νέα έναρξη ή παράταση της προθεσμίας που έχει ταχθεί για την υποβολή της ένστασής του .
17 H τύχη της προσφυγής δεν θα ήταν διαφορετική στην περίπτωση που η επιστολή του προσφεύγοντος της 25ης Νοεμβρίου 1983 έπρεπε να θεωρηθεί ως αίτηση με την οποία δίνεται συνέχεια στη δημοσίευση από την Επιτροπή , τον Οκτώβριο του 1983 , ορισμένων σχετικά με τα προβλήματα κατατάξεως πληροφοριών . Στη συγκεκριμένη περίπτωση , η δημοσίευση του Μαρτίου 1981 είχε ήδη επιτρέψει στον προσφεύγοντα να υποβάλει αίτηση , κατά την έννοια του άρθρου 90 , παράγραφος 1 , του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης , με την οποία αμφισβήτησε την προηγούμενη κατάταξή του . Υπό τις περιστάσεις αυτές , η δημοσίευση του 1983 δεν μπορούσε πλέον να έχει το ίδιο αποτέλεσμα ως προς αυτόν .
18 Για το λόγο αυτό , η προσφυγή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
19 Κατά το άρθρο 69 , παράγραφος 2 , του κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα . Εντούτοις , σύμφωνα με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας , προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων , τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει την προσφυγή .
2 ) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy