Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Εξωσυμβατική ευθύνη — Άρθρο 215 , δεύτερη παράγραφος , της Συνθήκης EOK - Πεδίο εφαρμογής — Ευθύνη οργάνου των Κοινοτήτων έναντι προσωρινώς απασχολούμενου εργαζομένου εκ των εθνικών διατάξεων — Αποκλείεται — Αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου — Δεν συντρέχει
( Συνθήκη EOK , άρθρα 178 και 215 , δεύτερη παράγραφος )
2 . Υπάλληλοι — Καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό — Εθνική ρύθμιση της προσωρινής απασχόλησης — Αντικατάσταση της συμβάσεως προσωρινής απασχόλησης από σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου — Εφαρμογή στα κοινοτικά όργανα — Αποκλείεται
( Καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό , άρθρο 6 )
Περίληψη
1 . H έναντι του προσωρινώς απασχολουμένου ενδεχόμενη ευθύνη οργάνου των Κοινοτήτων δυνάμει εθνικών διατάξεων που διέπουν τις συμβάσεις οι οποίες συνάπτονται μεταξύ του οργάνου αυτού και των επιχειρήσεων προσωρινής απασχόλησης δεν εμπίπτει στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης στην οποία αναφέρεται το άρθρο 215 , δεύτερη παράγραφος , της Συνθήκης EOK , άρα το Δικαστήριο δεν είναι αποκλειστικώς αρμόδιο να εκδικάζει διαφορές που αναφέρονται στην ευθύνη αυτή .
2 . Το άρθρο 6 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποκλείει την εφαρμογή στα κοινοτικά όργανα εθνικών διατάξεων δυνάμει των οποίων , σε περίπτωση μη τηρήσεως ορισμένων από τους εθνικούς κανόνες περί προσωρινής απασχόλησης , γεννάται κατά πλάσμα δικαίου σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του προσωρινώς απασχολουμένου και του προσώπου που τον απασχολεί .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 232/84 ,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Cour du travail των Βρυξελλών προς το Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK και του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις , με την οποία ζητείται , στο πλαίσιο της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
και
Jean-Louis Tordeur και λοιπών ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 215 , δεύτερη παράγραφος , της Συνθήκης EOK , 23 της προαναφερθείσας Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 και 12 ώς 16 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 8ης Απριλίου 1965 ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 1984 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Σεπτεμβρίου , το Cour du travail των Βρυξελλών υπέβαλε , δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK και του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις , τρία ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 215 , δεύτερη παράγραφος , της Συνθήκης EOK , 23 της προαναφερθείσας σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 και 12 ώς 16 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 8ης Απριλίου 1965 .
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δίκης μεταξύ της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Tordeur . Κατά το διάστημα μεταξύ 1ης Δεκεμβρίου 1976 και 31ης Μα ΐου 1978 ο τελευταίος τέθηκε στη διάθεση της Επιτροπής ως προσωρινώς απασχολούμενος από δυο διαφορετικές επιχειρήσεις προσωρινής εργασίας που ανταποκρίθηκαν σε προσκλήσεις της Επιτροπής για υποβολή προσφορών ενόψει της προσλήψεως προσωπικού αυτού του τύπου .
3 O Tordeur ενήγαγε ενώπιον του Tribunal du travail των Βρυξελλών την Επιτροπή και τις εν λόγω επιχειρήσεις προσωρινής απασχόλησης ισχυριζόμενος ότι έχει εφαρμογή στην περίπτωσή του ο βελγικός νόμος της 28ης Ιουνίου 1976 , περί προσωρινής ρυθμίσεως της έκτακτης εργασίας , της προσωρινής απασχόλησης και της θέσεως εργαζομένων στη διάθεση εργοδοτών ( Moniteur belge της 7.8.1976 , σ . 9968 ).
4 O Tordeur ζήτησε πρώτον να καταδικαστούν αλληλεγγύως η Επιτροπή και οι επιχειρήσεις προσωρινής απασχόλησης να του καταβάλουν , δυνάμει του άρθρου 10 του εν λόγω νόμου , τη διαφορά μεταξύ της αμοιβής βοηθού γραφείου που έλαβε πράγματι και της αμοιβής υπαλλήλου διοικήσεως του βαθμού A 7 . Σχετικώς ισχυρίστηκε ότι τα καθήκοντά του στην υπηρεσία της Επιτροπής ήταν καθήκοντα υπαλλήλου διοικήσεως και όχι βοηθού γραφείου .
5 Δεύτερον , ο Tordeur ζήτησε να του καταβάλουν οι εναγόμενες αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης αορίστου διαρκείας που ανέκυψε μεταξύ αυτού και της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 32 , παράγραφος 3 , του προαναφερθέντος νόμου .
6 Το άρθρο 10 που επικαλείται ο Tordeur στο πλαίσιο του πρώτου αιτήματός του ορίζει ότι η αμοιβή του προσωρινώς απασχολουμένου δεν μπορεί να είναι κατώτερη της αμοιβής που θα δικαιούταν αν είχε προσληφθεί υπό τις ίδιες συνθήκες ως μόνιμος εργαζόμενος .
7 Το άρθρο 32 που προβάλλεται στο πλαίσιο του δευτέρου αιτήματος προβλέπει στην παράγραφο 1 ότι η από φυσικά ή νομικά πρόσωπα διάθεση εργαζομένων που έχουν προσλάβει σε τρίτους οι οποίοι τους απασχολούν και ασκούν επ’ αυτών κάποιες από τις εξουσίες που ανήκουν κανονικώς στον εργοδότη απαγορεύεται εφόσον δεν πραγματοποιείται βάσει των κανόνων των κεφαλαίων I και II του προαναφερθέντος βελγικού νόμου .
8 H παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου ορίζει τα εξής :
« O εργοδότης ο οποίος εκτελεί εργασίες μέσω εργαζομένων που τέθηκαν στη διάθεσή του κατά παράβαση της παραγράφου 1 και οι εν λόγω εργαζόμενοι λογίζονται συνδεόμενοι διά συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου από την έναρξη εκτελέσεως των εργασιών . »
9 Τέλος , η παράγραφος 4 του άρθρου 32 ορίζει ότι ο εργοδότης που χρησιμοποιεί προσωρινώς απασχολούμενους εργαζομένους καθώς και το πρόσωπο που θέτει τους τελευταίους στη διάθεση του πρώτου κατά παράβαση της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου ευθύνονται αλληλεγγύως για την καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης , αμοιβών , αποζημιώσεων και πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τη σύμβαση η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 3 .
10 Με παρεμπίπτουσα απόφαση της 30ής Μα ΐου 1983 , το Tribunal du travail των Βρυξελλών έκρινε ότι οι σχέσεις μεταξύ του Tordeur , αφενός , και της Επιτροπής καθώς και των δύο επιχειρήσεων προσωρινής απασχόλησης , αφετέρου , διέπονται από τον προαναφερθέντα βελγικό νόμο της 28ης Ιουνίου 1976 .
11 Κατόπιν εφέσεως της Επιτροπής η υπόθεση ήχθη ενώπιον του Cour du travail των Βρυξελλών το οποίο ανέβαλε να αποφανθεί οριστικώς και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα :
« α ) H ενδεχόμενη ευθύνη των Κοινοτήτων έναντι του προσωρινώς απασχολουμένου που απορρέει από τις βελγικές εθνικές διατάξεις που εφαρμόζονται στις συμβάσεις οι οποίες συνάπτονται μεταξύ της Επιτροπής και των επιχειρήσεων προσωρινής απασχολήσεως εμπίπτει ή όχι στο πεδίο της εξωσυμβατικής της ευθύνης στην οποία αναφέρεται το άρθρο 215 , δεύτερη παράγραφος , της Συνθήκης της Ρώμης ή στο πεδίο άλλου κανόνα κοινοτικού δικαίου που παρέχει στο Δικαστήριο αποκλειστική αρμοδιότητα για την εκδίκαση αγωγής κατά της Επιτροπής ;
β ) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα , το άρθρο 23 της Συμβάσεως για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις που υπεγράφη στις 27 Σεπτεμβρίου 1968 — εφόσον έχει εφαρμογή εν προκειμένω , ερώτημα που υποβάλλεται επίσης στο Δικαστήριο — ή οιοσδήποτε άλλος κανόνας κοινοτικού δικαίου που έχει ενδεχομένως εφαρμογή δικαιολογούν εν προκειμένω εξαίρεση από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου υπέρ του ήδη επιληφθέντος εθνικού δικαστή ;
γ ) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα ή καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα , τα άρθρα 12 ώς 16 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπεγράφη στις Βρυξέλλες στις 8 Απριλίου 1965 ή οιοσδήποτε άλλος κανόνας κοινοτικού δικαίου που έχει ενδεχομένως εφαρμογή εν προκειμένω αποκλείουν την εφαρμογή επί της Επιτροπής των εθνικών διατάξεων οι οποίες σε περίπτωση μη τηρήσεως ορισμένων εθνικών κανόνων ορίζουν κατά πλάσμα δικαίου και ως αστική κύρωση ότι λογίζεται υφισταμένη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του εργοδότη και του προσωρινώς απασχολούμενου εργαζομένου ; »
12 Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο Tordeur και η Επιτροπή .
13 Με Διάταξη της 13ης Φεβρουαρίου 1985 το Δικαστήριο ανέθεσε την υπόθεση στο τέταρτο τμήμα .
14 Με Διάταξη της 19ης Μαρτίου 1985 το Δικαστήριο διέταξε , κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής , να αφαιρεθούν από τη δικογραφία τα παραρτήματα 2 και 3 των παρατηρήσεων που υπέβαλε ο Tordeur καθώς και οι παραπομπές στα εν λόγω έγγραφα που περιέχονται στις παρατηρήσεις αυτές .
Επί των ερωτημάτων α ) και β )
15 Με το ερώτημα α ), το εθνικό δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν η υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί υπάγεται στην αρμοδιότητά του ή αν , αντιθέτως , αφορά περίπτωση εξωσυμβατικής ευθύνης των οργάνων κατά την έννοια του άρθρου 215 , δεύτερη παράγραφος , της Συνθήκης EOK και υπάγεται , δυνάμει του άρθρου 178 της ίδιας Συνθήκης , στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου .
16 Με τις παρατηρήσεις του ο Tordeur υπογραμμίζει ότι , σύμφωνα με το άρθρο 32 , παράγραφος 3 , του προαναφερθέντος βελγικού νόμου της 28ης Ιουνίου 1976 υπάρχει εν προκειμένω άμεση συμβατική σχέση μεταξύ του Tordeur και της Επιτροπής οπότε πρόκειται για περίπτωση συμβατικής ευθύνης των οργάνων που εξαιρείται επομένως της κατά το άρθρο 178 αποκλειστικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου .
17 O Tordeur παρατηρεί σχετικώς ότι την ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ αυτού και της Επιτροπής επιβεβαιώνει το στοιχείο ότι η πρόσληψή του από την τελευταία έγινε δυνάμει εγγράφου που υπέγραψαν ο εκπρόσωπος της Επιτροπής , η επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης και ο ίδιος .
18 H Επιτροπή υποστηρίζει αντιθέτως ότι ο βελγικός νόμος της 28ης Ιουνίου 1976 στηρίζεται σε πλάσμα δικαίου , η περίπτωση δηλαδή στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 του άρθρου 32 αντιμετωπίζεται ως εάν υπήρχε άμεση σύμβαση μεταξύ του εργαζομένου και του προσώπου που τον χρησιμοποιεί . Αφού όμως δεν υπάρχει πραγματική σύμβαση ο προσωρινός απασχολούμενος μπορεί να ασκήσει κατά της Επιτροπής μόνο αγωγή αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της . Σύμφωνα με το άρθρο 178 η αγωγή αυτή υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου .
19 Πρέπει να σημειωθεί σχετικώς ότι η αγωγή του Tordeur ενώπιον των βελγικών αρμόδιων δικαστηρίων αποτελεί την προέκταση σε δικαστικό επίπεδο των συμβατικών σχέσεων μεταξύ του Tordeur και των δύο επιχειρήσεων προσωρινής απασχόλησης . Ομοίως η εμπλοκή της Επιτροπής στη διαφορά αυτή δικαιολογείται από την ύπαρξη άλλων συμβατικών σχέσεων μεταξύ αυτής και των εν λόγω επιχειρήσεων , σχέσεων που είχαν ως αντικείμενο να τεθεί ο Tordeur στη διάθεση της Επιτροπής επί μακρότατη και αδιάκοπη περίοδο .
20 Υπό τις συνθήκες αυτές και χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί αν , κατά το βελγικό δίκαιο , η αγωγή του Tordeur είναι ή όχι αγωγή λόγω συμβατικής ευθύνης , αρκεί να σημειωθεί ότι το αντικείμενο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 215 , δεύτερη παράγραφος , και κατά συνέπεια η διαφορά εξαιρείται της αποκλειστικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου που προβλέπει το άρθρο 178 .
21 Επομένως , στο ερώτημα α ) του εθνικού δικαστηρίου προσήκει η απάντηση ότι η έναντι του προσωρινώς απασχολουμένου ενδεχόμενη ευθύνη οργάνου των Κοινοτήτων δυνάμει των εθνικών διατάξεων που διέπουν τις συμβάσεις οι οποίες συνάπτονται μεταξύ του οργάνου αυτού και των επιχειρήσεων προσωρινής απασχόλησης δεν εμπίπτει στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης στην οποία αναφέρεται το άρθρο 215 , δεύτερη παράγραφος , της Συνθήκης EOK , άρα το Δικαστήριο δεν είναι αποκλειστικώς αρμόδιο να εκδικάζει διαφορές που αναφέρονται στην ευθύνη αυτή .
22 H απάντηση στο ερώτημα β ) παρέλκει δεδομένου ότι το ερώτημα αυτό τέθηκε για το ενδεχόμενο καταφατικής απάντησης στο ερώτημα α ).
Επί του ερωτήματος γ )
23 Με το ερώτημα γ ), το εθνικό δικαστήριο διερωτάται στην ουσία αν το κοινοτικό δίκαιο εμποδίζει την εφαρμογή , στα όργανα των Κοινοτήτων που καταφεύγουν στην πρόσληψη προσωρινώς απασχολούμενων εργαζομένων , του άρθρου 32 , παράγραφος 3 , του βελγικού νόμου της 28ης Ιουνίου 1976 , δυνάμει του οποίου σε περίπτωση μη τηρήσεως άλλων διατάξεων του ίδιου νόμου λογίζεται υφισταμένη , κατά πλάσμα δικαίου και ως αστική κύρωση , σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του εργαζομένου και του προσώπου που τον χρησιμοποιεί .
24 Σχετικώς πρέπει να σημειωθεί πρώτον ότι τα άρθρα 12 ώς 16 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 8ης Απριλίου 1965 , τα οποία μνημονεύονται ρητά στην αίτηση του εθνικού δικαστηρίου , δεν ενδιαφέρουν τη συζήτηση εν προκειμένω . Πράγματι , όπως ορθώς παρατήρησαν ο Tordeur και η Επιτροπή , στην κύρια δίκη δεν ανακύπτει κανένα ζήτημα σχετικό με τις ασυλίες των υπαλλήλων των Κοινοτήτων , στις οποίες και μόνο αναφέρονται τα εν λόγω άρθρα .
25 H Επιτροπή ωστόσο διατύπωσε την άποψη ότι οι διατάξεις του είδους αυτού που αναφέρει το εθνικό δικαστήριο είναι ασυμβίβαστες με άλλες διατάξεις περί υπαλλήλων των Κοινοτήτων . Κληθείσα δε κατά τη συζήτηση να αναφέρει τις συγκεκριμένες διατάξεις που , κατά τη γνώμη της , εμποδίζουν την εφαρμογή στα όργανα του άρθρου 32 , παράγραφος 3 , του βελγικού νόμου της 28ης Ιουνίου 1976 , η Επιτροπή παρατήρησε ότι η πρόβλεψη , ως αστικής κυρώσεως για τη μη τήρηση των διάταξεων του εν λόγω νόμου , της γενέσεως συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του προσωρινώς απασχολουμένου και του οργάνου στο οποίο απασχολείται , παραβιάζει την αποκλειστική αρμοδιότητα που έχει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή στον τομέα της πρόσληψης των υπαλλήλων .
26 Σημειωτέον σχετικώς ότι , σύμφωνα με το άρθρο 6 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων , κάθε όργανο προσδιορίζει τις αρχές οι οποίες είναι εξουσιοδοτημένες να συνάπτουν τις συμβάσεις προσλήψεως υπαλλήλων είτε πρόκειται για έκτακτους ή επικουρικούς ή τοπικούς υπαλλήλους ή ακόμα και για ειδικούς συμβούλους .
27 Βεβαίως η κοινωνική προστασία του προσωρινώς απασχολουμένου δεν πρέπει να παραμελείται για μόνο το λόγο ότι ο τελευταίος τίθεται στη διάθεση κοινοτικού οργάνου . Ωστόσο η προστασία αυτή δεν μπορεί να εξασφαλίζεται με μέτρα που θα συνιστούσαν επέμβαση στη σφαίρα αυτονομίας των οργάνων των Κοινοτήτων .
28 Υπό το φως αυτών των σκέψεων και σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Μαρτίου 1975 ( Porrini , 65/74 , Rec . σ . 319 ), η σύναψη σύμβασης προσλήψεως σε όργανο , όταν μάλιστα πρόκειται για σύμβαση αορίστου χρόνου , δεν μπορεί να μην απορρέει από απόφαση της αρχής που ορίζεται ως αρμόδια σχετικώς αλλά από το γεγονός , έστω και αν διαπιστώνεται με απόφαση του εθνικού δικαστή , ότι δεν τηρήθηκαν ορισμένες διατάξεις περί προσωρινής απασχολήσεως της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους .
29 Επομένως , στο ερώτημα γ ) του εθνικού δικαστηρίου προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 6 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποκλείει την εφαρμογή στα κοινοτικά όργανα εθνικών διατάξεων δυνάμει των οποίων , σε περίπτωση μη τηρήσεως ορισμένων από τους εθνικούς κανόνες περί προσωρινής απασχόλησης , γεννάται κατά πλάσμα δικαίου σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του προσωρινώς απασχολουμένου και του προσώπου που τον απασχολεί .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει , έναντι των διαδίκων στην κύρια δίκη , το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τέταρτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 1984 το Cour du travail των Βρυξελλών , αποφαίνεται :
1 ) H έναντι του προσωρινώς απασχολουμένου ενδεχόμενη ευθύνη οργάνου των Κοινοτήτων δυνάμει εθνικών διατάξεων που διέπουν τις συμβάσεις οι οποίες συνάπτονται μεταξύ του οργάνου αυτού και των επιχειρήσεων προσωρινής απασχόλησης δεν εμπίπτει στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης στην οποία αναφέρεται το άρθρο 215 , δεύτερη παράγραφος , της Συνθήκης EOK , άρα το Δικαστήριο δεν είναι αποκλειστικώς αρμόδιο να εκδικάζει διαφορές που αναφέρονται στην ευθύνη αυτή .
2 ) Το άρθρο 6 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποκλείει την εφαρμογή στα κοινοτικά όργανα εθνικών διατάξεων δυνάμει των οποίων , σε περίπτωση μη τηρήσεως ορισμένων από τους εθνικούς κανόνες περί προσωρινής απασχόλησης , γεννάται κατά πλάσμα δικαίου σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του προσωρινώς απασχολουμένου και του προσώπου που τον απασχολεί .
Full & Egal Universal Law Academy