ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 24ης Ιουνίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 236/84,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht του Düsseldorf προς το Δικαστήριο κατ εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της οιαφορας που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Malt GmbH
και
Hauptzollamt Düsseldorf,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο ιδίως δε με τον κανονισμό 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971 περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στο γεωργικό τομέα σαν συνέπεια της προσωρινής διευρύνσεως των περιθωρίων διακυμάνσεως των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192), η επιβολή νομισματικού εξισωτικού ποσού, σύμφωνα με τον κανονισμό 481/82 της Επιτροπής, της 26ης Φεβρουαρίου 1982 ( ΕΕ L 57, σ. 1 ), κατά την είσαγωγή, στο πλαίσιο κοπτική δασμολογικής ποσοστώσεως, νωπού βοείου κρέατος, διατηρημένου με απλή ψύξη ή κατεψυγμένου και υπαγόμενου στη δασμολογική διάκριση 02.01 Α II α) 4 ββ) του κοινού δασμολογίου,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Τ. Koopmans, Κ. Bahlmann G. Bosco και F. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από το διδάκτορα D. Ehle δικηγόρο Κολωνίας,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το διδάκτορα D. Booss, νομικό σύμβουλο, και τον Β. Jansen, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Μαρτίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
( Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται )
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 13ης Σεπτεμβρίου 1984, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Σεπτεμβρίου 1984, το Finanzgericht του Düsseldorf υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος της επιβολής, δυνάμει του κανονισμού 481/82 της Επιτροπής, της 26ης Φεβρουαρίου 1982, νομισματικού εξισωτικού ποσού κατά την εισαγωγή νωπού βοείου κρέατος υψηλής ( εκλεκτής ) ποιότητας, διατηρούμενου με απλή ψύξη ή κατεψυγμένου και υπαγόμενου στη διάκριση 02.01 Α II α) 4 ββ) του κοινού δασμολογίου, στο πλαίσιο ετήσιας δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίχτηκε με τον κανονισμό 3715/81 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1981.
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Malt GmbH, προσφεύγουσας στην κύρια δίκη (εφεξής: προσφεύγουσα), και του Hauptzollamt του Düsseldorf, καθού στην κύρια δίκη ( εφεξής: καθού ).
3
Στο πλαίσιο της ποσόστωσης που ανοίχτηκε με τον κανονισμό 217/81 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 1981, περί ανοίγματος κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως βοείων κρεάτων εκλεκτής ποιότητας, νωπών διατηρημένων δι' απλής ψύξεως ή κατεψυγμένων των διακρίσεων 02.01 Α II α) και 02.01 Α II β) του κοινού δασμολογίου ( ΕΕ L 38, σ. 1 ), η οποία παρατάθηκε για το έτος 1982 με τον κανονισμό 3715/81 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1981 (ΕΕ L 373, σ. 1), που τροποποίησε τον κανονισμό 217/81, η προσφεύγουσα εισήγαγε τον Απρίλιο του 1982 βόειο κρέας εκλεκτής ποιότητας, νωπό μεν από την Αργεντινή, κατεψυγμένο δε^ απο τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο κανονισμός 3751/81 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1981, περί τροποποιήσεως του κανονισμού ( ΕΟΚ) αριθ. 263/81 περί θεσπίσεως των λεπτομερειών εφαρμογής των καθεστώτων εισαγωγής που προβλέπονται από τους κανονισμούς (ΕΟΚ) αριθ. 217/81 και (ΕΟΚ) αριθ. 218/81 στον τομέα του βοείου κρέατος ( ΕΕ L 374, σ. 14), όρισε τις λεπτομέρειες εφαρμογής του εν λόγω καθεστώτος εισαγωγής για το έτος 1982.
4
Η προσφεύγουσα υπέβαλε κατ' αρχάς ένσταση κατά της αποφάσεως, που είχε λάβει το καθου δυνάμει του κανονισμού 481/82 της Επιτροπής, της 26ης Φεβρουαρίου 1982 περί τροποποιήσεως των νομισματικών εξισωτικών ποσών ( EE L 57, σ 1 ) για να' εισπράξει τα νομισματικά εξισωτικά ποσά ( εφεξής: ΝΕΠ ), στη συνέχεια δε, μετά την απόρριψη της ενστάσεως της, άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht του Dusseldorf, ισχυριζόμενη ότι η εισαγωγή του εμπορεύματος, στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης, δεν δικαιολογεί την είσπραξη των ΝΕΠ.
5
Αναφερόμενο στις αρχές που ισχύουν ως προς την εφαρμογή των ΝΕΠ και σύμφωνα με τις οποίες τα τελευταία εισπράττονται μόνο σε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κίνδυνος ότι η μη επιβολή τους επιφέρει διαταραχές στο ενδοκοινοτικό εμπόριο και ότι τα εν λόγω ποσά πρέπει να περιορίζονται σε ό,τι είναι απολύτως αναγκαίο το Finanzgericht του Düsseldorf αμφιβάλλει για το αν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι δύο αυτές προϋποθέσεις. Περαιτέρω, επικαλείται το γεγονός ότι οι διενεργούμενες στο πλαίσιο της γενικής δασμολογικής ποσόστωσης της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (ΓΣΔΕ) εισαγωγές βοείου κρέατος απαλλάσσονται από τα ΝΕΠ, δυνάμει του κανονισμού 2979/79 της Επιτροπής, της 27ης Δεκεμβρίου 1979 περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 2140/79 ως προς τα εξισωτικά ποσά που ισχύουν για ορισμένα προϊόντα του τομέα του βοείου κρέατος ( ABI. L 336, σ. 57 ) Διερωτάται δε αν η απαλλαγή αυτή πρέπει να ισχύει και για τις εισαγωγές που γίνονται στο πλαίσιο ποσόστωσης για το βόειο κρέας εκλεκτής ποιότητας. Φρονώντας ότι η απάντηση στα ερωτήματα αυτά, κατά συνέπεια δε και η επίλυση της διαφοράς της οποίας επελήφθη, εξαρτάται από την ερμηνεία του κανονισμού 481/82, το Finanzgericht του Düsseldorf υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Είναι παράνομη η επιβολή νομισματικού εξισωτικού ποσού για το βόειο κρέας της διάκρισης 02.01 Α II α) 4 ββ) του κοινού δασμολογίου, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 481/82, της 26ης Φεβρουαρίου 1982, κατά το μέτρο που συνεπάγεται την είσπραξη νομισματικών εξισωτικών ποσών κατά την εισαγωγή νωπού, διατηρουμένου με απλή ψύξη ή κατεψυγμένου βοείου κρέατος που διενεργείται στο πλαίσιο κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως [ κανονισμός ( ΕΟΚ ) 3715/81 ] »
6
Όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο αφορά κατ' ουσία το κύρος της επιβολής, δυνάμει του κανονισμού 481/82 της Επιτροπής, της 26ης Φεβρουαρίου 1982, νομισματικού εξισωτικού ποσού κατά την εισαγωγή βοείων κρεάτων εκλεκτής ποιότητας που υπάγονται στις δασμολογικές διακρίσεις 02.01 Α II α) και 02.01 Α II β) του κοινού δασμολογίου στο πλαίσιο της κοινοτικής δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίχτηκε με τον κανονισμό 217/81 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 1981, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3715/81 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1981.
7
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι ο κανονισμός 481/82 στερείται νομιμότητας καθόσον προβλέπει την εφαρμογή των ΝΕΠ κατά τη διενεργούμενη, στο πλαίσιο της κοινοτικής δασμολογικής ποσόστωσης βοείου κρέατος εκλεκτής ποιότητας, εισαγωγή βοείου κρέατος. Συγκεκριμένα, η είσπραξη των ΝΕΠ δεν συνάδει προς το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στο γεωργικό τομέα σαν συνέπεια της προσωρινής διευρύνσεως των περιθωρίων διακυμάνσεως των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2746/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972 ( ABl. L 291, σ. 148 ). Καταρχάς, η υφιστάμενη ή απειλούμενη διαταραχή του ενδοκοινοτικού εμπορίου δεν δικαιολογεί την εν λόγω είσπραξη. Επιπλέον, με την είσπραξη των ΝΕΠ παραβιάζεται, αφενός, η αρχή της αναλογικότητας, εφόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν περιορίζεται στο απόλυτα αναγκαίο και, αφετέρου, η απαγορευομενη λειτουργία των ΝΕΠ ως προσθέτου προστατευτικού στοιχείου.
8
Όσον αφορά την προϋπόθεση του κινδύνου ενδεχόμενης διαταραχής του ενδοκοινοτικού εμπορίου, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν δικαιολογεί επαρκώς την εφαρμογή των ΝΕΠ εν προκειμένω. Πρώτον, οι εισαγωγές του σχετικού προϊόντος περιορίστηκαν κατ' όγκο με την κοινοτική ποσόστωση και ελέγχθηκαν αυστηρά. Οι διενεργούμενες στο πλαίσιο της ποσόστωσης αυτής εισαγωγές έχουν συγκεκριμένο χαρακτήρα. Δεύτερον, οι παραγωγοί τρίτων χωρών πωλούν το εν λόγω βόειο κρέας σε τιμή σαφώς υψηλότερη εκείνης των κοινοτικών παραγωγών. Τρίτον, τθ( εισαγόμενο κρέας εξαιρετικής ποιότητας, που ανευρίσκεται σπάνια μέσα στην Κοινότητα, πλήττεται με δασμό 20 ο/ο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ήταν εύλογο να μην αναμένεται οποιαδήποτε διαταραχή του ενδοκοινοτικού εμπορίου. Συγκεκριμένα, το εν λόγω κρέας πωλούνταν σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα στις επιχειρήσεις εστιατορίων στη Γερμανία.
9
Όσον αφορά την αρχή της αναλογικότητας, η προσφεύγουσα παραπέμπει στη νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία όσον αφορά τον υπολογισμό και την είσπραξη των ΝΕΠ απαιτεί αυστηρή ουδετερότητα. Τα ΝΕΠ πρέπει να περιορίζονται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η επίπτωση των νομισματικών μέτρων των κρατών μελών επί των τιμών των προϊόντων βάσεως για τα οποία προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως οδηγεί σε δυσχέρειες. Η Επιτροπή όφειλε στην προκειμένη περίπτωση να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους η εφαρμογή των ΝΕΠ ανταποκρινόταν στην επιτακτική ανάγκη αποφυγής των δυσχερειών για το καθεστώς παρεμβάσεως. Η ανάγκη αυτή δεν συντρέχει. Το ίδιο το Δικαστήριο διατύπωσε επιφυλάξεις ως προς τη χρησιμότητα και την ανάγκη εφαρμογής των ΝΕΠ επί εμπορευμάτων των οποίων η εισαγωγή γίνεται χωρίς είσπραξη εισφοράς στο πλαίσιο ποσοστώσεως.
10
Όσον αφορά την απαγόρευση πρόσθετου στοιχείου προστασίας, η προσφεύγουσα εκθέτει ότι ο μεγάλος αριθμός των στοιχείων προστασίας, και συγκεκριμένα η ποσοτική ποσόστωση, η επιβολή δασμού και η επιβολή των ΝΕΠ, καταλήγει σε υπεραντι-στάθμιση του περιθωρίου μεταξύ των τιμών που εκφράζονται σε εθνικό νόμισμα και εκείνων που εκφράζονται σε ECU. Η υπεραντιστάθμιση αυτή, που θα πρέπει να εξομοιωθεί με επιβάρυνση ισοδυνάμου προς δασμούς αποτελέσματος, παραβιάζει όχι μόνο το σύστημα που καθιέρωσε ο κανονισμός 974/71, αλλά και το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 217/81. Με τον κανονισμό 2979/79η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε ότι δεν έπρεπε να προβλεφθεί η εφαρμογή των ΝΕΠ για τα προϊόντα που εισάγονται στο πλαίσιο κοινοτικής δασμολογικής ποσόστωσης κατεψυγμένου βοείου κρέατος και κρέατος βουβάλου, λόγω του ειδικού χαρακτήρα του εν λόγω εμπορίου.
11
Αντίθετα, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις μη εφαρμογής των ΝΕΠ του άρθρου 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 974/71 όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2746/72. Αν τα ΝΕΠ δεν είχαν εφαρμοστεί στην επίδικη εισαγωγή, κατά πάσα πιθανότητα η εισαγωγή του συνόλου της ποσόστωσης θα γινόταν στο κράτος μέλος με το ισχυρότερο νόμισμα, στη συγκεκριμένη δηλαδή περίπτωση στη Γερμανία, γεγονός που θα συνεπαγόταν στρέβλωση του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
12
Όσον αφορά το γεγονός ότι οι εισαγωγές που έγιναν στο πλαίσιο της κοινοτικής δασμολογικής ποσόστωσης, που ανοίχτηκε για το κατεψυγμένο βόειο κρέας δυνάμει του κανονισμού 136/82, δεν υπόκεινται ούτε σε εισφορά ούτε σε ΝΕΠ, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η ποσόστωση αυτή κατανεμήθηκε μεταξύ των κρατών μελών, ανάλογα με τις ανάγκες τους, γεγονός που περιορίζει τον κίνδυνο εκτροπής του ρεύματος του εμπορίου. Εξάλλου, το ίδιο ισχύει και για την εισαγωγή του κρέατος βουβάλου στο πλαίσιο της παρέκκλισης που επέτρεψε ο κανονισμός 481/82, διατηρώντας το ρεύμα παραδοσιακών εισαγωγών του εν λόγω κρέατος στη Γερμανία. Ουδέποτε έγινε εισαγωγή του κρέατος αυτού από άλλο κράτος μέλος. Επιπλέον, η ποσόστωση που ανοίχτηκε με τον κανονισμό 136/82 για το έτος 1982 είναι κατ' αρχήν η ίδια με εκείνη που είχε ήδη ανοιχτεί από το 1962, πριν δηλαδή από την εισαγωγή του συστήματος των ΝΕΠ στην Κοινότητα. Επομένως η εφαρμογή των ΝΕΠ στην εν λόγω παραδοσιακή ποσόστωση θα δημιουργούσε κίνδυνο λήψεως αντιμέτρων από τις άλλες χώρες μέλη της ΓΣΔΕ. Συνεπώς, δεν υπάρχει δυσμενής διάκριση εις βάρος της προσφεύγουσας σε σχέση με άλλους εισαγωγείς.
13
Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να γίνει σύγκριση του εισαχθέντος από την προσφεύγουσα κρέατος με το εισαχθέν δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 136/82 κρέας, δεδομένου ότι το τελευταίο ήταν κατεψυγμένο, και όχι νωπό ή διατηρημένο με απλή ψύξη, βόειο κρέας κάθε κατηγορίας, ενώ το πρώτο ήταν νωπό, διατηρημένο με απλή ψύξη ή κατεψυγμένο κρέας εκλεκτής ποιότητας.
14
Προκειμένου να επιλυθεί η εν λόγω διάσταση απόψεων, πρέπει καταρχάς να υπομνη-στεί ότι, όσον αφορά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, σκοπός των ΝΕΠ είναι να διορθώνουν τα αποτελέσματα των διακυμάνσεων των ασταθών τιμών συναλλάγματος, οι οποίες, σ' ένα σύστημα οργάνωσης αγοράς των γεωργικών προϊόντων που στηρίζεται σε κοινές τιμές, είναι ικανές να διαταράξουν το εν λόγω εμπόριο ( βλέπε απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Οκτωβρίου 1985 στην υπόθεση 125/84, Continental Irish Meat, Συλλογή 1985, σ. 3441 ). Για την προστασία αυτή του ενδοκοινοτικού εμπορίου απαιτείται τα ΝΕΠ να εφαρμόζονται όχι μόνο στα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο του ενδοκοινοτικού εμπορίου, αλλά επίσης και σ' εκείνα του εμπορίου με τις τρίτες χώρες (απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Οκτωβρίου 1980 στη υπόθεση 4/79, Providence agricole de la Champagne, Sig. 1980, σ. 2823 ). Όσον αφορά τις εισαγωγές των γεωργικών προϊόντων προελεύσεως τρίτων χωρών, γεγονός είναι ότι τα ΝΕΠ δεν πρέπει να αποτελούν στοιχείο προστατευτισμού στα εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας, για το λόγο δε αυτό διαφέρουν θεμελιωδώς από το σύστημα εισφορών καθώς και από το των δασμών. Πάντως, γεγονός επίσης παραμένει ότι τα ΝΕΠ που εφαρμόζονται στα εισαγόμενα από τις τρίτες χώρες προϊόντα επιτελούν την ίδια ρυθμιστική λειτουργία με εκείνη των ΝΕΠ που εφαρμόζονται στα κοινοτικά προϊόντα, ήτοι εξουδετερώνουν την καταστροφική για το σύστημα των ενιαίων τιμών επίπτωση των βραχυπρόθεσμων διακυμάνσεων των τιμών συναλλάγματος των νομισμάτων των διαφόρων κρατών μελών σε σχέση με την αντιπροσωπευτική τιμή τους. Σχετικά, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η επιβολή των ΝΕΠ στερείται νομιμότητας, όταν δεν υπάρχει κίνδυνος, ελλείψει αυτών, οποιασδήποτε διαταραχής στο ενδοκοινοτικό εμπόριο λόγω εισαγωγών από τρίτες χώρες ή όταν η είσπραξη τους συνιστά στοιχείο προστατευτισμού.
15
Όσον αφορά το ενδεχόμενο προκλήσεως διαταραχών στο ενδοκοινοτικό εμπόριο των γεωργικών προϊόντων, στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για εκτίμηση μιας περίπλοκης οικονομικής κατάστασης, για την οποία η Επιτροπή διαθέτει, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ( απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Ιανουαρίου 1976 στην υπόθεση 55/75, Balkan-Import-Export, Sig. 1976, σ. 19, και απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1985 στην υπόθεση 208/84, Vonk's Kaas, Συλλογή 1985, σ. 4025 ). Η Επιτροπή δεν οφείλει να αποφασίζει κατά περίπτωση ή κάθε προϊόν χωριστά, κρίνοντας ανάλογα με τη χώρα εξαγωγής, ως προς το αν υφίσταται κίνδυνος διαταραχής, αλλά μπορεί να προβαίνει σχετικώς σε σφαιρική εκτίμηση. Κατά συνέπεια, ο έλεγχος του Δικαστηρίου περιορίζεται στο να εξετάσει αν η κατ' αυτό τον τρόπο γενομένη εκτίμηση πάσχει από προφανή πλάνη ή από κατάχρηση εξουσίας, ή στο αν η Επιτροπή υπερέβη προδήλως τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως.
16
Επ' αυτού, πρέπει να υπομνηστεί η νομολογία του Δικαστηρίου ( αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1978 στην υπόθεση 79/77, Kühlhaus Zentrum, Sig. 1978, σ. 611, και της 15ης Οκτωβρίου 1980 που έχει ήδη αναφερθεί), σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή οφείλει πάντοτε να μεριμνά, ώστε η εφαρμογή των ΝΕΠ να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο, για να εξουδετερώνονται τα αποτελέσματα των νομισματικών διακυμάνσεων μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως όταν πρόκειται για εισαγόμενα από τρίτη χώρα προϊόντα, στο πλαίσιο ποσόστωσης, χωρίς να εισπράττεται εισφορά. Εντούτοις, ο εν λόγω περιορισμός δεν μπορεί να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι η Επιτροπή μπορεί να μη λαμβάνει υπόψη της τον κίνδυνο εκτροπής του ρεύματος του ενδοκοινοτικού εμπορίου γεωργικών προϊόντων, όταν πρόκειται για γεωργικά προϊόντα τρίτων χωρών. Η ερμηνεία αυτή αντίκειται προς το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 974/71.
17
Στην προκειμένη περίπτωση, η σχετική κοινοτική ποσόστωση δεν είχε κατανεμηθεί μεταξύ των κρατών μελών. Συνεπώς, υπήρχε φόβος ότι οι εισαγωγές από τρίτες χώρες θα πραγματοποιούνταν αποκλειστικά προς κράτη μέλη με το ισχυρότερο νόμισμα, ιδίως προς τη Γερμανία. Οι εισαγωγείς που προέβησαν στην εισαγωγή μπορούσαν να διαθέσουν επικερδώς το εμπόρευμα σε κράτος μέλος με ασθενές νόμισμα, εφόσον, σε περίπτωση παραδόσεως σ' αυτό, θα εισέπρατταν την επιστροφή του ποσού των αρνητικών ΝΕΠ που ισχύουν για τα κράτη μέλη με ασθενές νόμισμα και τούτο σε πλήρη συμφωνία με την κοινοτική ρύθμιση.
18
Η Επιτροπή διευκρίνισε περαιτέρω ότι, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, οι παραγωγοί της Κοινότητας παράγουν βόειο κρέας εκλεκτής ποιότητας, συγκρίσιμο με το εισαγόμενο στο πλαίσιο της ποσόστωσης, της τάξεως των 50000 περίπου τόνων ετησίως. Επιπλέον, από τις στατιστικές που προσκόμισε, σύμφωνα με τις οποίες οι εισαγωγές βοείου κρέατος εκλεκτής ποιότητας στο πλαίσιο της εν λόγω ποσόστωσης πραγματοποιήθηκαν στα περισσότερα κράτη μέλη, αποδεικνύει ότι υπάρχει ζήτηση του εν λόγω προϊόντος στο σύνολο σχεδόν της Κοινότητας.
19
Από τις σκέψεις που προηγήθηκαν, καθώς και από τους υπολογισμούς και τις στατιστικές, συνάγεται ότι η διάθεση στην κοινοτική αγορά, χωρίς την επιβολή των ΝΕΠ, 21000 τόνων κρέατος, από το υπαγόμενο στην ποσόστωση, θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στην εν λόγω αγορά. Δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι επιχειρηματίες να προβούν σε εκτροπή των ρευμάτων εισαγωγής στην Κοινότητα του εν λόγω κρέατος μέσω ενός κράτους μέλους με ισχυρό νόμισμα, ιδίως της Γερμανίας, γεγονός που θα προκαλούσε διαταραχές στο ενδοκοινοτικό εμπόριο και θα έθετε σε κίνδυνο το καθεστώς παρεμβάσεως που προβλέπει για το βόειο κρέας ο κανονισμός 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στο τομέα του βοείου κρέατος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72 ).
20
Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι τα ΝΕΠ έχουν ένα επιπλέον προστατευτικό αποτέλεσμα, η προσφεύγουσα αμφισβητεί μόνο την εφαρμογή των ΝΕΠ στις εν προκειμένω επίδικες εισαγωγές. Δεδομένου ότι τα εν λόγω ΝΕΠ επιτελούν την ίδια ρυθμιστική λειτουργία τόσο για το ενδοκοινοτικό εμπόριο όσο και για το εμπόριο με τις τρίτες χώρες, ο ισχυρισμός ότι τα ΝΕΠ έχουν ένα επιπλέον προστατευτικό αποτέλεσμα είναι απορριπτέος.
21
Ως προς τον προβαλλόμενο ισχυρισμό ότι τα ΝΕΠ δεν εφαρμόζονται στη σχετική ποσόστωση, ενώ οι εισαγωγές που έγιναν στο πλαίσιο της ποσόστωσης που ανοίχτηκε με τον κανονισμό 136/82 του Συμβουλίου, απαλλάσσονται από αυτά δυνάμει του παραρτήματος Ι, μέρος 3, σημείωση 2, του κανονισμού 481/82 της Επιτροπής λαμβανομένου μάλιστα υπόψη τού ειδικού χαρακτήρα του εμπορίου αυτού, πρέπει να παρατηρηθεί καταρχάς ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, δεν υφίσταται καμία γενική αρχή υποχρεώνουσα την Κοινότητα να επιφυλάσσει, όσον αφορά τις εξωτερικές της σχέσεις και επί παντός θέματος, στις τρίτες χώρες ίση μεταχείριση, ούτε δικαίωμα των επιχειρηματιών να επικαλούνται την απαγόρευση διακρίσεως, όταν η διαφορετική μεταχείριση των επιχειρηματιών αυτών αποτελεί αυτόματη συνέπεια της διαφορετικής μεταχείρισης που επιφυλάσσεται στις τρίτες χώρες ( προαναφερθείσα απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1976 και απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1982 στην υπόθεση 52/81, Faust κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 3745). Το γεγονός ότι απλώς και μόνο η εφαρμογή των ΝΕΠ δεν αποκλείεται ρητά για τις εισαγωγές στο πλαίσιο του κανονισμού 217/81 του Συμβουλίου, ενώ αυτό συμβαίνει για τις εισαγωγές κατεψυγμένου βοείου κρέατος βάσει του κανονισμού 136/82 και του κρέατος βουβάλου βάσει του κανονισμού 481/82, δεν συνιστά αυτό καθαυτό διάκριση.
22
Όσον αφορά τα δύο προαναφερθέντα διαφορετικά καθεστώτα εισαγωγών, πρέπει πρώτον να αναγνωριστεί ότι η ποιότητα των διαφόρων κατηγοριών κρέατος για τα οποία πρόκειται δεν είναι η ίδια. Πράγματι, το εισαγόμενο κατά τον κανονισμό 217/81 του Συμβουλίου βόειο κρέας είναι κρέας εκλεκτής ποιότητας, νωπό, διατηρημένο με απλή ψύξη ή κατεψυγμένο, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του οποίου αποτελούν αντικείμενο του κανονισμού 263/81 της Επιτροπής, της 21ης Ιανουαρίου 1981, περί θεσπίσεως των λεπτομερειών εφαρμογής των καθεστώτων εισαγωγής που προβλέπονται από τους κανονισμούς (ΕΟΚ) αριθ. 217/81 και (ΕΟΚ) αριθ. 218/81 στον τομέα του βοείου κρέατος ( ΕΕ L 27, σ. 52). Αντίθετα, ο κανονισμός 136/82 του Συμβουλίου και ο κανονισμός 481/82 της Επιτροπής αναφέρονται στο κατεψυγμένο βόειο κρέας και στο κρέας βουβάλου αντίστοιχα, ανεξάρτητα από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα. Δεύτερον, με βάση τα στοιχεία που η Επιτροπή παρέσχε στο Δικαστήριο, οι λόγοι για τη μη εφαρμογή των ΝΕΠ στο κατεψυγμένο βόειο κρέας και στο κρέας βουβάλου, και συγκεκριμένα η κατανομή της ποσόστωσης του κατεψυγμένου βοείου κρέατος μεταξύ κρατών μελών, καθώς επίσης το γεγονός ότι το κρέας βουβάλου δεν είχε εισαχθεί ποτέ σε άλλη χώρα εκτός από τη Γερμανία, τέλος δε το ότι η ποσόστωση του κατεψυγμένου βοείου κρέατος είχε ανοιχτεί από το 1962, πριν δηλαδή τη θέσπιση του συστήματος των ΝΕΠ, αποδεικνύουν ότι, αφενός, δεν υπήρχε κίνδυνος οποιασδήποτε διαταράξεως του ενδοκοινοτικού εμπορίου και ότι, αφετέρου, η είσπραξη των ΝΕΠ για το βόειο κρέας θα προκαλούσε πιθανώς τη λήψη αντιμέτρων εκ μέρους των άλλων χωρών μελών της ΓΣΔΕ.
23
Δεδομένου ότι η δυσμενής διάκριση συνίσταται απλώς σε διαφορετική μεταχείριση παρεμφερών καταστάσεων, ο προβαλλόμενος από την προσφεύγουσα ισχυρισμός περί δυσμενούς διακρίσεως στην πραγματικότητα στερείται βάσεως, όσον αφορά την εφαρμογή των κανονισμών 136/82 και 481/82 στο εισαγόμενο βόειο κρέας και κρέας βουβάλου στο πλαίσιο των δύο αντίστοιχων ποσοστώσεων που δεν επιβαρύνονται με ΝΕΠ.
24
Υπό τις περιστάσεις αυτές, από τα στοιχεία που παρασχέθηκαν στο Δικαστήριο δεν αποδεικνύεται ότι η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι η μη εφαρμογή των ΝΕΠ θα οδηγούσε σε διαταραχές του ενδοκοινοτικού εμπορίου βοείου κρέατος, υπέπεσε σε προφανή πλάνη, κατάχρηση εξουσίας ή υπερέβη προφανώς τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως, ούτε ότι η εφαρμογή των ΝΕΠ ενέχει χαρακτήρα εισάγοντα διακρίσεις.
25
Επομένως, στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Finanzgericht του Düsseldorf προσήκει η απάντηση ότι, από την εξέταση του, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος της επιβολής, με τον κανονισμό 481/82 της Επιτροπής, της 26ης Φεβρουαρίου 1982, νομισματικού εξισωτικού ποσού κατά την εισαγωγή βοείου κρέατος εκλεκτής ποιότητας, υπαγομένου στις δασμολογικές διακρίσεις 02.01 Α II α) και 02.01 Α II β) του κοινού δασμολογίου, στο πλαίσιο της κοινοτικής δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίχτηκε με τον κανονισμό 217/81 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 1981, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3715/81 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1981.
Επί των δικαστικών εξόδων
26
Τα έξοδα, στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Finanzgericht του Düsseldorf με Διάταξη της 13ης Σεπτεμβρίου 1984, αποφαίνεται:
Από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος της επιβολής, με τον κανονισμό 481/82 της Επιτροπής, της 26ης Φεβρουαρίου 1982, νομισματικού εξισωτικού ποσού κατά την εισαγωγή βοείου κρέατος εκλεκτής ποιότητας, υπαγομένου στις διακρίσεις 02.01 Α II α) και 02.01 Α II β) του κοινού δασμολογίου, στο πλαίσιο της κοινοτικής δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίχτηκε με τον κανονισμό 217/81 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 1981, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3715/81 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1981.
Mackenzie Stuart
Koopmans
Bahlmann
Bosco
Schockweiler
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 24 Ιουνίου 1986.
Ο γρκμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy