ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 5ης Μαρτίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 242/84,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του College van Beroep voor het Bedrijfsleven ( Κάτω Χώρες), κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Tezi BV, εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, με έδρα το Woerden ( Κάτω Χώρες ),
και
Minister van Economische Zaken,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 113 και 115 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και του κανονισμού 3589/82 του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1982, περί του κοινού καθεστώτος εισαγωγών ορισμένων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών ( ΕΕ L 374, σ. 106 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Τ. Koopmans, U. Everling και Κ. Bahlmann, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Υ. Galmot και Κ. Ν. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Ρ. VerLoren van Themaat
γραμματέας: Ρ. Heim
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η εταιρία Tezi BV, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από τον Ρ. Μ. Storm, δικηγόρο Ρόττερνταμ,
—
η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από τον Bos,
—
η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον F. Renouard, με αναπληρωτή του τον Β. Botte,
—
η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Ο. Fiumara, avvocato dello Stato,
—
η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. R. J. Braggins, του Treasury Solicitor's Department, και κατά την προφορική διαδικασία από τον D. Donaldson, Q.C.,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Α. Haagsma και Η. Ρ. Hartvig, μέλη της νομικής της υπηρεσίας,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Οκτωβρίου 1985,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
( Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται )
Σκεπτικό
1
Με απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1984, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Οκτωβρίου 1984, το College van Beroep voor het Bedrijfsleven (Κάτω Χώρες) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 113 και 115 της Συνθήκης.
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Tezi BV ( εφεξής: Tezi ) και του Minister van Economische Zaken ( ολλανδού Υπουργού Οικονομίας ), η οποία αφορά την άρνηση του εν λόγω Υπουργού να χορηγήσει στην Tezi άδειες εισαγωγής στις Κάτω Χώρες ορισμένων ποσοτήτων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων των κλάσεων 61.01 Β V δ) 3, 61.01 Β V ε) 3 και 61.02 Β II ε) 6 του κοινού δασμολογίου, καταγωγής Μακάο, τα οποία είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ιταλία.
3
Σχετικά πρέπει να σημειωθεί ότι το εμπόριο κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων μεταξύ Μακάο και Κοινότητας διεπόταν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο από το δεύτερο Διακανονισμό Πολυϊνών που είχε συναφθεί στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ ( GATT ). Αν και η συμφωνία αυτή δεν έχει ακόμα εγκριθεί επίσημα από την Κοινότητα, ισχύει προσωρινώς, μεταξύ άλλων, στις σχέσεις μεταξύ Κοινότητας και Μακάο, δυνάμει του κανονισμού 3059/78 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/027, σ. 16 ), ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 3589/82 του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1982, περί του κοινού καθεστώτος εισαγωγών ορισμένων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών ( ΕΕ L 374, σ. 106 ).
4
Σύμφωνα με τον κανονισμό 3589/82, που εφαρμόζεται στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εισαγωγή στην Κοινότητα των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων που υπάγονται στις διάφορες κατηγορίες που αναφέρει το παράρτημα Ι δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ποσοτικά όρια που καθορίζονται στο παράρτημα III. Για τα προϊόντα που υπάγονται στην κατηγορία 6 προελεύσεως Μακάο, το ποσοτικό όριο είχε καθοριστεί, για το 1983, σε 10114000 τεμάχια. Το ανώτατο αυτό όριο είχε κατανεμηθεί, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, και του παραρτήματος IV, μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών κατά την κατανομή αυτή οι χώρες της Benelux θεωρήθηκαν ως ενότητα.
5
Όσον αφορά το εμπόριο των προϊόντων αυτών μεταξύ της Benelux και των λοιπών κρατών μελών, η Επιτροπή, βάσει του άρθρου 115 της Συνθήκης και της απόφασης της 80/47 της 20ής Δεκεμβρίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/018, σ. 8), είχε επιτρέψει, με την απόφαση 82/205, της 22ας Δεκεμβρίου 1981 ( ΕΕ L 97, σ. 2 ), στις χώρες της Benelux να επιτηρούν τις ενδοκοινοτικές εισαγωγές, να εξαρτούν δηλαδή τις εισαγωγές των εν λόγω προϊόντων από τη χορήγηση άδειας για την περίοδο μέχρι τις 30 Ιουνίου 1983. Το καθεστώς αυτό της ενδοκοινοτικής επιτήρησης ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο.
6
Την 29η Απριλίου 1983 η εταιρία Tezi υπέβαλε στις αρμόδιες ολλανδικές αρχές αιτήσεις για χορήγηση άδειας εισαγωγής για τα πιο πάνω αναφερόμενα προϊόντα.
7
Οι αιτήσεις όμως αυτές απορρίφθηκαν κατ' εφαρμογή της απόφασης της Επιτροπής, της 12ης Απριλίου 1983 ( ΕΕ C 102, σ. 3 ), με την οποία η Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεως της κυβερνήσεως των Κάτω Χωρών, η οποία υποβλήθηκε από συμφώνου με τις κυβερνήσεις των λοιπών χωρών της Benelux, επέτρεψε στις χώρες αυτές, βάσει του άρθρου 115 της Συνθήκης ΕΟΚ, να εξαιρέσουν από την κοινοτική μεταχείριση, για την περίοδο από τις 2 Απριλίου μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 1983, τα προϊόντα των κλάσεων ex 61.01 Β V και ex 61.02 Β II του ΚΔ καταγωγής Μακάο που είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στα λοιπά κράτη μέλη και για τα οποία οι αιτήσεις αδειών εισαγωγής είχαν υποβληθεί μετά την 1η Απριλίου 1983.
8
Η Tezi προσέβαλε ενώπιον του College van Beroep voor het Bedrijfsleven την απόφαση περί απορρίψεως των αιτήσεων της περί χορηγήσεως αδειών εισαγωγής, ισχυριζόμενη ότι η προαναφερθείσα απόφαση της Επιτροπής, της 12ης Απριλίου 1983, είναι άκυρη.
9
Κατόπιν αυτού, το πιο πάνω δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Τα άρθρα 113 και 115 της Συνθήκης, αν εξεταστούν σε συνδυασμό μεταξύ τους, έχουν την έννοια ότι η Επιτροπή εξακολουθεί, μετά τη σύναψη του Διακανονισμού σχετικά με το διεθνές εμπόριο κλωστοϋφαντουργών προϊόντων ( Συμφωνίας Πολυϊνών) και μετά την έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3589/82 του Συμβουλίου, να διαθέτει εξουσία εφαρμογής του άρθρου 115 στον τομέα του διεθνούς εμπορίου κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: το άρθρο 115 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι η έκφραση “ λαμβανομένων κατά την παρούσα Συνθήκη μέτρων εμπορικής πολιτικής από τα κράτη μέλη ” μπορεί επίσης να αναφέρεται στην κατανομή των κοινοτικών ανώτατων ποσοτήτων μεταξύ των κρατών μελών την οποία προβλέπει τό παράρτημα IV του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3589/82 του Συμβουλίου; »
10
ίο Επί των ερωτημάτων αυτών η Tezi, η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατέθεσαν, σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, έγγραφες παρατηρήσεις.
11
Με τα δύο ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο και τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το εθνικό δικαστήριο ζητεί, κυρίως, να πληροφορηθεί αν η Επιτροπή εξακολουθεί να διαθέτει εξουσία λήψεως αποφάσεων σύμφωνα με το άρθρο 115 της Συνθήκης όσον αφορά τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα που υπόκεινται στο καθεστώς του κανονισμού 3589/82 και έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλα κράτη μέλη.
12
Εν προκειμένω, η Tezi παρατηρεί καταρχάς ότι, μολονότι στον τομέα της εμπορικής πολιτικής έχει πραγματοποιηθεί μέσω της Συνθήκης πλήρης και αμετάκλητη μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων στην Κοινότητα, εντούτοις, λόγω καθυστερήσεων στην υλοποίηση της πολιτικής αυτής, η νομολογία του Δικαστηρίου έχει δεχτεί ότι η Επιτροπή μπορεί, δυνάμει του άρθρου 115, να επιτρέπει στα κράτη μέλη, ακόμα και μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, να διατηρούν, δηλαδή να συνεχίσουν να εφαρμόζουν, ορισμένα εθνικά μέτρα εμπορικής πολιτικής.
13
Κατά τη γνώμη της Tezi, η δυνατότητα αυτή παύει να υφίσταται από τη στιγμή που η Κοινότητα ασκεί, σύμφωνα με το άρθρο 113, τις αρμοδιότητες της στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής. Σύμφωνα με την Tezi, δεν έχει σημασία ο τρόπος ασκήσεως των εν λόγω αρμοδιοτήτων, υπό την έννοια ότι δεν είναι ανάγκη, προκειμένου να γίνει λόγος περί κοινής εμπορικής πολιτικής, όλα τα μέτρα εμπορικής πολιτικής να είναι ενιαία, χωρίς να λαμβάνονται καθόλου υπόψη οι διαφορές μεταξύ των κρατών μελών. Κατά την Tezi, θα μπορούσε να γίνει λόγος περί κοινής εμπορικής πολιτικής ακόμα και ενόψει μέτρων που να είναι μεν προσαρμοσμένα στις εθνικές ανάγκες, αλλά να προέρχονται όμως από την Κοινότητα, και επομένως αποκλείεται η προσφυγή στο άρθρο 115.
14
Σύμφωνα με την Tezi, το συμπέρασμα αυτό επιρρωνύεται από το γράμμα του άρθρου 115, το οποίο στην πρώτη παράγραφο αναφέρεται στα «λαμβανόμενα κατά την παρούσα Συνθήκη μέτρα εμπορικής πολιτικής από τα κράτη μέλη ». Από τη φράση αυτή συνάγεται ότι η προστασία που παρέχεται με την άδεια που χορηγεί η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 115 αφορά μόνο εθνικά μέτρα εμπορικής πολιτικής. Αντίθετα, το άρθρο 115, πρώτη παράγραφος, δεν αφορά τα μέτρα που τα κράτη μέλη πρέπει να λάβουν κατ' εκτέλεση κοινοτικών κανονισμών.
15
Στην προκειμένη περίπτωση η Tezi θεωρεί ότι το καθεστώς που τέθηκε σε ισχύ με τον προαναφερθέντα κανονισμό 3589/82 αποτελεί κοινοτικό μέτρο με το οποίο η Κοινότητα ασκεί πλήρως τις αρμοδιότητες της στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής. Το γεγονός ότι το εν λόγω καθεστώς προβλέπει κατανομή της κοινοτικής ποσόστωσης σε εθνικές υποποσοστώσεις δεν κλονίζει καθόλου το συμπέρασμα αυτό. Ειδικότερα, το καθεστώς αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η συνέχιση προγενέστερης εμπορικής πολιτικής εθνικού χαρακτήρα, αφού μάλιστα όσον αφορά τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα προελεύσεως Μακάο, στα οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο, στις Κάτω Χώρες δεν υφίστατο πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου κανείς περιορισμός επί των εισαγωγών.
16
Εξάλλου η Tezi παρατηρεί ότι ο ίδιος ο κανονισμός 3589/82 περιέχει διατάξεις με τις οποίες αποσκοπείται η υπερνίκηση των σοβαρών δυσχερειών που θα μπορούσαν να προκύψουν από εκτροπές του εμπορίου προς ένα ή περισσότερα κράτη μέλη.
17
Σχετικά, η Tezi αναφέρει το άρθρο 7, παράγραφος 2, το οποίο προβλέπει διαδικασία για την προσαρμογή των εθνικών υποποσοστώσεων « λόγω ιδίως της εξελίξεως των εμπορικών ρευμάτων ». Κατά τη γνώμη της Tezi, η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο στις απευθείας εισαγωγές, αλλά και στις περιπτώσεις στις οποίες θα προέκυπταν δυσχέρειες από τα εμπορικά ρεύματα εντός της Κοινότητας.
18
Τέλος, η Tezi υπενθυμίζει ότι, σε περίπτωση που αποδεικνυόταν ανεπαρκής η αναφερόμενη στο άρθρο 7, παράγραφος 2, διαδικασία, θα εξακολουθούσε να υπάρχει η δυνατότητα τροποποίησης της κοινοτικής ποσόστωσης σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού 3589/82.
19
Εν συμπεράσματι, η Tezi προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση και στα δύο ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου.
20
Αντίθετα, όλες οι κυβερνήσεις που κατέθεσαν έγγραφες παρατηρήσεις στην υπό κρίση υπόθεση, καθώς και η Επιτροπή, εκφράζουν την άποψη ότι το άρθρο 115 εξακολουθεί να εφαρμόζεται στον τομέα των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων που υπόκεινται στο προβλεπόμενο από τον κανονισμό 3589/82 καθεστώς.
21
Οι εν λόγω κυβερνήσεις και η Επιτροπή, προς στήριξη της άποψης τους, αναφέρουν την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976 ( Donckerwolke, 41/76, Jurispr. 1976, σ. 1921 ), με την οποία το Δικαστήριο δέχτηκε ότι « το γεγονός ότι, κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, η κοινοτική εμπορική πολιτική δεν έχει ολοκληρωθεί συντελεί στο να διατηρούνται μεταξύ των κρατών μελών διαφορές στην εμπορική πολιτική ικανές να προκαλέσουν εκτροπές του εμπορίου ή οικονομικές δυσχέρειες σε ορισμένα κράτη μέλη ». Με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο δέχτηκε ότι « το άρθρο 115 επιτρέπει την αντιμετώπιση τέτοιου είδους δυσχερειών παρέχοντας στην Επιτροπή την εξουσία να χορηγεί στα κράτη μέλη την άδεια να λαμβάνουν μέτρα προστασίας, ιδίως υπό τη μορφή παρεκκλίσεως από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Κοινότητας των προϊόντων καταγωγής τρίτων κρατών τα οποία έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε ένα από τα κράτη μέλη ».
22
Εν προκειμένω, τόσο οι κυβερνήσεις που συμμετέσχον στην παρούσα διαδικασία όσο και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι το καθεστώς που θέσπισε ο κανονισμός 3589/82 δεν συνεπάγεται την ενοποίηση των προϋποθέσεων στις οποίες υπόκεινται οι εισαγωγές των εν λόγω προϊόντων στα διάφορα κράτη μέλη, δεδομένου ότι οι εισαγωγές αυτές δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν σε κάθε κράτος μέλος παρά μόνο εντός των ορίων της αντίστοιχης εθνικής υποποσοστώσεως.
23
Εξάλλου, αμφισβητούν ότι η κατανομή της συνολικής κοινοτικής ποσόστωσης σε εθνικές υποποσοστώσεις εξυπηρετεί μόνο σκοπούς καθαρά διοικητικής φύσεως.
24
Σχετικά, η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ότι, όπως προκύπτει από τη δέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3589/82, η κατανομή αυτή αποφασίστηκε ενόψει τόσο των οικονομικών αναγκών των διαφόρων κρατών μελών όσο και της ιδιαίτερης ευαισθησίας της κοινοτικής κλωστοϋφαντουργικής βιομηχανίας.
25
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εκφράζει τη γνώμη ότι ο καθορισμός εθνικών υποποσοστώσεων πραγματοποιήθηκε όχι σύμφωνα με τις ανάγκες της κοινοτικής αφοράς ως συνόλου, αλλά σύμφωνα με τις ανάγκες των διαφόρων εθνικών αγορών, οι οποίες, εφόσον εξακολουθούν να υφίστανται στον τομέα των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, πρέπει να μπορούν σε περίπτωση ανάγκης να προστατευθούν μέσω της εφαρμογής του άρθρου 115.
26
Όσον αφορά το άρθρο 7, παράγραφος 2, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι πρόκειται περί βραδείας και απρόσφορης για την καταπολέμηση των εκτροπών του εμπορίου διαδικασίας.
27
Η Επιτροπή επίσης θεωρεί ότι η προσφυγή στο άρθρο 7, παράγραφος 2, θα ήταν στην προκειμένη περίπτωση εντελώς ατελέσφορη, εφόσον πρόκειται περί διατάξεως που αποσκοπεί στον επηρεασμό, μέσω της τροποποιήσεως των εθνικών υποποσοστώσεων, των άμεσων εισαγωγών και η οποία δεν μπορεί να εφαρμοστεί όταν, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, έχουν σχεδόν εξαντληθεί όλες οι εθνικές ποσοστώσεις.
28
Όσον αφορά την προβλεπόμενη από το άρθρο 5 δυνατότητα τροποποιήσεως της ανώτατης κοινοτικής ποσότητας, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι ούτε το άρθρο αυτό είναι δυνατό να εφαρμοστεί σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη, διότι οι τρίτες χώρες, οι οποίες θα υφίσταντο τις συνέπειες της μείωσης της εν λόγω ποσότητας, δεν είναι υπεύθυνες για τις ενδεχόμενεςεκτροπές του εμπορίου μετά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των σχετικών προϊόντων εντός του εδάφους της Κοινότητας και δεν έχουν καμιά δυνατότητα να τις ματαιώσουν.
29
Όσον αφορά ειδικότερα το δεύτερο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου, η Επιτροπή και η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζονται ότι η φράση του άρθρου 115 στην οποία γίνεται λόγος για « λαμβανόμενα κατά την παρούσα Συνθήκη μέτρα εμπορικής πολιτικής από τα κράτη μέλη » αφορά τόσο τα μέτρα που θεσπίζουν τα κράτη μέλη για εσωτερικούς και μόνο λόγους όσο και τα μέτρα που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν προς κοινοτικές υποχρεώσεις, αφού πρόκειται και στις δύο περιπτώσεις περί ίδιων ουσιαστικά μέτρων.
30
Εν συμπεράσματα, όλες οι κυβερνήσεις που κατέθεσαν παρατηρήσεις, καθώς και η Επιτροπή, προτείνουν να δοθεί καταφατική απάντηση στα δύο ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο.
31
Καταρχάς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, όπως ακριβώς επισήμανε και το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976, τα μέτρα για την ελευθέρωση του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών εφαρμόζονται, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 9 της Συνθήκης, κατά τον ίδιο τρόπο τόσο επί των προϊόντων κοινοτικής καταγωγής όσο και επί των προϊόντων προελεύσεως τρίτων χωρών τα οποία έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 10. Σχετικά, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας, τα τεθέντα σε ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντα έχουν εξομοιωθεί οριστικά και πλήρως προς τα προϊόντα κοινοτικής καταγωγής.
32
Η ύπαρξη καθεστώτος όπως αυτό που προβλέπει ο κανονισμός 3589/82 για τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα από τις τρίτες χώρες που έχουν προσχωρήσει στο Διακανονισμό Πολυΐνών δεν είναι ικανή να περιορίσει, λόγω του ότι ο κανονισμός αυτός προβλέπει την κατανομή των κοινοτικών ανώτατων ποσοτήτων σε εθνικές υποποσο-στώσεις, την έκταση εφαρμογής της πιο πάνω αρχής.
33
Πράγματι, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1983 ( Επιτροπή κατά Συμβουλίου, 218/82, Συλλογή σ. 4063 ), μολονότι επιτρέπεται η κατανομή μιας συνολικής κοινοτικής δασμολογικής ποσόστωσης σε εθνικές ποσοστώσεις, η κατανομή αυτή δεν μπορεί να θίγει την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων που αποτελούν τμήμα της ποσόστωσης και έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη.
34
Από τις προηγούμενες σκέψεις συνάγεται ότι τα προϊόντα καταγωγής χωρών που έχουν προσχωρήσει στο Διακανονισμό Πολυΐνών πρέπει, εφόσον έχουν εισαχθεί και τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε ένα κράτος μέλος, να μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος.
35
Εντούτοις, το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976 δέχτηκε ότι, όπως προκύπτει από το σύστημα της Συνθήκης, η πλήρης εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας επί των προϊόντων τα οποία έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία συνδέεται με τη θέσπιση κοινής εμπορικής πολιτικής.
36
Σχετικά με το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η εξομοίωση των εμπορευμάτων που προέρχονται μεν από τρίτες χώρες, αλλά έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε ένα από τα κράτη μέλη, προς τα προϊόντα κοινοτικής καταγωγής, δεν μπορεί να είναι πλήρης, παρά μόνο εφόσον τα εμπορεύματα αυτά υπόκεινται στις ίδιες τελωνειακές και εμπορικές προϋποθέσεις εισαγωγής, όποιο και αν είναι το κράτος εντός του οποίου έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία.
37
Το Δικαστήριο, πάντα στην προαναφερθείσα απόφαση, αφού διαπίστωσε ότι, αν και είχε λήξει η μεταβατική περίοδος, δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί κοινή εμπορική πολιτική που να στηρίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 113, παράγραφος 1, της Συνθήκης, σε ενιαίες αρχές, δέχτηκε ότι το γεγονός, μεταξύ άλλων, ότι η πολιτική αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί συντελεί στο να διατηρούνται μεταξύ των κρατών μελών διαφορές στην εμπορική πολιτική ικανές να προκαλέσουν εκτροπές του εμπορίου ή οικονομικές δυσχέρειες σε ορισμένα κράτη μέλη.
38
Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η προσφυγή στο άρθρο 115 επιτρέπει την αντιμετώπιση τέτοιων δυσχερειών, καθώς παρέχεται στην Επιτροπή η εξουσία να δίνει στα κράτη μέλη άδεια να λαμβάνουν μέτρα προστασίας, ιδίως υπό μορφή παρεκκλίσεως από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Κοινότητας, για τα προϊόντα καταγωγής τρίτων κρατών τα οποία έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σ' ένα από τα κράτη μέλη.
39
Επομένως πρέπει να τεθεί το ερώτημα αν ο κανονισμός 3589/82 έχει θεσπίσει, όσον αφορά τα προϊόντα που κατάγονται από τις τρίτες χώρες που έχουν προσχωρήσει στο Διακανονισμό Πολυϊνών, πραγματική κοινή εμπορική πολιτική κατά την έννοια του άρθρου 113, με αποτέλεσμα η Επιτροπή να μη διαθέτει πλέον, στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού, την εξουσία να χορηγεί στα κράτη μέλη άδεια κατά την έννοια του άρθρου 115.
40
Η υποστηριζόμενη από την εταιρία Tezi καταφατική λύση δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή παρά μόνο εφόσον ήταν δυνατόν να αποδειχθεί ότι το καθεστώς που θέσπισε ο κανονισμός 3589/82 είχε ως συνέπεια τη δημιουργία ενιαίων προϋποθέσεων εισαγωγής για τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, χωρίς να γίνεται διάκριση ανάλογα με το κράτος μέλος εντός του οποίου έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία.
41
Σχετικά, πρέπει καταρχάς να τονιστεί ότι ο κανονισμός 3589/82 αποτελεί, στο πεδίο εφαρμογής του, αδιαμφισβήτητη πρόοδο προς τη θέσπιση κοινής εμπορικής πολιτικής η οποία να στηρίζεται σε ενιαίες αρχές σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 113, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
42
Εντούτοις, από το καθεστώς που θέσπισε ο κανονισμός αυτός δεν προκύπτει ότι ο τελευταίος πέτυχε πλήρη ομοιομορφία όσον αφορά τις προϋποθέσεις εισαγωγής. Πράγματι, στο δεύτερο εδάφιο της δέκατης αιτιολογικής σκέψης του κανονισμού αυτού εκτίθεται ότι « λόγω των σημαντικών διαφορών που υφίστανται ακόμη μεταξύ των όρων εισαγωγής των εν λόγω προϊόντων στα κράτη μέλη καθώς και της ιδιαίτερης ευαισθησίας της κλωστοϋφαντουργικής βιομηχανίας της Κοινότητας, η ομοιομορφία αυτών των όρων εισαγωγής είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί μόνο προοδευτικά ».
43
Επομένως, συνάγεται ότι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της εταιρίας Tezi, δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι οι εν λόγω διαφορές οφείλονται αποκλειστικά στον κανονισμό 3589/82. Αντιθέτως, τέτοιες διαφορές προκύπτουν από πρωτοβουλίες που λαμβάνουν τα διάφορα κράτη μέλη, μονομερώς μεν, αλλά σύμφωνα με τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου. Ο κανονισμός 3589/82 περιορίζεται δηλαδή, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν χωρίο της δέκατης αιτιολογικής σκέψης, στο να διατηρεί σε κάποιο βαθμό τις ήδη υφιστάμενες διαφορές, ενώ στόχος του είναι όχι μόνο να τις μειώσει, αλλά και να τις εξαλείψει προοδευτικά.
44
Κατά μείζονα λόγο, δεν μπορεί να υποστηριχθεί, όπως κάνει η εταιρία Tezi, ότι η κατανομή των κοινοτικών ανώτατων ποσοτήτων σε εθνικές υποποσοστώσεις επιδιώκει στόχους καθαρά διοικητικής φύσεως.
45
Είναι αλήθεια ότι στην ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3589/82η κατανομή αυτή δικαιολογείται από την ανάγκη να θεσπιστεί μια « ιδιαίτερη διαδικασία διαχειρίσεως » των κοινοτικών ανώτατων ποσοτήτων η οποία να στηρίζεται στην αρχή της αποκέντρωσης. Εντούτοις, η ένατη αιτιολογική σκέψη πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με το πρώτο εδάφιο της δέκατης αιτιολογικής σκέψης, σύμφωνα με το οποίο « για να εξασφαλισθεί η καλύτερη χρησιμοποίηση των κοινοτικών ποσοτικών ορίων, η κατανομή τους πρέπει να πραγματοποιείται ανάλογα με τις ανάγκες εφοδιασμού που εμφανίζονται στα διάφορα κράτη μέλη και σύμφωνα με τους ποσοτικούς στόχους που ορίζονται από το Συμβούλιο ».
46
Ούτε άλλωστε μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 3589/82 προκειμένου να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο κοινοτικός νομοθέτης προέβλεψε ένα μέσο ικανό να καταστήσει περιττή την προσφυγή στο άρθρο 115 της Συνθήκης.
47
Πράγματι, το γεγονός ότι είναι δυνατή η προσαρμογή της κατανομής των κοινοτικών ανώτατων ποσοτήτων, « όταν τούτο αποδεικνύεται αναγκαίο, λόγω ιδίως της εξελίξεως των εμπορικών ρευμάτων, προκειμένου να εξασφαλίζεται η καλύτερη χρησιμοποίηση » των ποσοτήτων αυτών, θα μπορούσε να οδηγήσει, στην περίπτωση μειώσεως της εθνικής ποσοστώσεως ενός κράτους μέλους, στο να περιορισθούν οι άμεσες εισαγωγές κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων στο κράτος αυτό, δηλαδή οι εισαγωγές που προέρχονται από τις τρίτες χώρες, αλλά δεν θα ήταν δυνατό να επηρεάσει τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως στο ίδιο αυτό κράτος εισαγωγών προϊόντων που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος.
48
Όσον αφορά το άρθρο 5, το οποίο επίσης επικαλέστηκε η εταιρία Tezi για να αποδείξει ότι το προβλεπόμενο από τον κανονισμό 3589/82 καθεστώς δεν αφήνει πλέον περιθώρια εφαρμογής του άρθρου 115, είναι αρκετό να γίνει δεκτό ότι η μείωση της συνολικής ανώτατης κοινοτικής ποσότητας θα είχε, για τις τρίτες παραγωγούς χώρες, σαφώς σοβαρότερες επιπτώσεις από ό, τι η απόφαση που θα λάμβανε η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 115.
49
Πράγματι, ενώ η απόφαση αυτή περιορίζεται στο να επιτρέψει να εξαιρεθούν από την κοινοτική μεταχείριση ορισμένα προϊόντα καταγωγής τρίτης χώρας που έχουν ήδη τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος, η προσφυγή στις δυνατότητες που προβλέπει το άρθρο 5 του κανονισμού 3589/82 θα είχε ως αποτέλεσμα να μειωθούν οι ποσότητες που επιτρέπεται να εισαχθούν σ' ολόκληρη την Κοινότητα, χωρίς να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι παραγωγοί χώρες δεν έχουν καμιά δυνατότητα παρεμβάσεως όσον αφορά τον προορισμό των προϊόντων, από τη στιγμή που τα τελευταία τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία.
50
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή διατηρεί την εξουσία να επιτρέπει δυνάμει του άρθρου 115 στα κράτη μέλη να θεσπίζουν, όταν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από τις περιστάσεις, μέτρα προστασίας όσον αφορά τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα που υπάγονται στο καθεστώς του κανονισμού 3589/82 και έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλα κράτη μέλη.
51
Εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, όπως τονίστηκε και πιο πάνω, το καθεστώς που θέσπισε ο κανονισμός 3589/82 αποτελεί, στο πεδίο εφαρμογής του, πρόοδο προς την καθιέρωση κοινής εμπορικής πολιτικής η οποία να στηρίζεται, όπως προβλέπει το άρθρο 113, παράγραφος 1, επί ενιαίων αρχών, η Επιτροπή πρέπει, κατά την άσκηση των εξουσιών που εξακολουθεί να διαθέτει βάσει του άρθρου 115 όσον αφορά τα προϊόντα που διέπονται από τον εν λόγω κανονισμό 3589/82, να δείχνει αυξημένη σύνεση και μετριοπάθεια.
52
Συνεπώς, στα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 113 και 115 της Συνθήκης, αν εξεταστούν σε συνδυασμό μεταξύ τους, έχουν την έννοια ότι η Επιτροπή εξακολουθεί να διαθέτει, μετά τη σύναψη του Διακανονισμού σχετικά με το διεθνές εμπόριο των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων και μετά την έκδοση του κανονισμού 3589/82 του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1982, την εξουσία να εφαρμόζει το άρθρο 115 στον τομέα του εμπορίου των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων που διέπονται από τον εν λόγω κανονισμό.
Επί των δικαστικών εξόδων
53
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι κυβερνήσεις της Γαλλίας, της Ιταλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το College van Beroep voor het Bedrijfsleven με απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1984, αποφαίνεται:
Τα άρθρα 113 και 115 της Συνθήκης, αν εξεταστούν σε συνδυασμό μεταξύ τους, έχουν την έννοια ότι η Επιτροπή εξακολουθεί να διαθέτει, μετά τη σύναψη του Διακανονισμού σχετικά με το διεθνές εμπόριο των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων και μετά την έκδοση του κανονισμού 3589/82 του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1982, την εξουσία να εφαρμόζει το άρθρο 115 στον τομέα του εμπορίου των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων που διέπονται από τον εν λόγω κανονισμό.
Mackenzie Stuart
Koopmans
Everling
Bahlmann
Bosco
Galmot
Κακούρης
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 5 Μαρτίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy