ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 4ης Μαρτίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 243/84,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Østre Landsret προς το Δικαστήριο κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
John Walker & Sons Ltd, εταιρίας αγγλικού δικαίου με έδρα το Λονδίνο
και
Ministeriet for Skatter og Afgifter,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, U. Everting, Κ. Bahlinann, και R. Joliét, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Ο. Due, Υ. Galmot, Κ. Κακούρη και F. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Ρ. VerLoren van Themaat
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η εταιρία John Walker & Sons Ltd, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη κατά την έγγραφη διαδικασία από τον Peter Alsted, δικηγόρο Κοπεγχάγης και κατά την προφορική διαδικασία από τους Alsted και Michel Waelbroeck, δικηγόρους Βρυξελλών,
—
η κυβέρνηση του Βασιλείου της Δανίας, εκπροσωπούμενη από τον Laurids Mikaelsen, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, και ιδίως το Υπουργείο Φορολογίας, καθού στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενο από τον Gregers Larsen, δικηγόρο Κοπεγχάγης,
—
η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών, επικουρούμενο από το Marcello Conti, avvocato dello stato,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Johannes Føns Buhl,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Δεκεμβρίου 1985,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
( Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται )
Σκεπτικό
1
Με απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1984 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, το Østre Landsret υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, διάφορα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ προκειμένου να κρίνει αν συμβιβάζεται προς την εν λόγω διάταξη το σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας που εφαρμόζεται δυνάμει της δανικής φορολογικής νομοθεσίας στο σκοτσέζικο ουίσκυ και στους οίνους από οπώρες του τύπου λικέρ.
2
Σύμφωνα με το νόμο 98 της 17ης Μαρτίου 1971, περί φόρου καταναλώσεως οίνων και οίνων από οπώρες, όπως τροποποιήθηκε τελικά με το νόμο 149 της 11ης Απριλίου 1984, οι οίνοι από οπώρες του τύπου λικέρ με αλκοολικό τίτλο μέχρι 20o vol υπόκεινται σε ειδικό φόρο που υπολογίζεται ανά λίτρο προϊόντος. Αντιθέτως το σκοτσέζικο ουίσκυ και τα άλλα αποστάγματα, καθώς και οι οίνοι από οπώρες του τύπου λικέρ με αλκοολικό τίτλο άνω των 20o vol και οι οίνοι από σταφύλια του τύπου λικέρ με αλκοολικό τίτλο άνω των 23o vol υπόκεινται, σύμφωνα με το νόμο 153 της 6ης Μαΐου 1980 περί φόρου καταναλώσεως αποσταγμάτων, όπως τροποποιήθηκε τελικά από το νόμο 149 της 11ης Απριλίου 1984, σε φόρο καταναλώσεως που απαρτίζεται από έναν ειδικό φόρο καθοριζόμενο ανά λίτρο καθαρής αιθυλικής αλκοόλης και ένα φόρο ο οποίος υπολογίζεται αναλόγως της υψηλότερης τιμής στην οποία πωλούν οι χονδρέμποροι.
3
Η δανική φορολογική νομοθεσία δεν περιέχει ορισμό των οίνων από οπώρες. Σύμφωνα με εγκύκλιο της γενικής διεύθυνσης τελωνείων οι οίνοι από οπώρες είναι προϊόντα που λαμβάνονται από χυμούς οπωρών ή μέλι κατόπιν ζυμώσεως, περιέχουν τουλάχιστον Γ vol αλκοόλης ζυμώσεως, η δε περιεκτικότητα του τελικού προϊόντος σε αλκοόλη μπορεί να αυξηθεί με την προσθήκη ουδέτερης αποσταγμένης αλκοόλης που δεν έχει δηλαδή γευστικά χαρακτηριστικά, όπως το κονιάκ, το ρούμι ή το ουίσκυ. Όπως προέκυψε από τη συζήτηση, ο αλκοολικός τίτλος που επιτυγχάνεται διά φυσικής ζυμώσεως κυμαίνεται στην πράξη μεταξύ 6o και 8o vol.
4
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η εταιρία John Walker & Sons Ltd, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, παράγει σκοτσέζικο ουίσκυ αλκοολικού τίτλου 40o vol που εμπορεύεται, μεταξύ άλλων, στη Δανία. Το 1982 προσέφυγε ενώπιον του Østre Landsret κατά του Υπουργείου Φορολογίας της Δανίας ζητώντας να κριθεί αντίθετη προς το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ η διαφορά φορολογίας μεταξύ του σκοτσέζικου ουίσκυ και των οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ, δανικών προϊόντων τα οποία θεωρεί ομοειδή ή ανταγωνιστικά.
5
Προκειμένου να κρίνει αν συντρέχει παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ, το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
1)
Το άρθρο 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι το σκοτσέζικο ουίσκυ ( « scotch » ) και οι οίνοι από οπώρες του τύπου « οίνοι λικέρ » πρέπει να θεωρηθούν ως « ομοειδή προϊόντα », « εισαγόμενα » και « εγχώρια », αντιστοίχως, οπότε θα ήταν αντίθετη προς την προαναφερθείσα διάταξη η διατήρηση φορολογικού συστήματος που πλήττει το ουίσκυ ως « έτερο απόσταγμα », με φόρους κατανάλωσης που υπολογίζονται εν μέρει βάσει της περιεκτικότητας του εμπορεύματος σε οινόπνευμα και εν μέρει βάσει της τιμής του, ενώ στους οίνους από οπώρες (όπως οι οίνοι από νωπά σταφύλια) εφαρμόζεται φορολογικό σύστημα που προβλέπει την επιβολή ενός μόνο ειδικού φόρου, δοθέντος ότι τα φορολογικά συστήματα πλήττουν με χαμηλότερο φόρο κατανάλωσης τους οίνους από οπώρες ( και τους οίνους από νωπά σταφύλια ) απ' ό, τι το ουίσκυ, ότι οι κανόνες φορολογίας δεν κάνουν καμία διάκριση αναλόγως της καταγωγής των προϊόντων και ότι στο κράτος μέλος για το οποίο πρόκειται ( στη Δανία ) δεν παράγεται ουίσκυ ενώ τα τρία τέταρτα περίπου των προϊόντων που καταναλώνονται και υπόκεινται στο μεγαλύτερο συντελεστή (που εφαρμόζεται στα αποστάγματα) είναι εγχώριας παραγωγής, πλέον δε του 99 o/ο των οίνων από οπώρες του τύπου « οίνοι λικέρ » είναι επίσης εγχώριας παραγωγής;
2)
Το άρθρο 95, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται στο ερώτημα 1 πρέπει να γίνει σύγκριση μεταξύ των φόρων κατανάλωσης που πλήττουν το σκοτσέζικο ουίσκυ και τους οίνους από οπώρες του τύπου « οίνοι λικέρ », σε καταφατική δε περίπτωση, αντίκειται η διάταξη αυτή σε φόρους κατανάλωσης, θεωρούμενους σε σχέση με την τιμή των εμπορευμάτων, την ποσότητα και την περιεκτικότητα σε αλκοόλη, όπως είναι ο αναφερόμενος στη δικογραφία της υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου;
3)
Το γεγονός ότι οι φορολογικοί κανόνες που εφαρμόζονται στους οίνους από οπώρες στηρίζονται ως προς το ιστορικό της γενέσεως τους στην επιθυμία να δοθούν στους οπωροκαλλιεργητές, οι οποίοι εργάζονται υπό δυσμενείς κλιματολογικές συνθήκες, μεγαλύτερες δυνατότητες εκμετάλλευσης της παραγωγής τους, ασκεί καμία επίδραση ως προς την απάντηση που πρέπει να δοθεί στα ερωτήματα 1 και 2;
6
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη, η κυβέρνηση του Βασιλείου της Δανίας, η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Το άρθρο 95, πρώτη παράγραφος της Συνθήκης ΕΟΚ
7
Με το πρώτο ερώτημα, το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει τον όρο « ομοειδή προϊόντα » κατά την έννοια του άρθρου 95, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ.
8
Κατά την προσφεύγουσα της κύριας δίκης το σκοτσέζικο ουίσκυ και οι οίνοι από οπώρες του τύπου λικέρ είναι προϊόντα παρεμφερή και δεκτικά συγκρίσεως που ικανοποιούν τις ίδιες καταναλωτικές ανάγκες. Το αποφασιστικό κριτήριο ομοιότητας είναι ο βαθμός της δυνατότητας αμοιβαίας αντικατάστασης και όχι η πρώτη ύλη του προϊόντος, η μέθοδος παρασκευής του ή η θέση που κατέχει στο κοινό δασμολόγιο. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης επισημαίνει ιδιαίτερα το στοιχείο ότι η αλκοόλη που περιέχουν οι οίνοι λικέρ μπορεί να αποτελείται κατά 95 o/ο από προστεθείσα αποσταγμένη αιθυλική αλκοόλη, ότι η γεύση και το χρώμα των οίνων αυτών μεταβάλλονται διά της προσθήκης αρωματικών ουσιών ή υλών και ότι το σκοτσέζικο ουίσκυ καταναλίσκεται συνήθως αραιωμένο οπότε η περιεκτικότητα του σε οινόπνευμα είναι ίση ή μάλιστα χαμηλότερη της περιεκτικότητας σε οινόπνευμα των οίνων λικέρ.
9
Η δανική κυβέρνηση υποστηριζόμενη από την ιταλική παρατηρεί ότι το σκοτσέζικο ουίσκυ και οι οίνοι από οπώρες του τύπου λικέρ διαφέρουν και ως προς την πρώτη ύλη και τη μέθοδο παρασκευής ( απόσταξη για το ουίσκυ, φυσική ζύμωση για τους οίνους από οπώρες ) και ως προς τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά και ιδιότητες. Γι' αυτό το λόγο υπάγονται σε διαφορετικές κλάσεις του κοινού δασμολογίου. Η προσθήκη ουδέτερης αλκοόλης δεν μεταβάλει τους οίνους από οπώρες σε αποστάγματα.
10
Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν είναι παρεμφερή και δεκτικά συγκρίσεως κατά τη χρήση και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ομοειδή κατά την έννοια του άρθρου 95, πρώτη παράγραφος.
11
Για να κριθεί το στοιχείο της ομοιότητας στο οποίο στηρίζεται η απαγόρευση του άρθρου 95, πρώτη παράγραφος, πρέπει να ερευνηθεί, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1976 ( Rewę, υπόθεση 45/75, Jurispr. σ. 181 ), αν τα προϊόντα έχουν παρεμφερείς ιδιότητες και ικανοποιούν τις ίδιες ανάγκες των καταναλωτών. Με τις αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 1980 ( Επιτροπή κατά Γαλλίας, υπόθεση 168/78, Jurispr. σ. 347) και της 15ης Ιουλίου 1982 (Cogis, υπόθεση 216/81, Συλλογή σ. 2701 ) το Δικαστήριο δέχτηκε την ευρεία ερμηνεία του όρου της ομοιότητας η οποία δεν προσδιορίζεται βάσει του κριτηρίου της αυστηρής ταυτότητας αλλά της όμοιας ή παρεμφερούς χρησιμοποίησης του προϊόντος. Για να κριθεί λοιπόν το στοιχείο της ομοιότητας πρέπει να ληφθούν υπόψη, αφενός, τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά των δύο κατηγοριών ποτών, όπως η καταγωγή τους, οι μέθοδοι παρασκευής τους, οι οργανοληπτικές ιδιότητες τους, ιδίως η γεύση και η περιεκτικότητα σε οινόπνευμα και, αφετέρου, το αν οι δύο κατηγορίες ποτών μπορούν ή όχι να ικανοποιήσουν τις ίδιες ανάγκες των καταναλωτών.
12
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι δύο κατηγορίες ποτών εμφανίζουν προδήλως διαφορετικές ιδιότητες. Οι οίνοι από οπώρες του τύπου λικέρ λαμβάνονται από φρούτα διά φυσικής ζυμώσεως ενώ το σκοτσέζικο ουίσκυ από δημητριακά δι' αποστάξεως. Διαφορετικές είναι εξάλλου και οι οργανοληπτικές ιδιότητες των δύο προϊόντων. Όπως έγινε δεκτό με την προαναφερθείσα απόφαση Rewę, δεν αρκεί για να έχει εφαρμογή η απαγόρευση του άρθρου 95, πρώτη παράγραφος, ότι τα δύο προϊόντα περιέχουν την ίδια ουσία, εν προκειμένω την αλκοόλη· για να θεωρηθούν ομοειδή πρέπει η εν λόγω ουσία να περιέχεται στα δύο προϊόντα στις ίδιες περίπου αναλογίες. Αλλά το μεν σκοτσέζικο ουίσκυ περιέχει 40o vol αλκοόλης ενώ οι οίνοι από οπώρες του τύπου λικέρ στους οποίους αναφέρεται η δανική νομοθεσία περιέχουν 20o vol αλκοόλης κατ' ανώτατο όριο.
13
Το ότι το σκοτσέζικο ουίσκυ μπορεί να καταναλωθεί κατά τους ίδιους τρόπους όπως και οι οίνοι από οπώρες του τύπου λικέρ, δεδομένου ότι καταναλώνεται ως απεριτίφ αραιωμένο με νερό ή με χυμούς φρούτων, ακόμα και αν υποτεθεί αποδεδειγμένο, δεν αρκεί για να θεωρηθεί το ουίσκυ ομοειδές με την τελευταία αυτή κατηγορία ποτών που παρουσιάζει θεμελιώδεις διαφορές ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
14
Επομένως στο πρώτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ομοειδή προϊόντα το σκοτσέζικο ουίσκυ και οι οίνοι από οπώρες του τύπου λικέρ.
Το άρθρο 95, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ
15
Με το δεύτερο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το σκοτσέζικο ουίσκυ και οι οίνοι από οπώρες του τύπου λικέρ πρέπει να θεωρηθούν ως ανταγωνιστικά προϊόντα εφόσον δεν θεωρηθούν ομοειδή και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως αν η διαφορετική φορολογία των δύο προϊόντων που θεσπίζει η προαναφερθείσα δανική νομοθεσία πρέπει να θεωρηθεί ασυμβίβαστη προς το άρθρο 95, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ.
16
Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, κατά την ανάλυση της σχέσης ανταγωνισμού πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι δυνατότητες εξελίξεως της αγοράς και αμοιβαίας αντικατάστασης των προϊόντων. Το σκοτσέζικο ουίσκυ αντιπροσωπεύει για το μέσο άγγλο ή σκότο καταναλωτή ό, τι και ο οίνος από οπώρες για το μέσο δανό καταναλωτή. Από πλευράς ύψους του φόρου σε σχέση με την ποσότητα του προϊόντος, την περιεκτικότητα του σε αλκοόλη και την τιμή του, που είναι και τα κριτήρια συγκρίσεως τα οποία έχει δεχτεί το Δικαστήριο, ο φόρος που επιβάλλεται στο σκοτσέζικο είναι σημαντικά υψηλότερος του φόρου που πλήττει το ανταγωνιστικό δανικό προϊόν.
17
Η δανική κυβέρνηση και η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας παρατηρούν ότι λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, των οργανοληπτικών ιδιοτήτων τους και της διαφορετικής περιεκτικότητας τους σε αλκοόλη, το σκοτσέζικο ουίσκυ και οι οίνοι λικέρ δεν αποτελούν ανταγωνιστικά προϊόντα. Τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να φορολογούν βαρύτερα τα αποστάγματα από τους οίνους, η δε δανική νομοθεσία δεν έχει ούτε ως σκοπό ούτε ως αποτέλεσμα την προστασία ορισμένης κατηγορίας ποτών. Η δανική κυβέρνηση παρατηρεί εξάλλου ότι το δανικό φορολογικό σύστημα δεν επηρέασε αρνητικά τις εισαγωγές· τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι από το 1980, οπότε θεσπίστηκε το σημερινό σύστημα φορολογίας μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 1980 ( Επιτροπή κατά Δανίας, υπόθεση 171/78, Jurispr. σ. 447), με την οποία κρίθηκε ανεπίτρεπτη η κατά την προηγούμενη νομοθεσία διάκριση υπέρ του aquavit, μέχρι το 1985 οι εισαγωγές ουίσκυ αυξήθηκαν πλέον του 30 o/ο καίτοι οι πωλήσεις της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη σημείωσαν πτώση.
18
Η Επιτροπή φρονεί ότι πρέπει να ερευνηθεί αν το δανικό φορολογικό σύστημα έχει προστατευτικό χαρακτήρα έναντι της εθνικής παραγωγής. Σχετικώς παρατηρεί ότι τα βαρέως φορολογούμενα αποστάγματα είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος προϊόντα εθνικής καταγωγής. Ένα σύστημα που στηρίζεται, για μεν το ουίσκυ και τα εγχώρια οινοπνευματώδη στον αλκοολικό τίτλο και στις τιμές, για δε τους εθνικούς και εισαγόμενους οίνους λικέρ μόνο στον όγκο, συμβιβάζεται προς το άρθρο 95, παράγραφος 2, εφόσον σε καθεμιά από τις φορολογικές κατηγορίες περιλαμβάνεται σημαντικό τμήμα της εθνικής παραγωγής.
19
Το άρθρο 95, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στα προϊόντα των άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους που οδηγούν έμμεσα στην προστασία άλλων εθνικών προϊόντων.
20
Επιδιώκει δηλαδή το γενικό στόχο της φορολογικής ουδετερότητας και σκοπεί να εξασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη δεν θα διακρίνουν εις βάρος των προϊόντων άλλων κρατών μελών, ευνοώντας με την οικεία εθνική φορολογική νομοθεσία τα εθνικής παραγωγής προϊόντα και παρεμποδίζοντας κατ' αυτό τον τρόπο την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών.
21
Από τη δικογραφία που διαβίβασε το εθνικό δικαστήριο καθώς και από τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο προκύπτει ότι το προϊόν που υφίσταται την ελαφρότερη φορολογία είναι σχεδόν αποκλειστικά εθνικής παραγωγής και ότι το ουίσκυ, αποκλειστικά εισαγόμενο προϊόν, δεν φορολογείται υπ' αυτή την ιδιότητα αλλά ως αλκοολούχο ποτό της φορολογικής κατηγορίας των αποσταγμάτων, δηλαδή ποτών με μεγάλη περιεκτικότητα σε αλκοόλη, στην οποία κατηγορία περιλαμβάνονται και άλλα προϊόντα, τα περισσότερα από τα οποία είναι εθνικά.
22
Για να δοθεί στο παραπέμπον δικαστήριο η δυνατότητα να κρίνει αν, υπό τις συνθήκες αυτές, η διαφορετική φορολογία που ισχύει στο δανικό φορολογικό σύστημα συνιστά παράβαση του άρθρου 95, παράγραφος 2, πρέπει να σημειωθεί ότι κατά πάγια νομολογία ( βλέπε ιδίως την απόφαση της 15ης Μαρτίου 1983, Επιτροπή κατά Ιταλίας, υπόθεση 319/81, Συλλογή σ. 601 ), το κοινοτικό δίκαιο στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δεν περιορίζει την ελευθερία των κρατών μελών να θεσπίζουν σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας για ορισμένα προϊόντα σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια όπως λόγου χάρη η φύση των χρησιμοποιούμενων πρώτων υλών και οι μέθοδοι παραγωγής που ακολουθούνται. Οι διαφοροποιήσεις αυτές συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο αν επιδιώκουν στόχους οικονομικής πολιτικής που και αυτοί συμβιβάζονται με τις απαιτήσεις της Συνθήκης και του παράγωγου δικαίου και αν ο τρόπος εφαρμογής τους είναι τέτοιος ώστε να αποφεύγεται κάθε μορφή διακρίσεως άμεσης ή έμμεσης εις βάρος των εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη ή προστασίας της ανταγωνιστικής εθνικής παραγωγής.
23
Άρα, αφενός, παρέλκει να κριθεί αν υπάρχει σχέση ανταγωνισμού μεταξύ του σκοτσέζικου ουίσκυ και των οίνων από οπώρες του τύπου λικέρ, αφετέρου, η απάντηση που προσήκει στο δεύτερο ερώτημα είναι ότι στο παρόν στάδιο της εξέλιξης του το κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα το άρθρο 95, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ δεν εμποδίζει την εφαρμογή σε ορισμένα ποτά συστήματος φορολογίας που διαφοροποιείται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων το σύστημα αυτό δεν έχει προστατευτικό αποτέλεσμα υπέρ της εθνικής παραγωγής εφόσον σε καθεμιά από τις φορολογικές κατηγορίες περιλαμβάνεται σημαντικό τμήμα της εθνικής παραγωγής αλκοολούχων ποτών.
24
Λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων που δόθηκαν στα δύο πρώτα ερωτήματα παρέλκει η απάντηση στο τρίτο.
Επί των δικαστικών εξόδων
25
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση του Βασιλείου της Δανίας, η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, έναντι των διαδίκων στην κύρια δίκη, το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 27ης Σεπτεμβρίου 1984 το Østre Landsret, αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 95, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ομοειδή προϊόντα το σκοτσέζικο ουίσκυ και οι οίνοι από οπώρες του τύπου λικέρ.
2)
Στο παρόν στάδιο της εξέλιξης του το κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα το άρθρο 95, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ δεν εμποδίζει την εφαρμογή σε ορισμένα ποτά συστήματος φορολογίας που διαφοροποιείται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων' το σύστημα αυτό δεν έχει προστατευτικό αποτέλεσμα υπέρ της εθνικής παραγωγής εφόσον σε καθεμιά από τις φορολογικές κατηγορίες περιλαμβάνεται σημαντικό τμήμα της εθνικής παραγωγής αλκοολούχων ποτών.
Koopmans
Everling
Bahlmann
Joliét
Bosco
Due
Galmot
Κακούρης
Schockweiler
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 4 Μαρτίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο προεδρεύων
Τ. Koopmans
πρόεδρος τμήματος
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η δανική.
Full & Egal Universal Law Academy