Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων — Παρεκκλίσεις — Προστασία της δημόσιας υγείας — Ρύθμιση περί χρήσεως χρωστικής ουσίας για ορισμένο τύπο τροφίμων — Δικαιολογία — Όρια
( Συνθήκη EOK , άρθρα 30 και 36 )
Περίληψη
Έχοντας υπόψη τις αβεβαιότητες που εξακολουθούν να υφίστανται στο σημερινό στάδιο της επιστημονικής έρευνας στον τομέα των πρόσθετων χρωστικών ουσιών και την έλλειψη εναρμονίσεως των εθνικών νομοθεσιών , τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης δεν αντιτίθενται στο ότι μια εθνική κανονιστική ρύθμιση , η οποία όσον αφορά τα περιέχοντα ουσίες τρόφιμα , έστω και αν εισάγονται από άλλα κράτη μέλη όπου νομίμως έχουν διατεθεί στο εμπόριο , απαιτεί η χρήση μιας δεδομένης χρωστικής ουσίας για ένα δεδομένο τύπο τροφίμων να αναγράφεται σε εθνικό κατάλογο επιτρεπόμενων ουσιών και η οποία ορίζει ότι όλες οι αιτήσεις τέτοιας εγγραφής υποβάλλονται σε επιτροπή εμπειρογνωμόνων προς γνωμοδότηση ως προς το επιβλαβές της πρόσθετης ουσίας , το βαθμό ανοχής της από τον ανθρώπινο οργανισμό και την αναγκαιότητα , τη χρησιμότητα και τη σκοπιμότητα της χρησιμοποίησης της πρόσθετης ουσίας .
Εντούτοις , οι εθνικές αρχές , εφαρμόζοντας μια τέτοια κανονιστική ρύθμιση επί των προϊόντων που έχουν εισαχθεί από άλλο κράτος μέλος και έχουν νομίμως διατεθεί στο εμπόριο εντός αυτού του κράτους , οφείλουν έχοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας που αποτελεί τη βάση της τελευταίας φράσης του άρθρου 36 να επιτρέπουν την προσθήκη χρωστικής ουσίας στα τρόφιμα εφόσον , λαμβανομένων υπόψη των συνηθειών διατροφής στο κράτος μέλος εισαγωγής , η τελευταία ανταποκρίνεται σε πραγματική ανάγκη , και οι αρχές αυτές , εκτιμώντας το γενικό κίνδυνο που μπορεί να παρουσιάζει για την υγεία η όντως χρησιμοποιούμενη χρωστική ουσία , οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα της διεθνούς επιστημονικής έρευνας και , ιδίως , τις εργασίες της κοινοτικής Επιστημονικής Επιτροπής Τροφίμων .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 247/84 ,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Cour d’appel των Βρυξελλών προς το Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK , με την οποία το εν λόγω δικαστήριο ζητεί , στο πλαίσιο ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιόν του κατά του
Leon Motte
Αντικείμενο της υπόθεσης
την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των διατάξεων της Συνθήκης EOK σχετικά με τα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1984 , που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Οκτωβρίου 1984 , το Cour d’appel των Βρυξελλών υπέβαλε , δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK , προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των διατάξεων της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας και , ιδίως , του άρθρου 36 της Συνθήκης .
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά του Leon Motte με την κατηγορία ότι ο τελευταίος εισήγαγε στο Βέλγιο κονσερβοποιημένα μαύρα και ερυθρά αυγά λουμπόψαρου , στα οποία είχαν προστεθεί , αντίστοιχα , οι χρωστικές ουσίες ινδιγοτίνη και ερυθρό της κοχενίλλης A , η χρήση των οποίων , δυνάμει της βελγικής κανονιστικής ρύθμισης περί του τύπου αυτού τροφίμων , δεν επιτρεπόταν .
3 Το Cour d’appel , διαπιστώνοντας ότι το επίδικο προϊόν είχε εισαχθεί από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας , όπου η χρήση των εν λόγω δύο ουσιών επιτρέπεται για την επεξεργασία των κονσερβοποιημένων αυγών ιχθύων και ότι οι ίδιες αυτές χρωστικές ουσίες επιτρέπονται επίσης στο Βέλγιο για μια ολόκληρη κατηγορία άλλων τροφίμων , διερωτήθηκε μήπως , στην προκειμένη περίπτωση , υφίστατο συγκεκαλυμμένος περιορισμός στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών , κατά την έννοια της τελευταίας φράσεως του άρθρου 36 της Συνθήκης . Το Cour d’appel , κρίνοντας ότι επρόκειτο περί ζητήματος αρχής , το οποίο αφορούσε την ερμηνεία των διατάξεων της Συνθήκης , υπέβαλε το εξής προδικαστικό ερώτημα :
« H απαγόρευση , με το βασιλικό διάταγμα της 27ης Ιουλίου 1978 , της χρήσης ινδιγοτίνης και ερυθρού κοχενίλλης A στην επεξεργασία αυγών μη καπνιστών ιχθύων αποτελεί μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών ; »
4 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το εν λόγω βασιλικό διάταγμα ( Moniteur belge της 20ής Οκτωβρίου 1978 , σ . 12523 ), το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του νόμου της 24ης Ιανουαρίου 1977 περί της προστασίας της υγείας των καταναλωτών όσον αφορά τα είδη διατροφής και τα λοιπά προϊόντα ( Moniteur belge της 8ης Απριλίου 1977 , σ . 4501 ), καθορίζει τον κατάλογο των επιτρεπόμενων στα τρόφιμα πρόσθετων ουσιών . O νόμος αυτός απαγορεύει , υπό την απειλή ποινών επιβαλλομένων στα πλημμελήματα , τη συμμετοχή στην παραγωγή ή τη διάθεση στο εμπόριο τροφίμων που δεν είναι σύμφωνα με τους κανόνες που θεσπίζει , προβλέποντας ότι ο κατάλογος των δυνάμενων να χρησιμοποιηθούν στα τρόφιμα πρόσθετων ουσιών καταρτίζεται με βασιλικό διάταγμα . Σύμφωνα με το άρθρο 4 , παράγραφος 2 , του νόμου κάθε αίτηση εγγραφής στον εν λόγω κατάλογο υποβάλλεται στο Conseil superieur d’hygiene ( Ανώτατο Συμβούλιο Υγιεινής ) προκειμένου αυτό να εκδώσει γνώμη ως προς το επιβλαβές της πρόσθετης ουσίας και το βαθμό ανοχής της από τον ανθρώπινο οργανισμό καθώς και ως προς την αναγκαιότητα , τη χρησιμότητα και τη σκοπιμότητα της χρησιμοποίησης της πρόσθετης ουσίας .
5 Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές , το αναφερόμενο στο προδικαστικό ερώτημα βασιλικό διάταγμα επιτρέπει την προσθήκη των επίμαχων στην κύρια υπόθεση χρωστικών ουσιών σε ορισμένα τρόφιμα εκτός από τα αυγά των μη καπνιστών ιχθύων και επιτρέπει , επίσης , την προσθήκη στο τελευταίο προϊόν ορισμένων χρωστικών ουσιών εκτός αυτών που αφορά το προδικαστικό ερώτημα . Αντίθετα , το διάταγμα δεν επιτρέπει τις επίμαχες χρωστικές ουσίες για τα αυγά των μη καπνιστών ιχθύων· πράγματι , από τις παρατηρήσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο η βελγική κυβέρνηση προκύπτει ότι , κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο , κανείς δεν είχε ζητήσει την καταχώρηση του συνδυασμού αυτού στον κατάλογο των επιτρεπόμενων πρόσθετων ουσιών και ότι , κατά συνέπεια , δεν είχε δοθεί στις βελγικές αρχές η δυνατότητα να λάβουν θέση ως προς μια τέτοια καταχώρηση .
6 Υπό τις περιστάσεις αυτές , πρέπει να θεωρηθεί ότι με το προδικαστικό ερώτημα ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί αν οι κοινοτικοί κανόνες πρέπει να ερμη νευτούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται όχι στην απαγόρευση χρησιμοποίησης της ινδιγοτίνης και του ερυθρού της κοχενίλλης A στην επεξεργασία των αυγών μη καπνιστών ιχθύων , αλλά σε μια εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία , έστω και αν πρόκειται για εισαγόμενα από άλλο κράτος μέλος τρόφιμα , όπου νόμιμα διατίθενται στο εμπόριο , απαιτεί η χρησιμοποιούμενη γι’ αυτό τον τύπο τροφίμων χρωστική ουσία να είναι καταχωρημένη σε εθνικό κατάλογο επιτρεπόμενων ουσιών και η οποία ορίζει ότι κάθε αίτηση για τέτοια καταχώρηση υποβάλλεται σε επιτροπή εμπειρογνωμόνων προς έκδοση γνώμης ως προς το επιβλαβές της πρόσθετης ουσίας , το βαθμό ανοχής της από τον ανθρώπινο οργανισμό και την αναγκαιότητα , τη χρησιμότητα και τη σκοπιμότητα της χρησιμοποίησης της πρόσθετης ουσίας .
7 Σχετικώς , ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη , οι κυβερνήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας , του Βελγίου , της Δανίας και της Ολλανδίας καθώς και η Επιτροπή κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο .
8 O κατηγορούμενος στην κύρια δίκη ισχυρίζεται ότι μια τέτοια ρύθμιση συνιστά μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών κατά την έννοια των διατάξεων της Συνθήκης στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων . Επομένως , εφόσον μια ρύθμιση , όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αμφισβητούμενης βελγικής ρυθμίσεως , εισήχθη μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης , είναι αντίθετη προς το άρθρο 32 , πρώτη παράγραφος , της τελευταίας , σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη δεν καθιστούν περισσότερο περιοριστικές στις μεταξύ τους συναλλαγές τις ποσοστώσεις και τα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος . Δυνάμει του άρθρου 36 της Συνθήκης δεν είναι δυνατό να δικαιολογηθεί μέτρο που προβλέπει απαγόρευση αρχής από την οποία δεν μπορεί να γίνει παρέκκλιση παρά κατόπιν εκτιμήσεως όσον αφορά όχι μόνο το επιβλαβές της πρόσθετης ουσίας αλλά , επίσης , και την αναγκαιότητα , τη χρησιμότητα και τη σκοπιμότητα της χρησιμοποίησής της στο εν λόγω είδος διατροφής .
9 H βελγική κυβέρνηση τονίζει ότι μια εθνική ρύθμιση όπως η προκειμένη είναι σύμφωνη προς την οδηγία του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 1962 , περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τις χρωστικές ύλες που επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα που προορίζονται για τη διατροφή του ανθρώπου ( EE ειδ . έκδ . 03/001 , σ . 71 ). Σύμφωνα με το άρθρο της 5 , η οδηγία αυτή δεν θίγει τις διατάξεις των εθνικών ρυθμίσεων που καθορίζουν τα τρόφιμα τα οποία θα μπορούν να χρωματίζονται με τις ύλες που απαριθμούνται στους καταλόγους επιτρεπόμενων ουσιών που έχουν επισυναφθεί στην οδηγία και στους οποίους πράγματι αναφέρονται οι δύο επίμαχες χρωστικές ουσίες .
10 Κατά τη βελγική κυβέρνηση δεν μπορεί επίσης να αμφισβητηθεί ότι η βελγική ρύθμιση , η οποία , άλλωστε , είναι ανάλογη με τις εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις των λοιπών κρατών μελών , είναι σύμφωνη προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης . H ρύθμιση αυτή αποτελεί απλώς εφαρμογή της παγκόσμιας γνωστής αρχής των καταλόγων επιτρεπόμενων ουσιών που μπορούν να τροποποιούνται σύμφωνα με καθορισμένη διαδικασία . Στον εισαγωγέα εναπόκειται να κινήσει αυτή τη διαδικασία , ενώ μόνο άρνηση των εθνικών αρχών να καταχωρήσουν , κατόπιν παρόμοιας διαδικασίας , το εν λόγω προϊόν στον κατάλογο συνιστά εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο . Όμως , ακόμα και μια τέτοια άρνηση μπορεί να είναι δικαιολογημένη βάσει του άρθρου 36 , εφόσον βέβαια δεν πρόκειται περί αυθαίρετης διακρίσεως ή συγκεκαλυμμένου περιορισμού .
11 Οι κυβερνήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας , της Δανίας και της Ολλανδίας θεωρούν ότι μια εθνική ρύθμιση όπως η προκειμένη συνιστά εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο , που εμπίπτει στο άρθρο 30 της Συνθήκης , αλλά είναι δικαιολογημένη ενόψει του άρθρου 36 . Λαμβανομένης υπόψη της πολύ περιορισμένης εναρμόνισης των διατάξεων στον τομέα των πρόσθετων χρωστικών ουσιών επί κοινοτικού επιπέδου , η προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων απαιτεί η λήψη της απόφασης σχετικά με τη χρησιμοποίηση μιας συγκεκριμένης χρωστικής ουσίας για την παρασκευή συγκεκριμένου είδους διατροφής να αφίεται στις εθνικές αρχές . Οι αρχές αυτές οφείλουν , ιδίως , να λαμβάνουν υπόψη τους τις σχετικές με τη διατροφή συνήθειες στο εν λόγω κράτος μέλος καθώς και τη χρησιμοποίηση της ίδιας χρωστικής ουσίας σε άλλα συνήθως καταναλισκόμενα στο κράτος αυτό τρόφιμα και τη χρησιμοποίηση άλλων πρόσθετων ουσιών στο εν λόγω είδος διατροφής .
12 H Επιτροπή δέχεται ότι μια ρύθμιση όπως η προκειμένη είναι σύμφωνη προς την προαναφερθείσα οδηγία . Επισημαίνει , ωστόσο , ότι η συμμόρφωση αυτή ουδόλως αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 30 της Συνθήκης . Όσον αφορά το άρθρο 36 , η Επιτροπή παρατηρεί ότι , όχι μόνο οι εν λόγω δύο πρόσθετες ουσίες περιλαμβάνονται σε κοινοτικό κατάλογο επιτρεπόμενων ουσιών , αλλά ότι , εξάλλου , η Επιστημονική Επιτροπή Τροφίμων που συστάθηκε με την απόφαση 74/234 της Επιτροπής της 16ης Απριλίου 1974 ( EE ειδ . έκδ . 03/010 , σ . 218 ) παρέσχε αριθμούς σχετικά με τις επιτρεπόμενες ημερήσιες δόσεις των πρόσθετων αυτών ουσιών . Επομένως , δεν υφίσταται αβεβαιότητα όσον αφορά το βαθμό της βλαπτικότητάς τους .
13 Υπό τις περιστάσεις αυτές , η Επιτροπή φρονεί ότι η απαίτηση χορηγήσεως προηγούμενης άδειας στο κράτος μέλος εισαγωγής για προϊόντα που μπορούν νόμιμα να διατίθενται στο εμπόριο στο κράτος μέλος εξαγωγής και τα οποία , κατ’ αυτό τον τρόπο , έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο εξετάσεως στο τελευταίο αυτό κράτος , δεν είναι πλέον δικαιολογημένη ενόψει του άρθρου 36 της Συνθήκης . Είναι αρκετό να απαιτούνται από τον εισαγωγέα πληροφορίες που να επιτρέπουν στις αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής να ελέγχουν αν η εισαγωγή του εν λόγω προϊόντος είναι ικανή να προκαλέσει σοβαρό κίνδυνο υπερβάσεως της καθορισμένης επιτρεπόμενης ημερήσιας δόσης για τις περιεχόμενες στο προϊόν πρόσθετες ουσίες .
14 Ενόψει όλων αυτών των επιχειρημάτων , προσήκει , καταρχάς , να τονιστεί ότι το προδικαστικό ερώτημα αφορά την ερμηνεία της Συνθήκης και όχι την ερμηνεία της οδηγίας περί των χρωστικών ουσιών . Επομένως , σχετικά με την οδηγία αυτή αρκεί να επισημανθεί , όπως τόνισαν οι διάδικοι κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία , ότι το Δικαστήριο , στις αποφάσεις του της 12ης Ιουνίου 1980 ( Grunert , 88/79 , Recueil σ . 1827 ) και της 5ης Φεβρουαρίου 1981 ( Kugelmann , 108/80 , Συλλογή σ . 433 ) δέχτηκε ότι οι ομοειδείς οδηγίες σχετικά με τις συντηρητικές και αντιοξειδωτικές ουσίες δεν παρεμποδίζουν την ύπαρξη παρόμοιων προς την επίμαχη εθνικών ρυθμίσεων .
15 Περαιτέρω , πρέπει να σημειωθεί ότι η διάταξη του άρθρου 32 , πρώτη παράγραφος , της Συνθήκης δεν λαμβάνεται υπόψη όσον αφορά την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα . H διάταξη αυτή αποσκοπούσε αποκλειστικά στο να αποφευχθεί να καταστήσουν τα κράτη μέλη , κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου , περισσότερο περιοριστικά τα μέτρα που έπρεπε να καταργηθούν το αργότερο κατά τη λήξη της περιόδου αυτής . Μετά την παρέλευση της μεταβατικής περιόδου , η αναφερθείσα διάταξη δεν προσθέτει πλέον τίποτα στις διατάξεις των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης .
16 Όσον αφορά τα τελευταία αυτά άρθρα , πρέπει να τονιστεί ότι , κατά πάγια νομολογία , αφενός , η ύπαρξη οδηγιών εναρμονίσεως δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 30 της Συνθήκης και , αφετέρου , ότι μόνο στην περίπτωση που κοινοτικοί κανόνες προβλέπουν την πλήρη εναρμόνιση όλων των μέτρων που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της προστασίας της υγείας και ρυθμίζουν κοινοτικές διαδικασίες ελέγχου της τηρήσεώς τους παύει να είναι δικαιολογημένη η προσφυγή στο άρθρο 36 .
17 Όπως οι περισσότεροι από τους διαδίκους κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία αναγνώρισαν , η εφαρμογή μιας ρύθμισης , όπως η επίμαχη , επί εισαγόμενων από άλλο κράτος μέλος προϊόντων , όπου τα προϊόντα αυτά διατίθενται νομίμως στο εμπόριο , είναι ικανή να παρεμβάλει εμπόδια στο ενδοκοινοτικό εμπόριο . Επομένως , η επίμαχη ρύθμιση εμπίπτει στο άρθρο 30 και , κατά συνέπεια , πρέπει να εξεταστεί αν μπορεί να δικαιολογηθεί για λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων κατά την έννοια του άρθρου 36 .
18 Σχετικά με το ζήτημα αυτό , επιβάλλεται να τονιστεί ότι , όσον αφορά τις πρόσθετες ουσίες , και ιδίως τις χρωστικές που χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα , η κοινοτική εναρμόνιση είναι πολύ περιορισμένη και μαρτυρεί μεγάλη επιφυλακτικότητα εκ μέρους του κοινοτικού νομοθέτη έναντι της δυνητικής βλαπτικότητας των ουσιών αυτών .
19 Όπως έκανε δεκτό , μεταξύ άλλων , το Δικαστήριο στην απόφασή του της 14ης Ιουλίου 1983 ( Sandoz , 174/82 , Συλλογή σ . 2445 ) κατά το μέτρο που υπάρχουν αβεβαιότητες στη σημερινή κατάσταση της επιστημονικής έρευνας , απόκειται στα κράτη μέλη , ελλείψει εναρμονίσεως , να αποφασίσουν σε ποια έκταση προτίθενται να εξασφαλίσουν την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων λαμβάνοντας όμως υπόψη τις απαιτήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας .
20 Μολονότι , για το σκοπό αυτό , τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους τα αποτελέσματα της διεθνούς επιστημονικής έρευνας , και , ιδίως , τις εργασίες της Επιστημονικής Επιτροπής Τροφίμων , πρέπει , εντούτοις , να τονιστεί ότι οι γνώμες της επιτροπής αυτής δεν είναι υποχρεωτικού χαρακτήρα . Εξάλλου , η ένδειξη ενός αριθμού για την επιτρεπόμενη ημερήσια δόση μιας πρόσθετης ουσίας φανερώνει ότι η χρησιμοποίηση της ουσίας αυτής , πέραν μιας ορισμένης ανώτατης ποσότητας , είναι ικανή να δημιουργήσει κινδύνους και , όπως ακριβώς και η χορήγηση άδειας εκ μέρους των αρχών του κράτους μέλους εξαγωγής , η ένδειξη αυτή επιτρέπει να παραμένουν αβεβαιότητες που απορρέουν από τις διαφορές που υπάρχουν στις συνήθειες διατροφής στα διάφορα κράτη μέλη . Επομένως , ελλείψει αναγκαστικών κανόνων και αποτελεσματικών , επί κοινοτικού επιπέδου , μέτρων , οι γνώμες της Επιτροπής Διατροφής δεν είναι ικανές να αφαιρέσουν από τις εθνικές αρχές την ευθύνη της προστασίας της υγείας .
21 Είναι σημαντικό να προστεθεί ότι , σύμφωνα με κοινό προσανατολισμό των κρατών μελών με τον οποίο επιδιώκεται , στο μέτρο του δυνατού , να περιοριστεί η χρήση πρόσθετων ουσιών , το κατά πόσο επιτρέπεται μια πρόσθετη ουσία για την παρασκευή συγκεκριμένου είδους διατροφής δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το βαθμό βλαπτικότητας της πρόσθετης ουσίας , αλλά , επίσης , από την ανάγκη που μπορεί να αντιπροσωπεύει η προσθήκη της στο σχετικό είδος διατροφής . Με το πρόβλημα αυτό ασχολήθηκε η Επιστημονική Επιτροπή Τροφίμων στην έκθεσή της της 22ας Φεβρουαρίου 1980 , η οποία αποτέλεσε αντικείμενο της σύστασης της Επιτροπής της 11ης Νοεμβρίου 1980 , προς τα κράτη μέλη σχετικά με τις δοκιμές όσον αφορά το αβλαβές της χρήσης πρόσθετων ουσιών στα τρόφιμα ( JO L 320 , σ . 36 ). Στην έκθεση αυτή , η Επιτροπή αναφέρει ότι , για να χορηγηθεί άδεια χρήσεως μιας πρόσθετης ουσίας , πρέπει να αποδεικνύεται ότι η σκοπούμενη χρήση ανταποκρίνεται σε ανάγκη που μπορεί να είναι τεχνολογικής ή οικονομικής φύσεως ή ακόμα , όσον αφορά τα αρώματα και τις χρωστικές ουσίες , οργανοληπτικού ή ψυχολογικού χαρακτήρα .
22 Από τις προηγούμενες σκέψεις συνάγεται ότι το κοινοτικό δίκαιο στο παρόν στάδιο εξελίξεώς του , δεν αντιτίθεται , στην εφαρμογή , ακόμα και επί των εισαγόμενων από άλλα κράτη μέλη προϊόντων , μιας εθνικής διαδικασίας χορηγήσεως άδειας διαθέσεως στο εμπόριο των περιλαμβανόντων χρωστικές ουσίες τροφίμων κατόπιν εκτιμήσεως της ύπαρξης ανάγκης προσθήκης χρωστικής ουσίας στο σχετικό είδος διατροφής και επιστημονικής αξιολογήσεως του κινδύνου που μπορεί να παρουσιάζει για την ανθρώπινη υγεία η χρησιμοποιούμενη χρωστική ουσία .
23 Πάντως , η αρχή της αναλογικότητας που αποτελεί τη βάση της τελευταίας φράσης του άρθρου 36 της Συνθήκης απαιτεί η δυνατότητα των κρατών μελών να απαγορεύουν τις εισαγωγές των εν λόγω προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη να περιορίζεται σε o,τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη των νόμιμα επιδιωκόμενων στόχων προστασίας της υγείας και , κατά συνέπεια , άδειες διαθέσεως στο εμπόριο των προϊόντων αυτών να χορηγούνται όταν συμβιβάζονται με τους εν λόγω στόχους . Βάσει του συλλογισμού αυτού , το Δικαστήριο , στην προαναφερθείσα απόφασή του της 14ης Ιουλίου 1983 ( Sandoz , 174/82 ), έκρινε ότι η διάθεση στο εμπόριο βιταμινούχων ειδών διατροφής τα οποία έχουν εισαχθεί από άλλο κράτος μέλος και έχουν νόμιμα διατεθεί στο εμπόριο εντός του κράτους αυτού πρέπει να επιτρέπεται όταν η προσθήκη βιταμινών ανταποκρίνεται σε πραγματική ανάγκη .
24 Επομένως , επιβάλλεται να συναχθεί ότι , μολονότι το κοινοτικό δίκαιο δεν αντιτίθεται στην εκ μέρους του κράτους εισαγωγής εφαρμογή επί των περιεχόντων χρωστικές ουσίες ειδών διατροφής , τα οποία νομίμως διατίθενται στο εμπόριο του κράτους μέλους εξαγωγής , μιας ρύθμισης όπως η επίμαχη , θέτει , εντούτοις , όρια σε μια τέτοια εφαρμογή . Όταν οι αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής διαπιστώνουν , λαμβανομένων υπόψη των σχετικών με τη διατροφή συνηθειών στο κράτος αυτό , την ύπαρξη πραγματικής ανάγκης να προστεθεί χρωστική ουσία σε ένα είδος διατροφής του τύπου αυτού , δεν μπορούν , χωρίς να παραβούν τις διατάξεις της Συνθήκης και ιδίως την τελευταία φράση του άρθρου 36 , να αρνηθούν τη χορήγηση άδειας για το λόγο και μόνο ότι το εισαχθέν είδος διατροφής περιέχει χρωστική ουσία . Ομοίως , οι αρχές αυτές , κατά την εκτίμηση του κινδύνου που παρουσιάζει η χρωστική ουσία που πράγ ματι χρησιμοποιήθηκε στο είδος διατροφής , οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα της διεθνούς επιστημονικής έρευνας και ιδίως τις εργασίες της κοινοτικής Επιστημονικής Επιτροπής Τροφίμων , αξιολογώντας τες ταυτόχρονα υπό το φως των σχετικών με τη διατροφή συνηθειών του κράτους μέλους εισαγωγής .
25 Επομένως , στο προδικαστικό ερώτημα προσήκει να δοθεί η απάντηση ότι :
— Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου , οι διατάξεις της Συνθήκης EOK περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας δεν αντιτίθενται στο ότι μια εθνική κανονιστική ρύθμιση , η οποία , όσον αφορά τα περιέχοντα χρωστικές ουσίες τρόφιμα , έστω και αν εισάγονται από άλλα κράτη μέλη όπου νομίμως έχουν διατεθεί στο εμπόριο , απαιτεί η χρήση της εν λόγω χρωστικής ουσίας για αυτό τον τύπο τροφίμων να αναγράφεται σε εθνικό κατάλογο επιτρεπόμενων ουσιών και η οποία ορίζει ότι όλες οι αιτήσεις τέτοιας εγγραφής υποβάλλονται σε επιτροπή εμπειρογνωμόνων προς γνωμοδότηση ως προς το επιβλαβές της πρόσθετης ουσίας , το βαθμό ανοχής της από τον ανθρώπινο οργανισμό και την αναγκαιότητα , τη χρησιμότητα και τη σκοπιμότητα της χρησιμοποίησης της πρόσθετης ουσίας .
— Εντούτοις , οι εθνικές αρχές , εφαρμόζοντας μια τέτοια κανονιστική ρύθμιση επί των προϊόντων που έχουν εισαχθεί από άλλο κράτος μέλος και έχουν νομίμως διατεθεί στο εμπόριο εντός αυτού του κράτους , οφείλουν να επιτρέπουν την προσθήκη χρωστικής ουσίας στα τρόφιμα εφόσον , λαμβανομένων υπόψη των συνηθειών διατροφής στο κράτος μέλος εισαγωγής , η προσθήκη χρωστικών ουσιών ανταποκρίνεται σε πραγματική ανάγκη , και οι αρχές αυτές , εκτιμώντας το γενικό κίνδυνο που μπορεί να παρουσιάζει για την υγεία η όντως χρησιμοποιούμενη χρωστική ουσία , οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα της διεθνούς επιστημονικής έρευνας και , ιδίως , τις εργασίες της κοινοτικής Επιστημονικής Επιτροπής Τροφίμων .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
26 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι κυβερνήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας , του Βελγίου , της Δανίας και της Ολλανδίας καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο , δεν αποδίδονται . Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος , που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πέμπτο τμήμα ),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υποβλήθηκε από το Cour d’appel των Βρυξελλών , με απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1984 , αποφαίνεται :
1 ) Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου , οι διατάξεις της Συνθήκης EOK περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας δεν αντιτίθενται στο ότι μια εθνική κανονιστική ρύθμιση , η οποία , όσον αφορά τα περιέχοντα χρωστικές ουσίες τρόφιμα , έστω και αν εισάγονται από άλλα κράτη μέλη όπου νομίμως έχουν διατεθεί στο εμπόριο , απαιτεί η χρήση της εν λόγω χρωστικής ουσίας για αυτό τον τύπο τροφίμων να αναγράφεται σε εθνικό κατάλογο επιτρεπόμενων ουσιών και η οποία ορίζει ότι όλες οι αιτήσεις τέτοιας εγγραφής υποβάλλονται σε επιτροπή εμπειρογνωμόνων προς γνωμοδότηση ως προς το επιβλαβές της πρόσθετης ουσίας , το βαθμό ανοχής της από τον ανθρώπινο οργανισμό και την αναγκαιότητα , τη χρησιμότητα και τη σκοπιμότητα της χρησιμοποίησης της πρόσθετης ουσίας .
2 ) Εντούτοις , οι εθνικές αρχές , εφαρμόζοντας μια τέτοια κανονιστική ρύθμιση επί των προϊόντων που έχουν εισαχθεί από άλλο κράτος μέλος και έχουν νομίμως διατεθεί στο εμπόριο εντός αυτού του κράτους , οφείλουν να επιτρέπουν την προσθήκη χρωστικής ουσίας στα τρόφιμα εφόσον , λαμβανομένων υπόψη των συνηθειών διατροφής στο κράτος μέλος εισαγωγής , η προσθήκη χρωστικών ουσιών ανταποκρίνεται σε πραγματική ανάγκη , και οι αρχές αυτές , εκτιμώντας το γενικό κίνδυνο που μπορεί να παρουσιάζει για την υγεία η όντως χρησιμοποιούμενη χρωστική ουσία , οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα της διεθνούς επιστημονικής έρευνας και , ιδίως , τις εργασίες της κοινοτικής Επιστημονικής Επιτροπής Τροφίμων .
Full & Egal Universal Law Academy