ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 23ης Ιανουαρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 251/84,
Centrale Marketinggesellschaft der deutschen Agrarwirtschaft mbH, διά του διαχειριστού της Η. Fahrnschon, εκπροσωπούμενη από τον Μ. Loschelder, δικηγόρο Κολωνίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τους δικηγόρους Loesch και Wolter, 8, rue Zithe,
ενάγουσες,
κατά
Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, εκπροσωπούμενης από την Επιτροπή, την οποία εκπροσωπεί ο J. Grunwald, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet Kirchberg,
εναγομένης,
που έχει ως αντικείμενο την απόδοση ορισμένων εξόδων που προκλήθηκαν από την εκτέλεση συμβάσεως έρευνας συναφθείσας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών κατ' εφαρμογή του κανονισμού 2935/79 της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1979, περί της εκτελέσεως μέτρων που αναφέρονται στον κανονισμό 723/78 « περί της έρευνας της αγοράς στο εσωτερικό της Κοινότητας στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων » ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/027, σ. 141 και επ. ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Bahlmann, πρόεδρο τμήματος, Ο. Due και F. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Νοεμβρίου 1985,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
( Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται )
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Οκτωβρίου 1984, η Centrale Marketinggesellschaft der deutschen Agrarwirtschaft mbH, Βόννη, άσκησε, δυνάμει ρήτρας διαιτησίας κατά την έννοια του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΟΚ, αγωγή με την οποία ζητεί να υποχρεωθεί η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, εκπροσωπούμενη από την Επιτροπή, να καταβάλει ποσό 35147,69 DM εντόκως προς 4 ο/ο ετησίως από τις 16 Φεβρουαρίου 1984, για έξοδα που προκλήθηκαν από την εκτέλεση συμβάσεως έρευνας συναφθείσας το 1980 μεταξύ των συμβαλλομένων μερών κατ' εφαρμογή του κανονισμού 2935/79 της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1979, περί της εκτελέσεως μέτρων που αναφέρονται στον κανονισμό 723/78 « περί της έρευνας της αγοράς στο εσωτερικό της Κοινότητας στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων » ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/027, σ. 141 και επ. ).
2
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ανωτέρω κανονισμού 2935/79, υπό τους όρους που προβλέπονται στον κανονισμό, ενθαρρύνονται οι εργασίες για την έρευνα που αποβλέπει στη διεύρυνση της διαθέσεως στο εσωτερικό της Κοινότητας του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων κοινοτικής καταγωγής. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού, οι εργασίες έρευνας προτείνονται και εκτελούνται από ινστιτούτα ερευνών, οργανισμούς ή επιχειρήσεις που « διαθέτουν τα αναγκαία προσόντα και πείρα » και που « παρέχουν τις κατάλληλες εγγυήσεις που διασφαλίζουν την καλή περάτωση των εργασιών ». Το άρθρο 2, παράγραφος 2, ορίζει ότι « η κοινοτική χρηματοδότηση περιορίζεται στο 75 ο/ο των εκτιθεμένων δαπανών ». Εξάλλου, ο κανονισμός ορίζει ότι οι ενδιαφερόμενοι διαβιβάζουν στην αρμόδια αρχή που ορίζεται από το κράτος μέλος τους προτάσεις ( άρθρο 3, παράγραφος 1 ) που περιλαμβάνουν ιδίως όλες τις λεπτομέρειες σχετικά με τις προτεινόμενες έρευνες και την προσφερόμενη τιμή με υπόδειξη της κατανομής του ποσού αυτού σε κονδύλια ( άρθρο 4, παράγραφος 1 ). Τέλος, η Επιτροπή συνάπτει τις συμβάσεις με εκείνους από τους ενδιαφερομένους των οποίων οι προτάσεις έγιναν δεκτές, ενώ οι ρήτρες των εν λόγω συμβάσεων μπορούν να διευκρινίζουν και συμπληρώνουν τις λεπτομέρειες που αναφέρονται στις προτάσεις ( άρθρα 5 και 6 ).
3
Η συναφθείσα μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σύμβαση βάσει των εν λόγω διατάξεων αφορά σχέδιο έρευνας εκτελεσθησόμενης από τον Schwandt, καθηγητή του Πανεπιστημίου του Μονάχου, υπό την ιδιότητα του υπεργολάβου. Βασίζεται κυρίως σε πρόταση της ενάγουσας της 28ης Μαρτίου 1980. Όσον αφορά την προσφερθείσα τιμή για τις εν λόγω εργασίες, η πρόταση προέβλεπε τα ακόλουθα στοιχεία:
« 1)
Συσκευές: μικροσυσκευές (“kurzlebige Wirtschaftsgeräte”), καθώς και μεταποίηση και προσαρμογή του υφιστάμενου υλικού στις διευρυνόμενες μεθόδους ανάλυσης
70 000 DM
2)
Έξοδα προσωπικού
439 000 DM
3)
Έξοδα εργαστηρίου
160 000 DM
4)
Εξεταστέα υποκείμενα
161 000 DM
5)
Βιομετρία-πληροφορική
50 000 DM
Σύνολο
880 000 DM »
4
Η εν λόγω κατάσταση εξόδων αρχικά είχε περιληφθεί στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της συμβάσεως, ως εξής:
« 1)
Μικροσυσκευές ( “ Geräte, kurzlebig ” )
70 000 DM
2)
Έξοδα προσωπικού
439 000 DM
3)
Έξοδα υλικού ( “ Sachkosten ” )
160 000 DM
4)
Εξεταστέα υποκείμενα
161 000 DM
5)
Βιομετρία-πληροφορική
50 000 DM »
Κατά συνέπεια, στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της σύμβασης τα έξοδα εκτιμήθηκαν συνολικά σε ποσό που αντιστοιχούσε στο σύνολο των αναφερθέντων κονδυλίων, δηλαδή σε 880000 DM.
5
Όσον αφορά την κοινοτική χρηματοδότηση για το αντιμετωπιζόμενο σχέδιο, το άρθρο 3, παράγραφος 2, της σύμβασης προβλέπει ότι η Κοινότητα αναλαμβάνει το 75 ο/ο των πράγματι εκτιθεμένων δαπανών για την εκτέλεση των προβλεπόμενων εργασιών έρευνας, με απόλυτο όριο που καθορίστηκε σε 660000 DM. Ωστόσο, όσον αφορά το υλικό ( « Sachmittel » ), το άρθρο 5, παράγραφος 3, της σύμβασης ορίζει ότι « αν η εκτέλεση εργασιών έρευνας καθιστά αναγκαία την απόκτηση εξοπλισμού, συσκευών, μηχανημάτων, και λοιπών, οι αντίστοιχες δαπάνες δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη βάσει της παρούσας σύμβασης παρά μόνο κατά το 20 ο/ο της τιμής αγοράς που αναφέρεται στην πρόταση του συμβαλλόμενου ». Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 5, παράγραφος 1, της σύμβασης ο υποβάλλων την προσφορά και ο υπεργολάβος « διαθέτει το κατάλληλο υλικό για τη συνεπή εκτέλεση της σύμβασης ».
6
Τέλος, το άρθρο 14 της σύμβασης ορίζει ότι ο κανονισμός 2935/79 καθώς και η πρόταση της προσφεύγουσας αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης.
7
Σύμφωνα με αίτηση του Schwandt που υποβλήθηκε μέσω της προσφεύγουσας προ του πέρατος των εργασιών, η Επιτροπή, με έγγραφο της 28ης Οκτωβρίου 1982, επέτρεψε την τροποποίηση του άρθρου 1, παράγραφος 1, της σύμβασης, το οποίο εφεξής έχει ως ακολούθως:
« 1)
Συσκευές
79 000 DM
2)
Έξοδα προσωπικού
520 000 DM
3)
Έξοδα υλικού ( εξεταστέα υποκείμενα, βιομετρία-πληροφορική )
281 000 DM »
8
Το σχέδιο έρευνας περατώθηκε στο τέλος του 1982 και οι λογαριασμοί καταρτίστηκαν από το Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung ( BALM, Ομοσπονδιακό γραφείο οργανώσεως των γεωργικών αγορών ), που υποδείχθηκε προς το σκοπό αυτό από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2935/79. Με την ευκαιρία αυτή διαπιστώθηκε ότι το σύνολο των δαπανών του σχεδίου έρευνας δεν είχε υπερβεί το απόλυτο όριο που αναφερόταν στη σύμβαση. Πράγματι, το άθροισμα των δαπανών από την ενάγουσα έδωσε το συνολικό ποσό των 868958,21 DM, το οποίο κατανέμεται ως εξής:
Συσκευές
78 732,37 DM
Έξοδα προσωπικού
523 044,72 DM
Έξοδα υλικού
267181,12 DM
9
Εντούτοις, με έγγραφο της 12ης Δεκεμβρίου 1983, το BALM αρνήθηκε να αναγνωρίσει στην ενάγουσα ορισμένα ποσά. Μεταξύ των εξόδων υλικού που δεν αναγνωρίστηκαν αναφερόταν το μόνο κονδύλιο που εξακολουθεί να είναι επίδικο, δηλαδή τα έξοδα « leasing » ανερχόμενα σε 62840,43 DM και που αφορούν τρεις συσκευές μετρήσεως. Σχετικώς, το έγγραφο του BALM ανέφερε κυρίως τα εξής:
« Η πρόταση που προκάλεσε τη σύμβαση δεν αναφέρει τη χρησιμοποίηση συσκευών που έπρεπε να αποκτηθούν βάσει συμβάσεως leasing. Επομένως, ο καταλογισμός των εξόδων leasing δεν συνομολογήθηκε συμβατικώς.
Ανεξάρτητα από το γεγονός αυτό, η Επιτροπή συμφώνησε ωστόσο ... επί του καταλογισμού 20 % υπολογιζόμενου επί της αξίας κτήσεως. »
Κατά συνέπεια, το BALM εκτίμησε το καταλογιστέο στη σύμβαση ποσό σε 20 ο/ο των τιμών αγοράς που αναφέρουν οι προμηθευτές, δηλαδή σε 15976,84 DM.
10
Στη συνέχεια, η ενάγουσα άσκησε την υπό κρίση αγωγή με την οποία ζητεί την καταβολή από την Επιτροπή του 75 °/ο της διαφοράς μεταξύ των χρεωθέντων εξόδων leasing, δηλαδή 62840,43 DM και του ποσού που έγινε δεκτό ως καταλογιστέο στη σύμβαση, δηλαδή 15976,84 DM.
11
Η ενάγουσα θεωρεί ότι τα έξοδα leasing για τις τρεις επίμαχες συσκευές πρέπει να της αποδοθούν κατά το 75 °/ο. Κατά την προσφεύγουσα, έχει αποφασιστική σημασία το να καθοριστεί αν οι τρεις συσκευές αποτελούν « μικροσυσκευές » ( « kurzlebige Geräte » ) κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, σημείο 1, της σύμβασης, ή « εξοπλισμό », « συσκευές » ή « μηχανήματα » υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 3.
12
Ο λόγος της διακρίσεως αυτής οφείλεται στο γεγονός ότι τα σχέδια έρευνας πρέπει καταρχήν να ανατίθενται σε ινστιτούτα που διαθέτουν πλήρη εξοπλισμό και που δεν έχουν την πρόθεση να χρησιμοποιήσουν την αποστολή για να προμηθευτούν παρόμοιο εξοπλισμό με έξοδα της Κοινότητας. Επομένως, στο ινστιτούτο πρέπει να αποδίδεται το 75 °/ο του συνόλου των εξόδων υλικού που είναι αναγκαία για την πραγματοποίηση του αντιμετωπιζόμενου σχεδίου και το 20 °/ο της τιμής αγοράς του εξοπλισμού, των μηχανημάτων και συσκευών των οποίων η κτήση επιβάλλεται ειδικώς για τις εν λόγω εργασίες έρευνας, επιπλέον του κανονικού βασικού εξοπλισμού του ινστιτούτου.
13
Όμως, όσον αφορά τις τρεις επίμαχες συσκευές, αυτές επεστράφησαν και οι τρεις στον πωλητή, οι δε δύο εξ αυτών επεστράφησαν μάλιστα χωρίς αντάλλαγμα διότι δεν μπορούσαν πλέον να χρησιμοποιηθούν για εκπαιδευτικούς σκοπούς και, όσον αφορά την τρίτη, αφαιρώντας από τα έξοδα leasing την εναπομένουσα αξία. Πρέπει, επομένως, να χαρακτηριστούν οι εν λόγω συσκευές ως « μικροσυσκευές » μικρής διαρκείας κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, σημείο 1, της σύμβασης και, κατά συνέπεια, να εγγραφεί στο λογαριασμό το σύνολο των εξόδων leasing.
14
Απαντώντας σε ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο, η ενάγουσα διευκρίνισε ότι δεν προτίθεται να προβεί σε διάκριση μεταξύ του κονδυλίου « μικροσυσκευές » του άρθρου 1, παράγραφος 1, σημείο 1, της σύμβασης και του κονδυλίου « έξοδα υλικού », που προβλέπεται στην ίδια παράγραφο, υπό το σημείο 3. Η διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 3, της σύμβασης αποτελεί ειδική ρύθμιση σε σχέση με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στο σύνολό της και είναι, επομένως, παντελώς αδιάφορο το αν πρέπει να καταταγούν έξοδα leasing στην κατηγορία εξόδων υλικού ή στην κατηγορία των μικροσυσκευών.
15
Τέλος, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δέχτηκε χωρίς αντίρρηση στο παρελθόν, για διάφορα σχέδια έρευνας που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, τα έξοδα leasing να μπορέσουν να εγγραφούν στο λογαριασμό ως έξοδα υλικού. Η ενάγουσα μπορούσε, επομένως, να αναμένει ότι η Επιτροπή δεν θα απέδιδε πλέον σημασία στο συμβατικό τύπο, αγορά ή πώληση, στην προκειμένη περίπτωση.
16
Κατά την Επιτροπή, προκύπτει απευθείας από το κείμενο των διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 1, της σύμβασης και του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2935/79 ότι η ενάγουσα θεωρείται ότι διαθέτει το βασικό τεχνικό εξοπλισμό που είναι αναγκαίος για την πραγματοποίηση του σχεδίου έρευνας για το οποίο πρόκειται. Η κτήση εξοπλισμού, και λοιπών, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 3, της σύμβασης αφορά, επομένως, ειδικά αντικείμενα που αφορούν ειδική ανάγκη και είναι απαραίτητα για την πραγματοποίηση των αντιμετωπιζόμενων εργασιών έρευνας.
17
Η Επιτροπή δεν αποκλείει ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 5, παράγραφος 3, κτήση μπορεί να πραγματοποιηθεί με σύμβαση leasing. Όμως, από την άποψη καταλογισμού των εξόδων, η ενάγουσα δεν μπορεί να αναμένει τα έξοδα leasing να αποδοθούν σύμφωνα με κριτήρια που είναι πιο ευνοϊκά από τα κριτήρια που ορίζονται για την αγορά στο άρθρο 5, παράγραφος 3, της σύμβασης. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης απαιτεί ο αντισυμβαλλόμενος που αγοράζει όργανα να μη βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με εκείνον που καταφεύγει στη μέθοδο του leasing. Εξάλλου, θα ήταν πολύ δύσκολο, στην πράξη, να ελέγχονται τα έξοδα leasing, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο ελεύθερης διαπραγμάτευσης με τον εκμισθωτή.
18
Τέλος, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ο κανονισμός 2935/79 ο οποίος, δυνάμει του άρθρου 14 της σύμβασης, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη περί αποδόσεως εξόδων leasing και αμφισβητεί ότι ανεγνώρισε παρόμοια έξοδα στο παρελθόν. Η προσφεύγουσα όφειλε, επομένως, να ζητήσει προηγουμένως πληροφορίες από την Επιτροπή ως προς τη μεταχείριση που επιφυλάσσεται στα έξοδα leasing. Δεδομένου ότι δεν το έπραξε πρέπει να υποστεί τις εκ της παραλείψεως αυτής συνέπειες.
19
Υπ' αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι ούτε η σύμβαση ούτε ο κανονισμός 2935/79 ούτε κανένας άλλος λόγος επιτρέπουν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι υφίσταται δικαίωμα σε απόδοση των εξόδων leasing για το αιτούμενο από την ενάγουσα ποσό.
20
Προς επίλυση της εν λόγω διαφοράς, πρέπει καταρχάς να γίνει δεκτό ότι τα επίδικα έξοδα δεν περιελήφθησαν στο κονδύλιο « μικροσυσκευές » ( « kurzlebige Geräte » ) ούτε στις προτάσεις της ενάγουσας ούτε στη σύμβαση ούτε καν στην κατάσταση των εξόδων που υπέβαλε η ενάγουσα μετά το πέρας των εργασιών έρευνας. Όπως η ίδια η ενάγουσα ομολόγησε τα έξοδα αυτά πρέπει να θεωρηθούν, επομένως, ότι υπάγονται στο κονδύλιο που αφορά τα « έξοδα υλικού » ( « Sachkosten » ).
21
Το κονδύλιο αυτό πρέπει να ερμηνευτεί υπό το φως της γενικής ρήτρας που αφορά το « υλικό » ( « Sachmittel » ), δηλαδή το άρθρο 5 της σύμβασης. Προβλέποντας ότι ο υποβάλλων την πρόταση ή ο εργολάβος διαθέτει το αναγκαίο υλικό για τη συνεπή εκτέλεση της σύμβασης, η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου ξεκινά από την υπόθεση ότι κατά γενικό κανόνα το ινστιτούτο διαθέτει ήδη τις αναγκαίες συσκευές και ότι, επομένως, έξοδα κτήσεως τέτοιων συσκευών δεν μπορούν να καταλογιστούν στη σύμβαση. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου που, υπό ορισμένους όρους, προβλέπει ότι λαμβάνονται υπόψη έξοδα κτήσεως συσκευών ειδικώς αναγκαίων για την εκτέλεση των αντιμετωπιζόμενων εργασιών έρευνας, αλλά μόνο μέχρι κατ' αποκοπή ποσοστού 20 ο/ο της τιμής αγοράς.
22
Όπως ισχυρίστηκε η ενάγουσα, η παράγραφος 3 του άρθρου 5 λαμβάνει υπόψη ιδίως την κτήση συσκευών που έχουν μεγαλύτερη διάρκεια από τη διάρκεια των αντιμετωπιζόμενων από τη σύμβαση εργασιών. 'Ομως, ο πολύ ευρύς τύπος («εξοπλισμός, συσκευές, μηχανήματα, και λοιπά » ) και η επιλογή κατ' αποκοπή ποσοστού δείχνουν ότι η εν λόγω παράγραφος αποτελεί γενική ρήτρα, η οποία πρέπει να εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις όπου η κτήση συσκευών δεν αποτελεί αντικείμενο ειδικής ρήτρας.
23
Στην επίμαχη σύμβαση, η μόνη σχετική ειδική ρήτρα είναι η αφορώσα το κονδύλιο « μικροσυσκευές » ( « kurzlebige Geräte » ), της οποίας η ίδια η διατύπωση καταδεικνύει σαφώς ότι τα έξοδα που καλύπτει μπορούν να καταλογιστούν στη σύμβαση στο σύνολό τους. Όμως, όπως έγινε δεκτό πιο πάνω, τα επίμαχα έξοδα δεν περιλαμβάνονται σ' αυτό το κονδύλιο.
24
Αυτή η ερμηνεία της σύμβασης δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση από το γεγονός ότι οι τρεις συσκευές μετρήσεως χρησιμοποιήθηκαν στο πλαίσιο συμβάσεων leasing. Δεδομένου ότι ούτε η κοινοτική ρύθμιση ούτε η σύμβαση προέβλεπαν τη χρησιμοποίηση συσκευών μέσα σε τέτοιο συμβατικό πλαίσιο και ούτε αποδεικνύεται ότι η Επιτροπή είχε δεχθεί να αποδώσει έξοδα leasing επ' ευκαιρία συμβάσεων έρευνας που είχαν εκτελεστεί στο παρελθόν από την ενάγουσα, η τελευταία όφειλε να υποβάλει το πρόβλημα στην Επιτροπή εγκαίρως. Σ' αυτή την περίπτωση, η Επιτροπή θα είχε τη δυνατότητα να ελέγξει τους όρους των συμβάσεων leasing, να εξετάσει το χαρακτήρα των συσκευών όσον αφορά τη διάρκειά τους και, σε ενδεχομένη περίπτωση, να προσαρμόσει τη σύμβαση έρευνας προς τη νέα αυτή κατάσταση κατόπιν συμφωνίας με την ενάγουσα. Δεδομένου ότι δεν έγειρε το πρόβλημα εγκαίρως η ενάγουσα δεν έχει κανένα δικαίωμα επί της αποδόσεως των επιδίκων εξόδων κατά τρόπο διάφορο από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 5, παράγραφος 3, της σύμβασης.
25
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Επί των δικαστικών εξόδων
26
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττώμενος διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η ενάγουσα ηττήθη πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αγωγή.
2)
Καταδικάζει την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Bahlmann
Due
Schockweiler
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 23 Ιανουαρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του δεύτερου τμήματος
Κ. Bahlmann
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy