'ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 253/84 ( *1 )
Περίληψη Σελίδα
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
II — Αιτήματα των διαδίκων
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Επί του παραδεκτού ορισμένων από τις βάσεις της αγωγής
Β — Επί της ουσίας
1. Η παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που έχει ως αντικείμενο την προστασία των ιδιωτών
α) Η παραβίαση των κανόνων διαδικασίας της Συνθήκης
β) Η αντικανονική εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης
γ) Παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων με τη χορήγηση υπεραντιστάθμισης στους γερμανούς αγρότες για την κατάργηση των ΝΕΠ
δ) Κατάχρηση εξουσίας συνισταμένη στην παράβαση της έκτης οδηγίας περί ΦΠΑ
ε) Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας λόγω της χρησιμοποιήσεως του ΦΠΑ ως μέσου της ενισχύσεως
στ) Παραβίαση του άρθρου 96 της Συνθήκης ΕΟΚ
ζ) Μείωση των ιδίων πόρων της Κοινότητας
2. Επί του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της απόφασης του Συμβουλίου και της επικαλούμενης ζημίας
3. Επί της υπάρξεως της ζημίας
ΙV — Απαντήσεις των διαδίκων στα ερωτήματα του Δικαστηρίου
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία Οι πρωτοβουλίες που ανέλαβαν τα κοινοτικά όργανα προκειμένου να καταργήσουν το σύστημα των νομισματικών εξισωτικών ποσών (ΝΕΠ) συνάντησαν πολλές δυσκολίες στο μέτρο που η κατάργηση αυτή, επειδή έπρεπε να γίνει με ευθυγράμμιση των αντιπροσωπευτικών τιμών προς τις ισχύουσες τιμές συναλλάγματος, είχε ως αποτέλεσμα να μειώσει, στα κράτη μέλη με ισχυρό νόμισμα, τις γεωργικές
τιμές που εκφράζονται σε εθνικό νόμισμα και, κατά συνέπεια, το εισόδημα των αγροτών. Για να αντισταθμίσει αυτή τη μείωση του εισοδήματος που θα επήρχετο από 1ης Ιανουαρίου 1985, ο κανονισμός του Συμβουλίου 855/84 της 31ης Μαρτίου 1984 (ΕΕ L 90, σ. 1), που προέβη σε μείωση των θετικών ΝΕΠ με ευθυγράμμιση των αντιπροσωπευτικών τιμών, επέτρεψε με το άρθρο 3 στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να χορηγήσει στους αγρότες της ειδική ενίσχυση συνισταμένη σε απαλλαγή από τον ΦΠΑ μέχρι 3 o/ο επί της τιμής χωρίς ΦΠΑ που καταβάλλει ο αγοραστής ενός γεωργικού προϊόντος.
Επ' ευκαιρία της εκδόσεως του κανονισμού αυτού, η Επιτροπή και το Συμβούλιο έκαναν μια δήλωση, με την οποία η Επιτροπή ανέλαβε την υποχρέωση να προτείνει το ταχύτερο δυνατό ένα σχέδιο οδηγίας που θα προέβλεπε τη δυνατότητα παρεκκλίσεως από την έκτη οδηγία περί ΦΠΑ, κατά τρόπο που θα παρείχε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τη δυνατότητα να χορηγήσει ενισχύσεις στους αγρότες της χρησιμοποιώντας ως μέσο τον ΦΠΑ, το δε Συμβούλιο ανέλαβε την υποχρέωση να εκδώσει τον κανονισμό αυτό πριν από την 1η Νοεμβρίου 1984.
Κατά το Μάιο 1984, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας απηύθυνε στην Επιτροπή αίτηση ζητώντας να επιτύχει:
—
την εφαρμογή των αντισταθμιστικών ενισχύσεων στους γερμανούς αγρότες πριν από την 1η Ιουλίου 1984·
—
την τροποποίηση του άρθρου 3 του κανονισμού 855/84 με αύξηση από 3 σε 5 ο/ο του μέγιστου ποσού της ενίσχυσης που υπολογίζεται σε συνάρτηση με την τιμή χωρίς ΦΠΑ η οποία καταβάλλεται από τον αγοραστή ενός γεωργικού προϊόντος'
—
τη θέσπιση παρέκκλισης από την έκτη οδηγία περί ΦΠΑ, αναγκαίας για τη θέση σε ισχύ του άρθρου 3 του κανονισμού 855/84, σύμφωνα με τέτοιες λεπτομέρειες εφαρμογής ώστε η παρέκκλιση να ισχύει από 1ης Ιουλίου 1984.
Η Επιτροπή απάντησε εκφράζοντας την κατανόηση της ως προς την εφαρμογή των ενισχύσεων από 1ης Ιουλίου 1984, υπογραμμίζοντας όμως ότι, αντίθετα, δεν έβλεπε κανένα λόγο αυξήσεως του συντελεστή επιστροφής του ΦΠΑ από 3 σε 5 ο/ο. Κατά τη γνώμη της, τέτοια τροποποίηση θα έθιγε ένα ουσιώδες στοιχείο του συμβιβασμού, τον οποίο πέτυχε το Συμβούλιο στις 31 Μαρτίου 1984 μετά από κοπιώδεις διαπραγματεύσεις και που κατέληξε στην έκδοση του κανονισμού 855/84.
Κατά τη σύνοδο του Fontainebleau στις 25 και 26 Ιουνίου 1984, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ζήτησε από την Επιτροπή να προτείνει και από το Συμβούλιο των Υπουργών να θεσπίσει μέτρα που θα επιτρέψουν την αύξηση από 3 σε 5 0/0 της ελαφρύνσεως της γερμανικής γεωργίας από τον ΦΠΑ από 1ης Ιουλίου 1984 και μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1988 σε αντιστάθμισμα της καταργήσεως των ΝΕΠ.
Η Επιτροπή δεν έδωσε συνέχεια σ' αυτή την αίτηση, θεωρώντας ότι η άδεια για το μέτρο συμπληρωματικής ενίσχυσης χορηγούμενης από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έπρεπε να δοθεί μόνο από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Στις 27 Ιουνίου 1984, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζήτησε από το Συμβούλιο των Υπουργών να θεσπίσει ένα μέτρο κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο.
Στις 29 Ιουνίου 1984, το Bundestag θέσπισε έναν « πρώτο νόμο που τροποποίησε το νόμο περί ΦΠΑ » και επέτρεψε, μεταξύ άλλων, στους κατ' αποκοπή γερμανούς αγρότες να εκπέσουν από το ποσό του ΦΠΑ, που έπρεπε να καταβάλουν για τα γεωργικά προϊόντα, ποσοστό 5 ο/ο για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1984 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1988.
Στις 30 Ιουνίου 1984, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 84/361/ΕΟΚ (ΕΕ L 185 της 12.7.1984, σ. 41 ), κατά την οποία « για το διάστημα από 1ης Ιουλίου 1984 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1988, θεωρείται συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά η ενίσχυση που παρέχει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με τη μορφή μείωσης του ΦΠΑ μέχρι ποσοστού 5 ο/ο της τιμής ( χωρίς ΦΠΑ ) που πληρώνει ο αγοραστής του γεωργικού προϊόντος». Οι αντιπροσωπείες ορισμένων κρατών μελών επισύναψαν δηλώσεις στη συμφωνία τους.
Στις 16 Ιουλίου 1984, η Επιτροπή πρότεινε στο Συμβούλιο παρεκκλίσεις από την έκτη οδηγία περί ΦΠΑ που ήταν αναγκαίες για να αρχίσει να ισχύει από 1ης Ιουλίου 1984 το καθεστώς της ενίσχυσης που χρησιμοποιεί ως μέσο τον ΦΠΑ.
Στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 19 Απριλίου 1985 εξέδωσε, με βάση την έκθεση της επιτροπής οικονομικών και νομισματικών υποθέσεων και βιομηχανικής πολιτικής, ψήφισμα, με το οποίο κάλεσε την Επιτροπή να αποσύρει την πρόταση της για 20ή οδηγία περί ΦΠΑ, επιφυλαχθέν ως προς το αποτέλεσμα της έρευνας της νομικής βάσης της απόφασης 84/361/ΕΟΚ του Συμβουλίου.
Η Επιτροπή δεν έλαβε ωστόσο υπόψη το ψήφισμα αυτό και διατήρησε την πρόταση της για την οδηγία, που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 16 Ιουλίου 1985 ( ΕΕ L 192 της 24.7.1985, σ. 18).
Με ψήφισμα της 12ης Σεπτεμβρίου 1985 που εκδόθηκε βάσει εκθέσεως της επιτροπής νομικών υποθέσεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως της οδηγίας αυτής.
Εν τω μεταξύ η εταιρία Groupement agricole ď exploitation en commun de la Ségaude (εφεξής: GAEC), γαλλική επιχείρηση εκτροφής ζώων και πουλερικών καθώς και παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων, εκτιμώντας ότι οι ενισχύσεις τις οποίες επέτρεψε το Συμβούλιο οδηγούσαν σε στρέβλωση του ανταγωνισμού προς όφελος των ανταγωνιστών της γερμανών αγροτών και ότι της προκαλούσαν άμεση και επικείμενη σημαντική ζημία, άσκησε αγωγή αποζημιώσεως κατά της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας εκπροσωπούμενης από το Συμβούλιο και την Επιτροπή.
Η αγωγή αυτή πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Οκτωβρίου 1984.
Με Διάταξη της 6ης Μαρτίου 1985, το Δικαστήριο επέτρεψε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να παρέμβει στην υπόθεση προς υποστήριξη των αιτημάτων των εναγομένων.
Με Διάταξη της 30ής Μαρτίου 1985, το Δικαστήριο επέτρεψε στην εδρεύουσα στο Παρίσι Fédération nationale des syndicats ď exploitants agricoles (εφεξής: FNSEA) να παρέμβει προς υποστήριξη των αιτημάτων της ενάγουσας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Κάλεσε ωστόσο τους διαδίκους να προσκομίσουν πριν από την προφορική συζήτηση στατιστικές και να απαντήσουν σε ορισμένες ερωτήσεις.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η GAEC, υποστηριζόμενη από την FNSEA, ζητεί από το Δικαστήριο:
α)
να κρίνει παραδεκτό το αίτημα της Groupement agricole ď exploitation en commun « La Ségaude » περί επιδικάσεως αποζημιώσεως 60000 (εξήντα χιλιάδων) γαλλικών φράγκων, εφόσον δεν ζητηθεί επιπλέον ποσό αποζημιώσεως·
β)
να αναγνωρίσει ότι η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα ευθύνεται, βάσει των άρθρων 178 και 215 της Συνθήκης, για τη ζημία της ενάγουσας επιχείρησης που απορρέει από την έκδοση της από 30 Ιουνίου 1984 αποφάσεως του Συμβουλίου·
γ)
να αναγνωρίσει ότι η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα υποχρεούται, κατά συνέπεια, να καταβάλει προσωρινώς στην ενάγουσα το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60000) γαλλικών φράγκων πλέον τόκων υπερημερίας·
δ)
να αναγνωρίσει την υποχρέωση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας να καταβάλει περαιτέρω αποζημιώσεις, όταν καταστεί δυνατός ο υπολογισμός τους·
ε)
να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα στα έξοδα της παρούσας δίκης και στα έξοδα που θα προκύψουν σε περίπτωση εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί περαιτέρω αποζημιώσεως.
Το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως της ενάγουσας κατ' ουσία και να την καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, παρεμβαίνουσα προς υποστήριξη των αιτημάτων των εναγομένων, ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει την αγωγή'
2)
να καταδικάσει την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα της παρέμβασης.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, διατυπώνοντας παρατηρήσεις επί ορισμένων νομικών θεμάτων που ήγειρε η ενάγουσα, δεν διατυπώνει αίτημα επί της ουσίας, αλλά ισχυρίζεται ότι, σε δίκη περί αναγνωρίσεως ευθύνης κατά την έννοια των άρθρων 178 και 215 της Συνθήκης, η Κοινότητα πρέπει να εκπροσωπείται από το όργανο από το οποίο προήλθε η γενεσιουργός της ευθύνης πράξη και ότι στην προκειμένη περίπτωση είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης η Κοινότητα να εκπροσωπείται από το Συμβούλιο, το οποίο εξέδωσε την επίδικη απόφαση.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Επί τον παραδεκτού ορισμένων από τις βάσεις της αγωγής
Το Συμβούλιο δεν αμφισβητεί το παραδεκτό της αγωγής καθαυτής, αλλά υποστηρίζει ότι:
1)
δύο από τους ισχυρισμούς που προβάλλει η ενάγουσα στην αγωγή της, ήτοι η κατάχρηση εξουσίας και η παράβαση ουσιώδους τύπου, δεν μπορούν να προβληθούν σε αγωγή αποζημιώσεως·
2)
οι ισχυρισμοί τους οποίους προβάλλει για πρώτη φορά η ενάγουσα με το υπόμνημα απαντήσεως δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί.
Όσον αφορά τους υπ' αριθ. 1 ισχυρισμούς, το Συμβούλιο παρατηρεί ότι, καθόσον γίνεται επίκληση της ελλείψεως προτάσεως της Επιτροπής και γνωμοδοτήσεως του Κοινοβουλίου προς απόδειξη του παρανόμου χαρακτήρα της απόφασης της 30ής Ιουνίου 1984, οι ισχυρισμοί αυτοί αρμόζουν, ακόμη και ως προς τη διατύπωση, σε προσφυγή ελέγχου της νομιμότητας βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης. Δεν έχουν θέση στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως, γιατί, ακόμα και ως βάσιμοι υποτιθέμενοι, τα επικαλούμενα ελαττώματα ως προς τον τύπο σε καμιά περίπτωση δεν συνιστούν το πραγματικό γεγονός που προκάλεσε ζημία που πρέπει να αποκατασταθεί βάσει του άρθρου 215.
Πραγματικά, η μόνη πράξη που θα μπορούσε να προκαλέσει την επικαλούμενη ζημία είναι η άδεια για την καταβολή της επίμαχης ενίσχυσης κατ' ουσία και δεν έχει σχετικώς σημασία αν η διαδικασία που οδήγησε στην άδεια αυτή πάσχει ή όχι τυπικά ελαττώματα. Αν το Δικαστήριο έπρεπε να κρίνει ότι η επίμαχη άδεια δεν στρεβλώνει κατά τρόπο παράνομο τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, θα ήταν αδιανόητο να γίνει δεκτό ότι υφίσταται εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας μόνο για ελάττωμα ως προς τον τύπο. Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται ακόμη περισσότερο από το ότι η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων θα μπορούσε να αποσυνδεθεί από την ουσία του επίμαχου μέτρου και κατά τρόπο διαφορετικό. Αν υποτεθεί ότι πράγματι η άδεια χορηγήθηκε βάσει των υποστηριζόμενων από την ενάγουσα κανόνων διαδικασίας, τότε αυτή θα έπρεπε να παραιτηθεί από κάθε επιχείρημα ως προς τον τύπο και να αποδείξει ότι η άδεια αυτί] δεν συμβιβάζεται ως προς την ουσία με το κοινοτικό δίκαιο.
Από την ίδια τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1982, Kind, =106/81, Συλλογή σ. 2885) προκύπτει εξάλλου ότι αιτιάσεις ως προς τον τύπο δεν έχουν θέση στο πλαίσιο αγωγής βάσει του άρθρου 215. Το ίδιο πρέπει να ισχύσει για ελαττώματα ως προς τον τύπο υποκείμενα καταρχήν στον αποκλειστικό έλεγχο της νομιμότητας βάσει του άρθρου 173, όπως τα επικαλούμενα από την ενάγουσα, δηλαδή η κατάχρηση εξουσίας και η παράβαση ουσιωδών τύπων.
Η GAEC απαντά ότι, όταν πρόκειται για ουσιώδεις κανόνες τύπου, αποβλέπουν επίσης στην προστασία των ιδιωτών. Είναι πραγματικά ανάγκη να γίνει διάκριση μεταξύ μη ουσιωδών κανόνων τύπου που δεν έχουν καμία επίπτωση στην ουσία της ληφθείσας απόφασης και ουσιωδών κανόνων τύπου που συνιστούν εγγύηση για τον διοικούμενο. Στην παρούσα υπόθεση, οι κανόνες τύπου που δεν τηρήθηκαν ανήκουν ακριβώς σ' αυτή τη δεύτερη κατηγορία. Η υποχρέωση διαβουλεύσεως με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η οποία δεν τηρήθηκε λόγω της παραβιάσεως των ουσιωδών τόπων και της καταχρήσεως διαδικασίας, θα « αντικατόπτριζε μια δημοκρατική αρχή », για την οποία δεν θα μπορούσε να αρνηθεί κανείς ότι συνιστά τη θεμελιώδη εγγύηση του πολίτη.
Η προσβαλλόμενη πράξη παραβιάζει επίσης έναν υπέρτερο κανόνα δικαίου ( δικαίωμα για δημοκρατική διαδικασία ελέγχου και πληροφόρησης ) προστατεύοντα τους πολίτες.
Είναι πλέον προφανές, όπως προκύπτει από τη θέση που έλαβε η Επιτροπή στην από 18 Ιουνίου 1984 επιστολή της προς τον ομοσπονδιακό καγκελάριο κ. Kohl, ότι, αν είχε τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία, δεν θα είχε εκδοθεί η επίδικη απόφαση, πράγμα που αποδεικνύει επαρκώς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ελαττώματος της διαδικασίας και της επικαλούμενης από την ενάγουσα ζημίας.
Όσον αφορά τους τρεις ισχυρισμούς που προτάθηκαν για πρώτη φορά με το υπόμνημα απαντήσεως, δηλαδή την εσφαλμένη εφαρμογή στη συγκεκριμένη υπόθεση του άρθρου 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας με τη χορήγηση άδειας για χρησιμοποίηση του ΦΠΑ ως μέσου για την παροχή ενισχύσεως και τη μείωση των ιδίων πόρων της Κοινότητας, το Συμβούλιο παρατηρεί ότι οι αιτιάσεις αυτές είναι νέες και δεν φαίνεται να έχουν κάποια σχέση με τις βάσεις της αγωγής, οπότε εμπίπτουν στη ρύθμιση του άρθρου 42, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, που απαγορεύει την προβολή νέων ισχυρισμών κατά το στάδιο της απαντήσεως.
Η Επιτροπή παρατηρεί επί του προκειμένου ότι η πράξη, που φέρεται ως παράνομον, είναι η απόφαση 84/361 της 30ής Ιουνίου 1984, που εκδόθηκε χωρίς πρόταση της Επιτροπής. Συνεπώς, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Νοεμβρίου 1973 (Werhahn κατά Συμβουλίου, 63 έως 69/72, Rec. σ. 1229 ), έπεται ότι υποχρέωση εκπροσωπήσεως της Κοινότητας στην παρούσα υπόθεση έχει το Συμβούλιο και ότι η αγωγή, καθό μέρος στρέφεται κατά της Επιτροπής, πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτη. Η Επιτροπή ωστόσο επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου προκειμένου να της επιτρέψει να γνωστοποιήσει τις παρατηρήσεις της σε ορισμένα νομικά θέματα που πρόβαλε η ενάγουσα.
Β — Επί της ουσίας
1. Επί της παραβιάσεως υπέρτερου κανόνα όικαίου που έχει ως αντικείμενο την προστασία των ιοιωτών
α) Ή παραβίαση των κανόνων όίαδικασίας της Συνθήκης
Προς στήριξη της αγωγής της η GAEC επικαλείται καταρχάς παραβίαση των κανόνων διαδικασίας της Συνθήκης. Ο ισχυρισμός αυτός αντλείται από το γεγονός ότι η διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, της οποίας έκανε χρήση εν προκειμένω το Συμβούλιο, ακολουθείται, σύμφωνα με το ίδιο το κείμενο, μόνο για αντιμετώπιση « εξαιρετικών περιστάσεων » και δεν μπορεί κατά τα λοιπά να παρεκκλίνει από άλλες διατάξεις της Συνθήκης, πλην των άρθρων 92 και 94 επί θεμάτων ενισχύσεων.
Πρώτον, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η κατάργηση των ΝΕΠ στη Γερμανία δεν συνιστά εξαιρετική περίσταση, εφόσον επιβλήθηκε από την ανάγκη επανεντάξεως του τομέα της γεωργίας στο κανονικό πλαίσιο της οικονομικής πραγματικότητας. Δεύτερον, το γεγονός ότι το άρθρο 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, δεν επιτρέπει παρέκκλιση από διατάξεις πλην εκείνων των άρθρων 92 και 94 της Συνθήκης συνεπάγεται ότι η διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο αυτό δεν μπορεί να ακολουθηθεί για τη θέσπιση μέτρων σχετικών με τομείς όπως η γεωργία ή η προσέγγιση των νομοθεσιών, όπου το Συμβούλιο δεν μπορεί να λάβει μέτρα παρά μετά καθορισμένη διαδικασία, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το Συμβούλιο επέλεξε μη αρμόζουσα διαδικασία για να αποφύγει να τηρήσει τις προβλεπόμενες διαδικασίες — που θα απαιτούσαν, μεταξύ άλλων, πρόταση της Επιτροπής και γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου — και ενήργησε έτσι κατά κατάχρηση διαδικασίας.
Η FNSEA συμμερίζεται απόλυτα την επιχειρηματολογία της GAEC, υπογραμμίζοντας επιπλέον:
1)
ότι, αντίθετα προς τη γνώμη του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η ενίσχυση που χορηγήθηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρέπει να θεωρηθεί στο σύνολο της ως κοινοτική και όχι εθνική ενίσχυση, δεδομένου ότι η απόφαση της 30ής Ιουνίου 1984 περιορίζεται σε αύξηση του ποσού της ενίσχυσης χωρίς να τροποποιεί τη φύση ή το μέσο·
2)
ότι η αρχή της ιεραρχίας των κανόνων έρχεται σε απόλυτη αντίθεση, όπως παρατήρησε επίσης το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τη χορήγηση ενισχύσεως κατά τη διαδικασία που ακολούθησε το Συμβούλιο και ότι δεν ζητήθηκε η γνώμη του Κοινοβουλίου ούτε κατά την έκδοση του κανονισμού 855/84·
3)
ότι η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ήταν πλήρως ενημερωμένη, όπως προέκυψε, μεταξύ άλλων, από τα πρακτικά των συζητήσεων στο Bundestag, για την εξωτερική και εσωτερική παρανομία των αποφάσεων του Συμβουλίου.
Το Συμβούλιο θεωρεί ότι η επιχειρηματολογία της ενάγουσας είναι αβάσιμη. Ως προς τον τύπο, τονίζει πρώτον ότι το κοινοτικό δίκαιο αγνοεί τον κανόνα του απόλυτου παραλληλισμού των τύπων που υπάρχει σε ορισμένες εθνικές έννομες τάξεις και ότι είναι επίσης δυνατό να θεσπιστεί παρέκκλιση από πράξη που εκδόθηκε βάσει ορισμένου άρθρου της Συνθήκης με μεταγενέστερη πράξη βάσει άλλου άρθρου, υπό τον όρο ότι τηρήθηκε η αρχή της ιεραρχίας των κανόνων.
Δεύτερον, πρόκειται για καταστάσεις που, αν και είναι αρκετά συναφείς, διακρίνονται μεταξύ τους και εμπίπτουν σε διαφορετικές διατάξεις της Συνθήκης, οι οποίες, αντίθετα προς τη γνώμη της ενάγουσας, δεν αποκλείουν στην πραγματικότητα η μία την άλλη.
Όσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την έκδοση του κανονισμού 855/84, πρέπει να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ της ειδικής ενίσχυσης, που επέτρεψε ο κανονισμός και επιτρέπεται βάσει των άρθρων 42 και 43 και στην οποία η Κοινότητα συμμετέχει οικονομικά, και της συμπληρωματικής ενίσχυσης που επιτράπηκε με την απόφαση της 30ής Ιουνίου 1984, που στηρίζεται στο άρθρο 93, παράγραφος 2, και δεν σχετίζεται με τις γεωργικές διατάξεις της Συνθήκης, αλλά με τις διατάξεις περί ανταγωνισμού. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι διατάξεις περί ενισχύσεων πρέπει να εφαρμόζονται στην κοινή οργάνωση της αγοράς στο μέτρο που το Συμβούλιο τις έθεσε σε εφαρμογή και ότι δεν πρέπει να εφαρμόζονται άλλα άρθρα της Συνθήκης, όσο θεμελιώδη κι αν είναι, κατά τρόπο που να στερούν κάθε αποτελέσματος τις προαναφερθείσες διατάξεις.
Εκτός αυτού πρέπει να γίνει μνεία ότι το Δικαστήριο αναγνώρισε επίσης τη νομιμότητα των εθνικών οικονομικών μέτρων για την εξουδετέρωση της ανεπιθύμητης αύξησης του γεωργικού εισοδήματος που μπορούσε να προκληθεί από τις πράσινες τιμές. Κατά τη γνώμη του Συμβουλίου, το ίδιο συμπέρασμα πρέπει να ισχύσει κατά μείζονα λόγο στην αντίστροφη περίπτωση που η εθνική ενίσχυση αποβλέπει στην αντιστάθμιση κάθε ανεπιθύμητης απώλειας εισοδήματος που θα προέκυπτε διαφορετικά από ανατίμηση του πράσινου γερμανικού μάρκου.
Υπό το φως αυτών των παρατηρήσεων, το Συμβούλιο καταλήγει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα περί παραβάσεως ουσιωδών τύπων.
Η Επιτροπή παρατηρεί, προκαταρκτικά, ότι οι διατάξεις περί ενισχύσεων δεν εφαρμόζονται αυτοδικαίως στο γεωργικό τομέα και ότι, αν το Συμβούλιο δεν είχε κάνει χρήση της ευχέρειας που του παρέχει το άρθρο 42, με παραπομπή στο άρθρο 43, να εφαρμόσει τις διατάξεις αυτές, οποιαδήποτε ενίσχυση θα μπορούσε να επιτραπεί από ένα κράτος μέλος στον τομέα αυτό.
Το άρθρο 42 δεν περιέχει αποκλειστική απαρίθμηση των ενισχύσεων που μπορούν να χορηγηθούν με εφαρμογή του άρθρου 43, αλλά περιορίζεται σε μερικά παραδείγματα. Το Συμβούλιο μπορούσε να ρυθμίσει τη χορήγηση των ενισχύσεων σε όλες τις οργανώσεις της αγοράς, είτε εφαρμόζοντς απλώς τα άρθρα 92 και 94 της Συνθήκης, είτε θεσπίζοντας τις λεπτομέρειες χορηγήσεως της ενίσχυσης. Στην προκειμένη περίπτωση, υιοθετήθηκε η πρώτη εκδοχή, δηλαδή η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η σχετική διαδικασία, αντίθετα προς ό,τι ισχυρίζεται η ενάγουσα, δεν απαιτεί πρόταση της Επιτροπής και ότι, ακόμα κι αν δεν επιτρέπονται μέσω αυτής της διαδικασίας παρεκκλίσεις από τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, το Συμβούλιο μπορούσε κάλλιστα να παρεκκλίνει από τις διατάξεις του παραγώγου δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της ειδικής απαγόρευσης ενισχύσεων της κανονιστικής ρύθμισης περί γεωργίας.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονοιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αναρωτιέται, καταρχάς, αν τα άρθρα 42, 43, 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, 91 και 100, την παράβαση των οποίων επικαλείται η ενάγουσα, συνιστούν όχι μόνο υπέρτερους κανόνες δικαίου, αλλά εξίσου και κανόνες που προστατεύουν τους ιδιώτες.
Κατά τη γνώμη της, πρόκειται για κανόνες τύπου, που δεν συνεπάγονται ευθύνη της Κοινότητας, ούτε αφορούν περιορισμένο και σαφώς καθορισμένο αριθμό επιχειρηματιών.
Εκτός αυτού, η επίδικη ενίσχυση συνιστά εθνική συμπληρωματική ενίσχυση που επιτράπηκε αποκλειστικά με βάση το άρθρο 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, και επομένως δεν απαιτούνταν πρόταση της Επιτροπής ή διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Επομένως, το μόνο που έχει σημασία είναι να διευκρινιστεί αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της προαναφερθείσας διάταξης, ιδίως το κριτήριο των « εξαιρετικών περιστάσεων ». Αλλά, και σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό, δεν βρισκόμαστε μπροστά σε υπέρτερο κανόνα για την προστασία των ιδιωτών.
Αντίθετα προς τη γνώμη της ενάγουσας, κατά την οποία οι κανόνες τύπου έχουν τουλάχιστον ως προορισμό να εξασφαλίζουν τη δικαστική προστασία, όταν έχουν επίπτωση επί της ουσίας και των συνεπειών μιας αποφάσεως, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θεωρεί ότι δεν συνεπάγεται ευθύνη της Κοινότητας η παράβαση κανόνων τύπου που έχουν έμμεση έστω επίδραση στη διαμόρφωση της νομικής καταστάσεως κατ' ουσίαν, αλλ' αποκλειστικά το παράνομο της αποφάσεως επί της ουσίας από το οικείο όργανο. Ως προς την ουσία, η απόφαση του Συμβουλίου της 30ής Ιουνίου 1984 δεν συνιστά παραβίαση της Συνθήκης, αν ληφθεί υπόψη η ευρεία διακριτική εξουσία που αναγνωρίζεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου στο Συμβούλιο κατά την υλοποίηση της γεωργικής πολιτικής και ιδιαίτερα στον τομέα της καταργήσεως των ΝΕΠ. Επιπλέον, η έκδοση της αποφάσεως αυτής δικαιολογείται από « εξαιρετικές περιστάσεις », που συνίστανται στις ιδιάζουσες δυσκολίες και τις εξαιρετικές θυσίες που προκάλεσε η κατάργηση των ΝΕΠ και που θα προκαλούσε ακόμα και στο μέλλον στη γερμανική γεωργία.
β ) Η αντικανονική εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 93 της ΣννΒήκης
Ένας άλλος ισχυρισμός σχετικά με τη διαδικασία του άρθρου 93 της Συνθήκης προβλήθηκε από την GAEC με το υπόμνημα απαντήσεως. Πράγματι, η ενάγουσα θεωρεί ότι το Συμβούλιο δεν είχε δικαίωμα, σε καμιά περίπτωση, να λάβει απόφαση πριν πειστεί η Επιτροπή, η οποία πληροφορήθηκε το σχέδιο της κατά το άρθρο 93, παράγραφος 3, ενισχύσεως μετά προκαταρκτική εξέταση, ότι το σχέδιο αυτό συμβιβαζόταν με την κοινή αγορά ή, στην αντίθετη περίπτωση, πριν κινηθεί η διαδικασία της παραγράφου 2 την οποία υποχρεούνταν να κινήσει η Επιτροπή.
Το ΣνμβούΑιο θεωρεί, όπως προελέχθη, ότι πρέπει να θεωρηθούν απαράδεκτοι όλοι οι ισχυρισμοί τους οποίους πρόβαλε η ενάγουσα με την απάντηση της.
Ως προς την ουσία, αμφισβητεί τον ισχυρισμό ότι δεν μπορούσε να επέμβει βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, πριν η Επιτροπή κινήσει τη διαδικασία της προηγουμένης παραγράφου και παράσχει στους ενδιαφερόμενους την ευκαιρία να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους. Κατά τη γνώμη του, από το κείμενο της προαναφερθείσας διατάξεως προκύπτει σαφώς ότι η προσφυγή κυβερνήσεως κράτους μέλους στο Συμβούλιο αναστέλλει κάθε δίωξη, την οποία κίνησε ήδη η Επιτροπή, κατά μείζονα δε λόγο την εμποδίζει στη συνέχεια να κινήσει μια διαδικασία, αν δεν το έχει ήδη κάνει. Τα συμφέροντα των τρίτων δεν θίγονται από το γεγονός ότι, αν το Συμβούλιο δεν αποφασίσει μέσα σε τρεις μήνες, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποφασίσει στα πλαίσια της συνήθους διαδικασίας.
Η Επιτροπή συμμερίζεται απόλυτα την άποψη του Συμβουλίου.
γ) Η παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων με τη χορήγηση υπεραντι-στάΟμιοης στους γερμανούς αγρότες για την κατάργηση των ΝΕΠ
Με έναν τρίτο ισχυρισμό, η GAEC υπογραμμίζει την παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων, καθότι η ευμενέστερη μεταχείριση από πλευράς ΦΠΑ των γερμανών γεωργών θα τους παράσχει σημαντικό πλεονέκτημα που θα υπερβαίνει κατά πολύ την απλή αντιστάθμιση της κατάργησης των ΝΕΠ, κυρίως επειδή επωφελήθηκαν ήδη από τη μείωση του ΦΠΑ έξι μήνες πριν την κατάργηση των ΝΕΠ, και η επίμαχη απόφαση δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ γεωργικών προϊόντων υποκειμένων και μη υποκειμένων στα ΝΕΠ.
Αρνείται τον ισχυρισμό ότι δεν προκαλείται διάκριση, επειδή η αρχική κατάσταση των γερμανών και των γάλλων αγροτών ήταν διαφορετική. Στην πραγματικότητα η κατάσταση που δημιουργήθηκε με την εφαρμογή επί 16 χρόνια των ΝΕΠ είναι ανώμαλη σε σχέση με το καθεστώς του ελεύθερου ανταγωνισμού και προκαλεί διακρίσεις σε βάρος των παραγωγών που είναι εγκατεστημένοι σε χώρες με ασθενές νόμισμα, οπότε, διατηρώντας αυτή την κατάσταση, έστω και χρησιμοποιώντας ως μέσο κάτι άλλο εκτός από τα ΝΕΠ, απλώς παρατείνεται η διάκριση. Καίτοι αυτό είναι επιτρεπτό για μια'μεταβατική περίοδο, προκειμένου να αποφευχθεί απότομη πτώση των εισοδημάτων των γερμανών αγροτών, εντούτοις δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι η μείωση εισοδημάτων πρέπει να υπεραντισταθμιστεί, κι αυτό κατά τη διάρκεια μιας αρκετά μακράς περιόδου (4 1/2 χρόνια, όπως προκύπτει από την απόφαση της 30ής Ιουνίου 1984).
Αντίθετα προς τη διαβεβαίωση του Συμβουλίου ότι το ποσοστό του 5 % πρέπει να αποτελεί το ανώτατο όριο που θα ισχύει σε περίπτωση ανάγκης, η GAEC θεωρεί ότι η απόφαση της 30ής Ιουνίου 1984 δεν απαγορεύει πουθενά ρητώς στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να υπεραντισταθμίζει τη μείωση των εισοδημάτων που υφίστανται οι αγρότες της· υπογραμμίζει δε εξάλλου ότι ο γερμανικός νόμος της 29ης Ιουνίου 1984 δεν περιέχει καμία επιφύλαξη, αλλά περιορίζεται απλώς στο να ορίσει γενική μείωση του ΦΠΑ ύψους 5 % μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1988 και 3 ο/ο για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1989 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1991.
Όσον αφορά το σημείο αφετηρίας της χορηγούμενης ενισχύσεως, η GAEC θεωρεί ότι το εύρος του θεσπισθέντος μέτρου οπωσδήποτε υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια ενός μεταβατικού μέτρου που θα μπορούσε να θεσπιστεί προκειμένου να αντιμετωπιστεί συμπίεση των τιμών, αν πραγματικά θεωρηθεί ότι παρουσιάστηκε τέτοια κατάσταση.
Τέλος, όσον αφορά το γεγονός ότι η ενίσχυση επιτράπηκε για όλα τα προϊόντα, χωρίς διάκριση, ανεξάρτητα αν υπέκειντο στα ΝΕΠ, η GAEC υποστηρίζει ότι θίγεται από αυτό το είδος ενισχύσεως, ακόμη κι αν παρασκευάζει μόνο προϊόντα υποκείμενα στα ΝΕΠ, επειδή ακριβώς το σύνολο της ενισχύσεως οδηγεί σε στρέβλωση του ανταγωνισμού όλων των προϊόντων, περιλαμβανομένων και εκείνων τα οποία παράγονται από την εκμετάλλευση της.
Ούτε η Επιτροπή ούτε το Συμβούλιο προσπάθησε να αποδείξει ότι ενίσχυση 5% αντιστοιχεί στη ζημιά που υπέστησαν πραγματικά οι έχοντες γεωργικές εκμεταλλεύσεις Γερμανοί. Σύμφωνα με υπολογισμό της επιτροπής οικονομικών και νομισματικών υποθέσεων και βιομηχανικής πολιτικής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου βάσει στοιχείων που έδωσε η Επιτροπή, η ενίσχυση του 5 o/ο αντιπροσωπεύει ποσό περίπου 3 δισεκατομμυρίων γερμανικών μάρκων, ενώ η αξία των ΝΕΠ για την ίδια περίοδο αποτιμάται σε 2250 δισεκατομμύρια περίπου.
Η FNSEA προβάλλει ότι οι τιμές των γεωργικών προϊόντων σε ECU είναι οι ίδιες για όλους τους υπηκόους των χωρών της Κοινότητας και ότι, καίτοι η κατάργηση των ΝΕΠ έχει ως αποτέλεσμα πτώση των εισοδημάτων των γερμανών αγροτών, συνιστά ωστόσο επιστροφή στην ομαλότητα και δεν μπορεί να θεωρηθεί μέσο τιμωρίας μιας κατηγορίας αγροτών σε σχέση με άλλη κατηγορία. Επί 15 χρόνια οι αγρότες των χωρών με ασθενές νόμισμα υπήρξαν αντικείμενο διακρίσεων λόγω του συστήματος των ΝΕΠ και προέβησαν σε θυσίες προς το συμφέρον της κοινής γεωργικής πολιτικής ώστε να καταστεί δυνατή η διατήρηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των γεωργικών προϊόντων.
Οι γερμανοί αγρότες δεν μπορούν σήμερα να επικαλεστούν δικαιώματα που απέκτησαν συνεπεία των πλεονεκτημάτων που αποκόμισαν από αυτή την ανώμαλη κατάσταση, έστω κι αν είναι σωστό να ενισχυθούν με ενδεδειγμένα μέσα για να υπερπηδήσουν, κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν κατά την επιστροφή σε μια ομαλή κατάσταση.
Το ΣνμβούΑιο υποστηρίζει, καταρχάς, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για διακρίσεις, εφόσον η κατάργηση των ΝΕΠ, που αποφασίστηκε το Μάρτιο του 1984, σήμαινε αύξηση του εισοδήματος των γάλλων αγροτών, αλλά μείωση του εισοδήματος των γερμανών αγροτών και η ενίσχυση απέβλεπε μόνο στην αποκατάσταση της ισότητας μεταξύ προϋπαρχουσών καταστάσεων.
Αλλά, ακόμη κι αν αοτό δεν ληφθεί υπόψη, το Συμβούλιο θεωρεί ότι δεν υφίσταται στρέβλωση του ανταγωνισμού προς όφελος των γερμανών αγροτών. Πράγματι, αν οι τιμές παρεμβάσεως και κατ' ακολουθία οι τιμές αγοράς των γερμανικών γεωργικών προϊόντων πέσουν κατά 5,2 ο/ο κατόπιν της ανατιμήσεως της αντιπροσωπευτικής τιμής του γερμανικού μάρκου, τα ΝΕΠ που καταβάλλονται κατά την εξαγωγή πέφτουν συγχρόνως κατά 5 o/ο, οπότε οι τιμές κατά την εξαγωγή δεν μπορούν να μειωθούν κατά 5 ο/ο, παρά μόνο αν ο εξαγωγέας είναι διατεθειμένος να ανεχθεί μείωση του δικού του περιθωρίου εμπορικού κέρδους αντίστοιχη με τη μείωση των ΝΕΠ, πράγμα που δεν φαίνεται πολύ πιθανό.
Ακόμη κι αν υφίστατο στρέβλωση του ανταγωνισμού, η οποία θα έπρεπε να αποδειχτεί από την ενάγουσα, δεν θα μπορούσε να υπερβεί τη διαφορά μεταξύ του ανωτάτου ορίου ενισχύσεως (5ο/ο) και του ποσοστού που η ίδια η ενάγουσα θεωρεί επιτρεπτό ( 3,75 % ) και θα ήταν ακόμη μικρότερη στον τομέα του βοείου κρέατος, όπου οι τιμές σε ECU έπεσαν κατά 1 o/ο από 1ης Απριλίου 1984.
Η πρόωρη εφαρμογή της ενισχύσεως μπορεί να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι η μείωση κατά 3 o/ο των ΝΕΠ κατά την εξαγωγή για τα γερμανικά γεωργικά προϊόντα επήλθε ήδη από 1ης Απριλίου 1984. Εκτός αυτού, πτώση των τιμών στην εσωτερική αγορά είχε ήδη γίνει αισθητή πριν από την 1η Ιανουαρίου 1985, επειδή το εμπόριο, γνωστού όντος ότι οι τιμές θα έπεφταν κατά 5,2 ο/ο από 1ης Ιανουαρίου 1985, δεν ήταν προφανώς διατεθειμένο να καταβάλει κατά τους μήνες που προηγήθηκαν αυτής της πτώσεως τιμή αγοράς βασισμένη εξ ολοκλήρου στην παλαιά ισοτιμία του γερμανικού μάρκου.
Το ότι δεν έγινε διάκριση μεταξύ προϊόντων υποκειμένων και μη υποκειμένων στα ΝΕΠ δεν είχε τελικά συνέπειες για την GAEC, επειδή όλα τα προϊόντα για τα οποία ενδιαφέρεται η ενάγουσα ( ζώα, πουλερικά, γαλακτοκομικά ) υπόκεινται σε ΝΕΠ.
Το Συμβούλιο αντικρούει, τέλος, τους ισχυρισμούς που προβάλλει η ενάγουσα σχετικά με το μέγεθος της υπεραντιστάθμισης.
Παρατηρεί ότι ανατίμηση του πράσινου γερμανικού μάρκου κατά 5,2 ο/ο έχει ως συνέπεια πτώση της τιμής αγοράς τουλάχιστον κατά 4 ο/ο όλων των γεωργικών προϊόντων, ανεξάρτητα αν υπόκεινται ή όχι σε ΝΕΠ, δεδομένου ότι η πτώση της τιμής ενός προϊόντος που υπόκειται σε ΝΕΠ συνεπάγεται υποχρεωτικά πτώση της τιμής των ανταγωνιστικών προϊόντων, ακόμη κι αν δεν υπόκεινται σε ΝΕΠ.
Αν ληφθεί υπόψη ότι η αξία της γερμανικής γεωργικής παραγωγής εκτιμήθηκε για τις περιόδους 1980-1981 έως 1982-1983 κατά μέσο όρο σε 60 δισεκατομμύρια μάρκα, αυτό σημαίνει πιθανή μείωση του εισοδήματος κατά 2400 εκατομμύρια. Ενίσχυση ύψους 3 ο/ο επί της αξίας της παραγωγής θα σήμαινε μόνο 1800 εκατομμύρια. Είναι συνεπώς προφανές ότι ο κανονισμός 855/84 δεν αντισταθμίζει τη μείωση του εισοδήματος που προκύπτει από την ανατίμηση του γερμανικού μάρκου.
Μετά την έκδοση του κανονισμού αυτού, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προέβη σε αναπροσαρμογή της εκτιμήσεως της αξίας στην οποία προέβησαν οι δικαιούχοι της ενίσχυσης, με βάση τα στοιχεία της περιόδου 1983-1984 και την αξία πωλήσεως που είναι κατώτερη από τη συνολική αξία της παραγωγής.
Με αυτές τις αναθεωρημένες βάσεις, η μείωση του εισοδήματος υπολογίστηκε στα 2800 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα περίπου, έναντι αντισταθμίσεως 2200 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων περίπου.
Όποια κι αν ήταν η πραγματικότητα, είναι βέβαιο ότι η ενίσχυση του 3 o/ο δεν αντιστάθμιζε στο ακέραιο τη μείωση του εισοδήματος και ότι το Συμβούλιο δεν ενήργησε σε καμιά περίπτωση αυθαίρετα με το να επιτρέψει αύξηση της ενίσχυσης.
δ) Κατάχρηση εξονσίας συνισταμένη στην παράβαση της έκτης οδηγίας περί ΦΠΑ
Με έναν τέταρτο ισχυρισμό, η GΑΕC προβάλλει ότι το Συμβούλιο, χρησιμοποιώντας τον ΦΠΑ ως μέσο καταβολής της επίδικης ενίσχυσης, παρέκκλινε από τους σκοπούς της έκτης οδηγίας περί ΦΠΑ, που συνίστανται στην εξασφάλιση της ανταγωνιστικής ουδετερότητας μεταξύ των κρατών μελών, προκειμένου να επιτευχθεί η προσέγγιση των εσωτερικών συστημάτων περί ΦΠΑ. Η αξίωση για ουδετερότητα του ΦΠΑ προκύπτει σαφώς από το άρθρο 25, παράγραφος 3, της έκτης οδηγίας, η οποία, εξουσιοδοτώντας τα κράτη μέλη να εισαγάγουν σύστημα κατ' αποκοπήν επιστροφής του ΦΠΑ, ορίζει ρητά ότι η επιστροφή αυτή « δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επιστροφή, στο σύνολο των κατ' αποκοπήν γεωργών, ποσών που υπερβαίνουν τις επιβαρύνσεις με τον προηγουμένως καταβληθέντα ΦΠΑ ».
Η Επιτροπή ήταν ασφαλώς διατεθειμένη να συμπληρώσει την οδηγία προς όφελος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αλλά η νομιμοποίηση της υπεραντιστάθμισης θα επέφερε μοιραίο πλήγμα στην προσπάθεια εναρμονίσεως των εσωτερικών νομοθεσιών, πράγμα που αποτελεί και το λόγο υπάρξεως της οδηγίας αυτής. Εκτός αυτού, τα μέτρα εφαρμογής της απόφασης της 30ής Ιουνίου 1984 ήταν ακόμη σοβαρότερα, διότι στη Γερμανία συμπεριελήφθη στην κατηγορία των κατ' αποκοπήν αμειβομένων γεωργών το σύνολο σχεδόν των παραγωγών, ενώ στη Γαλλία ο αριθμός τους δεν υπερέβαινε το 1/3 του συνόλου.
Το Συμβούλιο παρατηρεί καταρχάς ότι η άδεια για τη χρησιμοποίηση του ΦΠΑ ως τεχνικού μέσου καταβολής της ενίσχυσης δόθηκε αρχικά με τον κανονισμό 855/84 και μπορεί να αναρωτηθεί κανείς, αν η ενάγουσα, η οποία δεν προσέβαλε τον κανονισμό αυτό, εξακολουθεί να νομιμοποιείται να επικαλείται αυτή την αιτίαση σε σχέση με την απόφαση της 30ής Ιουνίου 1984, η οποία απλώς επικύρωσε την άδεια που είχε ήδη δοθεί με τον κανονισμό 855/84 για τη συμπληρωματική ενίσχυση.
Ανεξάρτητα από την παρατήρηση αυτή, το Συμβούλιο θεωρεί ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν συνιστά σε καμιά περίπτωση κατάχρηση εξουσίας. Το άρθρο 25, παράγραφος 3, της έκτης οδηγίας αποβλέπει πράγματι στην αποφυγή της στρέβλωσης του ανταγωνισμού στο γεωργικό τομέα, που θα μπορούσε να προκληθεί από συγκαλυμμένες επιδοτήσεις έχουσες αντικείμενο την έμμεση αύξηση των εισοδημάτων των αγροτών. Δεν συνέβη όμως καθόλου κάτι τέτοιο στην προκειμένη περίπτωση.
Αν εξάλλου ληφθεί υπόψη ότι η έκτη οδηγία περί ΦΠΑ, ο κανονισμός 855/84 και η απόφαση της 30ής Ιουνίου 1984 αποτελούν και οι τρεις πράξεις του παραγώγου δικαίου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι θα ήταν δυνατό οι δύο τελευταίες, ως μεταγενέστερες πράξεις παραγώγου δικαίου, να επιφέρουν συγκεκριμένες καθαρά τεχνικού χαρακτήρα παρεκκλίσεις από την οδηγία, που αποτελεί προγενέστερη πράξη παραγώγου δικαίου, χωρίς να τεθεί θέμα ουσιαστικής και γενικής τροποποίησης του συστήματος της οδηγίας αυτής που δεν θα μπορούσε να τροποποιηθεί παρά μόνο με άλλη οδηγία.
Κατά τη γνώμη του Συμβουλίου, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η γνώμη της ενάγουσας ότι οι άδειες που δόθηκαν με τον κανονισμό 855/84 και με την απόφαση της 30ής Ιουνίου 1984 έπρεπε να παραμείνουν σε εκκρεμότητα όσο διάστημα δεν επήρχετο νομότυπη τροποποίηση της 6ης οδηγίας περί ΦΠΑ. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα ήταν δυνατό να επιτραπεί ενίσχυση κατ' ουσία, χωρίς να προσδιοριστεί ορισμένος τεχνικός τρόπος καταβολής, με κίνδυνο να στερηθούν πρακτικής αποτελεσματικότητας τόσο τα άρθρα 42 και 43 όσο και το άρθρο 93 της Συνθήκης
Το Συμβούλιο προσθέτει ότι, όσον αφορά την παρέκκλιση που πρέπει να εισαχθεί με μια νέα οδηγία, υποβλήθηκε από την Επιτροπή για το σκοπό αυτό πρόταση οδηγίας ( 1 ). Δεν έχει σημασία το αν η οδηγία αυτή θα έχει δηλωτικό ή συστατικό χαρακτήρα, διότι ακόμα κι αν θεωρηθεί συστατική, τίποτα δεν εμποδίζει την αναδρομική της ισχύ.
Το Συμβούλιο θεωρεί επομένως ότι η επικαλούμενη κατάχρηση εξουσίας ουδόλως αποδείχτηκε και ότι σε καμιά περίπτωση τέτοια κατάχρηση εξουσίας δεν θα συνιστούσε επαρκώς σοβαρή παραβίαση ενός υπέρτερου κανόνα δικαίου για την προστασία των ιδιωτών.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η ίδια πρότεινε στο Συμβούλιο, με την πρόταση της για τον κανονισμό 855/84, να χρησιμοποιήσει, για τη χορήγηση της ενίσχυσης, τη φορολογική τεχνική που προσβάλλει η ενάγουσα. Η λογική συνέπεια της χρησιμοποίησης αυτής της τεχνικής ήταν η ανάγκη τροποποίησης των άρθρων 17, 22 και 25 της έκτης οδηγίας περί ΦΠΑ, από την οποία δημιουργούνταν παρέκκλιση.
Η κυβέρνηση νης Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίαςθεωρεί ότι το άρθρο 25 της έκτης οδηγίας περί ΦΠΑ δεν συνιστά ούτε υπέρτερο κανόνα δικαίου ούτε κανόνα προορισμένο για την προστασία των ιδιωτών. Στην πραγματικότητα, η απόφαση της 30ής Ιουνίου 1984 υπερτερεί έναντι του άρθρου 25, εφόσον επικυρώθηκε ομόφωνα από το Συμβούλιο, αποτελεί δε πιο πρόσφατο δίκαιο και ρυθμίζει μια ειδική περίσταση, περιορισμένη από οικονομικής και χρονικής απόψεως. Εκτός αυτού, η έκτη οδηγία δεν έχει το χαρακτήρα κανόνα που αποβλέπει στην προστασία των ιδιωτών, καθόσον ο ΦΠΑ χρησιμοποιήθηκε μόνο ως τεχνικό μέσο που επέτρεψε τη χορήγηση της ειδικής ενίσχυσης.
ε) Παραβίαση νης αρχής της αναλογικότητας λόγω νης χρησιμοποιήσεως νου ΦΠΑ ως μέσου ενισχύσεως
Με την απάντηση της η (?Λϋ'(7προβάλλδΐ έναν άλλο ισχυρισμό σχετικά με τη χρησιμοποίηση του ΦΠΑ, τον οποίο βασίζει στο γεγονός ότι η χρήση του ΦΠΑ ως μέσου ενισχύσεως είναι απρόσφορη και ότι, κατά συνέπεια, το ληφθέν μέτρο παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Ο ΦΠΑ δεν αποτελεί πρόσφορο μέτρο για την καταβολή της ενίσχυσης για τους εξής λογούς:
—
η χορηγηθείσα ενίσχυση μέσω μείωσης του ΦΠΑ γενικεύεται κατ' ανάγκη και εφαρμόζεται εφεξής εξίσου στα προϊόντα για τα οποία δεν ισχύουν ΝΕΠ ή στις τιμές πάνω στις οποίες η επίπτωση των ΝΕΠ είναι μηδαμινή'
—
η χορηγηθείσα μέσω του ΦΠΑ ενίσχυση είναι στην πραγματικότητα υψηλότερη απ' όσο φαίνεται, δεδομένου ότι τελικά εφαρμόζεται σε κάθε εμπορική πράξη μεταξύ αγροτών και όχι στην προστιθέμενη αξία'
—
ο δικαιούχος της ενισχύσεως επιχειρηματίας θα μπορούσε να διαπράξει απάτη πολλαπλασιάζοντας τις άσκοπες ή εικονικές εμπορικές πράξεις'
—
η ενίσχυση, όπως θεσπίστηκε, έχει οπωσδήποτε επίπτωση στους ιδίους πόρους της Κοινότητας'
—
η επίμαχη ενίσχυση είναι επωφελέστερη για τις μεγάλες εκμεταλλεύσεις παρά για τις μικρές, πράγμα που επιτείνει τη στρέβλωση του ανταγωνισμού.
Είναι συνεπώς προφανές ότι άλλα μέσα ενισχύσεως θα ήταν πιο ενδεδειγμένα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου και δεν θα συνιστούσαν προφανή παράβαση των διατάξεων της Συνθήκης.
Η FNSEA συμμερίζεται πλήρως την άποψη της ενάγουσας και υπογραμμίζει ότι η χρήση του ΦΠΑ ως μέσου ενισχύσεως, χωρίς να εξομαλύνει μια κατάσταση, μετατρέπει σε θεσμό τη στρέβλωση του ανταγωνισμού, καθόσον ιδίως η ενίσχυση αυτή δεν μειώνεται προοδευτικά ούτε είναι χρονικά περιορισμένη ως προς το 3 ο/ο που χορηγείται με τον κανονισμό 855/84.
Το ΙυμβονΑιο θεωρεί ότι ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος και επιπλέον, ακόμη κι αν θεωρηθεί βάσιμος, δεν υπάρχει σύνδεσμος μεταξύ των φερομένων ελαττωμάτων του συστήματος εφαρμογής της εθνικής αυτής ενίσχυσης και της επικαλούμενης ζημίας. Έχει σημασία το ότι η ενάγουσα αποφεύγει να εκθέσει, εξηγώντας και αιτιολογώντας δεόντως, εναλλακτικά συστήματα καταβολής της ενίσχυσης που θα ήταν πιο ενδεδειγμένα στην προκειμένη περίπτωση. Στην πραγματικότητα, για να αντισταθμιστεί η απώλεια εισοδήματος όλων των θιγομένων αγροτών, θα ήταν απαραίτητο να θεσπιστεί σύστημα άμεσης επιδότησης του εισοδήματος. Θεωρητικά, θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ένα σύστημα πιο επιλεκτικό από την κατ' αποκοπή και ολική αντιστάθμιση που επιχειρείται στην προκειμένη περίπτωση, παραδείγματος χάρη ένα σύστημα επιδοτήσεων διαφοροποιούμενων κατά προϊόν, αλλά ένα τέτοιο σύστημα θα ήταν εξαιρετικά πολύπλοκο, έστω κι αν ήταν θεωρητικά νοητό-συνεπώς δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί πρακτικά χωρίς να δημιουργήσει σχεδόν ανυπέρβλητα διοικητικής φύσεως εμπόδια.
Πρέπει, επίσης και κυρίως, να παρατηρηθεί ότι η φερόμενη δυσαναλογία του ΦΠΑ ως μέσου καταβολής της ενίσχυσης, έστω κι αν θεωρηθεί βάσιμη, δεν παρουσιάζει στην πραγματικότητα κανένα σύνδεσμο με την αγωγή αποζημιώσεως που άσκησε η ενάγουσα. Πράγματι, αν υπάρχει ατασθαλία σχετικά με την ενίσχυση στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ή αν ο τρόπος καταβολής της οδηγεί σε μείωση των ιδίων πόρων της Κοινότητας, δεν αντιλαμβάνεται κανείς πώς μπορούν οι καταστάσεις αυτές να επηρεάσουν καθ' οποιοδήποτε τρόπο τη ζημία που επικαλείται η ενάγουσα.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αρνείται ότι η απόφαση της 30ής Ιουνίου 1984 παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
Ό, τι κι αν συμβαίνει, δεν μπορεί να γίνεται πλέον λόγος για σοβαρή και χαρακτηριστική παραβίαση του δικαίου, ενόσω εκκρεμεί η διαδικασία τροποποίησης της έκτης οδηγίας.
Εναπόκειται πράγματι στις αρμοδιότητες των κοινοτικών οργάνων να επανορθώσουν, με τροποποιητική νομοθετική πράξη αναδρομικής ισχύος, το πλήγμα που προκλήθηκε σε οδηγία με απόφαση του Συμβουλίου.
στ) Παραβίαση του άρθρον 96 της Συνθήκης ΕΟΚ
Η GAEC υποστηρίζει ακόμη ότι η υπεραντι-στάθμιση που χορηγήθηκε στους γερμανούς αγρότες για όλα τα προϊόντα τους, επομένως και για όσα προορίζονται για εξαγωγή, αποτελεί παράβαση του άρθρου 96 της Συνθήκης ΕΟΚ κατά το οποίο, «για τα προϊόντα που εξάγονται προς την επικράτεια ενός των κρατών μελών η επιστροφή εσωτερικών φόρων δεν δύναται να είναι ανώτερη των εσωτερικών φόρων που τους έχουν επιβληθεί άμεσα ή έμμεσα ». Είναι άξιο απορίας πώς η Επιτροπή δεν αντιμετώπισε το πρόβλημα αυτό, ενώ, στην πρώτη της έκθεση της 14ης Σεπτεμβρίου 1983 προς το Συμβούλιο περί της λειτουργίας του κοινού συστήματος ΦΠΑ, δήλωσε ότι κίνησε διαδικασία παραβάσεως βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ κατά ενός κράτους μέλους, στο οποίο προσήπτε ακριβώς ότι χορήγησε συγκαλυμμένη επιδότηση στη γεωργία μέσω κατ' αποκοπή επιστροφής του ΦΠΑ για ορισμένα προϊόντα, σαφώς ανώτερη του ποσού του προκαταβληθέντος φόρου.
Στην προκειμένη περίπτωση, ακόμη κι αν η ενίσχυση δεν αποβλέπει σε επιδότηση της εξαγωγής, ο τρόπος καταβολής της συνιστά τελικά τέτοια επιδότηση.
Το ζυμβούΑιο απαντά ότι σκοπός του άρθρου 96 είναι να εμποδίσει τις συγκαλυμμένες επιδοτήσεις των εξαγωγών εμπορικής φύσεως, ενώ στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για ενίσχυση προοριζόμενη για κάλυψη μειώσεως εισοδήματος, χορηγούμενη στα εξαγόμενα προϊόντα. Δεν προβλέπεται επιστροφή φόρου στο επίπεδο του εμπορίου γερμανικών γεωργικών προϊόντων που προορίζονται για το ενδοκοινοτικό εμπόριο, εν πάση δε περιπτώσει η συνέπεια της ενίσχυσης αντισταθμίζεται σε επίπεδο του εμπορίου από την αντίστοιχη μείωση των ΝΕΠ που χορηγούνται κατά την εξαγωγή.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 96, που απαγορεύει τις επιστροφές εσωτερικών φόρων υπέρ των εξαγόμενων προϊόντων, δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον η χορήγηση της επίδικης ενίσχυσης δεν συνδέεται καθόλου με εξαγωγές γεωργικών προϊόντων.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας έχει τη γνώμη ότι η ενάγουσα αγνοεί το πεδίο και την έκταση εφαρμογής του άρθρου 96 και ότι η ενίσχυση δεν συνιστά ούτε εν όλω ούτε εν μέρει επιστροφή κατά την εξαγωγή από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προς τη Γαλλία, ούτε επιστροφή εσωτερικών φόρων.
ζ) Μείωοη των ιδίων πόρων της Κοινότητας
Με έναν τελευταίο ισχυρισμό, τον οποίο η GAEC προβάλλει με την απάντηση της, ισχυρίζεται ότι, ακόμα κι αν η προσβαλλόμενη απόφαση προβλέπει ότι η συμπληρωματική ενίσχυση του 2 ο/ο θα καταβληθεί από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν είναι βέβαιο ότι εξασφαλίζεται η φορολογική ουδετερότητα της πράξεως ούτε ότι διαφυλάσσονται τα έσοδα της Κοινότητας.
Στην πραγματικότητα η απόφαση του Συμβουλίου εγκρίνει εκ των υστέρων ένα γερμανικό νόμο που δεν κάνει καμία φορολογική διάκριση, ώστε να προκόψει σαφής διαφορά μεταξύ του ΦΠΑ, αφενός, και της ενίσχυσης, αφετέρου. Η ενίσχυση χορηγήθηκε με βάση τον κύκλο εργασιών των γεωργικών εκμεταλλεύσεων χωρίς την εγγύηση χωριστής ενδείξεως επί των δηλώσεων ΦΠΑ και των τιμολογίων, ούτως ώστε να υπάρχει κίνδυνος να θιγούν οι ίδιοι πόροι της Κοινότητας, όπως παρατήρησε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο σχέδιο ψηφίσματος της 4ης Δεκεμβρίου 1984.
Το Συμβούλιο παρατηρεί ότι ο ισχυρισμός δεν έχει καμία σχέση με την αγωγή αποζημιώσεως που άσκησε η GAEC και είναι αδύνατο να αντιληφθεί κανείς πώς ένα ελάχιστο ενδεχόμενο έσοδο της Κοινότητας μπορεί να συνεπάγεται στην προκειμένη περίπτωση αυθαίρετη δυσμενή μεταχείριση της ενάγουσας και πώς αυτό το ελάχιστο έσοδο μπορεί να της προκαλέσει την επικαλούμενη ζημία.
2. Επί του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της απόφασης τον Συμβουλίου και της επικαλούμενης ζημίας
Η GAEC υποστηρίζει ότι το αδικαιολόγητο πλεονέκτημα που παρασχέθηκε στους γερμανούς αγρότες μπορεί να τους χρησιμεύσει είτε στο να το μετακυλίσουν στις τιμές πωλήσεως είτε στο να χορηγήσουν σημαντικές εκπτώσεις πάνω στο αυξημένο περιθώριο που τους παρέχει η ενίσχυση είτε στο να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων τους πραγματοποιώντας επενδύσεις χάρη στο πλεονέκτημα αυτό.
Οι διακυμάνσεις στην τιμή που θα μπορούσαν να προκύψουν είναι της τάξης του 5 έως 10 ο/ο και θα ήταν ακόμη πιο σημαντικές στον τομέα δραστηριότητας της ενάγουσας που αφορά την εκτροφή ζώων, δεδομένου ότι στη Γαλλία η κατ' αποκοπή επιστροφή του ΦΠΑ ήταν 3,5 o/ο σε σχέση με προκαταβληθέντα ΦΠΑ 7 ο/ο, ενώ στη Γερμανία, συνεπεία της προαναφερομένης αποφάσεως του Συμβουλίου, είναι 13% σε σχέση με προκαταβληθέντα ΦΠΑ 6,5 ο/ο.
Η GAEC προσθέτει ότι θεωρεί ότι η επικαλούμενη ζημία οφείλεται στα γερμανικά μέτρα που ελήφθησαν συνεπεία της αποφάσεως του Συμβουλίου της 30ής Ιουνίου 1984 και όχι στην ίδια την απόφαση. Στην πραγματικότητα, τα εν λόγω γερμανικά μέτρα είναι προγενέστερα της αποφάσεως του Συμβουλίου, αλλά δεν μπορούσαν να τεθούν σε ισχύ χωρίς την απόφαση αυτή. Η απόφαση βέβαια αυτή απλώς εξουσιοδοτεί την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να χορηγήσει την ενίσχυση, αλλά ο αιτιώδης σύνδεσμος προκύπτει από το γεγονός ότι, δυνάμει της ίδιας της Συνθήκης, κανένα κράτος μέλος δεν μπορεί να καταβάλει ενίσχυση χωρίς εξουσιοδότηση των κοινοτικών οργάνων.
Το ΣυμβούΑιο παρατηρεί ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχτηκε ότι η επικαλούμενη ζημία, δηλαδή η πτώση των τιμών των βοοειδών που εκτρέφει η ενάγουσα συνεπεία της υπεραντιστάθμισης των γερμανών αγροτών, προκλήθηκε άμεσα από την απόφαση της 30ής Ιουνίου 1984. Άμεση αιτία της ζημίας, κατά τους ισχυρισμούς της ίδιας της ενάγουσας, ήταν τα εθνικά γερμανικά μέτρα που ελήφθησαν με βάση την απόφαση της 30ής Ιουνίου 1984. Πράγματι η απόφαση αυτή καθαυτή δεν χορήγησε την ενίσχυση, αλλ' απλώς εξουσιοδότησε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να καταβάλει την ενίσχυση. Επιπλέον, η εξουσιοδότηση αυτή περιοριζόταν στο ανώτατο όριο του 5 ο/ο επί του ΦΐΙΑ, που αντιστοιχούσε στην πραγματική μείωση του εισοδήματος των γερμανών γεωργών, και σε καμία περίπτωση δεν υποχρέωνε το εν λόγω κράτος να καταβάλει την επίμαχη ενίσχυση, ιδίως όταν αυτό οδηγούσε σε υπεραντιστάθμιση, οπότε κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η εξουσιοδότηση αυτή προκάλεσε άμεσα οποιαδήποτε ζημία στην ενάγουσα.
Κατά το Συμβούλιο, το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται ακόμα περισσότερο αν ληφθεί υπόψη ότι η GΑΕC στήριξε κατά μεγάλο μέρος την απόδειξη στρέβλωσης του ανταγωνισμού και της εντεύθεν επικαλούμενης ζημίας σε μια έκθεση που αφορούσε αποκλειστικά το σύστημα του γερμανικού ΦΠΑ. Αλλά, εφόσον η ενάγουσα υποστηρίζει ότι στρέβλωση του ανταγωνισμού προκλήθηκε ήδη από το εθνικό γερμανικό σύστημα περί ΦΠΑ και μάλιστα πριν επιτραπεί η ενίσχυση, η οποία απλώς επιδείνωσε αυτή τη στρέβλωση, αυτό και μόνο αποδεικνύει ότι μάλλον δεν υπάρχει άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απόφασης που επέτρεψε την ενίσχυση και της επικαλούμενης ζημίας.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονόίακής Δημοκρατίας νης Γερμανίας αμφισβητεί ότι ζημία στον τομέα του βοείου κρέατος — που είναι ο μόνος τομέας για τον οποίο η ενάγουσα προσπάθησε να αποτιμήσει κατά κάποιο τρόπο τη φερομένη ζημία — μπορεί να αποδοθεί στη χορήγηση υπερβολικών ενισχύσεων στους γερμανούς παραγωγούς βοείου κρέατος, που επέφεραν αύξηση των εισαγωγών γερμανικού βοείου κρέατος στη Γαλλία τον Ιούλιο 1984 σε σχέση με τον Ιούλιο 1983 με επακόλουθο την πτώση των γαλλικών τιμών βοείου κρέατος.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση παρατηρεί καταρχάς ότι τα αποτελέσματα του εξωτερικού εμπορίου που αφορούν ένα μόνο μήνα δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να χρησιμεύσουν ως επιχείρημα υπέρ ή κατά συγκεκριμένης εξέλιξης της αγοράς. Στην πραγματικότητα, οι εξαγωγές της Γαλλίας για όλο το 1984 προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αυξήθηκαν κατά 62 ο/ο σε σχέση με το 1983, ενώ οι εξαγωγές της Γερμανίας προς τη Γαλλία αυξήθηκαν μόνο κατά 3 ο/ο. Η υποτιθέμενη αύξηση κατά 17 ο/ο των εισαγωγών γερμανικής προελεύσεως κατά τον Ιούλιο 1984 σε σχέση με τον Ιούλιο 1983 θα έπρεπε να ερευνηθεί συγκρίνοντας τους άλλους μήνες των προηγουμένων ετών και του 1984. Επομένως θα διαπιστωνόταν ότι η αύξηση των εισαγωγών αυτών ήταν της τάξεως του 22 ο/ο κατά το Φεβρουάριο 1984 και 20 ο/ο το Μάιο, δηλαδή πολύ πριν επιτραπεί η ενίσχυση. Κατά την περίοδο που ακολούθησε τη χορήγηση της ενίσχυσης, περίοδο κατά την οποία η ενίσχυση θα μπορούσε ενδεχομένως να έχει επιπτώσεις, εμφανίστηκαν αντιθέτως αισθητές πτώσεις των εισαγωγών βοείου κρέατος γερμανικής προελεύσεως στη Γαλλία.
Ούτε μπορεί να αποδειχτεί αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των γερμανικών εξαγωγών και της πτώσης των τιμών βοείου κρέατος στη Γαλλία. Η διαμόρφωση των τιμών αγοράς εξαρτάται στην πραγματικότητα από πληθώρα παραγόντων. Ακριβώς κατά την περίοδο που αναφέρει η ενάγουσα, οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τα κοινοτικά όργανα στον τομέα της γαλακτοκομικής παραγωγής οδήγησαν σε αύξηση της σφαγής αγελάδων μέσα στην Κοινότητα, γεγονός που επηρέασε αποφασιστικά την πτώση των τιμών βοείου κρέατος.
Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει καμία ένδειξη υπέρ της θέσεως κατά την οποία η φερόμενη ζημία πρέπει να αποδοθεί στη συμπληρωματική ενίσχυση που ενέκρινε το Συμβούλιο με την απόφαση του της 30ής Ιουνίου 1984. Ακόμα κι αν η ενάγουσα είχε πετύχει — πράγμα που δεν συνέβη — να αποδείξει την ύπαρξη υφιστάμενης ζημίας, τόσο τα δεδομένα του εξωτερικού εμπορίου, όσο και η εξέλιξη των τιμών βοείου κρέατος αναιρούν εμφανώς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της επικαλούμενης ζημίας και της επίμαχης απόφασης.
Επίσης, ως προς τη μελλοντική ζημία, η ενάγουσα απλώς διαβεβαιώνει ότι θα υποστεί ζημία συνεπεία της ενίσχυσης που χορηγήθηκε στους γερμανούς αγρότες, χωρίς να αποδεικνύει καθόλου ότι αυτή η φερόμενη μελλοντική ζημία θα είναι συνέπεια της ενίσχυσης.
3. Επί της υπάρξεως της ξί]μίας
Κατά την GAEC, η κατάσταση που προέκυψε από τη χορήγηση της ενίσχυσης στους γερμανούς αγρότες οδήγησε τον Ιούλιο 1984 σε πτώση των τιμών στη γαλλική αγορά κατά μέσο όρο 13 % σε σχέση με τις τιμές του Ιουλίου 1983.
Όσον αφορά τις πωλήσεις βοείου κρέατος, η GAEC προσδιόρισε, με την αγωγή της, ότι κατά το 1983 το ακαθάριστο προϊόν της ήταν 354000 γαλλικά φράγκα και ότι, με βάση τις προβλεπόμενες πωλήσεις κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1984, μπορούσε να υπολογίσει ότι η μείωση του κέρδους της επί του ακαθάριστου προϊόντος από τις πωλήσεις ζώων θα είναι τουλάχιστον 5 ο/ο. Όσον αφορά τις πωλήσεις πουλερικών και γαλακτοκομικών προϊόντων, διαβεβαίωσε ότι δεν διαθέτει ακόμα αριθμητικά στοιχεία.
Ωστόσο η GAEC αποτίμησε προσωρινά τη ζημία της σε 60000 γαλλικά φράγκα για τη χρήση 1984, εκτός αν το ποσό αυτό μεταβληθεί όταν γνωστοποιηθούν οι στατιστικές του δευτέρου εξαμήνου του 1984 και καταρτίσει η ίδια το λογαριασμό λειτουργίας και τον ισολογισμό της για το 1984. Υπενθύμισε ακόμα ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν είναι απαραίτητο για το παραδεκτό της αγωγής να έχει αποτιμηθεί πλήρως η επικαλούμενη ζημία.
Με το υπόμνημα απαντήσεως της, η GAEC δεν προσκόμισε κανένα νέο στοιχείο σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας.
Το ΣυμβονΑιο αμφισβητεί το υποστατό της ζημίας την οποία επικαλείται η GAEC και θεωρεί ότι η εκ μέρους της απόδειξη της ζημίας, έστω κι αν προσκομίστηκαν κάποια αποδεικτικά στοιχεία, δεν ανταποκρίνεται καθόλου στις απαιτήσεις που επιβάλλει η νομολογία του Δικαστηρίου.
Καταρχάς πρέπει να αποκλειστούν από τη συζήτηση τα πουλερικά και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, δεδομένου ότι η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δεν διαθέτει ακόμα τα σχετικά στοιχεία που θα της επιτρέψουν να αποτιμήσει οποιαδήποτε ζημία.
Όσον αφορά το βόειο κρέας, η μόνη προσπάθεια της ενάγουσας προς απόδειξη της ζημίας συνίσταται στη διαβεβαίωση ότι οι τιμές πωλήσεως των βοοειδών της έπεσαν σημαντικά στη γαλλική αγορά μετά την 1η Ιουλίου 1984 λόγω των μαζικών εισαγωγών βοοειδών από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, που ευνοήθηκαν με τη χορήγηση της ενίσχυσης στους γερμανούς αγρότες.
Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε καθόλου ότι η ενίσχυση ήταν η πραγματική αιτία αυτών των γεγονότων, δεν απέδειξε ούτε το υποστατό της ζημίας.
Κατά συνέπεια, το γεγονός
—
ότι, όπως δέχεται η ίδια η ενάγουσα, το ανώτατο ποσοστό στρέβλωσης του ανταγωνισμού προς όφελος των γερμανών αγροτών είναι της τάξεως του 1,25 ο/ο,
—
ότι ο γερμανικός τομέας βοείου κρέατος υπέστη εξάλλου, μετά την 1η Απριλίου 1984, μείωση εισοδήματος κατά 1 o/ο, ενώ ο γαλλικός τομέας ωφελήθηκε με αύξηση περίπου 5 o/ο,
—
ότι η πραγματική στρέβλωση του ανταγωνισμού δεν υπερέβη, μετά την 1η Ιανουαρίου 1985, το 0,25 ο/ο,
—
ότι η ενάγουσα δεν έλαβε υπόψη τη μείωση των ΝΕΠ επί των γερμανικών εξαγωγών σε ποσοστό 3 o/ο από 1ης Απριλίου 1984 και 5 o/ο από 1ης Ιανουαρίου 1985,
αποδεικνύει ότι είναι τελείως απίθανο η επίμαχη ενίσχυση να είχε την επικαλούμενη από την ενάγουσα επίπτωση.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας νης Γερμανίας θεωρεί ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί για τον απλούστατο λόγο ότι η ενάγουσα δεν εξέθεσε εμπεριστατωμένα ούτε και απέδειξε ότι η υπεραντιστάθμιση που προκλήθηκε, όπως υποστηρίζει, από τη χορήγηση ενισχύσεως στους γερμανούς αγρότες, της προκάλεσε ζημία ή πιθανολογείται σφόδρα ότι θα της προκαλέσει στο μέλλον.
Όσον αφορά τη φερόμενη ως υφιστάμενη ζημία, η ενάγουσα δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένα γεγονότα — ούτε, κατά μείζονα λόγο, προσκόμισε πρόσφορες αποδείξεις — στους οικονομικούς τομείς της πτηνοτροφίας και της γαλακτοκομικής παραγωγής. Όσον αφορά τον τομέα του βοείου κρέατος, η ενάγουσα δεν συγκεκριμενοποίησε το ποσοστό της ζημίας του 5 ο/ο, που υποστηρίζει ότι υπέστη, ούτε προσδιόρισε τη βάση υπολογισμού της ζημίας της για το δεύτερο εξάμηνο του 1984, ενώ, το αργότερο κατά το χρόνο που συνέταξε το υπόμνημά της απαντήσεως, που κατατέθηκε το Μάρτιο του 1985, όφειλε να γνωρίζει ήδη το ακαθάριστο προϊόν της του 1984 στον τομέα του βοείου κρέατος και την εξέλιξη του ακαθαρίστου αυτού προϊόντος σε σχέση με τα προηγούμενα έτη.
Συνεπώς η ενάγουσα δεν απέδειξε την ύπαρξη ζημίας για την περίοδο από Ιούλιο 1984 μέχρι Σεπτέμβριο 1985, δηλαδή για την περίοδο που προηγήθηκε της καταθέσεως του υπομνήματος απαντήσεως.
Καθόσον η ενάγουσα επικαλείται μέλλουσα ζημία, πρέπει να εξακριβωθεί αν η ζημία αυτή είναι επικείμενη και μπορεί να πιθανολογηθεί σφόδρα, ώστε η αγωγή αποζημιώσεως να μην εκφυλιστεί, πρακτικά, σε αγωγή αναγνωριστική της ακυρότητας ή ακόμη και σ' ένα είδος λαϊκής αγωγής.
Όσον αφορά το αν επέκειτο ζημία, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κάποια ζημία επήλθε κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1984, δεδομένου ότι η ενίσχυση άρχισε να χορηγείται από 1ης Ιουλίου 1984. Η ενάγουσα ωστόσο δεν είχε ακόμη αποδείξει — το Μάιο 1985 — ότι υπέστη ζημία κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1984. Για το λόγο αυτό, είναι ακόμη δυσκολότερο να πιθανολογηθεί μέλλουσα ζημία.
Στην παρούσα υπόθεση, η ενάγουσα δεν μπορεί να στηριχτεί ούτε στη νομολογία του Δικαστηρίου, προκειμένου να δικαιολογήσει την έλλειψη συγκεκριμένων στοιχείων σχετικά με τη φερόμενη ζημία, δεδομένου ότι, αφενός μεν, το πρόβλημα της νομικής θεμελίωσης της ενδεχόμενης ευθύνης της Κοινότητας θα απαιτούσε στην προκειμένη περίπτωση πολυάριθμες νομικές και πραγματικές σκέψεις και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να επιλυθεί χωριστά, αφετέρου δε, η ενάγουσα δεν προσκόμισε αποδείξεις ούτε για υφιστάμενη ούτε για μέλλουσα ζημία οφειλόμενη στην απόφαση του Συμβουλίου της 30ής Ιουνίου 1984.
IV — Απανιήσεις των διαδίκων στα ερωτήματα του Δικαστηρίου
Η GAEC απαντά στο πρώτο από τα ερωτήματα που της έθεσε το Δικαστήριο προσδιορίζοντας ότι απέδειξε ξεχωριστά την έκταση της δυσμενούς διάκρισης που οφείλεται, κατά τη γνώμη της, στην ενίσχυση που επιτράπηκε με την απόφαση της 30ής Ιουνίου 1984, από την έκταση της δυσμενούς διάκρισης που οφείλεται ήδη, κατά τη γνώμη της, πριν από κάθε ενίσχυση, στη διαφορά των συστημάτων επιστροφής του ΦΠΑ που ισχύουν αντίστοιχα στη Γερμανία και τη Γαλλία.
Σχετικά προσκομίζει στατιστικά στοιχεία σχετικά με την πτώση των τιμών αγοράς βοείου κρέατος στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από τον Ιούλιο 1984, την επίπτωση της πτώσης αυτής στις τιμές εξαγωγής και, τέλος, την πτώση των τιμών βοείου κρέατος στη γαλλική αγορά που ήταν η συνέπεια της εξέλιξης αυτής των γερμανικών τιμών.
Απαντώντας στο ερώτημα σχετικά με την έκταση της ζημίας, την αποκατάσταση της οποίας ζητεί, η GAEC αποτιμά σε 10894 γαλλικά φράγκα ( που αντιστοιχεί στο 5,6 ο/ο των πωλήσεων χονδρών βοοειδών κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1984) τη ζημία που υπέστη από τις πωλήσεις χονδρών βοοειδών κατά το εξάμηνο αυτό. Στη συνέχεια, απαντώντας στο δεύτερο ερώτημα του Δικαστηρίου, προσκομίζει στατιστικές σχετικά με την εξέλιξη των τιμών βοείου κρέατος, γαλακτοκομικών προϊόντων και πουλερικών στη Γαλλία κατά τους δώδεκα μήνες που προηγήθηκαν της αποφάσεως της 30ής Ιουνίου 1984, καθώς και τις στατιστικές που αφορούν τις εισαγωγές γαλακτοκομικών προϊόντων και πουλερικών γερμανικής προελεύσεως κατά την ίδια περίοδο.
Τέλος η GAEC προσκομίζει το λογαριασμό ζημιών και κερδών της και τον ισολογισμό των ετών 1982, 1983 και 1984.
Το ΣυμβούΑιο, απαντώντας στο πρώτο ερώτημα που του έθεσε το Δικαστήριο, διευκρινίζει ότι το ότι τα γεωργικά προϊόντα που δεν υπόκεινται σε ΝΕΠ περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής της ενίσχυσης που έχει ως προορισμό την αντιστάθμιση της μείωσης του εισοδήματος των γερμανών αγροτών προκύπτει ήδη από τον κανονισμό 855/84, όπου αυτό αιτιολογείται με αναφορά στο γεγονός ότι η αναπροσαρμογή των αντιπροσωπευτικών τιμών συνεπάγεται στα ενδιαφερόμενα κράτη καθολική πτώση των τιμών σε εθνικό νόμισμα και, κατά συνέπεια, μείωση του γεωργικού εισοδήματος γενικά.
Απαντώντας στο δεύτερο ερώτημα, το Συμβούλιο επιβεβαιώνει ότι και για τα προϊόντα που δεν υποστηρίζονται με παρέμβαση η ανατίμηση σημαίνει πτώση της τιμής αγοράς.
Όσο για το ερώτημα αν μπορούσε λογικά να προβλεφθεί πτώση των τιμών αγοράς στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1984, το Συμβούλιο επισημαίνει ότι θεώρησε πιθανό το ότι οι έμποροι, που γνώριζαν από την 1η Απριλίου 1984 ότι μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1985 θα επήρχετο πτώση κατά 5o/ο, θα επέρριπταν βαθμιαία αυτή την πτώση στις τιμές που θα καταβάλλονταν στους γερμανούς αγρότες μετά την 1η Απριλίου 1984. Η πτώση αυτή δεν ήταν θεωρητική όπως αποδείχτηκε από τα μεταβατικά μέτρα, τα οποία έλαβε η Επιτροπή με τον κανονισμό της 2677/84, με τον οποίο όρισε αναδρομική ισχύ από 21 Σεπτεμβρίου 1984 για τους νέους ανατιμημένους συντελεστές για τα ζαχαρότευτλα και τη βιομηχανική πατάτα.
Η κυβέρνηση της ΟμοοπονόΊακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προσκομίζει τις στατιστικές που αφορούν την εξέλιξη των τιμών αγοράς των προϊόντων που υπέκειντο στα ΝΕΠ κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1984. Παρατηρεί ότι οι στατιστικές αυτές δείχνουν πτώση των τιμών κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1984 σε σχέση με τις ίδιες περιόδους των προηγουμένων ετών.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση προσδιορίζει στη συνέχεια ότι το αίτημα της να οριστεί αναδρομικά από 1ης Ιουλίου 1984 η ισχύς της ενίσχυσης δικαιολογούνταν από το γεγονός ότι η κατάργηση των γερμανικών θετικών ΝΕΠ, που είχε προβλεφθεί για την 1η Ιανουαρίου 1985, είχε ήδη αρκετά πριν προκαλέσει σημαντικές επιπτώσεις στις τιμές αγοράς, εφόσον οι αγοραστές των γεωργικών προϊόντων, λαμβανομένης υπόψη της πτώσης των τιμών που θα επήρχετο την 1η Ιανουαρίου, μπορούσαν, ήδη κατά το δεύτερο εξάμηνο, να επιλέξουν μεταξύ του να αγοράσουν μέχρι την 1η Ιανουαρίου όσο το δυνατό λιγότερα γεωργικά προϊόντα, πράγμα που θα ήταν πολύ σοβαρό για τους γεωργούς, και του να αγοράσουν σε λιγότερο υψηλή τιμή, πράγμα που θα προανάγγελλε ήδη τη μελλοντική πτώση των τιμών.
Ένας δεύτερος λόγος για το αίτημα πρόωρης ενίσχυσης ήταν το γεγονός ότι είχε ήδη σημειωθεί μείωση των γερμανικών θετικών ΝΕΠ, που θα οδηγούσε σε αύξηση των τιμών τουλάχιστον κατά 15 o/ο στο πλαίσιο των κοινών οργανώσεων αγοράς.
G. Bosco
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
( 1 ) Εν τω μεταξύ στις 16 Ιουλίου 1985 εκδόθηκε η οδηγία αυτή(EEL 192, σ. 18).
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 15ης Ιανουαρίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 253/84,
Groupement agricole d'exploitation en commun ( GAEC ) de la Ségaude, με έδρα το La Clayette ( Γαλλία ), εκπροσωπούμενη από τη δικηγόρο Παρισιού Lise Funck-Brentano, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το γραφείο της δικηγόρου Marlyse Neuen-Kaufmann, 18, avenue de la Porte-Neuve,
ενάγουσα,
υποστηριζόμενη από τη
Fédération nationale des syndicats d'exploitants agricoles ( FNSEA ), με έδρα το Παρίσι, εκπροσωπούμενη από τη δικηγόρο Παρισιού Lise Funck-Brentano, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το γραφείο της δικηγόρου Marlyse Neuen-Kaufmann, 18, avenue de la Porte-Neuve,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον Antonio Sacchettini, διευθυντή της νομικής του υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Arthur Bräutigam, κύριο υπάλληλο διοικήσεως της εν λόγω υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Jörg Käser, διευθυντή της Διευθύνσεως Νομικών Υπηρεσιών της Τράπεζας Ευρωπαϊκών Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad-Adenauer,
και της
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Jean-Claude Séché, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
εναγόμενα,
υποστηριζόμενα από την
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον Martin Seidel, σύμβουλο υπουργείου, επικουρούμενο από το δικηγόρο Κολωνίας Dietrich Ehle, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως βάσει των άρθρων 178 και 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Υ. Galmot, Τ. F. O'Higgins και F. Schockweiler, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Τ. Koopmans, Ο. Due, U. Everling, Κ. Bahlmann, R. Joliét και J. C. Moitinho de Almeida, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
αφού έλαβε υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 15ης Μαΐου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Σεπτεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Οκτωβρίου 1984, η Groupement agricole ď exploitation en commun de la Ségaude (εφεξής: GAEC) άσκησε, βάσει των άρθρων 178 και 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, αγωγή κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ζητώντας την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την απόφαση 84/361 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1984 ( ΕΕ L 185, σ. 41 ) και την αναγνώριση της ευθύνης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας για κάθε μελλοντική ζημία, την οποία θα της προκαλούσε η εν λόγω απόφαση.
2
Η απόφαση αυτή, σύμφωνα με την οποία « για το διάστημα από 1ης Ιουλίου 1984 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1988 θεωρείται συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά η ενίσχυση που παρέχει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με τη μορφή μείωσης του ΦΠΑ μέχρι ποσοστού 5 ο/ο της τιμής ( χωρίς ΦΠΑ ) που πληρώνει ο αγοραστής του γεωργικού προϊόντος », εκδόθηκε με σκοπό να αντισταθμίσει την απώλεια του εισοδήματος των γερμανών αγροτών που οφείλεται στη σταδιακή κατάργηση του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών ( ΝΕΠ ).
3
Η GAEC, υποστηριζόμενη από τη Fédération nationale des syndicats ď exploitants agricoles ( FNSEA), ισχυρίζεται ότι η απόφαση της 30ής Ιουνίου 1984 του Συμβουλίου είναι παράνομη και ότι, προκαλώντας νόθευση του ανταγωνισμού προς όφελος των γερμανών αγροτών, της προκάλεσε ήδη και θα της προκαλέσει και στο μέλλον σημαντική ζημία, την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται να ζητήσει.
4
Κατά την GAEC η επίμαχη απόφαση είναι παράνομη, διότι εκδόθηκε βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, το οποίο δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, και ενέχει εν πάση περιπτώσει αντικανονική εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπεται στη διάταξη αυτή. Η εν λόγω απόφαση αγνοεί περαιτέρω την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω της υπεραντισταθμίσεως που χορηγεί στους γερμανούς αγρότες για την κατάργηση των ΝΕΠ, εκτρέπει την έκτη οδηγία περί ΦΠΑ από το στόχο της που συνίσταται στην εξασφάλιση της ουδετερότητας του ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών μελών και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, χρησιμοποιώντας τον ΦΠΑ ως μέσο για την παροχή ενίσχυσης στους γερμανούς αγρότες. Είναι τέλος ασυμβίβαστη με το άρθρο 96 της Συνθήκης, που απαγορεύει τις επιστροφές εσωτερικών φόρων, οι οποίοι είναι υψηλότεροι από τους φόρους που έχουν ήδη πλήξει ένα προϊόν, και επιπλέον οδηγεί σε μείωση των ιδίων πόρων της Κοινότητας.
5
Η Επιτροπή παίρνει θέση επί ορισμένων νομικών θεμάτων, αλλά δεν υποβάλλει παρατηρήσεις επί της ουσίας, καθόσον θεωρεί ότι, σε δίκη περί αναγνωρίσεως αστικής ευθύνης κατά την έννοια των άρθρων 178 και 215 της Συνθήκης, η Κοινότητα πρέπει να εκπροσωπείται από το όργανο από το οποίο προήλθε η γενεσιουργός πράξη της ευθύνης, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση είναι το Συμβούλιο. Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι άλλες από τις βάσεις της αγωγής είναι απαράδεκτες και άλλες αβάσιμες.
6
Η GΑΕC ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η απόφαση της 30ής Ιουνίου 1984 της προκάλεσε ήδη απώλεια κέρδους επί των πωλήσεων ζώων, πουλερικών και γαλακτοκομικών προϊόντων κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1984 και θα της προκαλέσει, οπωσδήποτε, σημαντική ζημία στο μέλλον.
7
Το Συμβούλιο αμφισβητεί τόσο το υποστατό της ζημίας, την οποία επικαλείται η GΑΕC, όσο και τη δυνατότητα αποδείξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της απόφασης και της ζημίας την οποία η GΑΕC διατείνεται ότι υπέστη ή ότι θα υποστεί.
8
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
9
Για την εξέταση του βασίμου της αγωγής πρέπει να υπομνηστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να αναγνωριστεί ευθύνη της Κοινότητας, βάσει του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( αποφάσεις της 2ας Ιουλίου 1974, Holtz και Willemsen, 153/73, Rec. σ. 675, και της 4ης Μαρτίου 1980, Pool, 49/79, Rec. σ. 569 ) για να θεμελιωθεί ευθύνη της Κοινότητας πρέπει να συντρέχει ένα σύνολο προϋποθέσεων όσον αφορά το παράνομο μιας πράξης των οργάνων, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης και της επικαλούμενης ζημίας.
10
Το βάσιμο της αγωγής πρέπει να ερευνηθεί υπό το φως αυτών των κριτηρίων. Σχετικά πρέπει να παρατηρηθεί ότι η ενάγουσα προσπάθησε κυρίως να αποδείξει ότι η απόφαση του Συμβουλίου της 30ής Ιουνίου 1984 είναι παράνομη και ανέπτυξε ορισμένα σχετικά επιχειρήματα, ενώ οι ισχυρισμοί της σχετικά με το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της απόφασης αυτής και της επικαλούμενης ζημίας ήταν αόριστοι. Πρέπει συνεπώς να εξεταστεί, πρώτον, αν η ενάγουσα απέδειξε το υποστατό της ζημίας, της οποίας ζητεί την αποκατάσταση και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της απόφασης και της ζημίας αυτής.
11
Προκαταρκτικά επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η ζημία, της οποίας ζητείται αποκατάσταση, προκλήθηκε, κατά την GAEC, από το γεγονός ότι η ενίσχυση που χορηγήθηκε δυνάμει της αποφάσεως της 30ής Ιουνίου 1984 στους γερμανούς αγρότες τους επέτρεψε να μειώσουν τις τιμές τους και να αυξήσουν ακολούθως μαζικά τις εξαγωγές τους σε βόειο κρέας, γαλακτοκομικά προϊόντα και πουλερικά προς τη Γαλλία, πράγμα που προκάλεσε πτώση των τιμών στη γαλλική αγορά.
12
Ως προς το υποστατό της ζημίας, η GAEC, έχοντας αποτιμήσει προσωρινά σε 60000 γαλλικά φράγκα τη ζημία που διατείνεται ότι υπέστη για το σύνολο των προϊόντων της μέχρι της ασκήσεως της αγωγής, δεν προσκόμισε στη συνέχεια κανένα στοιχείο σχετικά με τις απώλειες που υπέστη ως προς τις πωλήσεις γαλακτοκομικών προϊόντων και πουλερικών, παρά το ότι το Δικαστήριο την κάλεσε να αποτιμήσει, τουλάχιστον για το δεύτερο εξάμηνο του 1984, τη ζημία που υπέστη από τη διάκριση που προκάλεσε η επίδικη απόφαση.
13
Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να συναχθεί ότι, όσον αφορά τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τα πουλερικά, η GAEC δεν απέδειξε την ύπαρξη ζημίας.
14
Σχετικά με τις πωλήσεις βοείου κρέατος, η GAEC, απαντώντας σε ερώτημα του Δικαστηρίου, αποτίμησε, βάσει των λογαριασμών εκμεταλλεύσεως και του ισολογισμού της του 1984, τις απώλειες που υπέστη κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1984, σε 10894 γαλλικά φράγκα.
15
Το Συμβούλιο και η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, που άσκησε παρέμβαση προς υποστήριξη των ισχυρισμών των εναγομένων, αντιτάσσουν ότι το χαμηλό επίπεδο των τιμών βοείου κρέατος στη γαλλική αγορά κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου εξηγείται από άλλους παράγοντες και όχι από την ενίσχυση που χορηγήθηκε στους γερμανούς αγρότες. Οφείλεται ιδίως στην αύξηση της προσφοράς των προοριζομένων για σφαγή αγελάδων, η οποία παρατηρήθηκε μετά την εφαρμογή από 1ης Απριλίου 1984 μιας υπερ-εισφοράς που επιβλήθηκε για να παροτρύνει το γαλακτοκομικό τομέα σε μείωση της παραγωγής του.
16
Πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί ότι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της GAEC, το δεύτερο εξάμηνο του 1984 χαρακτηρίστηκε εν μέρει μόνο από αύξηση των εισαγωγών γερμανικού βοείου κρέατος στη Γαλλία. Όπως συνάγεται από μη αμφισβητηθείσες στατιστικές, που προσκόμισε η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σε παράρτημα στο υπόμνημα της παρεμβάσεως, μόνο για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 1984 μπορεί να διαπιστωθεί αύξηση των γερμανικών εξαγωγών βοείου κρέατος προς τη Γαλλία σχετικά με την αντίστοιχη περίοδο του 1983, ενώ για τους επόμενους μήνες οι εξαγωγές αυτές ήταν μικρότερες από εκείνες που πραγματοποιήθηκαν κατά την ίδια περίοδο του προηγουμένου έτους.
17
Πρέπει εξάλλου να υπογραμμιστεί ότι ήδη κατά τους πρώτους μήνες του 1984, πριν δηλαδή την έκδοση της απόφασης 84/361, διαπιστώθηκαν αυξήσεις, μερικές φορές ακόμα μεγαλύτερες, στις εισαγωγές γερμανικού βοείου κρέατος.
18
Οι στατιστικές περί της πορείας των τιμών βοείου κρέατος, που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου, δείχνουν ακόμη ότι ήδη από τους τελευταίους μήνες του 1983 εκδηλώθηκε στη γαλλική αγορά πτώση των τιμών η οποία συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 1984, δηλαδή αρκετό χρόνο πριν αρχίσει να εφαρμόζεται η απόφαση 84/361.
19
Ενόψει των στοιχείων αυτών, διαπιστώνεται επομένως ότι η GAEC δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι η πτώση των τιμών του βοείου κρέατος, που προκλήθηκε στη Γαλλία, είναι άμεση συνέπεια της προαναφερθείσας απόφασης.
20
Κατά το μέτρο που η GAEC ζητεί, επικαλούμενη την απόφαση της 2ας Ιουνίου 1976 ( Kampffmeyer, 56 έως 60/74, Rec. σ. 711 ), από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει την ευθύνη της Κοινότητας για τις ζημίες, οι οποίες, παρά το ότι δεν υφίστανται ακόμα, ωστόσο « επίκεινται και είναι σφόδρα πιθανές », πρέπει να παρατηρηθεί ότι η GAEC δεν προσκόμισε, προς στήριξη αυτού του αιτήματος, κανένα στοιχείο διαφορετικό απ' όσα χρησιμοποίησε για να στηρίξει την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της απόφασης της 30ής Ιουνίου 1984 και της ζημίας, την οποία φέρεται ότι υπέστη ήδη. Κατά μείζονα λόγο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απέδειξε ότι η επίδικη απόφαση συνιστά, όπως απαιτεί η προαναφερθείσα νομολογία, « τη συγκεκριμένη αιτία » μιας επικείμενης και δυνάμενης να προβλεφθεί ζημίας που την απειλεί.
21
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η GAEC δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις του υποστατού της ζημίας και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της προσβαλλόμενης πράξης και της επικαλούμενης ζημίας. Η διαπίστωση αυτή αρκεί για να απορριφθεί η αγωγή, χωρίς να χρειάζεται να εκδοθεί απόφαση επί του θέματος της νομιμότητας της απόφασης του Συμβουλίου της 30ής Ιουνίου 1984.
Επί των δικαστικών εξόδων
22
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η GAEC, ενάγουσα, και η FNSEA, παρεμβαίνουσα υπέρ της GAEC, ηττήθηκαν πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου, εναγομένου, και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η οποία παρενέβη υπέρ του εναγομένου, καθόσον υπέβαλαν σχετικό αίτημα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αγωγή.
2)
Καταδικάζει την GAEC και την FNSEA στα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
Mackenzie Stuart
Galmot
O'Higgins
Schockweiler
Bosco
Koopmans
Due
Everling
Bahlmann
Joliét
Mortinho de Almeida
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Ιανουαρίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy