ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ( πέμπτο τμήμα)
της 25ης Φεβρουαρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 254/84,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Raad van Beroep του ΄Αμστερνταμ προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
G. J. J. De Jong
και
Bestuur van de Sociale Verzekeringsbank του Άμστερνταμ,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ και του παραρτήματος VI, κεφάλαιο Θ, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος (ΕΕ L 230 της 22.8.1983),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
συγκείμενο από τους U. Everling, πρόεδρο τμήματος, R. Joliét, Ο. Due, Y. Galmot και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: D. Loutermann, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Sociale Verzekeringsbank, εγγράφως εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Ter Kuile και, προφορικά εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Ter Kuile και Pijnacker,
—
η ολλανδική κυβέρνηση, εγγράφως εκπροσωπούμενη από το Verkade
και
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εγγράφως εκπροσωπούμενη από τον Griesmar και το δικηγόρο Herbert, και προφορικά εκπροσωπούμενη από τον τελευταίο,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανάπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
( Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 19ης Οκτωβρίου 1984, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Οκτωβρίου, το Raad van Beroep του Άμστερνταμ υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ και του παραρτήματος VI, κεφάλαιο Θ, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα ( ΕΕ L 230 της 22.8.1983), προκειμένου να καθορίσει τις περιόδους που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό της καταβλητέας, βάσει του ολλανδικού «Algemene Ouderdomswet» (γενικού νόμου περί συντάξεων γήρατος) (στο εξής: AOW), σύνταξης γήρατος σε έγγαμη γυναίκα.
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του G. J. J. De Jong, ολλανδού εργαζομένου, και της διοίκησης του Sociale Verzekeringsbank (εφεξής: SVB) του Άμστερνταμ. Η διαφορά αφορά τον υπολογισμό της σύνταξης γήρατος — με το συντελεστή που ισχύει για έγγαμο άνδρα δυνάμει του AOW — που δικαιούται ο De Jong.
3
Ο AOW προβλέπει ότι ασφαλισμένοι είναι, σύμφωνα με τη γενική ασφάλιση γήρατος που θέσπισε ο εν λόγω νόμος, όλοι όσοι κατοικούν στις Κάτω Χώρες, καθώς και όσοι υπόκεινται σε φορολογία επί του μισθού τους λόγω μισθωτής δραστηριότητας που ασκούν στις Κάτω Χώρες. Επιπλέον, με βασιλικό διάταγμα της 19ης Οκτωβρίου 1976 ορίζεται ότι ασφαλισμένος κατά τον AOW είναι εκείνος που λαμβάνει παροχές δυνάμει του Wet op de Arbeidsongeschiktheidsverzekering (στο εξής: WAO), της ολλανδικής δηλαδή νομοθεσίας περί ασφαλίσεως κατά της ανικανότητας προς εργασία. Το ύψος της χορηγούμενης δυνάμει του AOW σύνταξης γήρατος εξαρτάται από τον αριθμό των ετών ασφαλίσεως που έχει συμπληρώσει ο συνταξιοδοτούμενος μεταξύ του 15ου και του 65ου έτους της ηλικίας του. Δυνάμει του AOW, όπως εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, μόνο ο σύζυγος, όχι όμως και η σύζυγος, δικαιούται σύνταξη γήρατος, υπολογιζόμενη με το συντελεστή που ισχύει για έγγαμο άνδρα, με βάση τις περιόδους ασφαλίσεως που συμπλήρωσε ο ίδιος και η σύζυγος του. Κατά τον υπολογισμό του ύψους της, η πλήρης σύνταξη που λαμβάνει ο έγγαμος άνδρας, μειώνεται κατά 1 ο/ο για κάθε έτος για το οποίο ένας από τους συζύγους δεν ήταν ασφαλισμένος. Όσον αφορά τον υπολογισμό της σύνταξης αγάμου, το ύψος της μειώνεται αντίστοιχα κατά 2 ο/ο.
4
Σύμφωνα με ένα μεταβατικό καθεστώς που προβλέπει ο AOW, τα ημερολογιακά έτη μεταξύ του 15ου έτους της ηλικίας του ενδιαφερομένου και της 1ης Ιανουαρίου 1957, ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του νόμου, είναι δυνατό να εξομοιωθούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, με τα ασφαλιστικά έτη κατά την έννοια του AOW. Μεταξύ των απαιτούμενων προϋποθέσεων για την εξομοίωση αυτή είναι, βάσει του άρθρου 43 του AOW, η αδιάλειπτη ή μη κατοικία του ενδιαφερομένου στις Κάτω Χώρες επί έξι έτη μετά τη συμπλήρωση του 59ου έτους του. Σε περίπτωση έγγαμης γυναίκας, νεώτερης από το σύζυγο της, η απαιτούμενη προϋπόθεση κατοικίας λογίζεται ότι συντρέχει εφόσον κατοίκησε στις Κάτω Χώρες επί έξι έτη μετά τη συμπλήρωση του 59ου έτους της ηλικίας του συζύγου της με βασιλικό διάταγμα της 20ής Δεκεμβρίου 1956, που θεσπίστηκε δυνάμει του άρθρου 45 του AOW, η εν λόγω προϋπόθεση κατοικίας κατέστη ηπιότερη, δεδομένου ότι το άρθρο 1 ορίζει ότι εξομοιώνονται με περιόδους ασφαλίσεως οι περίοδοι κατά τη διάρκεια των οποίων η σύζυγος δεν κατοικούσε στις Κάτω Χώρες, αλλ' ήταν ασφαλισμένη δυνάμει του AOW. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 44 του AOW, ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί να τύχει του μεταβατικού αυτού πλεονεκτήματος παρά μόνον εφόσον κατοικεί στις Κάτω Χώρες το προαναφερθέν βασιλικό διάταγμα καθιστά ολιγότερο άκαμπτη την εν λόγω προϋπόθεση κατοικίας, ορίζοντας στο άρθρο 5 ότι, για τους ολλανδούς υπηκόους οι οποίοι ήταν ασφαλισμένοι αδιαλείπτως από την 1η Ιανουαρίου 1957 μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους, η κατοικία εκτός των Κάτω Χωρών εξομοιώνεται προς την κατοικία στις Κάτω Χώρες.
5
Όσον αφορά την εφαρμογή της ολλανδικής νομοθεσίας περί της γενικής ασφαλίσεως γήρατος, ο κανονισμός 1408/71 περιλαμβάνει στο παράρτημα VI, κεφάλαιο Θ (παλαιότερα παράρτημα V, κεφάλαιο ΣΤ), παράγραφος 2, μεταξύ άλλων τις ακόλουθες διατάξεις:
« α)
Ως περίόδοι ασφαλίσεως, που πραγματοποιήθηκαν δυνάμει της ολλανδικής νομοθεσίας περί της γενικής ασφαλίσεως γήρατος, θεωρούνται, επίσης, οι περίοδοι προ της 1ης Ιανουαρίου 1957 κατά τη διάρκεια των οποίων ο δικαιούχος μη πληρών τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες δύνανται να εξομοιωθούν οι εν λόγω περίοδοι με περιόδους ασφαλίσεως, κατοικούσε στο έδαφος των Κάτω Χωρών μετά τη συμπλήρωση του 15ου έτους της ηλικίας του, ή κατά τη διάρκεια των οποίων ο εν λόγω δικαιούχος, ενώ κατοικούσε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ασκούσε μισθωτή δραστηριότητα στις Κάτω Χώρες για λογαριασμό εργοδότη εγκατεστημένου στη χώρα αυτή.
...
γ)
Όσον αφορά την ύπανδρη γυναίκα ο σύζυγος της οποίας δικαιούται συντάξεως, δυνάμει της ολλανδικής νομοθεσίας περί της γενικής ασφαλίσεως γήρατος, λαμβάνονται επίσης υπόψη ως περίοδοι ασφαλίσεως οι περίοδοι αυτού 'του γάμου οι οποίες προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία η ενδιαφερόμενη συνεπλήρωσε το 65ο έτος της ηλικίας της και κατά τη διάρκεια των οποιών κατοικούσε στο έδαφος ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, εφόσον οι περίοδοι αυτές συμπίπτουν με τις περιόδους ασφαλίσεως που συμπλήρωσε ο σύζυγος της υπό τη νομοθεσία αυτή και με τις περιόδους ασφαλίσεως που πρέπει να ληφθούν υπόψη σύμφωνα με την περίπτωση α).
...
στ)
Οι περίοδοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις α) και γ) λαμβάνονται υπόψη, για τον υπολογισμό της συντάξεως γήρατος, μόνον αν ο ενδιαφερόμενος κατοίκησε επί έξι έτη στο έδαφος ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών μετά τη συμπλήρωση του 59ου έτους της ηλικίας του και εφόσον κατοικεί στο έδαφος ενός από αυτά τα κράτη μέλη. »
6
Όπως προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής, ο De Jong, γεννημένος στις 27 Ιουλίου 1918, είναι παντρεμένος με Ιταλίδα, γεννημένη στις 4 Αυγούστου 1920, η οποία απέκτησε την ολλανδική ιθαγένεια λόγω του γάμου τους που τελέστηκε στις 30 Οκτωβρίου 1950. Οι σύζυγοι κατοίκησαν στις Κάτω Χώρες από τις 16 Φεβρουαρίου 1951 μέχρι τις 17 Απριλίου 1982, ημερομηνία εγκαταστάσεως τους στην Ιταλία. Το 1975, ο De Jong κρίθηκε ως εντελώς ανίκανος προς εργασία και δυνάμει του WAO λαμβάνει παροχές.
7
Υπολογίζοντας τη σύνταξη γήρατος που δικαιούται ο De Jong από τις 27 Ιουλίου 1983 με το συντελεστή που ισχύει για έγγαμο άνδρα, η SVB επέβαλε μείωση ύψους 15 ο/ο σε σχέση με την πλήρη σύνταξη που δικαιούται ο έγγαμος άνδρας. Πράγματι, η SVB έκρινε ότι ο De Jong συγκέντρωνε τις προβλεπόμενες από τα άρθρα 43 και 44 του AOW και του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1956 απαιτούμενες προϋποθέσεις του μεταβατικού καθεστώτος, δοθέντος ότι ήταν κατά τον AOW ασφαλισμένος αδιαλείπτως από την 1η Ιανουαρίου 1957, μάλιστα δε και μετά την αναχώρηση του για την Ιταλία, υπό την ιδιότητα του ως δικαιούχου παροχών κατά τον WAO Αντίθετα, η SVB έκρινε ότι, όσον αφορά τη σύζυγό του, δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως περίοδοι ασφαλίσεως τα 15 έτη μεταξύ της συμπλήρωσης του 15ου έτους της ηλικίας της και της εγκατάστασης των συζύγων στις Κάτω Χώρες.
8
Η SVB αιτιολόγησε την απόφαση της με το γεγονός ότι η σύζυγος του De Jong δεν ήταν ασφαλισμένη δυνάμει του AOW κατά το διάστημα μεταξύ της αναχώρησης των συζύγων για την Ιταλία και της συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας του De Jong και συνεπώς δεν μπορούσε να εξομοιωθεί με πρόσωπο που διαμένει στις Κάτω Χώρες κατά την έννοια των άρθρων 43 και 44 του AOW. Μολονότι η περίοδος μεταξύ της αναχώρησης των συζύγων για την Ιταλία και της συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας του De Jong, δυνάμει της διάταξης του παραρτήματος VI, κεφάλαιο Θ, παράγραφος 2, περίπτωση γ), του κανονισμού 1408/71, όπως επίσης και η περίοδος μεταξύ της εγκατάστασης των συζύγων στις Κάτω Χώρες το 1951 και της έναρξης ισχύος του AOW, ως περίοδοι έγγαμου βίου που ταυτίζονται με τις περιόδους ασφαλίσεως του συζύγου έπρεπε « να ληφθούν υπόψη ως ασφαλιστικές περίοδοι », αυτό δεν συνεπάγεται εφαρμογή του μεταβατικού καθεστώτος του άρθρου 43 του AOW και του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1956, επειδή οι περίοδοι αυτές, που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη δυνάμει της προαναφερθείσας παραγράφου 2, περίπτωση γ), δεν συνιστούν πραγματικές περιόδους ασφαλίσεως.
9
Το Raad van Beroep του Άμστερνταμ, το οποίο επελήφθη προσφυγής του De Jong κατά της μειώσεως της συντάξεως του λόγω γήρατος κατά 15 ο/ο, έκρινε ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την απάντηση του Δικαστηρίου στο ακόλουθο ερώτημα:
« Συμβιβάζεται με το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ και τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71 ( και ειδικότερα με τις διατάξεις που περιλαμβάνει το παράρτημα VI, κεφάλαιο Θ, παράγραφος 2, η μη χορήγηση, κατά το χρόνο καθορισμού της σύνταξης έγγαμου άνδρα βάσει του AOW, στη σύζυγο του τελευταίου, η οποία συμπλήρωσε μετά την 1η Ιανουαρίου 1957 περιόδους, όπως αυτές που αναφέρονται στο κεφάλαιο Θ, παράγραφος 2, περίπτωση γ), του παραρτήματος VI του προαναφερθέντος κανονισμού, των πλεονεκτημάτων τα οποία συνεπάγονται οι περίοδοι ασφαλίσεως κατά την ολλανδική νομοθεσία και ιδίως κατά τα άρθρα Ια και 5 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1956 που θεσπίστηκε σ' εκτέλεση του άρθρου 45 του AOW; »
10
Η SVB και η ολλανδική κυβέρνηση παρατήρησαν ότι οι διατάξεις του παραρτήματος VI, κεφάλαιο Θ, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 και ιδίως η περίπτωση γ), αποβλέπουν στη χορήγηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων λόγω γήρατος στο δικαιούχο ανάλογα με τις αναφερόμενες στις εν λόγω διατάξεις περιόδους. Πρόκειται για αυτοτελή ρύθμιση, ανεξάρτητη από το εθνικό μεταβατικό καθεστώς. Επομένως, δεν είναι δυνατό να γίνεται επίκληση των διατάξεων αυτών, προκειμένου με τον τρόπο αυτό να επιτευχθεί η εφαρμογή διατάξεων του εθνικού μεταβατικού καθεστώτος για περιόδους για τις οποίες δεν συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις ούτε του εθνικού καθεστώτος ούτε της κοινοτικής ρύθμισης.
11
Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, μολονότι συντρέχουν εκ πρώτης όψεως ορισμένα επιχειρήματα υπέρ της συσταλτικής αυτής ερμηνείας της περίπτωσης γ), της παραγράφου 2, πάντως το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ και η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων επιβάλλουν ευρεία ερμηνεία της διάταξης αυτής και συγκεκριμένα ότι οι προβλεπόμενες στην περίπτωση γ) περίοδοι συνιστούν επίσης περιόδους ασφαλίσεως κατά την έννοια του εθνικού μεταβατικού καθεστώτος και ιδίως του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1956. Πράγματι, το άρθρο 51 και το δικαίωμα για ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων επιβάλλουν να αποφεύγεται ώστε η άσκηση του δικαιώματος αυτού να είναι δυνατό να συνεπάγεται απώλεια ή μείωση των πλεονεκτημάτων που δικαιούται ο ενδιαφερόμενος.
12
Πάντως, κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή συντάχθηκε με την άποψη της SVB και της ολλανδικής κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι η διάταξη του παραρτήματος VI, κεφάλαιο Θ, παράγραφος 2, περίπτωση γ), δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφάλιση κατά την έννοια του εθνικού δικαίου. Περαιτέρω, η προαιρετική ασφάλιση, η υποκείμενη σε εισφορά που ανέρχεται στο αυτό ποσό με εκείνο που θα οφειλόταν αν ο ενδιαφερόμενος εξακολουθούσε να κατοικεί στις Κάτω Χώρες, προσφέρει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να αποφύγει οιοδήποτε μειονέκτημα σε σχέση με τις παροχές που δικαιούται.
13
Συναφώς, πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να προσδιορίσουν τις προϋποθέσεις του δικαιώματος ή της υποχρέωσης ασφαλίσεως στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ή σε ανάλογο ταμείο από τη στιγμή που δεν γίνεται συναφώς διάκριση μεταξύ ημεδαπών και υπηκόων των άλλων κρατών μελών, όπως δέχτηκε ιδίως το Δικαστήριο με την απόφαση του της 24ης Απριλίου 1980 (υπόθεση 110/79, Coonan, Jurispr. σ. 1445).
14
Είναι γεγονός ότι οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71, που θεσπίστηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει να ερμηνευτούν υπό το φως του στόχου του άρθρου αυτού, συνιστάμενου στο να συμβάλει στην εγκαθίδρυση μιας όσο είναι δυνατό πληρέστερης εφαρμογής της ελεύθερης κυκλοφορίας των διακινούμενων εργαζομένων, αρχής που περιλαμβάνεται στις βάσεις της Κοινότητας.
15
Πράγματι, το άρθρο 51 προβλέπει ότι το Συμβούλιο λαμβάνει στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης τα αναγκαία μέτρα για την εγκαθίδρυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, ιδίως με τη θέσπιση της καταβολής των παροχών στα πρόσωπα που κατοικούν στα εδάφη των κρατών μελών. Ο στόχος των άρθρων 48 μέχρι 51 δεν επιτυγχάνεται αν οι εργαζόμενοι, ασκώντας το δικαίωμά τους της ελεύθερης κυκλοφορίας, αναγκάζονται να απωλέσουν τα πλεονεκτήματα στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης που τους αναγνωρίζει η νομοθεσία κράτους μέλους.
16
Ενόψει των παρατηρήσεων αυτών, η παράγραφος 2, περίπτωση γ), αποβλέπει προφανώς στο να διεκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη και εγκαθίστανται στις Κάτω Χώρες, ενώ η σύζυγος τους μένει στη χώρα καταγωγής της, επιτρέποντας το συνυπολογισμό υπέρ αυτής των περιόδων κατοικίας της σε άλλο κράτος μέλος. Ο συνυπολογισμός αυτός εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι πρόκειται για περιόδους έγγαμου βίου που συμπίπτουν με τις περιόδους για τις οποίες η σύζυγος καλύπτεται από την ασφάλεια του συζύγου ή περιόδους που πρέπει να ληφθούν υπόψη δυνάμει της περίπτωσης α). Σκοπός της εν λόγω διάταξης δεν είναι να λαμβάνονται επίσης υπόψη περίοδοι που προηγούνται του γάμου, ως συνέπεια των συνδυασμένων διατάξεων της περίπτωσης γ) και του εθνικού μεταβατικού καθεστώτος. Οι περίοδοι αυτές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη παρά μόνο όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις της περίπτωσης α), όπως αυτές διευκρινίζονται με απόφαση που φέρει την ίδια ημερομηνία στην υπόθεση 284/84 ( Spruyt κατά SVB), που όμως δεν συντρέχουν όταν πρόκειται για περιόδους κατά τη διάρκεια των οποίων η έγγαμη γυναίκα δεν διέμενε ούτε ασκούσε μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος των Κάτω Χωρών.
17
Στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός ότι παρ' όλα αυτά οι εν λόγω περίοδοι ελήφθησαν υπόψη για τον De Jong οφείλεται στο ότι, ως δικαιούχος ολλανδικής παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία, ο τελευταίος ήταν ασφαλισμένος βάσει του AOW και επομένως, σε αντίθεση με τη σύζυγό του, συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1956. Επ' αυτού δεν συντρέχει καμία διαφορετική μεταχείριση που να δημιουργεί δυσμενή διάκριση είτε στο πλαίσιο της κοινοτικής ρύθμισης είτε στο πλαίσιο του εθνικού μεταβατικού καθεστώτος.
18
Κατά συνέπεια, σε περίπτωση όπως η προκειμένη, το γεγονός ότι δεν λαμβάνονται υπόψη περίοδοι προγενέστερες του γάμου κατά τη διάρκεια των οποίων η έγγαμη γυναίκα δεν κατοικούσε στις Κάτω Χώρες, όταν εγκαθίσταται με το σύζυγο της σε άλλο κράτος μέλος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία. Εξάλλου, όπως διευκρίνισαν η SVB, η ολλανδική κυβέρνηση και η Επιτροπή, απαντώντας σε ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο, τη συνέπεια αυτή δεν μπορεί να αποτρέψει η προαιρετική ασφάλιση δυνάμει του AOW. Οι ολλανδικές παροχές λόγω ανικανότητας προς εργασία που υπάγονται στην ασφάλιση δυνάμει του AOW δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της εισφοράς που καταβάλλει ο σύζυγος-αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο στην περίπτωση αυτή δεν συνεπάγεται καμία πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση σε σχέση με εκείνη που θα υφίστατο αν η έγγαμη γυναίκα είχε εξακολουθήσει να καλύπτεται από υποχρεωτική ασφάλιση στις Κάτω Χώρες.
19
Πρέπει συνεπώς στην ερώτηση που υπέβαλε το Raad van Beroep του Άμστερνταμ να δοθεί η απάντηση ότι ούτε το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, ούτε οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71, και ιδίως οι διατάξεις που περιλαμβάνει το παράρτημα VI, κεφάλαιο Θ, παράγραφος 2, περίπτωση γ), απαιτούν κατά το χρόνο καθορισμού της σύνταξης έγγαμου άνδρα βάσει του AOW, η σύζυγος του τελευταίου, η οποία συμπλήρωσε μετά την 1η Ιανουαρίου 1957 περιόδους, όπως αυτές που αναφέρονται στην περίπτωση γ), να απολαύει για το λόγο αυτό των πλεονεκτημάτων τα οποία προβλέπονται από την ολλανδική νομοθεσία και ιδίως από το βασιλικό διάταγμα της 20ής Δεκεμβρίου 1956 για προγενέστερες του γάμου και της 1ης Ιανουαρίου 1957 περιόδους, κατά τη διάρκεια των οποίων ούτε κατοικούσε ούτε ασκούσε μισθωτή δραστηριότητα στις Κάτω Χώρες.
Επί των δικαστικών εξόδων
20
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η ολλανδική κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Raad van Beroep του Άμστερνταμ με Διάταξη της 19ης Οκτωβρίου 1984, αποφαίνεται:
Ούτε το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, ούτε οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71, και ιδίως οι διατάξεις που περιλαμβάνει το παράρτημα VI, κεφάλαιο (c), παράγραφος 2, περίπτωση γ), απαιτούν, κατά το χρόνο καθορισμού της σύνταξης έγγαμου άνδρα βάσει του AOW, η σύζυγος του τελευταίου, η οποία συμπλήρωσε μετά την 1η Ιανουαρίου 1957 περιόδους, όπως αυτές που αναφέρονται στην περίπτωση γ), να απολαύει για το λόγο αυτό των πλεονεκτημάτων τα οποία προβλέπονται από την ολλανδική νομοθεσία και ιδίως από το βασιλικό διάταγμα της 20ής Δεκεμβρίου 1956 για προγενέστερες του γάμου και της 1ης Ιανουαρίου 1957 περιόδους, κατά τη διάρκεια των οποίων ούτε κατοικούσε ούτε ασκούσε μισθωτή δραστηριότητα στις Κάτω Χώρες.
Everling
Joliét
Due
Galmot
Κακούρης
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Φεβρουαρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος
U. Everling
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy