ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 269 και 292/84 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Στις 11 Ιουλίου 1984, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εξέδωσε, κατά την 745η συνεδρίαση της, απόφαση με την οποία προέβλεπε ότι οι υποψηφιότητες των υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου « μπορεί να λαμβάνονται υπόψη για την πλήρωση διοικητικών θέσεων κατά την πρώτη φάση των ανακοινώσεων κενής θέσεως».
Η απόφαση αυτή γνωστοποιήθηκε στο προσωπικό της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με το δελτίο Infor-Rapide αριθ. 138 της 18ης Ιουλίου 1984.
2.
Οι προσφεύγοντες στην υπόθεση 269/84, C Fabbro, F. Giuffrida και C. Herbin, υπάλληλοι της κατηγορίας Α, αφού αποτάθηκαν στην Επιτροπή με σημείωμα της 12ης Οκτωβρίου, το οποίο πρωτοκολλήθηκε στη γενική γραμματεία της Επιτροπής στις 16 Οκτωβρίου 1984 ως διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άσκησαν, στις 14 Νοεμβρίου 1984, προσφυγή ακυρώσεως της απόφασης της 11ης Ιουλίου 1984, ενώ στις 16 Νοεμβρίου υπέβαλαν αίτηση λήψεως απόφασης, έως ότου εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου επί της προσφυγής ακυρώσεως.
Με απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 1984, η οποία ελήφθη κατ' εφαρμογή του άρθρου 91, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, ανεστάλη η πρόοδος της κύριας δίκης έως ότου υπάρξει ρητή ή σιωπηρή απόφαση επί της διοικητικής ενστάσεως που είχαν υποβάλει οι προσφεύγοντες στην Επιτροπή.
Στις 11 Ιανουαρίου 1985, η Επιτροπή απέρριψε τις διοικητικές ενστάσεις που είχαν υποβάλει οι προσφεύγοντες και έτσι συνεχίστηκε η έγγραφη διαδικασία επί της κύριας προσφυγής και εξελίχτηκε κανονικά.
3.
Ο προσφεύγων στην υπόθεση 292/84, Η. Scharf, υπάλληλος της Επιτροπής κατηγορίας Α, κατόπιν δημοσιεύσεως από την Επιτροπή, στο δελτίο « Κενές θέσεις » αριθ. 39 της 1ης Αυγούστου 1984, της ανακοίνωσης κενής θέσεως COM/1207/84, που αναφερόταν σε θέση υπαλλήλου διοικήσεως κατηγορίας Α7/Α6, υπέβαλε υποψηφιότητα για την εν λόγω θέση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.
Με απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1984, η διοίκηση διόρισε στην εν λόγω κενή θέση τον R. Teerlink, υπάλληλο της Επιτροπής του γλωσσικού κλάδου, απορρίπτοντας την υποψηφιότητα του προσφεύγοντος, πράγμα που του γνωστοποιήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 1984.
Ο προσφεύγων υπέβαλε, εντός των προθεσμιών που τάσσονται από το άρθρο 90, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, διοικητική ένσταση κατά των προαναφερΟεισών αποφάσεων και στις 5 Δεκεμβρίου 1984 άσκησε, δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 4, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, προσφυγή ακυρώσεως των αποφάσεων αυτών, καθώς και αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε την αναστολή εκτελέσεως της απόφασης της 30ής Νοεμβρίου 1984, με την οποία διορίστηκε ο R. Teerlink, και της απόφασης της Επιτροπής της 11ης Ιουλίου 1984.
Με απόφαση που έλαβε ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος στις 6 Δεκεμβρίου 1984, κατ' εφαρμογή του άρθρου 91, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ανεστάλη η πρόοδος της κύριας δίκης έως ότου υπάρξει ρητή ή σιωπηρή απόφαση επί της διοικητικής ενστάσεως του προσφεύγοντος.
Αφού η απόφαση της Επιτροπής ελήφθη στις 23 Ιανουαρίου 1985, η έγγραφη διαδικασία συνεχίστηκε και εξελίχτηκε κανονικά.
4.
Το τρίτο τμήμα, στο οποίο ανατέθηκε η εκδίκαση των υποθέσεων, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε, βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας, να τις παραπέμψει στην ολομέλεια του Δικαστηρίου, προτείνοντας την ανάθεση τους σε πενταμελές τμήμα. Με απόφαση της 5ης Μαρτίου 1986, το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε να ενώσει και να συνεκδικάσει τις δύο υποθέσεις, υπό την επιφύλαξη τυχόν παρατηρήσεων των διαδίκων. Δεδομένου ότι οι διάδικοι δεν διατύπωσαν παρατηρήσεις ως προς την ένωση και συνεκδίκαση αυτή, με Διάταξη της 18ης Μαρτίου 1986, ενώθηκαν οι δύο υποθέσεις προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Με απόφαση της 5ης Μαρτίου 1986 επίσης, το Δικαστήριο ανέθεσε την εκδίκαση των υποθέσεων στο έκτο τμήμα.
Το Δικαστήριο, έκτο τμήμα, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
1.
Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Δικαστήριο:
Α —
Αποφαινόμενο επί της προσφυγής των C Fabbro, F. Giuffrida και C. Herbin (υπόθεση 269/84):
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων κατ' εφαρμογή του άρθρου 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, καθώς και στα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι προσφεύγοντες, και ιδίως τα έξοδα διορισμού αντικλήτου, μετακινήσεως, διαμονής και την αμοιβή δικηγόρου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 73, στοιχείο β), του κανονισμού διαδικασίας.
Β —
Αποφαινόμενο επί της προσφυγής του Scharf ( υπόθεση 292/84):
—
να αναγνωρίσει τον παράνομο χαρακτήρα της απόφασης της 11ης Ιουλίου 1984 της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που ελήφθη κατά την 745η συνεδρίαση της
—
να αποφανθεί ότι όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή της προαναφερθείσας παράνομης απόφασης είναι επίσης παράνομες
—
να ακυρώσει, κατά συνέπεια, την απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (ΑΔΑ) της 30ής Νοεμβρίου 1984, με την οποία διορίστηκε, από την 1η Δεκεμβρίου 1984, ο R. Teerlink, υπάλληλος του γλωσσικού κλάδου ( LA ), στη θέση κατηγορίας Α που είχε κηρυχθεί κενή με την ανακοίνωση κενής θέσεως COM/1207/84
—
να ακυρώσει την απόφαση της ΑΔΑ της 30ής Νοεμβρίου 1984, που κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 3 Δεκεμβρίου 1984, με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητα του τελευταίου για τη θέση που αποτελούσε αντικείμενο της προαναφερθείσας ανακοίνωσης κενής θέσεως COM/1207/84
—
να καταδικάσει την καθής στο σύνολο των δικαστικών εξόδων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, καθώς και στα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο προσφεύγων και ιδίως τα έξοδα διορισμού αντικλήτου, μετακινήσεως, διαμονής και την αμοιβή δικηγόρου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 73, στοιχείο β ), του ίδιου κανονισμού.
2.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
Α —
Αποφαινόμενο επί της προσφυγής των C Fabbro, F. Giuffrida και C. Herbin ( υπόθεση 269/84):
—
να κρίνει την προσφυγή απαράδεκτη
—
να απορρίψει την προσφυγή, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, ως αβάσιμη
—
να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα, διότι άσκησαν προσφυγή κατά γενικής διατάξεως που δεν μπορεί να είναι βλαπτική έναντι αυτών.
Β —
Αποφαινόμενο επί της προσφυγής του Scharf (υπόθεση 292/84):
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη
—
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
III — Λόγοι ακυρώσεως και επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του παραδεκτού της προσφυγής οτην υπόθεση 269/84
1.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, διότι οι προσφεύγοντες δεν έχουν συμφέρον προσωπικό, γεγεννημένο και ενεστώς, για να προσβάλουν την αμφισβητούμενη διάταξη, η οποία δεν τους είναι βλαπτική, εφόσον δεν θίγει άμεσα την έννομη κατάσταση τους.
Φρονεί ότι, λόγω του γενικού του χαρακτήρα, το προσβαλλόμενο μέτρο δεν μπορούσε να αφορά άμεσα τους προσφεύγοντες, παρά μόνο, αν κατ' εφαρμογή του είχε πράγματι απορριφθεί η υποψηφιότητα τους χάριν υπαλλήλου προερχομένου από το γλωσσικό κλάδο δεδομένου όμως ότι δεν υπέβαλαν υποψηφιότητα για θέση της κατηγορίας Α, στην οποία να μετατέθηκε υπάλληλος LA, δεν μπορούν να αμφισβητήσουν τη γενική διάταξη που κατέστησε δυνατή τη μετάθεση αυτή. Προσθέτει ότι το προσβαλλόμενο μέτρο μπορεί να αφορά υποθετικά μόνο τις προαγωγές που, πλην περιπτώσεως καταχρήσεως εξουσίας, δεν μπορούν να επηρεάσουν τη σταδιοδρομία. Κατά την Επιτροπή, και αν ακόμη υποτεθεί ότι υπάρχει περιορισμός των δυνατοτήτων κινητικότητας και προαγωγής για τους υπαλλήλους της γενικής κατηγορίας, δυνατοτήτων ο αριθμός των οποίων αποτελεί άλλωστε συνάρτηση των πλέον ποικίλων παραγόντων που εξαρτώνται από αστάθμητα στοιχεία, δεν υπάρχει διαφορά είτε η απόφαση περί μεταθέσεως λαμβάνεται σύμφωνα με τον αμφισβητούμενο τρόπο, αυτόν δηλαδή που αναφέρεται στο στοιχείο α ) της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, είτε λαμβάνεται σύμφωνα με τον τρόπο που αναφέρεται στο στοιχείο β).
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η μετάθεση υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου προς τη γενική κατηγορία δεν περιορίζει τις δυνατότητες προαγωγής των υπαλλήλων αυτής της κατηγορίας, διότι με κάθε μετάθεση υπαλλήλου από το γλωσσικό κλάδο ανοίγει μια θέση του ίδιου επιπέδου, για την οποία μπορεί να υποβάλει υποψηφιότητα και υπάλληλος της κατηγορίας Α, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ως αποτέλεσμα να επιτρέπει τη μετακίνηση και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Τέλος, σχετικά με τον προσφεύγοντα Herbin, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι είναι απαράδεκτη η προσφυγή του, διότι η διοικητική του ένσταση πρωτοκολλήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1984, μετά δηλαδή την παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας που προβλέπεται από το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η οποία αρχίζει να τρέχει από τη δημοσίευση του οικείου γενικού μέτρου, που έγινε εν προκειμένω στις 18 Ιουλίου 1984, ως ημερομηνίας ενάρξεως της προθεσμίας λαμβανομένης της ημερομηνίας της πραγματικής πρωτοκόλλησης της διοικητικής ένστασης και όχι της ημερομηνίας της υποβολής της στον ιεραρχικά ανώτερο.
2.
Οι προσφεύγοντες, σχετικά με το ζήτημα απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή έναντι του συνόλου της προσφυγής, υποστηρίζουν ότι το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως επιτρέπει στους υπαλλήλους, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν υποβάλει προηγουμένως διοικητική ένσταση, να προσβάλλουν είτε ατομικά μέτρα που εκδίδονται κατ' εφαρμογή γενικής αποφάσεως είτε την ίδια τη γενική απόφαση από τη στιγμή που τους βλάπτει.
Σχετικώς εξηγούν ότι η προαγωγή σε θέσεις που έχουν κηρυχτεί κενές στις διάφορες γενικές διευθύνσεις της Επιτροπής συνεπάγεται μεταφορά από τη θέση στον προϋπολογισμό του βαθμού που κατείχε ο προαχθείς υπάλληλος στη γενική διεύθυνση την οποία εγκαταλείπει προς τη νέα του θέση και ενδεχομένως στη νέα του γενική διεύθυνση, ενώ αντιθέτως, στην περίπτωση που πληρούται μια κενή θέση της κατηγορίας Α από υπάλληλο του γλωσσικού κλάδου, η μεταφορά αυτή θέσεων στον προϋπολογισμό δεν μπορεί να γίνει, διότι οι θέσεις της κατηγορίας Α και οι θέσεις του γλωσσικού κλάδου καταχωρούνται χωριστά στον προϋπολογισμό, κατά το άρθρο 6 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
Κατά τους προσφεύγοντες, επομένως, κάθε μετάθεση υπαλλήλου του γλωσσικού κλάδου σε θέση της κατηγορίας Α συνεπάγεται μείωση του αριθμού των θέσεων που προορίζονται κανονικά για την προαγωγή υπαλλήλων της κατηγορίας αυτής.
Η προσβαλλόμενη γενική απόφαση επιφέρει, συνεπώς, βλάβη στους προσφεύγοντες κατά το μέτρο που, λόγω της μείωσης των πιθανοτήτων προαγωγής τους, τους δημιουργεί προσωπικό, γεγεννημένο και ενεστώς συμφέρον να προκαλέσουν την ακύρωση της εν λόγω απόφασης.
Σχετικώς εκθέτουν ότι, εν προκειμένω, ο προσφεύγων Herbin, υπάλληλος βαθμού Α 7, ο οποίος περιελήφθη στον πίνακα των υπαλλήλων που προτάθηκαν προς προαγωγή στο βαθμό Α 6 για το 1984, ο οποίος αποτελούνταν από 60 υπαλλήλους, εκ των οποίων οι 52 προήχθησαν, δεν προήχθη, ελλείψει διαθέσιμης θέσεως, δεδομένου ότι μετατέθηκαν παράλληλα τρεις υπάλληλοι του βαθμού LA 6 σε θέσεις του βαθμού Α 6.
Ο προσφεύγων Fabbro, υπάλληλος βαθμού Α 6, που ήταν εγγεγραμμένος στον πίνακα των υπαλλήλων που προτείνονταν προς προαγωγή στο βαθμό Α 5 για το 1985, υπέστη επίσης μείωση των πιθανοτήτων προαγωγής του, για το λόγο ότι η διοίκηση μετέθεσε δύο υπαλλήλους βαθμού LA 6 σε θέσεις βαθμού Α 6.
Τέλος, και ο προσφεύγων Giuffrida, υπάλληλος βαθμού Α 4, αντιμετώπισε την παράνομη αύξηση του ενδεχόμενου αριθμού υποψηφίων για μια θέση βαθμού Α 3, που θα κηρυσσόταν κενή, αύξηση που μείωνε τις δικές του ευκαιρίες προαγωγής.
Όσον αφορά τη δυνατότητα, που επικαλείται η Επιτροπή, προαγωγής υπαλλήλων της γενικής κατηγορίας Α προς το γλωσσικό κλάδο, οι προσφεύγοντες παρατηρούν ότι όχι μόνο δεν έχει συμβεί ακόμη μετάθεση προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά και ότι δεν έχουν προσωπικό, γεγεννημένο και ενεστώς συμφέρον να ζητήσουν την ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης που επιτρέπει την προαγωγή προς το γλωσσικό κλάδο, η οποία άλλωστε θα είναι και απαγορευμένη σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης.
Τέλος, οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι το παραδεκτό της προσφυγής τους κατά της προσβαλλομένης γενικής αποφάσεως επιβεβαιώνεται, αφενός, από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Α. Trabucchi στην υπόθεση 18/74 (Syndicat général du personnel κατά Επιτροπής, Rec. 1974, σσ. 933 και 951 ), όπου επρόκειτο για προσφυγή κατά ανακοινώσεως της γενικής διεύθυνσης προσωπικού, στην οποία περιλαμβανόταν γενική απόφαση της Επιτροπής, και, αφετέρου, από τη Διάταξη που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων στις 13 Δεκεμβρίου 1984 επί της συνεκδικαζόμενης υποθέσεως 292/84, από τον πρόεδρο του τρίτου τμήματος, με την οποία απορρίφθηκε η αναστολή εκτελέσεως της απόφασης της Επιτροπής της 11ης Ιουλίου 1984, με την αιτιολογία ότι ο προσφεύγων Scharf δεν είχε προσβάλει τη γενική αυτή απόφαση, πράγμα που σημαίνει ότι θα μπορούσε παραδεκτώς να το πράξει.
Ως προς το απαράδεκτο το οποίο αντιτάσσει η Επιτροπή στον προσφεύγοντα Herbin, οι προσφεύγοντες παρατηρούν ότι η προθεσμία υποβολής διοικητικής ενστάσεως αρχίζει να τρέχει από την ημέρα της δημοσίευσης μιας απόφασης γενικού χαρακτήρα, από την ημέρα δηλαδή κατά την οποία γνωστοποιήθηκε πράγματι αυτή η απόφαση στο προσωπικό, είτε μέσω τοιχοκολλήσεως είτε με την πραγματική διανομή κάθε πρόσφορου ενημερωτικού εγγράφου. Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση, που δημοσιεύτηκε στο δελτίο Infor-Rapide, διανεμήθηκε στο « Nerviens », όπου υπηρετούν οι προσφεύγοντες, μόλις στις 19 Ιουλίου 1984. Δεδομένου δε ότι η ημέρα ενάρξεως της προθεσμίας δεν προσμετράται στις προθεσμίες, η τρίμηνη προθεσμία άρχισε να τρέχει μόλις στις 20 Ιουλίου 1984. Επομένως, η διοικητική ένσταση του Herbin πρωτοκολλήθηκε την τελευταία ημέρα της προθεσμίας, ήτοι στις 19 Οκτωβρίου 1984.
Άλλωστε, κατά τους προσφεύγοντες, η ημερομηνία της πραγματικής πρωτοκόλλησης της διοικητικής ένστασης, που στην πράξη μπορεί καμιά φορά να απέχει πολύ από την ημερομηνία της υποβολής της, δεν έχει σημασία, δεδομένου ότι το άρθρο 90, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως αναφέρεται απλώς στην ιεραρχική υποβολή της διοικητικής ένστασης. Επομένως, μόνο η ημερομηνία της κατάθεσης στον ιεραρχικά ανώτερο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, ημερομηνία που πρέπει εν προκειμένω να τεκμαίρεται ότι βρίσκεται εντός της προθεσμίας, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε αποδείξεις περί του αντιθέτου.
Επί της ουσίας
— Αóγoι ακυρώσεως που προβάλλονται στην υπόθεση 269 και την υπόθεση 292/84)
1.
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η απόφαση της 11ης Ιουλίου 1984 εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 45, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το οποίο ορίζει ότι « η μετάβαση υπαλλήλου από κλάδο ή κατηγορία σε άλλο κλάδο ή ανώτερη κατηγορία δύναται να γίνει μόνο μετά από διαγωνισμό». Παρατηρούν ότι η διάταξη αυτή δείχνει τη σαφή τάση του κοινοτικού νομοθέτη να διακρίνει τις θέσεις ανάλογα με την κατηγορία ή τον κλάδο, όπου ανήκουν, και να προβλέπει αντίστοιχα διαφορετικές προϋποθέσεις προσλήψεως και εξελίξεως της σταδιοδρομίας, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
Τονίζουν ότι η αρχή αυτή απηχείται και σε άλλες διατάξεις του κανονισμού, όπως το άρθρο 7, παράγραφος 2, σχετικά με την προσωρινή άσκηση καθηκόντων, το άρθρο 31, παράγραφος 1, σχετικά με το διορισμό και τη μετάθεση, το άρθρο 7, παράγραφος 1, σχετικά με το βαθμό στον οποίο μπορεί να γίνει διορισμός, το άρθρο 39, στοιχείο ε ), σχετικά με την επανένταξη μετά το πέρας της αποσπάσεως, και το άρθρο 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ ), σχετικά με την επανένταξη μετά το πέρας άδειας για προσωπικούς λόγους, το άρθρο 41, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, σχετικά με τα δικαιώματα του υπαλλήλου που τίθεται σε διαθεσιμότητα, το άρθρο 45, παράγραφος 1, σχετικά με την προαγωγή, το άρθρο 102, παράγραφος 4, στοιχείο β ), σχετικά με την ένταξη των υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου, ή το άρθρο 14, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII, σχετικά με την επανένταξη μετά το πέρας περιόδου αναπηρίας.
Αυτή ακριβώς η αρχή, η οποία έχει οδηγήσει στη συγκέντρωση των θέσεων μεταφραστών ή διερμηνέων σε ειδικό κλάδο, λόγω της διαφορετικής εκπαίδευσης και των διαφορετικών επαγγελματικών προσόντων που απαιτούνται από εκείνα που απαιτούνται για έναν υπάλληλο διοικήσεως, εξηγεί, κατά τους προσφεύγοντες, την υποβολή τους σε διαφορετικούς διαγωνισμούς που περιέχουν εξετάσεις διαφορετικής φύσεως.
Σχετικώς παραπέμπουν στην υπόθεση 343/82, Χ. Μιχαήλ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 4023), όπου ο γενικός εισαγγελέας Reischl αλλά και η ίδια η Επιτροπή έδωσαν έμφαση στον ειδικό χαρακτήρα των καθηκόντων του γλωσσικού κλάδου, που αντανακλάται στον ειδικό χαρακτήρα κάθε σταδιοδρομίας και τον δικαιολογεί, πράγμα που δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 1ης Δεκεμβρίου 1983 στην εν λόγω υπόθεση ( σκέψη 22 ).
Παραπέμπουν επίσης στην απόφαση που εκδόθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1976 στην υπόθεση 105/75 (Giuffrida κατά Συμβουλίου, Rec. σ. 1395 και επ. ), όπου το Δικαστήριο επέβαλε την τήρηση της διάταξης του άρθρου 45, παράγραφος 2, του κανονισμού, στην περίπτωση μεταπηδήσεως σε ανώτερη κατηγορία ή στο γλωσσικό κλάδο, σύμφωνα με μια ερμηνεία που έχει γίνει δεκτή και από την ίδια την Επιτροπή, όπως προκύπτει από το υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε στην υπόθεση 173/84 ( Rasmussen κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 197).
Η υποχρέωση αυτή δεν στηρίζεται, κατά τους προσφεύγοντες, στο γεγονός ότι οι όροι εξελίξεως της σταδιοδρομίας δεν προσδιορίζονται μόνο από την υπαγωγή σε μια από τις κατηγορίες του προσωπικού, αλλά προσδιορίζονται επίσης, και κυρίως, από την υπαγωγή σε ορισμένο κλάδο, όπως προκύπτει από την παράγραφο 3 του άρθρου 5 του κανονισμού, που ορίζει ότι « οι υπάλληλοι που ανήκουν στην ίδια κατηγορία ή στον ίδιο κλάδο υπόκεινται αντίστοιχα στις ίδιες προϋποθέσεις προσλήψεως και εξελίξεως της σταδιοδρομίας» και που ακολουθεί την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπου αναφέρεται ρητά η συγκρότηση γλωσσικού κλάδου. Ο κοινοτικός νομοθέτης επομένως έχει κάνει ρητή διάκριση μεταξύ των σταδιοδρομιών που εμπίπτουν σε κατηγορία και της σταδιοδρομίας που εμπίπτει στο γλωσσικό κλάδο.
Κατά τους προσφεύγοντες, οποιαδήποτε ερμηνεία, την οποία θα υιοθετούσε ενδεχομένως εφεξής η Επιτροπή για να υπερασπίσει την επίδικη απόφαση και η οποία θα συνίστατο στην επίκληση μιας πρακτικής που θα έτεινε προς την ενοποίηση των κριτηρίων των σχετικών με την επαγγελματική πείρα, που θα έπρεπε να εφαρμόζονται αδιακρίτως στους υπαλλήλους του γλωσσικού κλάδου και στους λοιπούς, θα αντέβαινε προς τα διδάγματα που αντλούνται από τις προτάσεις των γενικών εισαγγελέων και την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου, τα οποία αποδεικνύουν, κατ' αυτούς, ότι η διάκριση του κανονισμού μεταξύ του γλωσσικού κλάδου και της γενικής κατηγορίας Α εξακολουθεί να ισχύει.
Κατά τους προσφεύγοντες, προκύπτει πράγματι από τις προτάσεις των γενικών εισαγγελέων:
—
ότι μόνο η ειδική επαγγελματική πείρα μπορεί να ληφθεί υπόψη για τη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξη του υπαλλήλου (προτάσεις C Ο. Lenz στην υπόθεση, 17/83, Αγγελίδης κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 2907)
—
ότι ένας υπάλληλος του γλωσσικού κλάδου που διορίζεται σε θέση της κατηγορίας Α πρέπει να ανακαταταγεί λαμβανομένης υπόψη της ειδικής επαγγελματικής του πείρας που σχετίζεται με τη νέα του θέση, πείρας που δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη για την προηγούμενη θέση του ( π. χ. στη γλωσσική υπηρεσία, προτάσεις C. Ο. Lenz στην υπόθεση 273/83, Michel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 347 )
—
ότι οι διαφορές μεταξύ γλωσσικής υπηρεσίας και γενικών υπηρεσιών είναι τέτοιες που ο διορισμός υπαλλήλου του γλωσσικού κλάδου σε θέση της κατηγορίας Α ή αντιστρόφως πρέπει να θεωρείται πρόσληψη ( προτάσεις Sir Gordon Slynn στην υπόθεση 266/83, Σαμαρά κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 189)
—
ότι, πλην εξαιρέσεων (άρθρο 29, παράγραφος 2), η πρόσληψη γίνεται κατόπιν διαγωνισμού, σύμφωνα με τα άρθρα 29, παράγραφος 1, και 45, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, που θέτουν την αρχή αυτή ως κανόνα « για κάθε μετάβαση υπαλλήλου1 σε νέα κατηγορία ή νέο κλάδο » ( προτάσεις Μ. Darmon στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις, 20 και 21/83, Βλάxος κατά Δικαστηρίου; Συλλογή, 1984; σ;. 4149)..
Εξάλλου, ou προσφεύγοντες θεωρούν ότι, με. τις αποφάσεις της 1ης, Δεκεμβριο(c) 1983, στην υπόθεση 343/82, Μιχαήλ κατά Επιτροπής, και της. 13ης Δεκεμβρίο 1984', στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 20 κα-u 21/83, Βλάχος, κατά. Δικα-στηρίαυ το. Δικαστήριο δέχτηκε, ρητά ότικάθε πρακτική που συνίσταται στην αναγνώριση προηγούμενης επαγγελματικής πείρας που δεν είναι, ειδική σε, σχέση με την προς πλήρωση θέση; αντιβαίνει προς τις διατάξεις του κανονισμού.. Προσθέτουν δε ότι, στην υπόθεση 138/84, Σπαχή κατά Επιτροπής, η ίδια η Επιτροπή, αφού' είχε κατατάξει βαθμολογικά και μισθολογικά σε θέση του γλωσσικού κλάδου μια υποψήφια λαμβάνοντας υπόψη αποκλειστικά τη μεταφραστική της πείρα, όταν στη συνέχεια τη διόρισε κατόπιν διαγωνισμού σε θέση κατηγορίας Α, αρνήθηκε να προβεί σε νέα βαθμολογική της και μισθολογική κατάταξη, παρά τη δεκαετή ειδική επαγγελματική πείρα που είχε σχετική με τη νέα της θέση.
Τέλος, οι προσφεύγοντες παραπέμπουν στην προαναφερθείσα απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1976 (Giuffrida κατά Επιτροπής, 105/75), στην οποία η δοθείσα λύση είναι σύμφωνη με την απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1974 στην υπόθεση Van Belle κατά Συμβουλίου ( 176/73, Rec. σ. 1361, σκέψεις 21 έως 24).
Οι προσφεύγοντες υπογραμμίζουν, εξάλλου, ότι η έκδοση της απόφασης της 11ης Ιουλίου 1984 από την Επιτροπή παρίσταται ακόμα περισσότερο αδικαιολόγητη, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά των συνεδριάσεων της επιτροπής του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, τα οποία διανεμήθηκαν σε όλα τα μέλη της (κεντρικής) επιτροπής προσωπικού, καθώς και της τοπικής επιτροπής προσωπικού Βρυξελλών, ο παράνομος χαρακτήρας της απόφασης αυτής είχε γίνει δεκτός κατά την 81η συνεδρίαση της επιτροπής κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, που διεξήχθη στο Λουξεμβούργο στις 13 Ιουλίου 1984, τόσο από τον εκπρόσωπο του προσωπικού του Συμβουλίου όσο και από τον εκπρόσωπο της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, ο οποίος παραβρέθηκε στη συνεδρίαση κατ' εντολήν της και εξέφρασε την άποψη του υπ' αυτή την ιδιότητα. Τονίζουν, εξάλλου, ότι οι εκπρόσωποι των κοινοτικών οργάνων, με εξαίρεση τον εκπρόσωπο της Επιτροπής, δήλωσαν ότι τα όργανα τους εφάρμοζαν αυστηρά την αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο 45, παράγραφος 2, του κανονισμού, κατά την οποία η μετάβαση από κλάδο σε κατηγορία πρέπει να γίνεται με διαγωνισμό.
Επισημαίνουν ότι ο ίδιος ο εκπρόσωπος του προσωπικού τόνισε, κατά την ίδια συνεδρίαση της επιτροπής κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ότι, στο κείμενο του κανονισμού όπως αναθεωρήθηκε το 1962, προβλεπόταν ότι μέχρι τις 31 Μαρτίου 1963 μπορούσε κατ' εξαίρεση να γίνει παρέκκλιση από τις προϋποθέσεις του άρθρου 45 του κανονισμού, από όπου συναγόταν ότι μετά την ημερομηνία αυτή δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί τέτοια μεταπήδηση χωρίς διαγωνισμό.
Προσθέτουν ότι, κατά την 82η συνεδρίαση αυτής της επιτροπής, που διεξήχθη μετά την έκδοση της απόφασης της 11ης Ιουλίου 1984, στις 28 Σεπτεμβρίου 1984 στις Βρυξέλλες, υπο-μνήστηκε ότι «η νομική της υπηρεσία (της Επιτροπής) εκφράστηκε κατά της ερμηνείας που έδινε η Επιτροπή στο άρθρο 45 και ότι οι εκπρόσωποι του προσωπικού της Επιτροπής συντάχθηκαν, κατά πλειοψηφία, με τη γνώμη που εξέφρασε η νομική υπηρεσία ».
Τέλος, οι προσφεύγοντες αναφέρονται στην απάντηση που έδωσε η Επιτροπή στις 11 Νοεμβρίου 1963 στη γραπτή ερώτηση αριθ. 89 της 16ης Οκτωβρίου 1963, όπου μεταξύ άλλων η Επιτροπή διαβεβαίωνε ότι ο κανόνας του άρθρου 45, παράγραφος 2, του κανονισμού έχει εφαρμογή στους υπαλλήλους του γλωσσικού κλάδου « για το λόγο ότι οι επαγγελματικές ικανότητες που απαιτούνται για την κατάληψη μιας θέσης του γλωσσικού κλάδου δεν είναι οι ίδιες με εκείνες που απαιτούνται από τους υπαλλήλους της κατηγορίας Α » και ότι «το να επιτραπεί η μεταπήδηση υπαλλήλου του γλωσσικού κλάδου στην κατηγορία Α με απλή μετάθεση ή προαγωγή θα ισοδυναμούσε με αμφισβήτηση της σημασίας της αρχής της διάκρισης μεταξύ κατηγορίας Α και γλωσσικού κλάδου, που θεσπίζεται με το άρθρο 5 του κανονισμού ».
2.
Η Επιτροπή, σχετικά με τις σκέψεις που οδήγησαν στην έκδοση της απόφασης της 11ης Ιουλίου 1984, εξηγεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εντάσσεται σε ένα σύνολο μέτρων που αφορούν, αφενός, τη σταδιοδρομία των υπαλλήλων και, αφετέρου, την κινητικότητά τους.
Το προσβαλλόμενο μέτρο, που περιορίζεται στις μεταθέσεις, αποσκοπεί στην « αποστεγα-νοποίηση της γλωσσικής υπηρεσίας », που επιτρέπει τη διεύρυνση της ελευθερίας επιλογής των υπαλλήλων, κατά το μέτρο που διευρύνει τη βάση από την οποία μπορεί να επιλεγεί αυτός που θα μετατεθεί σε μια θέση εντός του ίδιου οργάνου, δίνοντας τη δυνατότητα να διερευνηθεί ο ευρύτερος δυνατός κύκλος υπαλλήλων.
Η Επιτροπή εκθέτει ότι στόχος της είναι να υποβάλει τους υπαλλήλους της και ιδίως τους υπαλλήλους του γλωσσικού κλάδου και της γενικής κατηγορίας στις ίδιες προϋποθέσεις προσλήψεως και σταδιοδρομίας. Σ' αυτό το πνεύμα, οι προϋποθέσεις συμμετοχής στους διαγωνισμούς είναι τώρα οι ίδιες για τους διαγωνισμούς Α και LA, η κατάλληλη επαγγελματική πείρα λαμβάνεται υπόψη ομοιόμορφα για τη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξη των υπαλλήλων Α και των υπαλλήλων LA ( απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 1983, περί των κριτηρίων κατατάξεως κατά την πρόσληψη), όπως επίσης και στον τομέα των προαγωγών οι μέθοδοι αξιολογήσεως των προσόντων των υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου και της κατηγορίας Α εκτός κλάδου είναι απολύτως ανάλογες.
Ο προσανατολισμός αυτός δικαιολογείται, αφενός, από το γεγονός ότι η κατάρτιση των υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου αντιστοιχεί συχνά σε δυνατότητες ευρύτερες από εκείνες που αντιστοιχούν προς το άμεσο αντικείμενο των καθηκόντων τους και ότι ορισμένα καθήκοντα που ανήκουν στο γενικό κλάδο απαιτούν ικανότητες, τις οποίες μπορεί να συγκεντρώνει καλύτερα ένας υπάλληλος με γλωσσική πείρα ( π. χ. έλεγχος της συγκριτικής εφαρμογής των οδηγιών ). Αφετέρου, λόγω του γεγονότος ότι η γενική κατηγορία Α καλύπτει, τουλάχιστον στην αρχή, μια πολύ μεγάλη ανομοιογένεια ειδικοτήτων (νομικούς, οικονομολόγους, γεωπόνους, κτηνιάτρους, βιολόγους, ιατρούς, μηχανικούς, ηλεκτρονικούς υπολογιστών, ως και πυρηνικούς επιστήμονες ), χωρίς αυτό να εμποδίζει την ομοιόμορφη εξέλιξη των σταδιοδρομιών εντός της κατηγορίας αυτής ή τις μεταθέσεις από την πρώτη ήδη φάση της δημοσίευσης κενής θέσεως.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι μεταβολές πρακτικής, σαν αυτή που πραγματοποιήθηκε με την επίδικη απόφαση της 11ης Ιουλίου 1984, κατ' εφαρμογή της οποίας κατέστη δυνατή η μετάθεση προς την κατηγορία Α έξι υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου, μεταξύ των οποίων δύο νομικοί και ένας χημικός, είναι θεμιτές, εφόσον βέβαια στηρίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια, χωρίς απ' αυτό να μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα ως προς τη νομιμότητα της παλιάς ή της νέας πρακτικής. Αναφέρεται σχετικώς στην όμοια μεταβολή πρακτικής που έγινε το 1971 σχετικά με τη μεταπήδηση των υπαλλήλων του επιστημονικού και του τεχνικού κλάδου προς τη γενική κατηγορία και επισημαίνει ότι η μεταβολή αυτή δεν ήγειρε αμφισβητήσεις.
Από νομική άποψη, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η επιχειρηματολογία των προσφευγόντων στηρίζεται στη σκέψη ότι υπάρχει απόλυτη διάκριση μεταξύ των υπαλλήλων της κατηγορίας Α και των υπαλλήλων που ανήκουν σε κλάδο. Θεωρεί ότι αυτή η άποψη είναι αβάσιμη, δεδομένου ότι κάθε υπάλληλος ανήκει πρώτα απ' όλα σε μια κατηγορία και ότι διατηρεί την ιδιότητα αυτή και τα γενικά χαρακτηριστικά της κατηγορίας, ενώ είναι ενταγμένος σε κλάδο. Κατά την Επιτροπή, η υπαγωγή σε μια κατηγορία υπερισχύει της υπαγωγής σε έναν κλάδο, ως προς τα δικαιώματα που απορρέουν απ' αυτήν ( παράρτημα Ι, πίνακας Β, του κανονισμού, αντιστοιχία μεταξύ των πρότυπων θέσεων και των σταδιοδρομιών του επιστημονικού ή τεχνικού κλάδου ) σχετικά με την εξέλιξη της σταδιοδρομίας, χωρίς τα αποτελέσματα που συνδέονται με την υπαγωγή σε μια κατηγορία να περιορίζονται απλώς στο επίπεδο των αποδοχών ή άλλων οικονομικών ωφελημάτων. Το γεγονός αυτό επομένως καθιστά νομικώς δυνατές τις μεταθέσεις στο εσωτερικό κάθε κατηγορίας κατά την πρώτη φάση της διαδικασίας του άρθρου 29.
Η Επιτροπή θεωρεί επομένως ότι το ουσιαστικό ζήτημα που τίθεται στις υπό κρίση υποθέσεις ανάγεται στην ερμηνεία του άρθρου 45, παράγραφος 2, του κανονισμού, στο να εξακριβωθεί δηλαδή αν η μεταβολή πρακτικής που πραγματοποιήθηκε με την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1984 αντιβαίνει ή όχι στη διάταξη αυτή.
Η άποψη της ως προς το ζήτημα αυτό είναι ότι είναι υποχρεωτική η διενέργεια διαγωνισμού για τη μεταπήδηση από έναν κλάδο σε άλλο κλάδο ή για τη μεταπήδηση από μια κατηγορία σε άλλη, όχι όμως και για τη μεταπήδηση από έναν κλάδο που βρίσκεται εντός μιας κατηγορίας προς την ίδια μεν κατηγορία αλλ' εκτός κλάδου, και αντιστρόφως. Υπογραμμίζει δε ότι ο όρος « από κλάδο », που
περιέχεται στην παράγραφο 2 του κανονισμού 45 του κανονισμού, αναφέρεται μόνο στην έκφραση « σε άλλο κλάδο », ενώ η « κατηγορία » συνδέεται μόνο με την « ανώτερη κατηγορία ».
Η ερμηνεία αυτή παρίσταται ακόμη περισσότερο δικαιολογημένη, κατά την Επιτροπή, αν ληφθεί υπόψη το ολλανδικό και το αγγλικό κείμενο της επίδικης διάταξης, δεν αντικρούεται δε από το άρθρο 98, παράγραφος 2, του κανονισμού, το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του άρθρου 45, παράγραφος 2, δεν εφαρμόζονται στους υπαλλήλους που αναφέρονται στο άρθρο 92, δηλαδή στους υπαλλήλους του επιστημονικού ή του τεχνικού κλάδου. Υποστηρίζει ότι, ενώ για τους υπαλλήλους αυτούς κρίθηκε αναγκαία η ρητή διατύπωση παρεκκλίσεως, η ίδια δεν ήταν αναγκαία για τη μεταπήδηση μεταξύ των δύο σκελών του γλωσσικού κλάδου (μετάφρασης και διερμηνείας), λόγω του ενιαίου χαρακτήρα του εν λόγω κλάδου.
Σχετικά με το επιχείρημα που αντλούν οι προσφεύγοντες από το γεγονός ότι η παράγραφος 3 του άρθρου 5, που επιβάλλει το ενιαίο των προϋποθέσεων προσλήψεως και εξελίξεως της σταδιοδρομίας για τον ίδιο κλάδο και την ίδια κατηγορία, ακολουθεί τη διάταξη της παραγράφου 2, περί δημιουργίας του γλωσσικού κλάδου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, αν το επιχείρημα αυτό ήταν βάσιμο, θα έπρεπε να ισχύει και ως προς τον επιστημονικό ή τον τεχνικό κλάδο. Η Επιτροπή τονίζει ότι δεν φαίνεται ωστόσο οι προσφεύγοντες να δέχονται τη συνέπεια αυτή, διότι, σύμφωνα με την ερμηνεία τους, οι υπάλληλοι του επιστημονικού ή του τεχνικού κλάδου δεν ανήκουν σε κλάδο με τον οποίο συνδέονται τα έννομα αποτελέσματα που απορρέουν από τη διάταξη του άρθρου 45, παράγραφος 2, πράγμα που εξηγεί ότι από το 1971 οι υπάλληλοι που ανήκουν σ' αυτό τον κλάδο μπορούν να υποβάλλουν υποψηφιότητα για τις θέσεις Α εκτός κλάδου από την πρώτη φάση του άρθρου 29 του κανονισμού. Το συστηματικής φύσεως επιχείρημα που στηρίζεται στη σειρά, με την οποία εμφανίζονται οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 5 του κανονισμού πρέπει επομένως, κατά την Επιτροπή, να απορριφθεί. Θεωρεί ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 5 έχει ως μοναδικό αντικείμενο να διευκρινίσει, για το γλωσσικό κλάδο, τη γενική διάταξη που περιέχεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1, κατά την οποία οι θέσεις μιας επαγγελματικής ειδικότητας μπορούν να συναποτελέσουν κλάδους που να περιλαμβάνουν ορισμένο αριθμό βαθμών μιας ή περισσοτέρων κατηγοριών, πράγμα που δεν έχει καμιά χρησιμότητα για τους υπαλλήλους του επιστημονικού ή του τεχνικού κλάδου, δεδομένου ότι μπορούν να ανήκουν σε όλες τις κατηγορίες και βαθμούς, όπως προκύπτει από το παράρτημα Ι, πίνακας Β, του κανονισμού.
Εξάλλου, η Επιτροπή φρονεί ότι η παράγραφος 3 του άρθρου 5 του κανονισμού δεν έχει την έννοια που της αποδίδουν οι προσφεύγοντες. Υποστηρίζει ότι η λέξη « αντίστοιχα » που χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή δεν αναφέρεται στους όρους « κατηγορία » και « κλάδο » που προηγούνται, αλλά « στις ίδιες προϋποθέσεις προσλήψεως», αφενός, και « εξελίξεως της σταδιοδρομίας », αφετέρου, όπως προκύπτει από το αγγλικό (όπου δεν απαντά η λέξη « respectively » ) και το γερμανικό κείμενο ( « jeweils » της διάταξης ).
Εξάλλου, κατά την Επιτροπή, η έκφραση « ίδιες προϋποθέσεις προσλήψεως » σημαίνει ότι οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να είναι οι ίδιες για τη γενική κατηγορία από τη μια πλευρά και για τους διάφορους κλάδους από την άλλη, πράγμα που συνεπάγεται ότι οι προϋποθέσεις που ισχύουν για τη γενική κατηγορία μπορούν να διαφέρουν από τις προϋποθέσεις που ισχύουν για τον κλάδο, χωρίς ωστόσο να απαγορεύεται να ακολουθηθεί μια πολιτική προσωπικού που να επιτρέπει την ενοποίηση των προϋποθέσεων προσλήψεως και εξελίξεως της σταδιοδρομίας, τουλάχιστον όταν πρόκειται για τις γενικές προϋποθέσεις, όπως οι σπουδές, η διάρκειά τους και τα κριτήρια εκτιμήσεως της επαγγελματικής πείρας, κατ' αντίθεση προς τις ειδικές προϋποθέσεις, όπως ο ειδικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης και της πείρας, που μπορούν να διαφέρουν ακόμα και εντός της ίδιας της γενικής κατηγορίας.
Η Επιτροπή παρατηρεί επίσης ότι, και αν ακόμη γίνει δεκτή η ερμηνεία, κατά την οποία η παράγραφος 2 του άρθρου 5 του κανονισμού έχει ως αποτέλεσμα η υπαγωγή σε ορισμένο κλάδο να εξουδετερώνει τα αποτελέσματα που απορρέουν από την υπαγωγή στη γενική κατηγορία, δεν μπορεί να συναχθεί ότι λόγω του γεγονότος αυτού η μεταπήδηση από τον ένα προς την άλλη ισοδυναμεί με πρόσληψη και ότι πρέπει επομένως να υπόκειται στους κανόνες περί προσλήψεως.
Σχετικώς η Επιτροπή τονίζει ότι οι προσφεύγοντες, εξομοιώνοντας τη μετάθεση των υπαλλήλων LA προς τη γενική κατηγορία με πρόσληψη, υποπίπτουν σε παρανόηση, που συνίσταται στο ότι λαμβάνουν ως αφετηρία τα παραδείγματα ορισμένων « ανακατατάξεων » υπαλλήλων του κλάδου LA στη γενική κατηγορία, που πραγματοποιήθηκαν κατά το μέτρο που οι ανακατατάξεις αυτές αποτελούσαν την αναγκαία συνέπεια των διαφορών ουσίας που χαρακτήριζαν, στο παρελθόν, τις προϋποθέσεις προσλήψεως και εξελίξεως σταδιοδρομίας, ενώ εφεξής, λόγω των παραλλήλων προϋποθέσεων που ισχύουν για την πρόσληψη και τη σταδιοδρομία, η μεταπήδηση γίνεται με διατήρηση του βαθμού και του κλιμακίου.
Η Επιτροπή αμφισβητεί επομένως το λυσιτελές της επίκλησης των αποφάσεων και προτάσεων, στις οποίες παραπέμπουν οι προσφεύγοντες. Παρατηρεί ότι στις υποθέσεις Αγγελίδη, Michel, Σαμαρά και Σπαχή, οι επίδικες αποφάσεις της Επιτροπής είχαν εκδοθεί πριν από το μέτρο της 11ης Ιουλίου 1984, πριν δηλαδή από τη θέση σε εφαρμογή της νέας πολιτικής σταδιοδρομιών και κινητικότητας.
Κατά το μέτρο που οι αποφάσεις αυτές αφορούν αποφάσεις της Επιτροπής περί κατατάξεως, πρόκειται για εφαρμογή της παλιάς απόφασης που καταργήθηκε από εκείνη της 1ης Σεπτεμβρίου 1983, που είναι τώρα εν ισχύι, η οποία προβλέπει ότι υπολογίζεται κάθε πρόσφορη επαγγελματική πείρα και όχι μόνο η πείρα που είναι χρήσιμη για την προς πλήρωση θέση, πράγμα που δεν αντιβαίνει προς το άρθρο 32 του κανονισμού που αναφέρει την « ειδική επαγγελματική πείρα του ενδιαφερομένου » και όχι την επαγγελματική πείρα που είναι ειδική για την προς πλήρωση θέση.
Κατά την Επιτροπή, ούτε η υπόθεση Βλάχου κατά Δικαστηρίου ασκεί επιρροή εν προκειμένω, διότι η μεταπήδηση από LA σε Α δεν συνιστά μεταπήδηση ούτε σε νέα κατηγορία ούτε σε κλάδο, δεδομένου ότι η γενική κατηγορία Α δεν είναι κλάδος. Εξάλλου, στην υπόθεση Giuffrida κατά Συμβουλίου, το Δικαστήριο καταδίκασε απλώς την κατάχρηση εξουσίας που συνίστατο στη διοργάνωση διαγωνισμού για να αρθεί η ανωμαλία της διοικητικής κατάστασης του ενδιαφερομένου και για να διοριστεί. Αναφερόμενο στην ανάγκη διοργανώσεως διαγωνισμού βάσει τίτλων και εξετάσεων, το Δικαστήριο επιδίωκε έτσι να ενισχύσει τη δικαιολόγηση της ηθικής υποχρέωσης που είχε αναλάβει το Συμβούλιο έναντι του προσωπικού, αναγνωρίζοντας δε ότι ο εσωτερικός διαγωνισμός μπορεί να οδηγήσει στη μεταπήδηση προς ανώτερη κατηγορία ή προς τον κλάδο LÁ, δεν έλαβε θέση ως προς τη δυνατότητα των υπαλλήλων LA να καταλάβουν κενή θέση της κατηγορία Α μέσω μεταθέσεως.
Τέλος, στην υπόθεση Van Belle κατά Συμβουλίου, πρόκειται για μεταπήδηση από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 2, περίπτωση όπου δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η ανάγκη διεξαγωγής διαγωνισμού.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι η αναφορά που κάνουν οι προσφεύγοντες στη μεταβατική διάταξη που περιεχόταν στο κείμενο του κανονισμού του 1962, κατά την οποία μέχρι τις 31 Μαρτίου 1963 μπορούσε κατ' εξαίρεση να γίνει παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 45, δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, διότι οι παρεκκλίσεις εκείνες αφορούσαν μόνο τις μεταβολές κατηγορίας και τις μεταπηδήσεις μεταξύ κλάδων, χωρίς να άπτονται της ερμηνείας της επίδικης διάταξης από τη σκοπιά του ειδικού προβλήματος που τίθεται εν προκειμένω.
Ομοίως, σχετικά με την απάντηση που είχε δώσει σε γραπτή ερώτηση το 1963, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι περιστάσεις που τη δικαιολογούσαν τότε έχουν παύσει να συντρέχουν.
Τέλος, η Επιτροπή φρονεί ότι η γνώμη που εξέφρασε μέλος της νομικής της υπηρεσίας στο πλαίσιο της επιτροπής κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν μπορεί να τη δεσμεύει, διότι ισχύει απλώς ως γνώμη ενός νομικού που τίθεται στη διάθεση αυτής της επιτροπής. Παραθέτει χωρίο από τα πρακτικά της συνεδρίασης αυτού του οργάνου, της 28ης Σεπτεμβρίου 1984, κατά το οποίο « ο εκπρόσωπος της Επιτροπής διευκρινίζει ότι η απόφαση της Επιτροπής της 11ης Ιουλίου 1984 ελήφθη χωρίς να διατυπωθεί αντίρρηση από τη νομική της υπηρεσία ».
— Ισχυρισμός που προβλήθηκε σνην υπόθεση. 292/84
Η Επιτροπή, σχετικά με το διορισμό του R. Teerlink, υποστηρίζει ότι από τις (τέσσερις) υποψηφιότητες που της υποβλήθηκαν μεταξύ των οποίων και εκείνη του προσφεύγοντος Scharf, μετά από ενδελεχή συγκριτική εξέταση που διεξήχθη αυστηρά με κριτήρια ισότητας και που στηρίχτηκε στη μελέτη των αιτήσεων υποψηφιότητας και του προσωπικού φακέλου των ενδιαφερομένων, ο υποψήφιος που έγινε δεκτός κρίθηκε ο πλέον κατάλληλος βάσει τόσο της εκπαίδευσης όσο και της επαγγελματικής του πείρας.
IV — Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 6ης Μαΐου 1986, οι προσφεύγοντες, εκπροσωπούμενοι από το δικηγόρο J.-N. Louis, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Η. Etienne, ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους.
Η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν επιμένει ως προς το ζήτημα της τήρησης της προθεσμίας υποβολής της διοικητικής ενστάσεως του προσφεύγοντος C. Herbin.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιουνίου 1986.
Κ. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΙΡΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)
της 21ης Οκτωβρίου 1986 ( *1 )
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 269 και 292/84,
C. Fabbro, F. Giuffrida, C. Herbin και Η. Scharf, υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, επικουρούμενοι και εκπροσωπούμενοι από τον J. Ν. Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, rue Langeveld 51, boîte postale 16, Βρυξέλλες 1180, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ν. Decker, 16, avenue Marie-Thérèse,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Η. Etienne, κύριο νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο δύο προσφυγές, με τις οποίες οι προσφεύγοντες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1984 της Επιτροπής, κατά την οποία οι υποψηφιότητες των υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου μπορούν να λαμβάνονται υπόψη για την πλήρωση διοικητικών θέσεων κατά την πρώτη φάση των ανακοινώσεων κενής θέσεως, απόφαση που γνωστοποιήθηκε στο προσωπικό με το δελτίο Infor-Rapide αριθ. 138 της 18ης Ιουλίου 1984
—
να αποφανθεί ότι όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή της προαναφερθείσας απόφασης είναι επίσης παράνομες
—
να ακυρώσει, κατά συνέπεια, την απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1984, με την οποία ο R. Teerlink, υπάλληλος του γλωσσικού κλάδου, διορίστηκε από την 1η Δεκεμβρίου 1984 στη θέση κατηγορίας Α, που είχε κηρυχθεί κενή με την ανακοίνωση κενής θέσεως COM/1207/84 και
—
να ακυρώσει την απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1984 που κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα Η. Scharf στις 3 Δεκεμβρίου 1984 και με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητα του τελευταίου για τη θέση που αποτελούσε αντικείμενο της προαναφερθείσας ανακοίνωσης κενής θέσεως COM/1207/84,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
συγκείμενο από τον Κ. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, Τ. F. O'Higgins, Τ. Koopmans, Κ. Bahlmann, και G. C Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 6ης Μαΐου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιουνίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου, στις 14 Νοεμβρίου και στις 5 Δεκεμβρίου 1984 αντιστοίχως, οι προσφεύγοντες στην υπόθεση 269/84, C Fabbro, F. Giuffrida και C. Herbin, αφενός, και ο προσφεύγων στη συνεκδικαζό-μενη υπόθεση 292/84, Η. Scharf, αφετέρου, υπάλληλοι όλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατηγορίας Α, άσκησαν δύο προσφυγές, με τις οποίες ζητούν:
α)
στην υπόθεση 269/84, την ακύρωση της απόφασης της 11ης Ιουλίου 1984, την οποία εξέδωσε η Επιτροπή κατά την 745η συνεδρίαση της, κατά το μέτρο που προβλέπει ότι οι υποψηφιότητες των υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου μπορούν να λαμβάνονται υπόψη για την πλήρωση θέσεως της κατηγορίας Α, κατά την πρώτη φάση της ανακοίνωσης κενής θέσεως, και
β)
στην υπόθεση 292/84, την αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα της απόφασης της 11ης Ιουλίου 1984 και τη συνακόλουθη ακύρωση των αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή της, της 30ής Νοεμβρίου 1984, με τις οποίες, αφενός, ο R. Teerlink, υπάλληλος του κλάδου LA, διορίστηκε στη θέση της κατηγορίας Α που είχε κηρυχθεί κενή με την ανακοίνωση κενής θέσεως COM/1207/84 και, αφετέρου, απορρίφθηκε η υποψηφιότητα για την ίδια αυτή θέση του προσφεύγοντος Η. Scharf, υπαλλήλου της κατηγορίας Α.
2
Η προσβαλλόμενη απόφαση εντάσσεται σε ένα σύνολο αποφάσεων, σχετικών με τη διάρθρωση των σταδιοδρομιών, που ελήφθησαν από την Επιτροπή κατά την 745η συνεδρίαση της και δημοσιεύτηκαν στον « Ταχυδρόμο του προσωπικού », δελτίο Infor-Rapide της 18ης Ιουλίου 1984. Όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα αυτό, η Επιτροπή αποφάσισε, στο πλαίσιο της πολιτικής της σχετικά με την κινητικότητα του προσωπικού, ότι οι υποψηφιότητες των υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου, καθώς και των υπαλλήλων του επιστημονικού και του τεχνικού κλάδου, μπορεί να λαμβάνονται υπόψη για την πλήρωση διοικητικών θέσεων κατά την πρώτη φάση των ανακοινώσεων κενής θέσεως. Ομοίως, οι υπάλληλοι διοικήσεως μπορούν να υποβάλλουν υποψηφιότητα για κάθε κενή θέση των κλάδων LA και ST.
3
Η Επιτροπή ζητεί η μεν προσφυγή στην υπόθεση 269/84 να απορριφθεί ως απαράδεκτη και, επικουρικώς, ως αβάσιμη, η δε προσφυγή στην υπόθεση 292/84 να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής 269/84
4
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, διότι οι προσφεύγοντες δεν έχουν συμφέρον προσωπικό, γεγεννημένο και ενεστώς, για να προσβάλουν την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1984, η οποία δεν τους είναι βλαπτική, εφόσον δεν μπορεί να θίξει άμεσα την υπηρεσιακή κατάσταση τους. Τονίζει ότι δεν υπέβαλαν υποψηφιότητα για καμία από τις θέσεις στις οποίες διορίστηκε υπάλληλος του κλάδου LA. Η προσβαλλόμενη γενική απόφαση θα μπορούσε να τους αφορά άμεσα μόνον αν, κατ' εφαρμογή της, είχε πράγματι απορριφθεί η υποψηφιότητα τους χάριν υπαλλήλου του κλάδου LA.
5
Η Επιτροπή προσθέτει ότι το προσβαλλόμενο μέτρο αφορά μόνον τις προαγωγές, οι οποίες, πλην περιπτώσεως καταχρήσεως εξουσίας, δεν μπορούν να επηρεάσουν τη σταδιοδρομία και αν υποτεθεί ότι μια απόφαση περί μεταθέσεως από τον κλάδο LA μειώνει τις δυνατότητες κινητικότητας και τις πιθανότητες προαγωγής των υπαλλήλων της γενικής κατηγορίας, δεν υπάρχει καμία διαφορά, είτε η απόφαση αυτή περί μεταθέσεως λαμβάνεται κατά την πρώτη φάση της διαδικασίας του άρθρου 29 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων είτε λαμβάνεται σε επόμενη φάση.
6
Τέλος, η Επιτροπή τονίζει ότι η μετάθεση υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου σε θέσεις της κατηγορίας Α δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των πιθανοτήτων προαγωγής των υπαλλήλων αυτής της κατηγορίας, διότι με κάθε μετάθεση υπαλλήλου από το γλωσσικό κλάδο ανοίγει μία θέση του ίδιου επιπέδου στο γλωσσικό κλάδο, δεδομένου ότι η απόφαση της 11ης Ιουλίου 1984 επιτρέπει τη μετακίνηση και προς τις δυο κατευθύνσεις.
7
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι, αντίθετα με ό,τι ισχύει για το ένδικο βοήθημα του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι υπάλληλοι νομιμοποιούνται, βάσει των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, υπό την προϋπόθεση ότι υπέβαλαν προηγουμένως διοικητική ένσταση, να προσβάλουν είτε ατομικά μέτρα που εκδίδονται κατ' εφαρμογή γενικής αποφάσεως είτε την ίδια τη γενική απόφαση από τη στιγμή που τους βλάπτει. Στην προκειμένη περίπτωση, η βλάβη που τους προξενείται από την προσβαλλόμενη απόφαση συνίσταται στο γεγονός ότι κάθε μετάθεση υπαλλήλου του γλωσσικού κλάδου σε θέση της κατηγορίας Α συνεπάγεται μείωση του αριθμού των θέσεων που προορίζονται κανονικά για την προαγωγή υπαλλήλων της κατηγορίας αυτής. Εξηγούν σχετικώς ότι, ενώ η τοποθέτηση υπαλλήλου σε θέση που κηρύχτηκε κενή συνεπάγεται τη μεταφορά του στη νέα του θέση και ενδεχομένως σε άλλη γενική διεύθυνση μαζί με τη θέση στον προϋπολογισμό του βαθμού που κατείχε στην προηγούμενη γενική του διεύθυνση, έτσι ώστε να ανοίγει σ' αυτήν μια κενή θέση, δεν συμβαίνει το ίδιο στην περίπτωση που πληρούται μια κενή θέση κατηγορίας Α από υπάλληλο του γλωσσικού κλάδου, διότι δεν μπορεί να γίνει μεταφορά θέσεων του προϋπολογισμού, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 6 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, οι θέσεις της κατηγορίας Α και οι θέσεις του γλωσσικού κλάδου καταχωρούνται χωριστά στον προϋπολογισμό.
8
Κατά τους προσφεύγοντες, επομένως, η προσβαλλόμενη γενική απόφαση τους επιφέρει βλάβη, κατά το μέτρο που, λόγω της μείωσης των πιθανοτήτων προαγωγής τους, τους δημιουργεί προσωπικό, γεγεννημένο και ενεστώς συμφέρον να προκαλέσουν την ακύρωση της. Εκθέτουν ειδικότερα ότι εν προκειμένω ένας απ' αυτούς, ο Herbin, υπάλληλος βαθμού Α 7, ο οποίος περιελήφθη στον πίνακα των υπαλλήλων που προτάθηκαν προς προαγωγή στο βαθμό Α 6 για το 1984, ο οποίος πίνακας αποτελούνταν από 60 υπαλλήλους, εκ των οποίων προήχθησαν οι 52, θα είχε περισσότερες πιθανότητες προαγωγής, αν δεν είχαν μετατεθεί σε θέσεις βαθμού Α 6 τρεις υπάλληλοι βαθμού LA 6. 'Αλλος προσφεύγων, ο Fabbro, υπάλληλος βαθμού Α 6, που ήταν εγγεγραμμένος στον πίνακα των υπαλλήλων που προτείνονταν προς προαγωγή στο βαθμό Α 5 για το 1985, αντιμετώπισε επίσης μείωση των πιθανοτήτων προαγωγής του, για το λόγο ότι η διοίκηση μετέθεσε δύο υπαλλήλους βαθμού LA 6 σε θέσεις βαθμού Α 6. Τέλος, και ο Giuffrida, υπάλληλος βαθμού Α 4, αντιμετώπισε την παράνομη αύξηση του ενδεχόμενου αριθμού υποψηφίων για μια θέση βαθμού Α 3, που θα κηρυσσόταν.
9
Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 90, παράγραφος 2, σε συνδυασμό προς το άρθρο 91, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, θέτει ως προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής που προβλέπεται από το άρθρο 179 της Συνθήκης ΕΟΚ η προσβαλλόμενη πράξη να είναι βλαπτική για τον προσφεύγοντα· όπως δε έχει επανειλημμένα δεχτεί το Δικαστήριο, βλαπτικές μπορούν να θεωρηθούν μόνο οι πράξεις που μπορούν να θίξουν άμεσα μια ορισμένη υπηρεσιακή κατάσταση.
10
Όπως προκύπτει από το λεκτικό της, η προσβαλλόμενη πράξη της 11ης Ιουλίου 1984, που εκδόθηκε χωρίς επίκληση οποιασδήποτε διατάξεως που να παρέχει στην Επιτροπή σχετική εξουσιοδότηση, διατυπώνει απλώς την πρόθεση της διοικήσεως να λαμβάνει υπόψη στο μέλλον τις υποψηφιότητες των υπαλλήλων του κλάδου LA για την πλήρωση θέσεων της κατηγορίας Α και των υπαλλήλων της κατηγορίας Α για την πλήρωση θέσεων του κλάδου LÁ, ήδη από τη φάση του άρθρου 29, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. Η απλή εκδήλωση όμως αυτής της πρόθεσης, που μένει να εφαρμοστεί στο μέλλον, δεν μπορεί να δημιουργήσει αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις των υπαλλήλων.
11
Επομένως, η πράξη, της οποίας οι προσφεύγοντες ζητούν την ακύρωση, δεν μπορούσε να επιφέρει μεταβολές της υπηρεσιακής καταστάσεώς τους. Κατά συνέπεια, εφόσον η προσβαλλόμενη πράξη στερείται εννόμων αποτελεσμάτων και δεν έχει βλαπτικό χαρακτήρα, η προσφυγή στην υπόθεση 269/84 πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί της ουσίας της προσφυγής 292/84
12
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι παράνομες ως αντίθετες προς το άρθρο 45, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, το οποίο ορίζει ότι η « μετάβαση υπαλλήλου από κλάδο ή κατηγορία σε άλλο κλάδο ή ανώτερη κατηγορία δύναται να γίνει μόνο μετά από διαγωνισμό ».
13
Ο προσφεύγων θεωρεί ότι η διάταξη αυτή εκφράζει τη. βούληση του νομοθέτη να διακρίνει τις θέσεις ανάλογα με την κατηγορία ή τον κλάδο, όπου ανήκουν, και να προβλέπει αντίστοιχα διαφορετικές προϋποθέσεις προσλήψεως και εξελίξεως της σταδιοδρομίας, σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού· ο νομοθέτης διακρίνει όχι μόνο μεταξύ κατηγοριών αλλά και μεταξύ κατηγοριών και κλάδων. Επικαλείται σχετικώς, πέρα από το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού, τα άρθρα 7, παράγραφοι 1 και 2, 31, παράγραφος 1, 39, στοιχείο ε), 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ ), 41, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, 45, παράγραφος 1, 102, παράγραφος 4, καθώς και το άρθρο 14, δεύτερη παράγραφος, του παραρτήματος VIII.
14
Όσον αφορά ειδικότερα τη συγκρότηση του γλωσσικού κλάδου, αυτή οφείλεται, κατά τον προσφεύγοντα, στις ειδικές απαιτήσεις ως προς την εκπαίδευση και τα επαγγελματικά προσόντα, που συνεπάγονται κατ' ανάγκη προϋποθέσεις προσλήψεως διαφορετικής φύσεως από εκείνες της κατηγορίας Α, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Άλλωστε και η πρακτική που πάντα ακολούθησε η Επιτροπή είναι σύμφωνη προς τη διάκριση αυτή.
15
Η Επιτροπή αναφέρεται στη σκοπιμότητα της απόφασης της 11ης Ιουλίου 1984, εξηγώντας ότι η απόφαση αυτή εντάσσεται σε ένα σύνολο μέτρων, με τα οποία επιδιώκεται να επιτευχθεί μια μεγαλύτερη κινητικότητα του προσωπικού και να « αποστεγα-νοποιηθεί » η γλωσσική υπηρεσία, με την παροχή στους μεν υπαλλήλους μιας μεγαλύτερης ελευθερίας επιλογής, στη δε διοίκηση μιας ευρύτερης βάσης επιλογής προσωπικού, προς το συμφέρον της υπηρεσίας με λιγότερες διατυπώσεις. Σχετικά με τους υπαλλήλους του γλωσσικού κλάδου, η ενοποίηση αυτή των προϋποθέσεων προσλήψεως και σταδιοδρομίας με τις αντίστοιχες προϋποθέσεις που ισχύουν για τους υπαλλήλους της κατηγορίας Α εκτός κλάδου δικαιολογείται, αφενός, από την εκπαίδευση των υπαλλήλων LA, η οποία συχνά αντιστοιχεί σε δυνατότητες ευρύτερες από το άμεσο αντικείμενο της εργασίας τους και, αφετέρου, από την ανομοιογένεια της εκπαίδευσης των υπαλλήλων της κατηγορίας Α. Τέλος, η Επιτροπή τονίζει ότι η δυνατότητα που παρέχεται μ' αυτό τον τρόπο στους υπαλλήλους LA να υποβάλλουν υποψηφιότητα για θέσεις της. κατηγορίας Α ισχύει και προς την αντίθετη κατεύθυνση για τους υπαλλήλους της κατηγορίας Α, ενώ ισχύει ήδη από το 1971 για τους υπαλλήλους του επιστημονικού ή του τεχνικού κλάδου.
16
Σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 45, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η Επιτροπή αναπτύσσει μια επιχειρηματολογία που στηρίζεται στην αντίληψη ότι οι κλάδοι συγκροτούνται εντός μιας κατηγορίας. Φρονεί κατά συνέπεια ότι το γεγονός ότι ένας υπάλληλος ανήκει σε κλάδο δεν αναιρεί την ιδιότητα του ως υπαλλήλου που ανήκει στην κατηγορία, εντός της οποίας συγκροτείται ο κλάδος αυτός, και ότι τα αποτελέσματα που συνδέονται με την υπαγωγή στην κατηγορία αυτή δεν περιορίζονται στο επίπεδο των αποδοχών και μόνο.
17
Υπ' αυτή την οπτική γωνία, η Επιτροπή υποστηρίζει, σχετικά με τις προϋποθέσεις προσλήψεως και σταδιοδρομίας, ότι η παράγραφος 3 του άρθρου 5 δεν διαχωρίζει τις « κατηγορίες » από τους « κλάδους ». Η λέξη « αντίστοιχα » που χρησιμοποιείται στην παράγραφο 3 του άρθρου 5 του κανονισμού, η οποία επιβάλλει το ενιαίο των προϋποθέσεων προσλήψεως και σταδιοδρομίας για τους υπαλλήλους της ίδιας κατηγορίας ή του ίδιου κλάδου, δεν αναφέρεται στους όρους « κατηγορία » και « κλάδο », αλλά « στις ίδιες προϋποθέσεις προσλήψεως » και « εξελίξεως της σταδιοδρομίας », όπως προκύπτει από το γερμανικό και το αγγλικό κείμενο της διάταξης. Το γεγονός ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 5 του κανονισμού, περί δημιουργίας γλωσσικού κλάδου, προηγείται της παραγράφου 3 δεν παρέχει επιχείρημα υπέρ του αντιθέτου. Συνεπώς, κατά την Επιτροπή, το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού δεν απαγορεύει την πορεία προς την κατεύθυνση της ενοποίησης των προϋποθέσεων προσλήψεως και εξελίξεως της σταδιοδρομίας για την κατηγορία Α εκτός κλάδου και για το γλωσσικό κλάδο, πράγμα που θα επέτρεπε την υιοθέτηση μιας νέας πρακτικής, σύμφωνα με την οποία η μη γλωσσική επαγγελματική πείρα θα μπορεί να λαμβάνεται υπόψη και για τον υπάλληλο LA, ενώ ο υπάλληλος Α θα μπορεί να επικαλείται και επαγγελματική πείρα κυρίως γλωσσικής φύσεως.
18
Η Επιτροπή υποστηρίζει επομένως ότι ο κατά βάση ενιαίος χαρακτήρας των προϋποθέσεων που αντλούνται κατά τον κανονισμό από το γεγονός της υπαγωγής στην ίδια κατηγορία, χαρακτήρας που δεν αναιρείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του κανονισμού, καθιστά δυνατή τη μεταπήδηση, που δεν πρέπει να εξομοιώνεται προς πρόσληψη, από έναν κλάδο που είναι συνεστημένος εντός μιας κατηγορίας σε θέση « εκτός κλάδου » της ίδιας κατηγορίας, χωρίς διαγωνισμό.
19
Η Επιτροπή φρονεί ότι το άρθρο 45, παράγραφος 2, του κανονισμού επιβάλλει τη διαδικασία του διαγωνισμού για τη μεταπήδηση από έναν κλάδο σε άλλον ή για τη μεταπήδηση σε ανώτερη κατηγορία, όχι όμως και για τη μεταπήδηση από έναν κλάδο εντός μιας κατηγορίας προς την ίδια κατηγορία εκτός κλάδου και αντιστρόφως. Η χρήση του όρου « κλάδος » στην παράγραφο 2 του άρθρου 45 του κανονισμού, όπως φαίνεται σαφώς από το ολλανδικό και το αγγλικό κείμενο της ίδιας διάταξης, υποδηλώνει ότι η διαδικασία του διαγωνισμού επιβάλλεται μόνο για τη μεταπήδηση « σε άλλο κλάδο », ενώ ως προς την « κατηγορία » επιβάλλεται η ίδια διαδικασία μόνο για τη μεταπήδηση σε « ανώτερη κατηγορία ».
20
Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το να απαιτείται διαγωνισμός για τη μεταπήδηση υπαλλήλων του κλάδου LA προς την κατηγορία Α εκτός κλάδου θα έπρεπε να οδηγήσει στην επιβολή της ίδιας υποχρέωσης και στους υπαλλήλους του επιστημονικού και του τεχνικού κλάδου, οι οποίοι όμως μπορούν, από το 1971, να ζητούν τη μετάθεση τους σε θέσεις της κατηγορίας Α εκτός κλάδου.
21
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι όροι « κατηγορία » και « κλάδος » συνιστούν, στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, δύο χωριστές έννοιες που συνεπάγονται συγκεκριμένες έννομες συνέπειες. Ο κανονισμός συνέστησε κλάδους ( το γλωσσικό και τον επιστημονικό και τεχνικό ) και προέβλεψε και τη δυνατότητα να συσταθούν και άλλοι για να συγκεντρωθούν σ' αυτούς οι υπάλληλοι που ασκούν ειδικά καθήκοντα που απαιτούν και ειδικά προσόντα, ώστε να καταστεί δυνατή η χωριστή εξέλιξη της σταδιοδρομίας τους έτσι που να λαμβάνονται υπόψη αυτές οι ιδιομορφίες. Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι τα αποτελέσματα της υπαγωγής του υπαλλήλου σε κλάδο αναιρούνται από τις συνέπειες που απορρέουν κατά τον κανονισμό από την υπαγωγή σε κατηγορίες δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στις διατάξεις του κανονισμού. Αντιθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού, ο κλάδος μπορεί να συσταθεί με τη συγκέντρωση βαθμών που ανήκουν σε μία ή περισσότερες κατηγορίες. Τέλος, όπως προκύπτει σαφώς από διάφορες διατάξεις του κανονισμού, σχετικές με τη σταδιοδρομία και τις υπηρεσιακές καταστάσεις του υπαλλήλου, και αυτές ρυθμίζονται κατά τρόπο που αντανακλά άμεσα τη συστηματική διάκριση μεταξύ κατηγορίας και κλάδου.
22
Αυτό ισχύει προκειμένου για την τοποθέτηση του υπαλλήλου με διορισμό ή μετάθεση ( άρθρο 7, παράγραφος 1 ), την προσωρινή άσκηση καθηκόντων ( άρθρο 7, παράγραφος 2 ), το διορισμό ( άρθρο 31, παράγραφος 1 ), την επανένταξη μετά το πέρας της αποσπάσεως [ άρθρο 39, στοιχείο ε ) ] ή την επανένταξη μετά τη λήξη της άδειας για προσωπικούς λόγους [άρθρο 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ)], τη διαθεσιμότητα (άρθρο 41, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο), την προαγωγή (άρθρο 45, παράγραφος 1 ), την ένταξη των υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου (άρθρο 102, παράγραφος 4, στοιχείο β)] ή την επανένταξη μετά το πέρας περιόδου αναπηρίας (άρθρο 14, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII ).
23
Η διάκριση μεταξύ κατηγορίας και κλάδου προβλέπεται από το άρθρο 45, παράγραφος 2, το οποίο ορίζει ρητά ότι: « η μετάβαση υπαλλήλου από κλάδο ή κατηγορία σε άλλο κλάδο ή ανώτερη κατηγορία δύναται να γίνει μόνο μετά από διαγωνισμό ». Κατά συνέπεια, όπως έχει δεχτεί το Δικαστήριο με την απόφαση της 20ής Ιουνίου 1985 (υπόθεση 138/84, Σπαχή, Συλλογή 1985, σ.1939), η μεταπήδηση από το γλωσσικό κλάδο στο διοικητικό κλάδο της κατηγορίας Α μπορεί να γίνει μόνο με διαγωνισμό.
24
Η διάταξη αυτή του κανονισμού, που θεωρείται θεμελιώδης σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Δεκεμβρίου 1974 (υπόθεση 176/73, Van Belle, Rec. σ. 1361 ), δεν αφήνει, αντίθετα απ' ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, καμία διακριτική ευχέρεια στην διοίκηση να ενεργήσει διαφορετικά, μπορεί δε να εισαχθεί παρέκκλιση απ' αυτήν μόνο με διάταξη ίσης τυπικής ισχύος, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 98, παράγραφος 2, που ορίζει ότι « οι διατάξεις του άρθρου 45, παράγραφος 2, δεν εφαρμόζονται στους υπαλλήλους που αναφέρονται στο άρθρο 92 », δηλαδή στους υπαλλήλους του επιστημονικού ή του τεχνικού κλάδου. Τέτοια διάταξη δεν υπάρχει σχετικά με το γλωσσικό κλάδο.
25
Η Επιτροπή υποστηρίζει σχετικώς ότι το άρθρο 98, παράγραφος 2, δεν παρέχει επιχείρημα εξ αντιθέτου, διότι η παρέκκλιση αυτή θεσπίστηκε για να επιτραπεί η μεταπήδηση χωρίς διαγωνισμό μεταξύ υπαλλήλων του επιστημονικού και του τεχνικού κλάδου. Το επιχείρημα της Επιτροπής είναι αβάσιμο. Η διάταξη του άρθρου 98, παράγραφος 2, δεν εισάγει μερική παρέκκλιση, επιτρέπουσα τη μεταπήδηση των υπαλλήλων από κλάδο σε κλάδο, αλλά ολική παρέκκλιση από τον κανόνα που τίθεται στο άρθρο 45, παράγραφος 2, επιτρέποντας έτσι τη μεταπήδηση των υπαλλήλων του επιστημονικού ή του τεχνικού κλάδου όχι μόνο μεταξύ κλάδων αλλά και προς κατηγορία, και αντιστρόφως.
26
Πρέπει, κατά συνέπεια, να γίνει δεκτό ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 1984, με τις οποίες διορίστηκε ο R. Teerlink, υπάλληλος του γλωσσικού κλάδου, στη θέση κατηγορίας Α που είχε κηρυχθεί κενή με την ανακοίνωση κενής θέσεως COM/1207/84 και απορρίφθηκε η υποψηφιότητα του προσφεύγοντος για την ίδια αυτή θέση, αντιβαίνουν προς το άρθρο 45, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και πρέπει να ακυρωθούν.
Επί των δικαστικών εξόδων
27
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων της Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
28
Κατά συνέπεια, κάθε διάδικος στην υπόθεση 269/84 πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα επειδή δε η Επιτροπή ηττήθηκε στην υπόθεση 292/84, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της υπόθεσης αυτής.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή στην υπόθεση 269/84 ως απαράδεκτη.
2)
Στην υπόθεση 292/84, ακυρώνει τις αποφάσεις της Επιτροπής της 30ής Νοεμβρίου 1984, με τις οποίες διορίστηκε ο R. Teerlink, υπάλληλος του γλωσσικού κλάδου, στη θέση κατηγορίας Α που είχε κηρυχθεί κενή με την ανακοίνωση κενής θέσεως COM/1207/84 και απορρίφθηκε η υποψηφιότητα του προσφεύγοντος για την ίδια αυτή θέση.
3)
Κάθε διάδικος στην υπόθεση 269/84 φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
4)
Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της υπόθεσης 292/84.
Κακούρης
O'Higgins
Koopmans
Bahlmann
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 21 Οκτωβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του έκτου τμήματος
Κ. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy