ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 278/84 ( *1 )
Ι — Περιστατικά
1.
Το κοινοτικό σύστημα κοινών τιμών για τα γεωργικά προϊόντα στηριζόταν, καταρχάς, στον καθορισμό των τιμών, για όλα τα κράτη μέλη, σε λογιστικές μονάδες (τις οποίες από το 1979 αντικατέστησε το ECU) ·κατόπιν οι τιμές αυτές μετατρέπονταν σε εθνικό νόμισμα βάσει των σταθερών ισοτιμιών που είχαν δηλωθεί και είχαν γίνει δεκτές από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Επειδή, όμως, στην οικονομική ζωή γενικότερα διαμορφώθηκαν άλλες ισοτιμίες μεταξύ των νομισμάτων των κρατών μελών, κρίθηκε αναγκαία η θέσπιση, με τον κανονισμό 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στο γεωργικό τομέα ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192), του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών που αποβλέπουν στην αντιστάθμιση, με θετικά ή αρνητικά ποσά, στις συναλλαγές, της διαφοράς που υπάρχει μεταξύ της γεωργικής τιμής μετατροπής και της ισοτιμίας που στηρίζεται στην πραγματική τιμή συναλλάγματος.
Ωστόσο, καίτοι το σύστημα αυτό των εξισωτικών ποσών επέτρεψε την καταρχήν διατήρηση των τιμών στηρίξεως, που καθορίζονταν σε λογιστικές μονάδες, στο ίδιο ποσό για όλα τα κράτη μέλη, το σύστημα διαμόρφωνε επίπεδα τιμών, σε εθνικό νόμισμα, που διέφεραν από ένα κράτος μέλος σε άλλο. Εξάλλου, κάθε αύξηση των τιμών, σε λογιστικές μονάδες, χωρίς προσαρμογή των σταθερών ισοτιμιών, είχε ως συνέπεια αντίστοιχη αύξηση της ήδη υπάρχουσας διαφοράς μεταξύ των επιπέδων τιμών σε εθνικό νόμισμα. Ήταν, συνεπώς, αναγκαίο να περιοριστεί ο ρόλος των εφαρμοζόμενων νομισματικών εξισωτικών ποσών και να θεσπιστεί, κατά συνέπεια, το 1975, μια « αντιπροσωπευτική » ισοτιμία για όλα τα νομίσματα των κρατών μελών, εγγύτερη προς την οικονομική πραγματικότητα του γεωργικού τομέα, βάσει της οποίας έπρεπε να υπολογίζονται οι εθνικές γεωργικές τιμές.
2.
Για την απάλειψη των διαφορών που προκαλούσαν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά και στο πλαίσιο της προσπάθειας για την επαναφορά του γεωργικού τομέα στην οικονομική πραγματικότητα μέσω της ευθυγράμμισης των αντιπροσωπευτικών ισοτιμιών με τις πραγματικές ισοτιμίες (τις κεντρικές ισοτιμίες), το Συμβούλιο θέσπισε τον κανονισμό 855/84, της 31ης Μαρτίου 1984, για τον υπολογισμό και την κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται σε ορισμένα γεωργικά προϊόντα ( ΕΕ L 90, σ. 1 ). Ο κανονισμός αυτός προβλέπει, αφενός, τροποποιήσεις του υπολογισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών ( άρθρο 1 ) και, αφετέρου, τροποποιήσεις των αντιπροσωπευτικών ισοτιμιών, καθώς και « αντισταθμιστικά μέτρα » ( άρθρα 2 έως 6).
α)
Το άρθρο 2 του προαναφερθέντος κανονισμού ορίζει ότι τα παραρτήματα του αντικαθιστούν τα παραρτήματα του κανονισμού 1223/83 του, Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1983, περί των τιμών συναλλάγματος που πρέπει να εφαρμοστούν στο γεωργικό τομέα ( ΕΕ L 132, σ. 33 ). Ειδικότερα για τα σιτηρά, τη ζάχαρη και το άμυλο των γεωμήλων προκύπτουν οι ακόλουθες τροποποιήσεις των αντιπροσωπευτικών ισοτιμιών μετατροπής για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας:
Αξία σε ECU
μέχρι 31. 12. 1984
από 1.1.1985
Σιτηρά
2,52875 DM
2,39792 DM
Ζάχαρη
2,51457 DM
2,38516 DM
Άμυλο γεωμήλων
2,51457 DM
2,38516 DM
β)
Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας οι νέες αντιπροσωπευτικές ισοτιμίες μετατροπής συνεπάγονται μείωση των εκφραζόμενων στο νόμισμα της χώρας τιμών στηρίξεως κατά ποσοστό 5,2 % περίπου από 1ης Ιανουαρίου 1985. Η ανατίμηση αυτή των αντιπροσωπευτικών ισοτιμιών είχε, συνεπώς, ως αποτέλεσμα τη μείωση του γεωργικού εισοδήματος στη Γερμανία και, ως αντιστάθμισμα, επιτράπηκε στην κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να χορηγήσει, δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 855/84, ειδική ενίσχυση « στους γερμανούς γεωργικούς παραγωγούς », το ύψος της οποίας δεν μπορούσε να υπερβεί το 3 o/ο της τιμής, χωρίς ΦΠΑ, που κατέβαλε ο αγοραστής του γεωργικού προϊόντος.
γ)
Σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού 855/84, η Κοινότητα μετέχει στη χρηματοδότηση της εν λόγω ενισχύσεως, κατά τρόπο φθίνοντα, με 120 εκατομμύρια ECU το 1985 και με 100 εκατομμύρια ECU το 1986.
δ)
Τέλος, το άρθρο 7 του κανονισμού 855/84 προβλέπει ότι
« τα αναγκαία μεταβατικά μέτρα προκειμένου:
—
να διευκολυνθεί το πέρασμα από το ένα σύστημα υπολογισμού των εξισωτικών νομισματικών ποσών στο άλλο,
—
να αποφευχθούν διαταραχές λόγω της ανατίμησης των αντιπροσωπευτικών ισοτιμιών του γερμανικού μάρκου και του ολλανδικού φιορινιού την 1η Ιανουαρίου 1985,
μπορούν να θεσπιστούν, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 6 του κανονισμού 974/71 ».
3.
Το τελευταίο αυτό άρθρο παραπέμπει, σε ό,τι αφορά τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί, στο σύστημα που καθορίζει το άρθρο 26 του κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158). Το σύστημα αυτό, που ονομάστηκε επιτροπή διαχειρίσεως, συνίσταται στη σύσταση επιτροπής συγκείμενης από εκπροσώπους των κρατών μελών, με πρόεδρο έναν εκπρόσωπο της Επιτροπής, η οποία διατυπώνει γνώμη επί των σχεδίων των διαφόρων μέτρων που προτίθεται να λάβει η Επιτροπή. Το άρθρο 26, παράγραφος 2, του κανονισμού 2727/75 προβλέπει, ιδίως, ότι η επιτροπή αυτή γνωμοδοτεί σχετικά με τα μέτρα αυτά « εντός προθεσμίας που ο πρόεδρος δύναται να καθορίσει σε συνάρτηση με τον επείγοντα χαρακτήρα των θεμάτων που υποβλήθηκαν προς εξέταση ». Αν η εν λόγω επιτροπή δεν διατυπώσει γνώμη εντός της προβλεπομένης προθεσμίας, η Επιτροπή μπορεί να θεσπίσει την εν λόγω ρύθμιση.
Τις διατάξεις αυτές συμπλήρωσε, ωστόσο, ο εσωτερικός κανονισμός των επιτροπών διαχειρίσεως του γεωργικού τομέα. Από τον εσωτερικό αυτό κανονισμό προκύπτει, ιδίως, ότι ο πρόεδρος της επιτροπής αυτής καταρτίζει την ημερήσια διάταξη ( άρθρο 2 ). Το άρθρο 3 του εσωτερικού κανονισμού προβλέπει:
« Η σύγκληση, η ημερήσια διάταξη και τα σχέδια μέτρων για τα οποία ζητείται η γνώμη της επιτροπής, καθώς και όλα τα άλλα έγγραφα εργασίας διαβιβάζονται από τον πρόεδρο στους εκπροσώπους των κρατών μελών στην επιτροπή... Τα έγγραφα αυτά πρέπει να περιέλθουν στις μόνιμες αντιπροσωπείες των κρατών μελών το βραδύτερο οκτώ ημέρες πριν από την ημερομηνία της συνόδου.
Κατόπιν αιτήσεως εκπροσώπου κράτους μέλους, ή εξ ιδίας πρωτοβουλίας, ο πρόεδρος μπορεί, σε επείγουσες περιπτώσεις, όταν τα προς θέσπιση μέτρα πρέπει να εφαρμοστούν αμέσως, να συντομέψει την προθεσμία διαβιβάσεως που προβλέπει το προηγούμενο εδάφιο μέχρι δύο πλήρεις εργάσιμες ημέρες πριν από την ημερομηνία της συνόδου...
Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, κατόπιν αιτήσεως αντιπροσώπου κράτους μέλους, ή κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας, ο πρόεδρος μπορεί να εγγράψει ένα ζήτημα στην ημερήσια διάταξη της συνόδου κατά τη διάρκεια της συνόδου. »
Εξάλλου, το άρθρο 4 έχει ως εξής:
« Σε περίπτωση που ζητείται η έκδοση γνώμης, εάν επέλθει ουσιαστική τροποποίηση του σχεδίου, ή αν υποβλήθηκε κατά τη σύνοδο σχέδιο επί θέματος της ημερήσιας διατάξεως, ή αν ένα νέο ζήτημα περιελήφθη στην ημερήσια διάταξη, ο πρόεδρος, κατόπιν αιτήσεως εκπροσώπου κράτους μέλους, μεταθέτει την ψηφοφορία στο τέλος της συνεδριάσεως· αν ανακύψουν ειδικές δυσχέρειες, παρατείνει τη σύνοδο μέχρι την επόμενη ημέρα. »
Ο εσωτερικός κανονισμός ψηφίστηκε σε κοινή σύνοδο των επιτροπών διαχειρίσεως του γεωργικού τομέα που πραγματοποιήθηκε στις 22 Ιουλίου 1965. Κατά τη σύνοδο αυτή περιελήφθησαν στα πρακτικά οι εξής δηλώσεις:
«Στο άρθρο 3:
Είναι αυτονόητο ότι η διάταξη αυτή δεν παρέχει τη δυνατότητα, ούτε στην Επιτροπή ούτε στα κράτη μέλη, να υποβάλουν ερωτήματα των οποίων η αναγκαιότητα δεν είναι προφανής.
Ο πρόεδρος διευκρινίζει ότι η εκτίμηση του επείγοντος ενός θέματος που ζητείται να περιληφθεί στην ημερήσια διάταξη εξαρτάται τελικώς από την απόφαση του προέδρου.
Στο άρθρο 4:
Είναι αυτονόητο ότι η μετάθεση της ψηφοφορίας στο τέλος της συνεδριάσεως και η παράταση της μέχρι την επόμενη ημέρα έχουν ως σκοπό να επιτρέψουν στις αντιπροσωπείες να λάβουν οδηγίες. »
4.
Ο κανονισμός 855/84 τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου 1984.
Από το Μάιο του 1984, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ζήτησε επανειλημμένως απο την Επιτροπή να ρυθμίσει τα προβλήματα που προκαλούνται από την εφαρμογή της νέας τιμής μετατροπής, αντισταθμίζοντας την αναμενόμενη από 1ης Ιανουαρίου 1985 μείωση τιμών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
Αφενός, μετά από την αίτηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το Συμβούλιο με την απόφαση του 84/361, της 30ής Ιουνίου 1984, για ενίσχυση παρεχόμενη στους παραγωγούς γεωργικών προϊόντων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ( ΕΕ L 185, σ. 41 ), αύξησε από 3 σε 5 ο/ο το ανώτατο ποσό ειδικής ενισχύσεως που χορηγείται στους γερμανούς γεωργικούς παραγωγούς, σύμφωνα με το άρθρο 3 του προαναφερθέντος κανονισμού 855/84, και ενέκρινε επίσπευση της χορηγήσεως της ενισχύσεως από 1ης Ιουλίου 1984.
Αφετέρου, ο ομοσπονδιακός υπουργός τροφίμων, γεωργίας και δασών Kiechle, επέστησε, μεταξύ άλλων, με επιστολή της 20ής Ιουλίου 1984, την προσοχή της Επιτροπής στο γεγονός ότι αυτή η μείωση των τιμών θα επηρέαζε επίσης τους « επιχειρηματίες των επομένων σταδίων », δηλαδή το εμπόριο των γεωργικών προϊόντων και τη βιομηχανία μεταποιήσεως των εν λόγω προϊόντων. Επιβάλλεται συνεπώς, κατά τον υπουργό, να κάνει η Επιτροπή, κατά τη διάρκεια του ίδιου αυτού μήνα, χρήση της εξουσίας που της παρέχει το άρθρο 7 του κανονισμού 855/84, καθορίζοντας ένα χρηματοδοτούμενο από την Κοινότητα αντιστάθμισμα της πτώσεως των τιμών η λύση του προβλήματος ήταν επείγουσα διότι, δεδομένου ότι πλησίαζε η συγκομιδή, θα παρουσιάζονταν σοβαρές δυσχέρειες στη γερμανική αγορά λόγω της ασάφειας σχετικά με το ενδεχόμενο αντιστάθμισμα.
Εξάλλου, με έγγραφο της 29ης Αυγούστου 1984, ο υφυπουργός Rohr ανέφερε στην Επιτροπή ότι, λόγω του απροσδόκητου μεγέθους της συγκομιδής και επειδή η Επιτροπή δεν είχε ακόμα λάβει απόφαση σχετικά με το σύστημα. αντισταθμίσεως της πτώσεως των τιμών, στον οικονομικό τομέα επικρατούσε πλήρης αβεβαιότητα. Εξάλλου, στην αγορά επικράτησε αναστάτωση, καθόσον οι επιχειρήσεις εμπορίας και μεταποιήσεως επιχειρούσαν να διασφαλιστούν προσφεύγοντας στην παρέμβαση. Δεδομένης της σαφούς ευθύνης της Κοινότητας για τα προβλήματα αυτά, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν θα ήταν σε θέση να χρηματοδοτήσει τις αντισταθμίσεις από τον εθνικό προϋπολογισμό. Τέλος, κατά την άποψη της ομοσπονδιακής κυβερνήσεως, μόνο άμεση παρέμβαση της Επιτροπής θα μπορούσε να περιορίσει τη ζημία που απειλούσε τις αγορές και τα οικονομικά της Κοινότητας.
5.
Στις 14 Σεπτεμβρίου 1984, η Επιτροπή δημοσίευσε ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα ( ΕΕ L 244, σ. 45 ), η οποία είχε ως εξής:
« Εφιστάται η προσοχή των ενδιαφερομένων στην πρόθεση της Επιτροπής να λάβει μέτρα στον τομέα των σιτηρών, βάσει του άρθρου 7 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 855/44, για να αποφευχθούν οι υπερβολικά υψηλές αγορές στην παρέμβαση, λόγω της αλλαγής της αντιπροσωπευτικής τιμής του γερμανικού μάρκου... την 1η Ιανουαρίου 1985. Τα μέτρα αυτά μπορούν να εφαρμοστούν στις ποσότητες που προσφέρονται στον οργανισμό παρέμβασης από την ημέρα της δημοσίευσης της παρούσας ανακοίνωσης. »
6.
Με τηλετύπημα της 18ης Σεπτεμβρίου 1984, που περιήλθε στις αρμόδιες αρχές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αυθημερόν στις 12.36', τα μέλη των επιτροπών διαχειρίσεως « ζητήματα γεωργικά-νομισμα-τικά» ( τομείς σιτηρών και ζάχαρης ) προσκλήθηκαν σε συνεδρίαση για τις 20 Σεπτεμβρίου 1984, ώρα 10.00. Σύμφωνα με την πρόσκληση, το πρώτο θέμα ημερήσιας διατάξεως ήταν «γνώμη επί σχεδίου κανονισμού της Επιτροπής σχετικά με τα μεταβατικά μέτρα που έπρεπε να ληφθούν ενόψει της ανατιμήσεως της αντιπροσωπευτικής τιμής του γερμανικού μάρκου... την 1η Ιανουαρίου 1985». Το ίδιο το κείμενο του σχεδίου δεν είχε επισυναφθεί στην πρόσκληση.
Κατά τη συνεδρίαση των επιτροπών διαχειρίσεως, στις 20 Σεπτεμβρίου 1984, το σχέδιο κανονισμού της Επιτροπής διανεμήθηκε ως έγγραφο συνεδριάσεως. Η συνεδρίαση των επιτροπών διαχειρίσεως διακόπηκε στις 12.30 και επανελήφθη μόλις στις 15.00. Η οριστική ψηφοφορία διεξήχθη περί τις 16.00, χωρίς να εκδοθεί γνώμη. Σε ό,τι αφορά τη θέση της γερμανικής αντιπροσωπείας κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως αυτής, από τα συνοπτικά πρακτικά προκύπτει ότι « εξέφρασε την έντονη αντίθεση της αρχής για τα μέτρα που προτείνει η Επιτροπή, αναφερόμενη στις δηλώσεις που έκανε στο Συμβούλιο ο υπουργός της », σε ό,τι αφορά την «προσαρμογή των ελαχίστων τιμών (άρθρο 3): ... η γερμανική αντιπροσωπεία τόνισε ότι, αφενός, έπρεπε να καθοριστούν διαφορετικές μέσες ισοτιμίες ανάλογα με το αν πρόκειται για τεύτλα ή για γεώμηλα, λαμβανομένων υπόψη των διαφορετικών αντιπροσωπευτικών ισοτιμιών στους τομείς της ζάχαρης και των σιτηρών και ότι, αφετέρου, εξέφρασε την επιθυμία να διευκρινιστεί στο τελικό κείμενο αν η προβλεπόμενη μέση ισοτιμία εφαρμόζεται επίσης στα γεώμηλα που έχουν ήδη παραδοθεί για εξαγωγή του αμύλου » καθώς και ότι « η γερμανική αντιπροσωπεία (αμφισβήτησε) τα ίδια τα μέτρα και το κύρος του άρθρου 7 του κανονισμού 855/84 για την κάλυψη μέτρων που πλήττουν τις γερμανικές επιχειρήσεις ».
7.
Στις 20 Σεπτεμβρίου 1984, η Επιτροπή θέσπισε τον κανονισμό 2677/84, για τη λήψη μεταβατικών μέτρων με σκοπό την ανατίμηση της αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας του γερμανικού μάρκου την 1η Ιανουαρίου 1985, που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 21ης Σεπτεμβρίου 1984 ( ΕΕ L 253, σ. 31 ), ημερομηνία από την οποία άρχισε η ισχύς του. Ο κανονισμός περιέχει ορισμένες ειδικές μεταβατικές διατάξεις για τους τομείς των σιτηρών, της ζάχαρης και του αμύλου γεωμήλων.
α)
Για τα σιτηρά η Επιτροπή έθεσε όριο στις ποσότητες που μπορούν να παραδοθούν στην παρέμβαση πριν από την 1η Ιανουαρίου 1985, βάσει της παλαιάς ισοτιμίας του γερμανικού μάρκου. Το άρθρο 1 του κανονισμού 2677/84 ορίζει σχετικώς ότι:
« 1.
Ο γερμανικός οργανισμός παρέμβασης αγοράζει τις ποσότητες μαλακού σίτου, κριθής και σίκαλης που του προσφέρονται, κατά την περίοδο από 14 Σεπτεμβρίου έως 31 Δεκεμβρίου 1984, υπό τους εξής όρους:
α)
η τιμή παρέμβασης, μετατραπείσα σε εθνικό νόμισμα με τη βοήθεια της αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας που ισχύει έως τις 31 Δεκεμβρίου 1984, εφαρμόζεται:
—
στο μαλακό σίτο, στην κριθή και στη σίκαλη συγκομιδής Γερμανίας,
και
—
εντός του ορίου μιας ποσότητας 2500000 τόνων, αφαιρουμένων των ποσοτήτων που προσφέρθηκαν στο γερμανικό οργανισμό παρέμβασης κατά την περίοδο από 1ης Αυγούστου έως 13 Σεπτεμβρίου 1984 και παραλήφθηκαν από τον εν λόγω οργανισμό παρέμβασης·
β)
η τιμή παρέμβασης, μετατραπείσα σε εθνικό νόμισμα με την αντιπροσωπευτική ισοτιμία που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1985, εφαρμόζεται σε όλες τις υπόλοιπες ποσότητες μαλακού σίτου, κριθής και σίκαλης που προσφέρθηκαν στο γερμανικό οργανισμό παρέμβασης.
2.
Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στις ποσότητες αρτοποιήσιμου μαλακού σίτου που αγοράστηκαν με διαγωνισμό της παρέμβασης στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1810/84.
3.
Οι γερμανικές αρχές θεσπίζουν τις αναγκαίες διαδικασίες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, εφαρμόζοντας, σε περίπτωση υπέρβασης της ποσότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο α), μια κατανομή pro rata των ποσοτήτων που προσφέρθηκαν.
Μπορούν, εξάλλου, να προβλέψουν μια κατανομή της ποσότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο α), ρεταξύ των σιτηρών καθώς και μια κατανομή ανά περιόδους. »
β)
Για τη ζάχαρη η Επιτροπή αποφάσισε, αφενός, την επίσπευση εφαρμογής της νέας ανατιμημένης ισοτιμίας για τις αγορές από την παρέμβαση, από 21ης Σεπτεμβρίου 1984 και, αφετέρου, την εφαρμογή, για όλη την περίοδο 1984/85 (1η Ιουλίου 1984 έως 30 Ιουνίου 1985), μιας σταθμισμένης ισοτιμίας για τη μετατροπή σε εθνικό νόμισμα των ελαχίστων τιμών ζαχαρότευτλων, την οποία πρέπει να καταβάλουν υποχρεωτικώς οι παραγωγοί ζάχαρης δυνάμει του κανονισμού 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως της αγοράς ζάχαρης ( ΕΕ L 177, σ. 4 ). Τα άρθρα 2 και 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2677/84 προβλέπουν σχετικώς:
«Άρθρο 2
Όσον αφορά τις προσφορές της ζάχαρης που έγιναν αποδεκτές από το γερμανικό οργανισμό παρέμβασης από την ημέρα της έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, η τιμή αγοράς της λευκής ζάχαρης και εκείνη της μεικτής ζάχαρης μετατρέπονται σε εθνικό νόμισμα με την αντιπροσωπευτική ισοτιμία που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1985.
Άρθρο 3
1. Όσον αφορά τις ελάχιστες τιμές ζαχαρότευτλων Α και Β, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1106/84, που πρέπει να καταβληθούν στη Γερμανία από τους παρασκευαστές ζάχαρης στους παραγωγούς ζαχαρότευτλων για όλη την περίοδο εμπορίας 1984/85, η μετατροπή σε εθνικό νόμισμα πραγματοποιείται με τη χρήση του εξής συντελεστή: 1 ECU = 2,41751 DM. »
γ)
Τέλος για το άμυλο γεωμήλων, ο κανονισμός 2677/84 προβλέπει, όπως και για τις ελάχιστες τιμές των ζαχαρότευτλων, προσαρμογή, για όλη την περίοδο 1984/85, της ελάχιστης τιμής που πρέπει να καταβληθεί στους παραγωγούς γεωμήλων κατά το στάδιο της παραδόσεως στο εργοστάσιο, η οποία καθορίζεται δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2742/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί επιστροφών στην παραγωγή στον τομέα των σιτηρών και της ορύζης ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 197 ), προκειμένου να διασφαλιστεί δίκαιο εισόδημα στους παραγωγούς γεωμήλων. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 2677/84 ορίζει:
«Όσον αφορά το ελάχιστο ποσό των 266,81 ECU που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2742/75, ως στοιχείο της τιμής που θα καταβληθεί στη Γερμανία από τους παρασκευαστές αμύλου και τους παραγωγούς γεωμήλων για όλη την περίοδο εμπορίας 1984/85, η μετατροπή σε εθνικό νόμισμα πραγματοποιείται με τη χρήση του εξής συντελεστή: 1 ECU = 2,43063 DM. »
δ)
Τα μεταβατικά αυτά μέτρα δικαιολογούνται ως εξής στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού:
« 1.
...
2.
ότι, όσον αφορά τα σιτηρά, οι ασυνήθιστα υψηλές πωλήσεις στην παρέμβαση πριν από την 1η Ιανουαρίου 1985 μπορούν να δημιουργήσουν διαταραχές της αγοράς και του συστήματος παρέμβασης στη Γερμανία· ότι πρέπει, επομένως, να καθοριστεί μια μέγιστη ποσότητα σιτηρών που παράγονται στη Γερμανία που μπορεί ακόμα, έως τις 31 Δεκεμβρίου 1984, να πωληθεί στον οργανισμό παρέμβασης αυτού του κράτους μέλους σε τιμές παρέμβασης που έχουν μετατραπεί σε εθνικό νόμισμα με την αντιπροσωπευτική ισοτιμία που ισχύει προς το παρόν, ενώ η νέα ισοτιμία εφαρμόζεται στις τιμές παρέμβασης που καταβάλλονται για τις υπόλοιπες ποσότητες που ενδεχομένως προσφέρονται στο γερμανικό οργανισμό παρέμβασης' ότι η εν λόγω μέγιστη ποσότητα πρέπει να καθοριστεί συναρτήσει εκείνης — η οποία μπορεί να εκτιμηθεί σε 2500000 τόνους — που θα προσφερόταν στην παρέμβαση υπό κανονικές συνθήκες, λαμβανομένου υπόψη του μεγέθους της συγκομιδής του έτους 1984 και εξαιρουμένων των ποσοτήτων αρτοποιήσιμου μαλακού σίτου που προσφέρθηκαν στην παρέμβαση στο πλαίσιο του κανονισμού ( ΕΟΚ) αριθ. 1810/84 της Επιτροπής' ότι, προκειμένου να είναι αποτελεσματικό, το μέτρο αυτό εφαρμόζεται στις ποσότητες που προσφέρονται στο γερμανικό οργανισμό παρέμβασης από τις 14 Σεπτεμβρίου 1984 λαμβανομένης υπόψη της ανακοίνωσης της Επιτροπής που δημοσιεύθηκε κατά την ίδια ημερομηνία με την οποία προειδοποιεί τους ενδιαφερόμενους για το κατεπείγον ενός παρόμοιου μέτρου'
3.
ότι, όσον αφορά τη ζάχαρη, η εφαρμογή από 1ης Ιανουαρίου 1985 μιας νέας αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας του γερμανικού μάρκου και επομένως μιας μείωσης της τιμής παρέμβασης της ζάχαρης εκφρασμένης σε εθνικό νόμισμα από την ημερομηνία αυτή στη Γερμανία, μπορεί να παρακινήσει τους παρασκευαστές να πωλήσουν αμέσως στην παρέμβαση τις ποσότητες ζάχαρης που τέθηκαν κανονικά σε εμπορία ύστερα από την ημερομηνία αυτή ότι ένα παρόμοιο μέτρο με εκείνο που ελήφθη στον τομέα των σιτηρών δεν μπορεί να εφαρμοστεί για τη ζάχαρη εξαιτίας της έλλειψης δυνατότητας πωλήσεως στην παρέμβαση υπό κανονικές συνθήκες της αγοράς' ότι πρέπει, ως εκ τούτου, να προβλεφθεί η εφαρμογή μόνο όσον αφορά τις αγορές στην παρέμβαση στο κράτος μέλος αυτό της νέας αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας του γερμανικού μάρκου από τη στιγμή της έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού'
4.
ότι, δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1785/81 του Συμβουλίου της30ής Ιουνίου 1981 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) αριθ. 606/82, οι παρασκευαστές ζάχαρης έχουν υποχρέωση να πληρώσουν στους παραγωγούς ζαχαρότευτλων τις ελάχιστες τιμές για τα ζαχαρότευτλα Α και Β·ότι, εξαιτίας της μετατροπής της αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας του γερμανικού μάρκου την 1η Ιανουαρίου 1985, οι ελάχιστες αυτές τιμές εκφρασμένες σε εθνικό νόμισμα θα έπρεπε κανονικά να αλλάξουν κατά την ημερομηνία αυτή στη Γερμανία' ότι, ωστόσο, η περίοδος συγκομιδής και μεταποίησης του ζαχαρότευτλου σε ζάχαρη αρχίζει στο κράτος μέλος αυτό αρχές Οκτωβρίου και συνεχίζεται έως το τέλος Δεκεμβρίου, μήνας κατά τον οποίο η εμπορία της παραχθείσας ζάχαρης διεξάγεται σταθερά έως τη νέα συγκομιδή· ότι υπό τις συνθήκες αυτές και προκειμένου να μην επιβαρυνθούν μόνον οι παρασκευαστές ζάχαρης με ό,τι συνεπάγεται μια πτώση των τιμών εκφρασμένη σε εθνικό νόμισμα από την 1η Ιανουαρίου 1985, πρέπει να προσαρμοστούν οι συντελεστές μετατροπής που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των ελάχιστων αυτών τιμών, για όλη την περίοδο εμπορίας· ότι, για να εξασφαλιστεί μια δίκαιη μεταχείριση των παρασκευαστών ζάχαρης και των παραγωγών ζαχαρότευτλων, πρέπει να ληφθεί υπόψη η χρησιμοποίηση ενός μέσου συντελεστή μετατροπής για τις ελάχιστες αυτές τιμές, που λαμβάνεται με στάθμιση, αφενός, της παλιάς αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας για μια περίοδο τριών μηνών κατά την οποία οι μηχανισμοί της κοινής οργάνωσης της αγοράς, εξαιρουμένης της παρέμβασης, παραμένουν ακόμα αμετάβλητοι και, αφετέρου, της νέας αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας για μια περίοδο εννέα μηνών·
5.
ότι ένα ανάλογο πρόβλημα τίθεται στη Γερμανία όσον αφορά το άμυλο γεωμήλων ότι πράγματι το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2742/75 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1026/84, επιβάλλει την τήρηση, εκ μέρους των παραγωγών αυτού του προϊόντος, μιας ελάχιστης τιμής που καταβάλλεται στους παραγωγούς των γεωμήλων ότι η τιμή του αμύλου του γεωμήλου βρίσκεται, δυνάμει των κοινοτικών διατάξεων, σε μια σχέση ισορροπίας με το άμυλο κυρίως του αραβοσίτου· ότι η παραγωγή αμύλου σιτηρών εκτείνεται σε όλη την περίοδο, ενώ η παραγωγή αμύλου γεωμήλου περιορίζεται στους πρώτους μήνες της περιόδου εμπορίας· ότι, κατά συνέπεια, θα υπάρξει κίνδυνος σημαντικής αποθεματοποίησης αμύλου γεωμήλων στο τέλος του έτους 1984 και οι παραγωγοί του προϊόντος αυτού θα υποστούν οι ίδιοι την πτώση της τιμής που θα επέλθει κατά την ημερομηνία αυτή, δεδομένης της πτώσης των τιμών των ανταγωνιστικών προϊόντων ότι πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα να μοιραστούν εξίσου τον κίνδυνο αυτό οι παρασκευαστές αμύλου και οι παραγωγοί γεωμήλων και να προσαρμοστεί, κατά συνέπεια, για όλη την περίοδο εμπορίας, η προαναφερόμενη ελάχιστη κοινοτική τιμή εκφρασμένη σε γερμανικά μάρκα, σύμφωνα με την ίδια αρχή που εφαρμόστηκε και στις ελάχιστες τιμές των ζαχαρότευτλων. »
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1.
Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Νοεμβρίου 1984, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας άσκησε την παρούσα προσφυγή με την οποία ζητεί ακύρωση των άρθρων 1, 2 και 3 του κανονισμού 2677/84.
2.
Με χωριστό δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την ίδια ημέρα, η προσφεύγουσα υπέβαλε, κατ' εφαρμογή ιδίως του άρθρου 185, εδάφιο 2, της Συνθήκης και του άρθρου 83 του κανονισμού διαδικασίας, αίτηση αναστολής εκτελέσεως των εν λόγω άρθρων του κανονισμού 2677/84.
3.
Με Διάταξη της 13ης Δεκεμβρίου 1984, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, αφού άκουσε τους διαδίκους κατά τη συνεδρίαση της 10ης Δεκεμβρίου 1984, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, απέρριψε το αίτημα αυτό.
4.
Μετά από έκθεση του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Οι διάδικοι κλήθηκαν να απαντήσουν γραπτώς σε ορισμένα ερωτήματα. Οι απαντήσεις περιήλθαν στο Δικαστήριο εντός της προθεσμίας που είχε οριστεί.
5.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει άκυρα και χωρίς έννομο αποτέλεσμα τα άρθρα 1, 2 και 3 του κανονισμού 2677/84·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
6.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα περιλαμβανομένων και των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
III — Λόγοι και επιχειρήματα των διαδίκων
Προς στήριξη της προσφυγής της, η κυβέρνηση της Ομοσπονοιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προβλλζι τους ακόλουθους λόγους:
i)
παράβαση ουσιωδών τύπων
ii)
έλλειψη εξουσιοδοτήσεως σε συνδυασμό με παραβίαση της αρχής της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως των νομισματικών εξισωτικών ποσών
iii)
παράβαση του κανονισμού 855/84 του Συμβουλίου λόγω της μεταβολής των προθεσμιών που καθορίζει ο εν λόγω κανονισμός για την εφαρμογή της νέας αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας του γερμανικού μάρκου·
iν)
παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
ν)
παραβίαση της απαγορεύσεως θεσπίσεως αντιφατικών διατάξεων και
νi)
παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
i) Παράβαση ουσιωδών τύπων (άρθρο 155, τέταρτη περίπτωση, της ζυνθήκης, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του κανονισμού 974/71, σε συνδυασμό με το άρθρο 26 του κανονισμού 2727/75, κατά την κατάρτιση του κανονισμού 2677/84)
1.
Κατά τη γνώμη της γερμανικής κυβερνήσεως, τα μέλη των επιτροπών διαχειρίσεως — ιδίως οι Γερμανοί — δεν είχαν την επαρκή δυνατότητα, πριν από τη θέσπιση του κανονισμού 2677/84, να προετοιμαστούν δεόντως σχετικά με το σχέδιο κανονισμού και τη θέσπιση του. Συνεπώς, ο κανονισμός 2677/84, που θεσπίστηκε σύμφωνα με τη διαδικασία , που ορίζουν τα άρθρα 6 του κανονισμού 974/71 και 26 του κανονισμού 2727/75, θεσπίστηκε κατά παραβίαση ουσιωδών τύπων και μη τήρηση της διαδικασίας.
Η γερμανική κυβέρνηση υπογραμμίζει, σχετικώς, ότι μια επιτροπή διαχειρίσεως μπορεί να εκπληρώσει κανονικώς τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί μόνο όταν τα μέλη της έχουν την επαρκή δυνατότητα να εξετάσουν προηγουμένως τα μέτρα που σχεδιάζει να λάβει η Επιτροπή. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26, παράγραφος 2, του κανονισμού 2727/75, ο απαιτούμενος χρόνος προετοιμασίας για την επιτροπή διαχειρίσεως είναι, μεταξύ άλλων, συνάρτηση της σημασίας και της δυσκολίας των σχεδιαζόμενων μέτρων. Στην παρούσα περίπτωση οι αρχές αυτές παραβιάστηκαν. Πράγματι, ενόψει ζητημάτων τόσο σημαντικών και περίπλοκων όπως τα παρόντα, χρειαζόταν χρόνος προετοιμασίας τουλάχιστον μιας εβδομάδας. Υπήρξαν μόνο δύο πλήρεις και εργάσιμες ημέρες για την προετοιμασία της συνόδου και μόλις κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως αυτής, ως έγγραφο συνεδριάσεως τέθηκε υπόψη των μελών των επιτροπών το σχέδιο της Επιτροπής, τα δε μέλη κλήθηκαν να εκφέρουν την οριστική τους γνώμη κατά τη διάρκεια της ίδιας αυτής συνεδριάσεως.
Ενώ η Επιτροπή, για να δικαιολογήσει την ενώπιον των επιτροπών διαχειρίσεως διαδικασία, επικαλείται την ύπαρξη περιπτώσεως « εξαιρετικά επείγουσας » και, συνεπώς, αναφέρεται στις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 3, εδάφιο 3, των εσωτερικών κανονισμών των επιτροπών διαχειρίσεως, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας θεωρεί ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συνέτρεχε καν επείγον. Πράγματι, από το Μάιο του 1984, η κυβέρνηση είχε ζητήσει από την Επιτροπή να θεσπίσει σύστημα για την αντιστάθμιση της πτώσεως των τιμών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 του κανονισμού 855/84. 'Ομως παρά τις προσπάθειες αυτές, η Επιτροπή παρέμεινε επί μήνες αδρανής. Συνεπώς, η Επιτροπή είχε αρκετό χρόνο για να μελετήσει τα αναγκαία μέτρα. Εξάλλου, η διαπίστωση ότι μεταξύ 17 και 20 Σεπτεμβρίου 1984 προσφέρθηκαν στην παρέμβαση 43000 τόνοι ζάχαρης δεν δικαιολογεί την περίπτωση επείγοντος' αφενός, οι 43000 τόνοι ζάχαρης δεν συνιστούν σημαντική ποσότητα και, αφετέρου, αυτού του είδους οι παρεμβάσεις μπορούσαν να προβλεφθούν ήδη από το Μάρτιο του 1984. Τέλος, το γεγονός ότι η ανακοίνωση της 14ης Σεπτεμβρίου 1984 προκάλεσε σοβαρή ανησυχία στους ενδιαφερομένους κύκλους δεν δικαιολογεί, επίσης, την περίπτωση επείγοντος, καθόσον η ίδια η Επιτροπή προκάλεσε το γεγονός αυτό.
Εξάλλου, η γερμανική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι οι Γερμανοί, μέλη των επιτροπών διαχειρίσεως, δεν ενέκριναν ρητώς την εξέλιξη της διαδικασίας. Εξάλλου, αμφισβήτησαν ρητώς τον εν λόγω κανονισμό και επέστησαν την προσοχή στην άποψη που διατύπωσε ο ομοσπονδιακός υπουργός τροφίμων, γεωργίας και δασών, άποψη που είχε ήδη διατυπωθεί στην αλληλογραφία που προηγήθηκε με την Επιτροπή.
2.
Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η διαδικασία στο πλαίσιο των επιτροπών διαχειρίσεως υπήρξε πλημμελής.
Ως προς τα πραγματικά περιστατικά η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι τα προς εξέταση προβλήματα, επί των οποίων η Επιτροπή επέσυρε την προσοχή των κρατών μελών μιάμιση μέρα πριν από τη συνεδρίαση των επιτροπών διαχειρίσεως, στις 20 Σεπτεμβρίου 1984, δεν ήταν καθόλου άγνωστα στη γερμανική κυβέρνηση. Μετά την από 14 Σεπτεμβρίου 1984 ανακοίνωση της Επιτροπής ο ομοσπονδιακός υπουργός Kiechle επισήμανε τα προβλήματα αυτά, για μια ακόμη φορά, κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου της 17ης και 18ης Νοεμβρίου 1984. Κατά συνέπεια, οι εκπρόσωποι της ομοσπονδιακής κυβερνήσεως δεν ήταν ούτε κακώς ενημερωμένοι ούτε κακώς προετοιμασμένοι κατά τη συνεδρίαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1984, κατά τη διάρκεια της οποίας είχαν, εξάλλου, αρκετό χρόνο να εξετάσουν το σχέδιο που τους υποβλήθηκε και να επικοινωνήσουν με τους προϊσταμένους τους πριν από την τελική ψηφοφορία.
Εξάλλου, η Επιτροπή προβάλλει δύο αντιρρήσεις κατά των νομικών επιχειρημάτων της γερμανικής κυβερνήσεως. Καταρχάς, κατά τη θέσπιση του κανονισμού 2677/84, συνέτρεχε περίπτωση « εξαιρετικώς επείγουσα » κατά την έννοια του άρθρου 3, εδάφιο 3, του εσωτερικού κανονισμού της επιτροπής διαχειρίσεως. Κατόπιν, εφόσον οι εκπρόσωποι της προσφεύγουσας έλαβαν μέρος, χωρίς να διατυπώσουν επιφυλάξεις, στη συνεδρίαση των επιτροπών της 20ής Σεπτεμβρίου 1984, η προσφεύγουσα δεν είχε πλέον το δικαίωμα να προβάλει την αιτίαση περί δήθεν πλημμελειών της διαδικασίας.
Ως προς το ζήτημα του επείγοντος, η Επιτροπή εξηγεί ότι στον τομέα της ζάχαρης διαπιστώθηκαν, μεταξύ 17ης και 20ής Σεπτεμβρίου 1984, πωλήσεις προς την παρέμβαση ύψους 43000 τόνων. Σε απόλυτους αριθμούς η ποσότητα αυτή μπορεί να μη θεωρηθεί πολύ υψηλή. Επειδή, όμως, σημαντικές ποσότητες προσφέρθηκαν με ειδικό ταχυδρομείο, κατά την ίδια την ημέρα της συνεδριάσεως της επιτροπής διαχειρίσεως, θα μπορούσαν να αναμένονται καινούριες ποσότητες, πολύ πιο μεγάλες. Εξάλλου, στον τομέα των σιτηρών η ήδη υπάρχουσα ανησυχία ενισχύθηκε σημαντικά, ιδίως λόγω της εξαιρετικά μεγάλης συγκομιδής, με την ανακοίνωση της 14ης Σεπτεμβρίου 1984. Πολλοί έμποροι και συνεταιρισμοί επιχείρησαν, λοιπόν, μετά τη δημοσίευση της ανακοινώσεως αυτής, να προσφέρουν σιτηρά στο γερμανικό οργανισμό παρεμβάσεως, ο οποίος αρνήθηκε προσωρινώς να δεχτεί τις εν λόγω αιτήσεις, διότι σκόπευε να αναμείνει τη λύση που θα έδιναν οι κοινοτικές αρχές. Από την άποψη αυτή το γεγονός ότι το επείγον οφειλόταν σε προγενέστερη ενέργεια της Επιτροπής ή σε άλλες περιστάσεις δεν έχει καμία σημασία. Κρίσιμο θα ήταν να γνωστεί μόνο αν η απόφαση επέβαλε εξαιρετικώς ταχεία ενέργεια. Τέλος, η Επιτροπή αναφέρει την εξαιρετικά αβέβαιη κατάσταση στην οποία βρέθηκε η Κοινότητα το Σεπτέμβριο του 1984 από απόψεως προϋπολογισμού. Πράγματι, η δυσκολία που υπήρχε τότε ήταν να αντιμετωπιστούν, με τα διαθέσιμα μέσα, οι υποχρεώσεις της Κοινότητας στο γεωργικό τομέα. Η Επιτροπή όφειλε, συνεπώς, να πράξει οτιδήποτε ήταν δυνατό για να μην υποστεί το ΕΓΤΠΕ πρόσθετες οικονομικές ζημίες.
Ως προς τη στάση της γερμανικής αντιπροσωπείας κατά τη συνεδρίαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1984, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η προσφεύγουσα αναγνωρίζει ότι δεν προέβαλε αντίρρηση κατά της διαδικασίας, ούτε κατά του υποτιθεμένου επείγοντος στο οποίο στηρίχτηκε η διαδικασία. Η Επιτροπή ήταν, συνεπώς, υποχρεωμένη να συναγάγει από τη σιωπή αυτή ότι δεν υπήρχε αντίρρηση ως προς τη διαδικασία και ότι όλοι οι συμμετέχοντες είχαν κατανοήσει ότι επρόκειτο για περίπτωση εξαιρετικώς επείγουσα.
ii) ΈΜειψη εξουσιοδοτήσεως (άρθρο 155, τέταρτη περίπτωση, της Συνθήκης, σε συνδυασμό με το άρθρο 7 τον κανονισμού 855/84, σε συνδυασμό με την αρχή της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως των νομισματικών εξισωτικών ποσών)
1.
Η γερμανική κυβέρνηση αναφέρει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 155, τέταρτη περίπτωση, της Συνθήκης η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει μεταβατικές διατάξεις μόνο εφόσον έχει εξουσιοδοτηθεί σχετικώς από το Συμβούλιο. Κατά τη θέσπιση, όμως, των επιδίκων διατάξεων η Επιτροπή δεν έκανε χρήση της εξουσιοδοτήσεως που αναφέρεται στο άρθρο 7 του κανονισμού 855/84, το οποίο υποχρέωνε την Επιτροπή να προβλέψει αντιστάθμιση της πτώσεως των τιμών υπέρ των επιχειρήσεων εμπορίας και μεταποιήσεως.
Κατά τη γερμανική κυβέρνηση, η έκταση εφαρμογής που πρέπει να αναγνωριστεί στο άρθρο 7 του κανονισμού 855/84 προκύπτει ατελώς μόνο από το κείμενο της εν λόγω διατάξεως. Το περιεχόμενο της εξουσιοδοτήσεως πρέπει, συνεπώς, να συναχθεί από το ιστορικό θεσπίσεως της εν λόγω διατάξεως και από τους στόχους που επιδιώκει μ' αυτή ο κανονισμός. Η κυβέρνηση αναφέρει σχετικώς ότι το άρθρο 7 περιελήφθη στο σχέδιο κανονισμού που είχε υποβάλει η Επιτροπή μόλις κατά το στάδιο των συζητήσεων και αφού η γερμανική αντιπροσωπεία είχε επιστήσει την προσοχή στο πρόβλημα που δημιουργεί η πτώση των τιμών για τις επιχειρήσεις εμπορίας και μεταποιήσεως, για την ανάγκη δηλαδή αντισταθμίσεως. Βάσει των αιτήσεων αυτών, η Επιτροπή υπέβαλε, τελικώς, το σχέδιο το οποίο προέβλεπε ειδικώς ότι, για να διευκολυνθεί η μετάβαση από το ένα σύστημα υπολογισμού στο άλλο, μπορούσαν να ληφθούν ορισμένα μέτρα. 'Ετσι καθορίστηκε τελικώς, ως προς την αρχή της, η αντιστάθμιση της πτώσεως των τιμών η οποία είχε συζητηθεί στο πλαίσιο των συνεδριάσεων του Συμβουλίου. Ο σκοπός του άρθρου 7 του κανονισμού 855/84 επιβεβαιώθηκε, εξάλλου, σιωπηρώς από τη μεταγενέστερη εξέλιξη των γεγονότων και από τις συζητήσεις με την Επιτροπή. Η Επιτροπή αναγνώρισε ιδίως ότι πρότεινε η ίδια έναν κανονισμό, όπως είχε συμβεί και κατά την ανατίμηση του γερμανικού μάρκου τον Οκτώβριο του 1969. Η Κοινότητα είχε τότε χρηματοδοτήσει μόνη της, στον τομέα των σιτηρών, την αντιστάθμιση της πτώσεως των τιμών. Εξάλλου, η προσπάθεια της Επιτροπής νά συνδέσει το σύστημα ενισχύσεων προς τη γερμανική γεωργία με την αντιστάθμιση της πτώσεως των τιμών είναι τελείως αβάσιμη. Η προσφεύγουσα, μετά από την αύξηση του ποσοστού των ενισχύσεων από 3 σε 5 o/ο και την επίσπευση εφαρμογής του μέτρου αυτού από 1ης Ιουλίου 1984, δεν παραιτήθηκε από το αίτημα της για πλήρη αντιστάθμιση, από την προαναφερθείσα δε απόφαση του Συμβουλίου 84/361 συνάγεται σαφώς ότι σκοπός των μέτρων αυτών ήταν να αντισταθμίσουν αποκλειστικώς τις ιδιαίτερες δυσκολίες που αντιμετώπιζε η γερμανική γεωργία και όχι οι επιχειρήσεις εμπορίας και μεταποιήσεως.
Τέλος, το άρθρο 7 του κανονισμού 855/84 πρέπει να ερμηνευτεί στο πλαίσιο της οικονομικής ευθύνης της Κοινότητας για τις συνέπειες των νομισματικών αποφάσεων της στο γεωργικό τομέα. Σχετικά όπως προκύπτει από τον κανονισμό 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93 ), καθώς και από τον προαναφερθέντα κανονισμό 974/71, η Κοινότητα οφείλει να χρηματοδοτεί όλες τις δαπάνες που αφορούν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά, τα οποία από 1ης Ιανουαρίου 1973 θεωρούνται ότι αποτελούν μέρος των παρεμβάσεων που προορίζονται για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών. Στην παρούσα περίπτωση, καίτοι δεν πρόκειται για άμεση χρηματοδότηση παρεμβάσεων και για νομισματικά εξισωτικά ποσά, πρόκειται, ωστόσο, για χρηματοδότηση των άμεσων συνεπειών τους που απορρέουν από την κατάργηση των θετικών νομισματικών εξισωτικών ποσών και από τον υπολογισμό των δαπανών παρεμβάσεως βάσει των αντιπροσωπευτικών συναλλαγματικών ισοτιμιών. Ο σύνδεσμος αυτός είναι τόσο στενός, ώστε περιλαμβάνει αναγκαστικά την κοινοτική χρηματοδότηση' των δαπανών που συνδέονται με ζημίες οφειλόμενες στην πτώση των τιμών.
2.
Η Επιτροπή αμφισβητεί τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι το άρθρο 7 του κανονισμού 855/84 αποσκοπεί στη διασφάλιση της αντισταθμίσεως της πτώσεως των τιμών, σύμφωνα με την επιθυμία της προσφεύγουσας. Πράγματι, τόσο το ιστορικό της θεσπίσεως του άρθρου όσο και το κείμενο του αντιτάσσονται σαφώς στην ερμηνεία της κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
Η Επιτροπή αναφέρει σχετικά ότι σε κανένα σημείο των προπαρασκευαστικών εγγράφων του κανονισμού δεν αναφέρεται το ενδεχόμενο αποζημιώσεως των επιχειρήσεων εμπορίας και μεταποιήσεως ούτε έγινε ποτέ λόγος στο πλαίσιο του Συμβουλίου για τη δυνατότητα τέτοιας αποζημιώσεως. Είναι, αντιθέτως, ακριβές ότι το ζήτημα της αποζημιώσεως εθίγη επανειλημμένως στις διμερείς επαφές μεταξύ γερμανικής κυβερνήσεως και Επιτροπής. Κατά τις επαφές αυτές, ωστόσο, η Επιτροπή ουδέποτε δεσμεύτηκε να υποβάλει σχέδιο αποζημιώσεως των γερμανικών επιχειρήσεων μεταποιήσεως και εμπορίας. Απλώς αναφέρθηκε στη δυνατότητα να εφαρμοστεί, ενδεχομένως, σύστημα ανάλογο με εκείνο που εφαρμόστηκε για τις εν λόγω επιχειρήσεις κατά την ανατίμηση του γερμανικού μάρκου το 1969, σύστημα το οποίο χρηματοδοτήθηκε από εθνικούς πόρους. Βεβαίως, κατά τις εσωτερικές συζητήσεις που εξακολούθησαν μέχρι τα μέσα Ιουνίου 1984, εξετάστηκε το ενδεχόμενο χρηματοδοτήσεως των αποζημιώσεων με χρησιμοποίηση, τουλάχιστον μερική, κοινοτικών πόρων. Αν η Επιτροπή αρνήθηκε κατόπιν να αντισταθμίσει την πτώση των τιμών, αυτό οφείλεται, αφενός, στα στοιχεία που κοινοποίησε η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας περί το τέλος Αυγούστου 1984, σύμφωνα με τα οποία η προσφεύγουσα δεν προετίθετο να χρηματοδοτήσει την αντιστάθμιση από εθνικούς πόρους και, αφετέρου, στο ότι η αύξηση από 3 σε 5 ο/ο του ποσοστού ενισχύσεως προς τους γερμανούς αγρότες καθώς και η επίσπευση χορηγήσεως της ενισχύσεως αυτής επηρέασαν σημαντικά την άποψη της Επιτροπής ως προς την αναγκαιότητα μιας τέτοιας αντισταθμίσεως. Τέλος, η κατάσταση που επικρατούσε τότε σχετικά με τον προϋπολογισμό δεν επέτρεπε τη θέσπιση μηχανισμού αποζημιώσεως που να έχει τη μορφή κοινοτικής χρηματοδοτήσεως.
Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι το Συμβούλιο εξομοίωσε πλασματικώς, από το 1973, τα νομισματικά εξισωτικά ποσά ιδίως προς τα μέτρα παρεμβάσεως, κατά την έννοια του κανονισμού 729/70. Ωστόσο, μέχρι τώρα δεν υπήρξε ανάλογη εξομοίωση των οικονομικών συνεπειών της τροποποιήσεως εκ μέρους του Συμβουλίου των πράσινων ισοτιμιών μετατροπής.
iii) Παράνομη τροποποίηση vov κανονισμού 855/84 rov ¿νμβονΜον (άρθρο 155, τέταρτη περίπτωση, της Σννθήκης και άρθρο 7 τον κανονισμού 855/84)
1.
Η γερμανική κνβερνηση θεωρεί ότι ο κανονισμός 2677/84 μεταβάλλει την έννοια και την έκταση εφαρμογής του κανονισμού 855/84 και τούτο παρά το ότι, σύμφωνα με γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, η Επιτροπή δεν έχει το δικαίωμα κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που της παρέχει το άρθρο 155, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης για την εκτέλεση των κανόνων που θεσπίζει το Συμβούλιο, να συμπληρώνει, περιορίζει ή τροποποιεί τους κανόνες αυτούς (βλέπε ιδίως απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1975, Bagusat KG, 37/85, Sig. σ. 1339).
Όπως σαφώς προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 2 και των παραρτημάτων του κανονισμού 855/84, οι τροποποιημένες ισοτιμίες μετατροπής έπρεπε να τεθούν σε ισχύ στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, σε ό,τι αφορά τα σιτηρά, τη ζάχαρη και το άμυλο των γεωμήλων, από 1ης Ιανουαρίου 1985. Ωστόσο, με τα άρθρα 1, 2 και 3 του κανονισμού 2677/84, η εφαρμογή των τροποποιημένων αντιπροσωπευτικών ισοτιμιών επισπεύστηκε μερικώς, για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κατά τρεις μήνες και τούτο, παρά το ότι το άρθρο 7 του κανονισμού 855/84 δεν το προέβλεπε καθόλου, η δε ημερομηνία από την οποία θα άρχιζε η εφαρμογή των τροποποιημένων συναλλαγματικών ισοτιμιών είχε αποτελέσει ένα από τα πιο επίμαχα σημεία των γεωργικών διαπραγματεύσεων του Μαρτίου 1984.
2.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι αποφασιστικό στοιχείο είναι το αν η επίδικη ρύθμιση περιορίστηκε στο πλαίσιο που της επιβάλλει το άρθρο 7 του κανονισμού 855/84. Κατά την άποψη της Επιτροπής αυτό πράγματι συνέβη.
Η εξουσιοδότηση πόυ παρέχει το Συμβούλιο στην Επιτροπή με το άρθρο 7 του κανονισμού 855/84 είναι εξαιρετικά ευρεία, επιτρέποντας στην Επιτροπή, χωρίς τον παραμικρό περιορισμό, να θεσπίζει μεταβατικά μέτρα. Εξάλλου, οι διατάξεις του κανονισμού 2677/84 έχουν το χαρακτήρα μεταβατικών μέτρων και περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο. Ο κανονισμός προβλέπει, ιδίως, εξαιρέσεις για τα σιτηρά, οι ποσότητες των οποίων αντιστοιχούν στις ποσότητες που προσφέρθηκαν στην παρέμβαση υπό φυσιολογικές συνθήκες. Η Επιτροπή επισύρει σχετικώς την προσοχή στο γεγονός ότι από τους 2,5 εκατομμύρια τόνους για τους οποίους η Επιτροπή δέχτηκε να παραδοθούν στην παρέμβαση με τις παλαιές τιμές της κριθής, της σίκαλης και του μαλακού σίτου, 200000 περίπου τόνοι δεν χρησιμοποιήθηκαν. Τέλος, η πείρα δείχνει ότι στην αγορά ζάχαρης δεν υπάρχουν ποτέ πωλήσεις προς τους οργανισμούς παρεμβάσεως υπό κανονικές συνθήκες. Κατά συνέπεια, δεν ήταν απαραίτητο να προβλεφθεί τέτοια εξαίρεση για τον τομέα αυτό.
Κατά την άποψη της Επιτροπής δεν πρόκειται, συνεπώς, για μεταβολή της ημερομηνίας εφαρμογής που είχε καθορίσει το Συμβούλιο για την έναρξη ισχύος της νέας ισοτιμίας μετατροπής και της καταργήσεως των θετικών νομισματικών εξισωτικών ποσών, αλλ' απλώς για μερική επίσπευση ενός από τα πολλά σημεία της ρυθμίσεως του Συμβουλίου, σε τρεις τομείς, στο πλαίσιο ενός μεταβατικού συστήματος.
iv) Παραβίαοη της αρχής νης απαγορεύσεως των διακρίσεων (άρθρο 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2, νης Συνθήκης)
α) Ως προς την ακυρότητα του άρθρου Ι, παράγραφος 1, του κανονισμού 2677/84
1.
Κατά τη γερμανική κυβέρνηση, η μεταβατική ρύθμιση που προβλέπεται για τον τομέα των σιτηρών στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2677/84 δεν λαμβάνει υπόψη τις διαφοροποιήσεις που επιβάλλονται στον τομέα αυτό μεταξύ των επιχειρήσεων εμπορίας και μεταποιήσεως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Παραβιάζει, συνεπώς, την απαγόρευση των διακρίσεων του άρθρου 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2, της Συνθήκης, το οποίο, μεταξύ άλλων, απαγορεύει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών στο εσωτερικό κράτους μέλους της Κοινότητας (βλέπε απόφαση της 13ης Ιουνίου 1978, Denkavit, 139/77, Sig. σ. 1317).
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2677/84 παραβλέπει το γεγονός ότι περιφερειακές διαφορές, ιδίως κλιματολογικές, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ευνοούν, κατά τις συγκομιδές, τις επιχειρήσεις που έχουν ήδη αγοράσει το εμπόρευμα από τους παραγωγούς σιτηρών και το μεταπώλησαν στον οργανισμό παρεμβάσεως πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 2677/84, γεγονός που είχε ως συνέπεια αισθητή διατάραξη της ισορροπίας της ανταγωνιστικής θέσεως των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων κατά το στάδιο της εμπορίας σιτηρών.
Τέλος, όταν η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η διατεθείσα ποσότητα των δυόμισι εκατομμυρίων τόνων καθορίστηκε και κατανεμήθηκε μόλις περί το τέλος Νοεμβρίου 1984, δεν λαμβάνει υπόψη της ότι το στοιχείο που συνιστά τη διάκριση αφορά ακριβώς τις ποσότητες που υπερβαίνουν τα δυόμισι εκατομμύρια τόνους.
2.
Κατά την άποψη της επιτροπής, η αιτίαση της προσφεύγουσας είναι αβάσιμη για τον απλό λόγο ότι η ποσότητα που ορίστηκε από την Επιτροπή για την αγορά από την παρέμβαση με παλαιές τιμές, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν χρησιμοποιήθηκε πλήρως. Πράγματι, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας δεν βεβαίωσε ότι οι ποσότητες σιτηρών που προέρχονται από ζώνες όψιμης συγκομιδής υπερέβαιναν τη μη χρησιμοποιηθείσα ποσότητα των 200000 τόνων και προορίζονταν χωρίς εξαίρεση για την παρέμβαση. Πράγματι, μεγάλο μέρος των σιτηρών αυτών ήταν τόσο κακής ποιότητας, ώστε δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις της παρεμβάσεως.
Εξάλλου, σύμφωνα με την Επιτροπή, ο οποιοσδήποτε γεωργός ή έμπορος μπορούσε, ακόμα και μετά τις 14 Σεπτεμβρίου, να προσφέρει σιτηρά στην παρέμβαση, δεδομένου ότι οι γερμανικές αρχές είχαν καθορίσει αρκετά μεγάλες προθεσμίες (μέσα Οκτωβρίου 1984 για την κριθή και τη σίκαλη, τέλος Νοεμβρίου για το σίτο, ενώ η συγκομιδή τελειώνει στη Γερμανία το αργότερο τέλη Σεπτεμβρίου) για την υποβολή προσφορών στο πλαίσιο της ποσότητας που θα αγόραζε η παρέμβαση με την παλαιά τιμή.
β) Ως προς την ακυρότητα του άρθρου 3, παράγραφος 2, τον κανονισμού 2677/84
1.
Η γερμανική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η μεταβατική διάταξη του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 2677/84 συνιστά διάκριση έναντι των παραγωγών αμύλου γεωμήλων σε σχέση με τους παραγωγούς άλλων ειδών αμύλου, ιδίως αμύλου αραβοσίτου ή αμύλου σιτηρών και, συνεπώς, αντιβαίνει στο άρθρο 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2, της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, στην κοινοτική αγορά, το άμυλο γεωμήλων ανταγωνιζόταν το άμυλο αραβοσίτου και σιτηρών και, σύμφωνα με τη ρύθμιση που εφαρμοζόταν μέχρι την έναρξη ισχύος του κανονισμού 2677/84, υπήρχε μια σχέση ισορροπίας μεταξύ των τιμών των διαφόρων αυτών προϊόντων. Ωστόσο, μετά την τροποποίηση της αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας μετατροπής και την κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών, η ισορροπία αυτή ανατράπηκε και η μεταβατική διάταξη του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 2677/84 δεν αρκούσε προς αποκατάσταση της ισορροπίας.
2.
Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι δεν είναι θεμελιωμένος ο ισχυρισμός ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ αμύλου γεωμήλων και αμύλου αραβοσίτου ή σιτηρών. Κατά τη γνώμη της δεν αποδείχτηκε ότι οι γερμανοί παραγωγοί αμύλου γεωμήλων, ήδη κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών του 1984, μπόρεσαν να πετύχουν για τα προϊόντα τους τιμή χαμηλότερη κατά 5 % από τις τιμές που ίσχυαν ώς τότε.
Εξάλλου, καθόσον οι παραγωγοί αμύλου χρησιμοποίησαν γερμανικά σιτηρά, είχαν τη δυνατότητα, μετά την επίσπευση της εφαρμογής του συστήματος ενισχύσεων προς τους γερμανούς γεωργούς, από 1ης Ιουλίου 1984, να προβούν σε προμήθειες, κατά τη διάρκεια του δεύτερου εξαμήνου του 1984, σε τιμές παραπλήσιες με εκείνες που ίσχυαν την 1η Ιανουαρίου 1985. Δεδομένου δε ότι, για την προσαρμογή των κατώτατων τιμών που πρέπει να πληρώσουν οι παραγωγοί αμύλου γεωμήλων στους παραγωγούς γεωμήλων, επελέγη ένα μικτό σύστημα 3: 9 ( τρεις μήνες, σύμφωνα με τις παλαιές τιμές, και εννέα μήνες, σύμφωνα με τις νέες τιμές), η κατάσταση μεταξύ των δύο αυτών ομάδων ήταν περίπου η ίδια σε ό,τι αφορά τον εφοδιασμό σε βασικά προϊόντα.
ν) Ακυρότητα τον άρθρου 3, παράγραφος 1, τον κανονισμού 2677/84, λόγω εσωτερικής αντιφάσεως
1.
Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας θεωρεί ότι η ρύθμιση του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2677/84 είναι αντιφατική και, κατά συνέπεια, παραβιάζει την αρχή που επιβάλλει τη θέσπιση διατάξεων που δεν παρουσιάζουν εσωτερικές αντιφάσεις.
Η κυβέρνηση αναφέρει σχετικώς ότι, σύμφωνα με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2677/84, η κατώτατη τιμή ζαχαρότευτλων που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, καθορίστηκε βάσει μέσης ισοτιμίας μετατροπής που προέκυψε από στάθμιση της παλαιάς αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας για περίοδο τριών μηνών, κατά την οποία οι μηχανισμοί της κοινής οργανώσεως αγορών παραμένουν αμετάβλητοι, και της νέας αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας για περίοδο εννέα μηνών. Ωστόσο, η ρύθμιση αυτή δεν λαμβάνει υπόψη της ότι, λόγω των διατάξεων του άρθρου 2 του κανονισμού, η αρχική τιμή αγοράς, η οποία καθορίζεται από την τιμή στην οποία αγοράζεται το προϊόν, δεν μπορούσε πλέον να επικρατήσει στην αγορά. Πράγματι, μείωση της αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας που εφαρμόζεται κατά τον υπολογισμό της τιμής της αγοράς της ζάχαρης συνεπάγεται αυτομάτως αντίστοιχη μείωση της τιμής που διαμορφώνεται στην αγορά. Αυτό σημαίνει ότι η μέση σταθμισμένη ισοτιμία μετατροπής που υπολογίζει η Επιτροπή στηρίζεται σε ανακριβή πραγματικά στοιχεία.
2.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η αιτίαση της προσφεύγουσας είναι αδικαιολόγητη αν ληφθεί υπόψη η πραγματική κατάσταση. Πράγματι, η νέα ισοτιμία που επελέγη ισχύει μόνο για τη μετατροπή της τιμής της αγοράς στο πλαίσιο της παρεμβάσεως. Στον τομέα, όμως, της ζάχαρης η παρέμβαση αποτελεί μέσο ομαλοποιήσεως της αγοράς, το οποίο επί έτη δεν χρησιμοποιήθηκε. Δεν υπάρχει συνεπώς φόβος αυτόματης πτώσης της τιμής που διαμορφώνεται στην αγορά στον εν λόγω τομέα. Πράγματι, σύμφωνα με τα στοιχεία που διαθέτει η Επιτροπή, η τιμή της ζάχαρης στη Γερμανία μπόρεσε να διατηρηθεί, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1984, σε επίπεδο ανώτερο αυτού της παλαιάς τιμής παρεμβάσεως.
νi) Ακυρότητα των ρυθμίσεων που θεσπίζει το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, τον κανονισμού 2677/84, καθόσον παραβιάζεται η αρχή της προστασίας της ώκαιοΛο/ημενης εμπιστοσύνης
1.
Τέλος, κατά την κυβέρνηση της Ομοσπον-όιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2677/84 που μειώνουν τις κατώτατες τιμές για τα ζαχαρότευτλα και τα γεώμηλα αντίκεινται στην αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Πράγματι, οι διατάξεις αυτές επηρεάζουν αναδρομικώς τις συμβάσεις που έχουν ήδη συναφθεί και, μερικώς, εκτελεστεί.
Η κυβέρνηση αναφέρει, σχετικώς, ότι οι καλλιεργητές ζαχαρότευτλων και γεωμήλων είχαν διαμορφώσει το πρόγραμμα τους, από την άνοιξη του 1984, βάσει των αποφάσεων που έλαβαν σχετικά με τις τιμές οι υπουργοί γεωργίας, οι οποίοι καθορίζουν τις εκάστοτε ελάχιστες τιμές ένα χρόνο προηγουμένως. Βάσει των όσων γνωρίζει η κυβέρνηση, οι συμβάσεις προβλέπουν σταθερές τιμές, εκφρασμένες σε γερμανικά μάρκα ( και συνεπώς όχι σε ECU, όπως πεπλανημένως ισχυρίζεται η Επιτροπή ).
Εξάλλου και οι αποφάσεις του Δικαστηρίου που επικαλείται η Επιτροπή δεν δικαιολογούν ούτε την αναδρομική συμπερίληψη των συμβάσεων που έχουν ήδη συναφθεί. Επειδή οι ελάχιστες τιμές καθορίζονται την άνοιξη και εφαρμόζονται καθ' όλη τη διάρκεια της συγκομιδής, το πρόβλημα της πτώσεως των τιμών δεν μπορεί να ρυθμιστεί με τον τρόπο που έπραξε η Επιτροπή. Έπρεπε, αντιθέτως, να προβλεφθεί μια μεταβατική λύση και ένα σύστημα εξαιρέσεως για τις συμβάσεις που έχουν οριστικώς συναφθεί, προκειμένου να προστατευθεί η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των συμβαλλομένων.
2.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι συμβάσεις που έχουν συνάψει οι γερμανικές βιομηχανίες ζάχαρης και αμύλου γεωμήλων με τους παραγωγούς ζαχαρότευτλων και γεωμήλων αντιστοίχως αναφέρουν μόνο τιμές εκφρασμένες σε ECU. Συνεπώς, η αντιστοιχία των τιμών αυτών σε γερμανικά μάρκα αναφερόταν στις συμβάσεις μόνο ενδεικτικώς. Εφόσον οι τιμές σε ECU δεν τροποποιήθηκαν, η αιτίαση ότι θίγονται υφιστάμενες συμβάσεις δεν ασκεί καμία επιρροή.
Εξάλλου, δεν θίγονται αναδρομικώς οι συμβατικές σχέσεις που έχουν ήδη τελειωθεί, καθόσον κατά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 2677/84 δεν είχε ακόμα αρχίσει στη Γερμανία η συγκομιδή ζαχαρότευτλων και, σύμφωνα με τις υπάρχουσες συμβάσεις, η καταβολή του τιμήματος άρχισε εν πάση περιπτώσει να γίνεται απαιτητή μόλις το Δεκέμβριο του 1984. Ως προς τα γεώμηλα είναι δυνατό, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, να έγιναν παραδόσεις πριν τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός 2677/84, σύμφωνα, όμως, με τα στοιχεία που διαθέτει η Επιτροπή δεν υπήρξαν απαιτητές αξιώσεις πριν τις 21 Σεπτεμβρίου 1984.
Ακόμα κι αν σε ορισμένες σπάνιες περιπτώσεις υπήρχαν συμβάσεις συναφθείσες σε γερμανικά μάρκα, το κύρος του άρθρου 3 του κανονισμού 2677/84 καλύπτεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε αποφάσεις της 14ης Μαΐου 1975, CNTA κατά Επιτροπής, 74/74, Sig. σ. 533, της 25ης Ιανουαρίου 1979, 98/78, Sig. σ. 69, και της 19ης Μαΐου 1982, Staple Dairy Products Ltd, 84/81, Συλλογή σ. 1763). Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, είναι δυνατό να λαμβάνονται υπόψη αναδρομικώς, από μια κοινοτική ρύθμιση, παρελθόντα πραγματικά περιστατικά, όταν το απαιτεί ο σκοπός της εν λόγω ρυθμίσεως και ελήφθη δεόντως υπόψη η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις συντρέχουν στην παρούσα περίπτωση. Δεδομένου ότι απορρίφθηκε οριστικώς η ιδέα χορηγήσεως αντισταθμίσεως για την πτώση των τιμών, αντικειμενική λύση του προβλήματος της πτώσεως των τιμών θα μπορούσε να βρεθεί μόνο υπό την προϋπόθεση τροποποιήσεως, κατά τον ίδιο τρόπο για όλους τους ενδιαφερομένους και σύμφωνα με ομοιόμορφο σύστημα, των ελαχίστων τιμών που καθορίζουν οι κοινές οργανώσεις αγοράς στους τομείς ζάχαρης και γεωμήλων. Εξάλλου, ως προς τα έννομα συμφέροντα των παραγωγών ζαχαρότευτλων ή γεωμήλων, λόγω της ρυθμίσεως που η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας πέτυχε να θεσπιστεί από το Συμβούλιο για όλα τα γεωργικά προϊόντα που πωλήθηκαν μετά την 1η Ιουλίου 1984, οι εν λόγω παραγωγοί δικαιούνται ειδική αποζημίωση ποσοστού 5 o/ο. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν χρειαζόταν να εξεταστούν ειδικότερα τα συμφέροντα τους.
ΙV — Ερωτήματα που τέθηκαν στους διαδίκους
Το Δικαστήριο απευθύνθηκε στους διαδίκους για να λάβει τα παρακάτω στοιχεία και έγγραφα.
Ι.
1.
Η γερμανική κυβέρνηση κλήθηκε να υποβάλει συνοπτική έκθεση
α)
της εξελίξεως των τιμών στη γερμανική αγορά και των τιμών παρεμβάσεως σε γερμανικά μάρκα σε ό,τι αφορά τα σιτηρά και τη ζάχαρη,
β)
της εξελίξεως των τιμών στη γερμανική αγορά και των κατωτάτων τιμών σε γερμανικά μάρκα σε ό,τι αφορά τα ζαχαρότευτλα και τα γεώμηλα,
γ)
της εξελίξεως των τιμών στη γερμανική αγορά σε ό,τι αφορά το άμυλο αραβοσίτου και τα λοιπά σιτηρά καθώς και το άμυλο γεωμήλων,
για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1984 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1985.
Η γερμανική κυβέρνηση κλήθηκε επίσης να καταθέσει τα έγγραφα τα σχετικά με τις « διαδικασίες » που αποφάσισε για την εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 1, σημείο α), του κανονισμού 2677/84, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού. Η γερμανική κυβέρνηση κλήθηκε τέλος να αναφέρει τις ποσότητες σιτηρών που προσφέρθηκαν στην παρέμβαση, σύμφωνα με τις εν λόγω « διαδικασίες », σε σύγκριση με την ανώτατη ποσότητα που καθορίστηκε με τα προαναφερθέντα μεταβατικά μέτρα καθώς και τις ενδεχόμενες συμπληρωματικές ποσότητες οι οποίες, βάσει εγγράφων, προσφέρθηκαν, κατά την άποψη της, στην παρέμβαση χωρίς να καθοριστεί μια τέτοια ανώτατη ποσότητα.
2.
Η γερμανική κυβέρνηση κλήθηκε επίσης να απαντήσει στα ακόλουθα ερωτήματα:
α)
Με την ανταπάντηση της η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι « δεν είναι γνωστό αν η προσφεύγουσα εξακολουθεί να αμφισβητεί, για λόγους αρχής, το δικαίωμα της Επιτροπής να περιορίζει, να συμπληρώνει ή να τροποποιεί το περιεχόμενο πράξεως του Συμβουλίου που την εξουσιοδοτεί να λαμβάνει μέτρα εκτελέσεως ή αν αρκείται στο εξής να αρνείται την ύπαρξη τέτοιας εξουσιοδοτήσεως ». Ποια είναι στην πραγματικότητα η σχετική άποψη της γερμανικής κυβερνήσεως;
β)
Με το δικόγραφο της προσφυγής της η γερμανική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι « κατά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 2677/84 ( 21 Σεπτεμβρίου 1984 ) σημαντικές ποσότητες σιτηρών προοριζόμενες για ζωοτροφές είχαν ήδη αγοραστεί και ρυθμιστεί στην τιμή αυτή ». Ποιες ήταν κατά προσέγγιση οι ποσότητες αυτές;
Π.
Η Επιτροπή κλήθηκε να καταθέσει τα πρακτικά των συνεδριάσεων της 20ής Σεπτεμβρίου 1984 της επιτροπής διαχειρίσεως για ζητήματα γεωργικά-νομισματικά, καθώς και των επιτροπών διαχειρίσεως σιτηρών και ζάχαρης.
Επί των ερωτημάτων αυτών η γερμανική κυβερνηοη, με έγγραφο της 17ης Απριλίου 1986, διαβίβασε στο Δικαστήριο τις απαντήσεις της οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.
Ερώτημα 1.1
1)
Συνοπτική έκθεση· της εξελίξεως των τιμών στην αγορά και των τιμών παρεμβάσεως των σιτηρών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για τα έτη 1984-1985, εκφρασμένων σε γερμανικά μάρκα ανά 100 κιλά (εκτός ΦΠΑ)
Έτος
Ιαν.
Φεβρ.
Μάρτ.
Απρ.
Μάιος
Ιούν.
Ιούλ.
Aúy.
Σεπτ.
Οκτ.
Νοέμ.
Δεκ
1.
Τιμή σνην αγορά νου αρνοποιήσιμου αίνου
1984
54,11
54,27
54,80
55,42
55,91
57,20
58,29
46,52
46,05
45,53
46,15
46,81
1985
47,28
47,59
48,80
50,48
51,81
51,54
49,86
47,24
43,42
44,75
45,81
46,42
2.
Τιμή παρεμβάσεως νου αρνοποιι)σιμου αίνου
(η μειωμένη τιμή εντός παρενθέσεων)
1984
49,93
50,58
51,23
51,88
52,53
52,53
52,53
46,21
46,86
47,51
48,16
48,81
(43,81)
(44,43)
(45,04)
(45,66)
(46,28)
1985
46,90
47,51
48,13
48,75
49,36
49,36
49,36
43,03
43,64
44,26
44,88
45,49
3.
Τιμή σνην αγορά νων σινηρών που προορίζονναι για ζωονροφές
1984
54,32
54,09
54,50
55,46
56,50
57,13
58,81
46,89
44,39
43,75
45,33
46,24
1985
46,74
47,02
48,11
50,29
52,42
50,70
50,25
42,62
42,86
44,36
45,67
46,34
4.
Τιμή ονψ αγορά νης σίκαλης
1984
54,45
54,40
54,55
54,76
54,89
54,10
54,87
48,41
47,74
47,48
47,94
48,32
1985
48,81
49,04
49,43
50,40
50,72
50,40
47,36
44,11
45,82
46,93
47,86
48,25
5.
Τιμή παρεμβάσεως νης αρνοποιήσιμης σίκαλης
(η μειωμένη τιμή παρεμβάσεως εντός παρενθέσεων)
1984
51,81
52,46
53,11
53,76
54,41
54,41
54,41
48,56
49,21
49,86
50,51
51,16
(46.05)
(46,67)
(47,28)
(47,90)
(48,52)
1985
49,13
49,74
50,36
50,97
51,59
51,59
51,59
45,24
45,86
46,47
47,09
47,71
6.
Τιμή σνην αγορά κριθής που προορίζεναι για ξωονροφή
1984
50,60
50,66
51,15
51,94
53,14
53,22
47,06
43,76
44,20
43,96
44,52
45,12
1985
45,73
45,70
45,80
46,72
47,28
45,24
41,56
40,60
41,57
42,65
43,51
44,02
7.
Τιμή παρεμβάσεως νης κριθής
(η μειωμένη τιμή παρεμβάσεως εντός παρενθέσεων)
1984
49,93
50,58
51,23
51,88
52,53
52,53
52,53
46,21
46,86
47,51
48,16
48,81
(43,81)
(44,43)
(45,04)
(45,66)
(46,28)
1985
46,90
47,51
48,13
48,75
49,36
49,36
49,36
43,03
43,64
44,26
44,88
45,49
2)
Έτος
Ιαν.
Φεβρ.
Μάρτ.
Απρ.
Μάιος
Ιούν.
Ιοόλ.
Αύγ.
Σεπτ.
Οκτ.
Νοέμ.
Δεκ.
1.
Τιμή στην αγορά της Αενκής ζάχαρης
(εκτός φόρου, δεύτερης κατηγορίας, χύμα)
1984
147,72
147,71
147,65
147,60
147,62
147,58
147,54
147,58
147,48
146,65
146,53
146,25
1985
140,43
140,08
139,52
139,52
139,52
139,52
141,26
141,55
141,99
140,94
140,88
140,87
2.
Τιμή παρεμβάσεως νης Αενκής ζάχαρης (δεύτερη κατηγορία χύμα)
(μεταξύ παρενθέσεων: τιμή, μαζί με τα έξοδα αποθηκεύσεως)
1984
134,45 (145,14)
id.
id.
id.
id.
id.
id.
id.
id.
id.
id.
id.
1985
127,53 (137,67)
id.
id.
id.
id.
id.
129,23 (139,37)
id.
id.
id.
id.
id.
3.
Τιμή κατά την παραγωγή των ζαχαρότευτλων Α/Β
1984
11,10/6,29
id.
id.
id.
id.
id.
id.
id.
id.
9,90/6,03
id
id.
1985
9,90/6,03
id.
id.
id.
id.
id.
id.
id.
id.
10,67/6,58
id.
id.
4.
Ελαχίστη τιμή των ζαχαροτεύτΑων Α/Β
(περιεκτικότητα σε ζάχαρη 16 o/ο, παράδοση δωρεάν)
1984
10,08/6,22
id.
id.
id.
id.
id.
9,69/5,98
id.
id.
id.
id.
id.
1985
9,69/5,98
id.
id.
id.
id.
id.
9,56/5,90
id
id.
id.
id.
id.
3)
Έτος
Ιαν.
Φεδρ.
Μάρτ.
Απρ.
Μάιος
Ιούν.
Ιούλ.
Aóy.
Σεπτ.
Οκτ.
Νοέμ.
Δεκ.
1984
37,90
44,95
50,45
58,80
53,80
53,15
45,80
29,45
21,75
27,00
18,25
16,90
1985
16,80
17,65
17,00
17,35
14,95
29,80
31,00
19,65
15,50
15,30
14,35
13,10
4)
Έτος
Ιαν.
Φεβρ.
Μάρτ.
Απρ.
Μάιος
Ιούν.
Ιούλ.
Αύγ.
Σεπτ.
Οκτ.
Νοέμ.
Δεκ.
1984
13,63
id.
id.
id.
id.
id.
id.
12,97
id.
id.
id.
id.
1985
12,97
id.
id.
id.
id.
id.
id.
12,59
id.
id.
id.
id.
5)
Δεν υπάρχουν επίσημες στατιστικές για την τιμή στην αγορά αμύλου αραβοσίτου και άλλων σιτηρών καθώς και αμύλου γεωμήλων.
6)
Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 2677/84 θεσπίστηκαν τα ακόλουθα μέτρα για την εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 1, σημείο α), του εν λόγω κανονισμού:
—
απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1984 για την εφαρμογή της παρεμβάσεως στον τομέα των σιτηρών βάσει του κανονισμού 2677/84 ( Bundesanzeiger 190 της 6.10.1984, σ. 11393)·
—
πρώτη απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1984 περί τροποποιήσεως της αποφάσεως της σχετικής με την εφαρμογή της παρεμβάσεως στον τομέα των σιτηρών βάσει του κανονισμού 2677/84 ( Bundesanzeiger 215 της 14.11.1984, σ. 12672)·
—
γνώμη 6/84/21 του Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung, της 19ης Νοεμβρίου 1984, περί εφαρμογής της παρεμβάσεως στον τομέα των σιτηρών βάσει του κανονισμού 2677/84·
—
γνώμη 7/84/21 του Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung, της 14ης Δεκεμβρίου 1984, περί της εφαρμογής της παρεμβάσεως στον τομέα των σιτηρών βάσει του κανονισμού 2677/84.
7)
Κατά την περίοδο από 14 Σεπτεμβρίου 1984 μέχρι 30 Νοεμβρίου 1984, η συνολική ποσότητα σιτηρών που προσφέρθηκε στον Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο κανονισμός 2677/84 ανήλθε σε 3739529 τόνους, χωρίς να περιλαμβάνεται ο αρτοποιήσιμος σίτος ( 1467133 τόνοι για την κριθή και τη σίκαλη μεταξύ 14ης Σεπτεμβρίου και 15ης Οκτωβρίου 1984 και 2272396 τόνοι για το μαλακό σίτο μεταξύ 14ης Σεπτεμβρίου και 30ής Νοεμβρίου 1984 ).
Επειδή οι προσφερθείσες ποσότητες υπερέβαιναν κάθε φορά τις ανώτατες ποσότητες που επέτρεπε η παράγραφος 2 της τροποποιημένης αποφάσεως περί εφαρμογής της παρεμβάσεως στον τομέα των σιτηρών βάσει του κανονισμού 2677/84, η παρέμβαση απορρόφησε ορισμένο μόνο ποσοστό των ποσοτήτων που προσφέρθηκαν το ποσοστό αυτό προκύπτει από τις προαναφερθείσες γνώμες του Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung της 19ης Νοεμβρίου και της 14ης Δεκεμβρίου 1984.
Οι πρόσθετες ποσότητες οι οποίες, ελλείψει του ανωτέρω ορίου, θα προσφέρονταν προφανώς στην παρέμβαση υπολογίζονται σε 3,8 εκατομμύρια τόνους, μέγεθος που προκύπτει από την πείρα των προηγουμένων ετών και λαμβανομένου υπόψη του ρεκόρ που σημείωσε η συγκομιδή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ( μεγαλύτερη κατά 3,5 εκατομμύρια τόνους από την προηγούμενη περίοδο ) καθώς και στην υπόλοιπη Κοινότητα, ιδίως στη Γαλλία.
Ερώτημα 1.2
α)
Η γερμανική κυβέρνηση θεωρεί ότι, δυνάμει της γενικής αρχής του δικαίου που συνάγεται από το άρθρο 155, περίπτωση 4, της Συνθήκης, η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία να περιορίζει ή να τροποποιεί το περιεχόμενο νομικών πράξεων του Συμβουλίου που της επιτρέπουν να θεσπίζει κανόνες εφαρμογής. Μπορεί να προσθέτει διατάξεις μόνο μέσα στο πλαίσιο που καθόρισε το Συμβούλιο. Συνεπώς, για λόγους αρχής η γερμανική κυβέρνηση απαντά αρνητικώς στο ερώτημα αν η Επιτροπή μπορεί να διαθέτει τέτοια εξουσία χωρίς ρητή εξουσιοδότηση του Συμβουλίου. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση η Επιτροπή δεν είχε τέτοια εξουσιοδότηση και από κανένα άλλο στοιχείο δεν προκύπτει ότι είχε τη δυνατότητα τροποποιήσεως του άρθρου 7 του κανονισμού 855/84. Συνεπώς, η γερμανική κυβέρνηση απαντά επίσης αρνητικώς στο ερώτημα αν η Επιτροπή είχε εξουσιοδότηση να περιορίσει ή να τροποποιήσει το περιεχόμενο του κανονισμού 855/84.
β)
Η γερμανική κυβέρνηση αναφέρει ότι η αναφερόμενη στο ερώτημα αυτό τιμή είναι η μοναδική κοινή τιμή παρεμβάσεως που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, περίπτωση 1, του κανονισμού 2727/75, η οποία συνιστά την τιμή στηρίξεως για όλα τα σιτηρά που δεν εμπίπτουν στις διατάξεις που εφαρμόζονται για αρτοποιήσιμα σιτηρά.
Η ποσότητα.σιτηρών που προσφέρθηκαν στην παρέμβαση ως αρτοποιήσιμα σιτηρά ανέρχεται σε 700000 τόνους περίπου.
Η συνολική ποσότητα σιτηρών που πωλήθηκε από την έναρξη της συγκομιδής μέχρι τις 20 Σεπτεμβρίου 1984, μετά την αφαίρεση της προαναφερθείσας ποσότητας αρτοποιήσιμων σιτηρών, μπορεί να υπολογιστεί ως εξής:
Αρτοποιήσιμα σιτηρά
3133000 τόνοι = 30,6 o/ο της συγκομιδής 1984
Σίκαλη 902000 τόνοι = 46,0 ο/ο της συγκομιδής 1984
Κριθή 3035000 τόνοι = 29,5 ο/ο της συγκομιδής 1984
Βρώμη
209000 τόνοι = 7,0 ο/ο της συγκομιδής 1984
Σύνολο 7279000 τόνοι = 28,6 ο/ο της συγκομιδής 1984
V — Προφορική διαδικασία
Κατά την προφορική διαδικασία, η γερμανική κυβέρνηση διευκρίνισε, ιδίως, ότι η Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει κανονισμό του Συμβουλίου μόνον όταν υπάρχει σχετική διάταξη που να την εξουσιοδοτεί. Στο άρθρο 7 του κανονισμού 855/84 δεν υπάρχει τέτοια διάταξη σε αντίθεση με το άρθρο 6 του κανονισμού 974/71 που είναι ο βασικός κανονισμός για τα νομισματικά εξισωτικά ποσά.
Η Επιτροπή υπογράμμισε, ιδίως, ότι το άρθρο 6 του κανονισμού 974/71 αφορά διατάξεις εφαρμογής, δηλαδή στοιχεία εντελώς διαφορετικής φύσεως από τα μεταβατικά μέτρα του άρθρου 7 του κανονισμού 855/84. Εξάλλου, η Επιτροπή αναφέρει ότι η ίδια η γερμανική κυβέρνηση, κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 25 και 26 Ιουνίου 1984 στο Fontainebleau, δήλωσε ότι στην αγορά προβλεπόταν κατά μέγα μέρος, ήδη από το δεύτερο εξάμηνο του 1984, μείωση κατά 5 o/ο των τιμών, από 1ης Ιανουαρίου 1985. Συνεπώς, δεν συντρέχουν ειδικοί λόγοι να προβλεφθεί για τις επιχειρήσεις εμπορίας και μεταποιήσεως αποζημίωση για τη μείωση αυτή των τιμών, δεδομένου ότι η μεταποιητική βιομηχανία είχε ήδη προετοιμαστεί ή μπόρεσε ήδη να αγοράσει σε ευνοϊκότερες τιμές.
Ο. Due
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 14ης Ιανουαρίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 278/84,
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον Μ. Seidel, Ministerialrat, και το δικηγόρο Κολωνίας D. Ehle, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Ρ. Karpenstein, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως των άρθρων 1, 2 και 3 του κανονισμού 2677/84 της Επιτροπής, της 20ής Σεπτεμβρίου 1984, για τη λήψη μεταβατικών μέτρων με σκοπό την ανατίμηση της αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας του γερμανικού μάρκου την 1η Ιανουαρίου 1985 ( ΕΕ L 253, σ. 31 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Κ. Κακούρη, Τ. F. Ο' Higgins και F. Schockweiler, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Τ. Koopmans, Ο. Due, Κ. Bahlmann και R. Joliét, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: Ρ. Heim
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση όπως συμπληρώθηκε μετά την προφορική διαδικασία της 2ας Ιουλίου 1986, κατά την οποία την προσφεύγουσα εκπροσώπησε ο D. Ehle και την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ο Ρ. Karpenstein,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Δεκεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Νοεμβρίου 1984, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση των άρθρων 1, 2 και 3 του κανονισμού 2677/84 της Επιτροπής, της 20ής Σεπτεμβρίου 1984, για τη λήψη μεταβατικών μέτρων με σκοπό την ανατίμηση της αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας του γερμανικού μάρκου την 1η Ιανουρίου 1985 ( ΕΕ L 253, σ. 31 ).
2
Προς αντιμετώπιση των δυσχερειών που προκάλεσαν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά (στο εξής: ΝΕΠ) και στο πλαίσιο της προσπάθειας για την προσαρμογή του γεωργικού τομέα στην οικονομική πραγματικότητα, το Συμβούλιο με τον κανονισμό 855/84, της 31ης Μαρτίου 1984, για τον υπολογισμό και την κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται σε ορισμένα γεωργικά προϊόντα, ανατίμησε τις αντιπροσωπευτικές ισοτιμίες του γερμανικού μάρκου και του ολλανδικού φιορινιού, από 1ης Ιανουαρίου 1985, για να τις προσεγγίσει προς τις κεντρικές ισοτιμίες και επέφερε ορισμένες τροποποιήσεις στον τρόπο υπολογισμού των ΝΕΠ.
3
Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, οι νέες ισοτιμίες μετατροπής επέφεραν μείωση των τιμών στηρίξεως των γεωργικών προϊόντων εκφρασμένων σε εθνικό νόμισμα και, συνεπώς, μείωση του γεωργικού εισοδήματος. Σε αντιστάθμισμα, επιτράπηκε στη γερμανική κυβέρνηση, δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 855/84, να χορηγήσει στους γερμανούς γεωργικούς παραγωγούς ειδική ενίσχυση, χρηματοδοτούμενη μερικώς και κατά φθίνοντα τρόπο από την Κοινότητα. Μετά από αίτηση της γερμανικής κυβερνήσεως, το Συμβούλιο με την απόφαση 84/361, της 30ής Ιουνίου 1984, για ενίσχυση παρεχόμενη στους παραγωγούς γεωργικών προϊόντων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ( ΕΕ L 185, σ. 41 ), καθόρισε το ανώτατο ποσό της ενισχύσεως σε 5 ο/ο της τιμής, χωρίς ΦΠΑ, που καταβάλλει ο αγοραστής του γεωργικού προϊόντος, με ισχύ από 1ης Ιουλίου 1984, δηλαδή έξι μήνες πριν από την ανατίμηση της αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας του γερμανικού μάρκου, την 1η Ιανουαρίου 1985.
4
Τέλος, το άρθρο 7 του κανονισμού 855/84 ορίζει ότι τα μεταβατικά μέτρα, αναγκαία ιδίως για:
«...
—
να αποφευχθούν διαταραχές λόγω της ανατίμησης των αντιπροσωπευτικών ισοτιμιών του γερμανικού μάρκου και του ολλανδικού φιορινιού την 1η Ιανουαρίου 1985»,
μπορούν να θεσπιστούν σύμφωνα με το σύστημα της επιτροπής διαχειρίσεως, διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 6 του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στο γεωργικό τομέα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192), το οποίο με τη σειρά του παραπέμπει στη διαδικασία του άρθρου 26 του κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158).
5
Κατόπιν εξετάσεως, στις 20 Σεπτεμβρίου 1984, από τις επιτροπές διαχειρίσεως « ζητήματα γεωργικά-νομισματικά» (τομείς σιτηρών και ζάχαρης), η Επιτροπή εξέδωσε αυθημερόν τον επίδικο κανονισμό 2677/84, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 21 Σεπτεμβρίου 1984. Τα άρθρα 1 έως 3 του εν λόγω κανονισμού περιέχουν ορισμένες ειδικές μεταβατικές διατάξεις για τους τομείς των σιτηρών, της ζάχαρης και του αμύλου γεωμήλων, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Προβλέπουν επίσπευση της εφαρμογής της νέας ανατιμημένης αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας για τις αγορές από την παρέμβαση, από 14ης Σεπτεμβρίου 1984 για τα σιτηρά, υπό την επιφύλαξη ποσότητας μέχρι 2,5 εκατομμυρίων τόνων, και από 21ης Σεπτεμβρίου 1984 για τη ζάχαρη ( άρθρα 1 και 2 ). Εξάλλου, σε ό,τι αφορά τις κατώτατες τιμές ζαχαρότευτλων που πρέπει υποχρεωτικώς να καταβάλουν οι παρασκευαστές ζάχαρης και την κατώτατη τιμή που πρέπει να καταβάλουν οι παρασκευαστές αμύλου στους παραγωγούς γεωμήλων, το άρθρο 3 του κανονισμού προβλέπει, για όλη την περίοδο 1984-1985, την εφαρμογή ειδικών ισοτιμιών μετατροπής που κυμαίνονται μεταξύ των παλαιών και νέων ισοτιμιών και σταθμίζονται ανάλογα με τις περιόδους κατά τις οποίες οι εν λόγω παρασκευαστές αγοράζουν τις πρώτες ύλες και διαθέτουν στο εμπόριο τα τελικά προϊόντα τους.
6
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς οι διατάξεις των σχετικών κοινοτικών κανόνων, τα επιχειρήματα των διαδίκων και τα πραγματικά περιστατικά που επικαλούνται. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
7
Προς στήριξη του αιτήματος της περί ακυρώσεως η γερμανική κυβέρνηση προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ακυρώσεως:
—
παράβαση ουσιωδών τύπων
—
έλλειψη εξουσιοδοτήσεως της Επιτροπής προς έκδοση των επίδικων διατάξεων κατά παράβαση της αρχής της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως των ΝΕΠ·
—
παραβίαση του κανονισμού 855/84 λόγω της τροποποιήσεως των προθεσμιών που τάσσει το Συμβούλιο στον εν λόγω κανονισμό για την εφαρμογή της νέας αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας του γερμανικού μάρκου.
—
παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
—
παραβίαση της απαγορεύσεως δεσπίσεως αντιφατικών διατάσεων
—
παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Επί της προβαλλόμενης παραβάσεως ουσιωδών τύπων
8
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η Επιτροπή, μετά τη δημοσίευση, στις 14 Σεπτεμβρίου 1984, ανακοινώσεως στην Επίσημη Εφημερίδα ( ΕΕ L 244, σ. 45 ) με την οποία εφιστούσε την προσοχή των ενδιαφερομένων στην πρόθεση της να λάβει, στον τομέα των σιτηρών, « μέτρα, βάσει του άρθρου 7 του κανονισμού 855/84, για να αποφευχθούν οι υπερβολικά υψηλές αγορές στην παρέμβαση, λόγω της αλλαγής της αντιπροσωπευτικής τιμής του γερμανικού μάρκου... την 1η Ιανουαρίου 1985», απέστειλε, στις 18 Σεπτεμβρίου 1984, τηλετύπημα με το οποίο κάλεσε τους εκπροσώπους των κρατών μελών σε κοινή συνεδρίαση των επιτροπών διαχειρίσεως « ζητήματα γεωρ-γικά-νομισματικά », στις 20 Σεπτεμβρίου 1984. Σύμφωνα με την πρόσκληση, οι επιτροπές κλήθηκαν να εκφέρουν γνώμη επί του σχεδίου κανονισμού της Επιτροπής « περί μεταβατικών μέτρων ενόψει της ανατιμήσεως της αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας του γερμανικού μάρκου... από 1ης Ιανουαρίου 1985».
9
Κατά τη συνεδρίαση των επιτροπών διαχειρίσεως, στις 20 Σεπτεμβρίου 1984, το σχέδιο του επιδίκου κανονισμού διανεμήθηκε ως έγγραφο συνεδριάσεως. Από τα συνοπτικά πρακτικά της εν λόγω συνεδριάσεως προκύπτει ότι έγινε « ευρεία ανταλλαγή γνωμών » σχετικά με το σχέδιο και η συνεδρίαση διακόπηκε « για να δοθεί η δυνατότητα στις αντιπροσωπείες να επικοινωνήσουν με τις πρωτεύουσες τους » και ότι κατά την επανάληψη της συνεδριάσεως τέθηκε στη διάθεση των αντιπροσωπειών τροποποιημένο σχέδιο, που ελάμβανε υπόψη τις απόψεις που διατυπώθηκαν κατά τις συζητήσεις, καθώς και ότι από το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας δεν κατέστη δυνατή η εκφορά γνώμης.
10
Η γερμανική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ο επίδικος κανονισμός θεσπίστηκε κατά παράβαση ουσιωδών τύπων, επειδή δεν τηρήθηκε η διαδικασία των άρθρων 6 του κανονισμού 974/71 και 26 του κανονισμού 2727/75. Κατά τη συνεδρίαση των επιτροπών διαχειρίσεως και για να επισπεύσει τη διαδικασία, η Επιτροπή επικαλέστηκε την ύπαρξη « εξαιρετικά επειγούσης περιπτώσεως » και τούτο παρά τη δυνατότητα που είχε η Επιτροπή να σχεδιάσει εγκαίρως τα αναγκαία μέτρα. Εξάλλου, τα μέλη των επιτροπών διαχειρίσεως — και ιδίως οι Γερμανοί — δεν είχαν την επαρκή δυνατότητα να εξετάσουν δεόντως το σχέδιο κανονισμού που τους υποβλήθηκε. Πράγματι, δεν είχαν στη διάθεση τους ούτε δύο πλήρεις εργάσιμες ημέρες για να προετοιμάσουν τη συνεδρίαση των επιτροπών, ενώ για ζητήματα τόσο σημαντικά και δύσκολα ήταν απαραίτητο να προβλεφθεί τουλάχιστον μια εβδομάδα ως προθεσμία πρετοιμασίας.
11
Σύμφωνα με την Επιτροπή, κατά την έκδοση του επίδικου κανονισμού συνέτρεχε περί-. πτώση « εξαιρετικώς επείγουσα » κατά την έννοια του άρθρου 3 του κοινού εσωτερικού κανονισμού των επιτροπών διαχειρίσεως του γεωργικού τομέα. Πράγματι, αναμένονταν τότε εξαιρετικά υψηλές πωλήσεις προς την παρέμβαση στους τομείς σιτηρών και ζάχαρης. Το Σεπτέμβριο του 1984, η Κοινότητα βρισκόταν σε έκρυθμη κατάσταση από απόψεως προϋπολογισμού. Η Επιτροπή όφειλε, συνεπώς, να κάνει ό,τι μπορούσε για να μην υποστεί το ΕΓΤΠΕ πρόσθετες οικονομικές ζημίες. Εξάλλου, τα προβλήματα που είχαν να εξετάσουν οι επιτροπές διαχειρίσεως δεν ήταν καινούρια για τη γερμανική κυβέρνηση, η οποία τα είχε συζητήσει με την Επιτροπή από τότε που εκδόθηκε ο κανονισμός 855/84.
12
Το άρθρο 26, παράγραφος 2, του κανονισμού 2727/75 προβλέπει ότι η Επιτροπή διαχειρίσεως εκφέρει τη γνώμη της επί των σχεδίων μέτρων που καταρτίζει η Επιτροπή εντός προθεσμίας που καθορίζει ο πρόεδρος της επιτροπής διαχειρίσεως « σε συνάρτηση με τον επείγοντα χαρακτήρα των θεμάτων ». Σύμφωνα με το άρθρο 3 του εσωτερικού κανονισμού των επιτροπών διαχειρίσεως του γεωργικού τομέα, που ψηφίστηκε σε κοινή συνεδρίαση των επιτροπών διαχειρίσεως, στις 22 Ιουλίου 1965, η σύγκληση, η ημερήσια διάταξη και τα σχέδια μέτρων που πρόκειται να εξεταστούν πρέπει, κανονικώς, να κοινοποιηθούν στους μόνιμους αντιπροσώπους των κρατών μελών το αργότερο οκτώ ημέρες πριν από τη συνεδρίαση. Ωστόσο, κατόπιν αιτήσεως του αντιπροσώπου κράτους μέλους ή κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας, ο πρόεδρος της επιτροπής διαχειρίσεως μπορεί, σε επείγουσες περιπτώσεις, να συντομεύσει την προθεσμία αυτή μέχρι δύο πλήρεις εργάσιμες ημέρες πριν από την ημερομηνία της συνεδριάσεως και, σε περίπτωση εξαιρετικώς επείγουσα, να εγγράψει ένα ζήτημα στην ημερήσια διάταξη της συνεδριάσεως κατά τη διάρκεια αυτής. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του εσωτερικού κανονισμού, σε περίπτωση σχεδίου υποβαλλόμενου κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως, ο πρόεδρος, κατόπιν αιτήσεως εκπροσώπου κράτους μέλους, παραπέμπει την ψηφοφορία στο τέλος της συνεδριάσεως ή, σε περίπτωση ειδικών δυσκολιών, παρατείνει τη συνεδρίαση μέχρι την επόμενη ημέρα.
13
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, στον πρόεδρο της επιτροπής διαχειρίσεως εναπόκειται να κρίνει το επείγον ή το εξαιρετικώς επείγον μιας συγκεκριμένης περιπτώσεως. Λόγω του χαρακτήρος της εκτιμήσεως αυτής που πρέπει κανονικά να γίνει σε πολύ σύντομες προθεσμίες, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει την απόφαση του προέδρου παρά μόνο σε περίπτωση πρόδηλης πλάνης ή καταχρήσεως εξουσίας. Από τη δικογραφία, όμως, δεν προκύπτει ότι συντρέχει τέτοιο ελάττωμα στην παρούσα περίπτωση.
14
Πράγματι, κατά τις πληροφορίες της Επιτροπής, τις οποίες δεν αμφισβητεί η γερμανική κυβέρνηση, είχαν διαπιστωθεί πωλήσεις 43000 τόνων ζάχαρης προς την παρέμβαση, μεταξύ 17 και 20 Σεπτεμβρίου 1984, ενώ επί έτη δεν είχαν γίνει τέτοιες πωλήσεις στον εν λόγω τομέα. Ευλόγως λοιπόν η Επιτροπή φοβήθηκε ότι θα μπορούσαν να προσφερθούν νέες, πολύ πιο μεγάλες, ποσότητες κατά τις επόμενες ημέρες. Εξάλλου, η Επιτροπή και η κυβέρνηση συμφωνούν στη διαπίστωση ότι η ανακοίνωση της Επιτροπής, που δημοσιεύτηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1984, ενίσχυσε σημαντικά την ανησυχία που επικρατούσε ήδη στην αγορά σιτηρών και, κατά συνέπεια, σημαντικός αριθμός εμπόρων και συνεταιρισμών είχε ήδη επιχειρήσει να προσφέρει σιτηρά στο γερμανικό οργανισμό παρεμβάσεως, ο οποίος προσωρινώς αρνήθηκε τις προσφορές αυτές, αναμένοντας την οριστική λύση της Επιτροπής. Τέλος, σε έγγραφο της 29ης Αυγούστου 1984, η ίδια η γερμανική κυβέρνηση υπογράμμισε ότι υπήρξε τέτοια αναστάτωση στην αγορά, ώστε οι επιχειρήσεις εμπορίας και μεταποιήσεως προσπαθούσαν όλο και περισσότερο να διασφαλιστούν προσφεύγοντας στην παρέμβαση και ότι μόνο μια ταχεία ενέργεια της Επιτροπής θα μπορούσε ακόμα να περιορίσει τη ζημία που απειλούσε την αγορά και τα οικονομικά της Κοινότητας. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο πρόεδρος των επιτροπών διαχειρίσεως δεν υπερέβη τα όρια της εξουσίας του εκτιμήσεως κρίνοντας ότι συνέτρεχε τότε περίπτωση εξαιρετικώς επείγουσα.
15
Ως προς τον ισχυρισμό της γερμανικής κυβερνήσεως ότι, εν πάση περιπτώσει, οι Γερ-μανοί-μέλη των επιτροπών διαχειρίσεως δεν μπόρεσαν να εξετάσουν δεόντως τα προτεινόμενα από την Επιτροπή μέτρα, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι από το Μάιο του 1984η εν λόγω κυβέρνηση είχε επανειλημμένα ζητήσει από την Επιτροπή να κάνει άμεση χρήση της εξουσίας που της παρέχει το άρθρο 7 του κανονισμού 855/84, καθορίζοντας μια χρηματοδοτούμενη από την Κοινότητα αντιστάθμιση της μειώσεως των τιμών. Η σχετική ανταλλαγή απόψεων συνεχίστηκε μέχρι τη συνεδρίαση των επιτροπών διαχειρίσεως και έδωσε στη γερμανική κυβέρνηση την ευκαιρία να γνωρίσει τη γενική άποψη της Επιτροπής ως προς την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου. Εξάλλου, με τη δημοσίευση της ανακοινώσεως της 14ης Σεπτεμβρίου 1984, η Επιτροπή επέστησε κατά τρόπο άμεσο την προσοχή των ενδιαφερομένων, μεταξύ των οποίων και των κρατών μελών, στην πρόθεση της να θεσπίσει, βάσει του άρθρου 7 του κανονισμού 855/84, προσωρινά μέτρα ως προς τις αγορές από την παρέμβαση που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν από την ημέρα της δημοσιεύσεως τους. Τέλος, κατά τη συνεδρίαση των επιτροπών διαχειρίσεως, στις 20 Σεπτεμβρίου 1984, η γερμανική αντιπροσωπεία είχε κάθε δυνατότητα να έλθει σε επαφή με τη γερμανική κυβέρνηση για να ζητήσει συμπληρωματικές οδηγίες και, ενδεχομένως, να ζητήσει παράταση της συνεδριάσεως μέχρι την επομένη ημέρα. Υπό τις περιστάσεις αυτές δεν προκύπτει ότι η προθεσμία που τάχθηκε παρακώλυσε τη δέουσα εξέταση, εκ μέρους της γερμανικής κυβερνήσεως και των εκπροσώπων της στις επιτροπές διαχειρίσεως, των μέτρων που προέβλεπε το σχέδιο κανονισμού της Επιτροπής.
16
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της γερμανικής κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί της εξουσιοδοτήσεως της Επιτροπής να εκδώσει τον κανονισμό 2677/84
17
Η γερμανική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι με το άρθρο 7 του κανονισμού 855/84 ανατέθηκε στην Επιτροπή να λάβει αντισταθμιστικά μέτρα για την πτώση των τιμών υπέρ των επιχειρήσεων εμπορίας και μεταποιήσεως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Σχετικώς η κυβέρνηση αναφέρεται ιδίως στον τρόπο θεσπίσεως του άρθρου 7 το οποίο περιελήφθη στο σχέδιο κανονισμού που είχε προτείνει η Επιτροπή στο Συμβούλιο, μετά από συζητήσεις μεταξύ της γερμανικής κυβερνήσεως και της Επιτροπής και αφού η γερμανική αντιπροσωπεία επέστησε την προσοχή στο πρόβλημα που δημιουργεί για τις επιχειρήσεις εμπορίας και μεταποιήσεως η πτώση των τιμών. Τέλος, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το άρθρο 7 πρέπει να ερμηνευτεί υπό το φως της γενικής αρχής σύμφωνα με την οποία η Κοινότητα βαρύνεται με όλες τις δαπάνες που συνδέονται με ζημίες οφειλόμενες στην πτώση των τιμών λόγω μεταβολής των ΝΕΠ. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή, θεσπίζοντας τον κανονισμό 2677/84, δεν έκανε ορθή χρήση της εξουσιοδότησης που της παρείχε το άρθρο 7 του κανονισμού 855/84.
18
Πρέπει, σχετικώς, να υπογραμμιστεί ότι μια γενικής ισχύος διάταξη κοινοτικού κανονισμού δεν μπορεί να ερμηνευτεί υπό το φως των διαπραγματεύσεων μεταξύ κράτους μέλους και κοινοτικών οργάνων. Το άρθρο 7 του κανονισμού 855/84 παρέχει στην Επιτροπή, κατά τρόπο γενικό, τη δυνατότητα να θεσπίζει τα αναγκαία μεταβατικά, μέτρα προς αποφυγή, ιδίως, αναστατώσεως της σχετικής αγοράς μετά από- ανατίμηση των σχετικών αντιπροσωπευτικών ισοτιμιών την 1η Ιανουαρίου 1985. Η ερμηνεία της γερμανικής κυβερνήσεως δεν μπορεί να στηριχτεί ούτε στην ίδια τη διάταξη ούτε στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού — οι οποίες δεν αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο — δεν προκύπτει δε υποχρέωση της Επιτροπής να διατηρήσει το εισοδηματικό επίπεδο των εμπόρων ή των μεταποιητών γεωργικών προϊόντων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
19
Πρέπει, εξάλλου, να αναφερθεί ότι καμία άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν προβλέπει ενδεχόμενη αποζημίωση των επιχειρήσεων εμπορίας και μεταποιήσεως. Βεβαίως ο κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93 ), προβλέπει ότι το τμήμα εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ χρηματοδοτεί τις επιστροφές κατά την εξαγωγή προς τρίτες χώρες και τις παρεμβάσεις για την ομαλοποίηση των γεωργικών αγορών. Είναι επίσης αληθές ότι ο κανονισμός 2746/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972, που τροποποιεί τον κανονισμό 974/71 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192 ), επεξέτεινε ρητώς αυτή την υποχρέωση χρηματοδοτήσεως στα ΝΕΠ, περιλαμβάνοντας τα στις προαναφερθείσες επιστροφές ή παρεμβάσεις. Κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που παρέχουν δικαίωμα προς παροχές χρηματοδοτούμενες από τα κοινοτικά ταμεία πρέπει να ερμηνεύονται περιοριστικώς ( βλέπε απόφαση της 6ης Μαΐου 1982, Baywa, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 146, 192 και 193/81, Συλλογή σ. 1503). Υπό τις περιστάσεις αυτές δεν μπορούν να επεκταθούν αναλογικά οι διατάξεις των κανονισμών 729/70 και 2746/72 ώστε να καλύψουν τις ζημίες που προκαλούνται, στα στάδια εμπορίας και μεταποιήσεως, λόγω της πτώσεως των τιμών μετά από ανατίμηση της αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας του γερμανικού μάρκου.
20
Συνεπώς, η γερμανική κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη, δυνάμει του άρθρου 7 του κανονισμού 855/84, να λάβει, υπέρ των επιχειρήσεων εμπορίας και μεταποιήσεως, μέτρα που αποτελούν σύστημα αντισταθμίσεως της πτώσεως των τιμών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας λόγω της ανατιμήσεως που προβλέπει ο ίδιος κανονισμός ούτε, πολύ περισσότερο, ότι το άρθρο 7 απέκλειε κάθε άλλο μεταβατικό μέτρο.
21
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της γερμανικής κυβερνήσεως.
Επί της προβαλλόμενης τροποποιήσεως του κανονισμού 855/84 με τον κανονισμό 2677/84
22
Η γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, με τον κανονισμό 2677/84, τροποποίησε παρανόμως τον κανονισμό 855/84 του Συμβουλίου. Πράγματι, από τον τελευταίο αυτό κανονισμό προκύπτει ότι οι τροποποιηθείσες αντιπροσωπευτικές ισοτιμίες για τα σιτηρά, τη ζάχαρη και το άμυλο γεωμήλων έπρεπε να εφαρμοστούν μόνο από 1ης Ιανουαρίου 1985. Ωστόσο, τα άρθρα 1, 2 και 3 του κανονισμού 2677/84 επέσπευσαν μερικώς, κατά τρεις μήνες, την εφαρμογή των τροποποιημένων αντιπροσωπευτικών ισοτιμιών για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και τούτο παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να τροποποιεί τις διατάξεις κανονισμού του Συμβουλίου, στο πλαίσιο θεσπίσεως των λεπτομερειών εφαρμογής τους, εκτός αν υπάρχει ρητή εξουσιοδότηση του Συμβουλίου, και ότι το άρθρο 7 του κανονισμού 855/84 δεν προβλέπει τέτοια εξουσιοδότηση.
23
Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Καίτοι, κατά κανόνα, ρήτρα επιτρέπουσα στην Επιτροπή να λαμβάνει μεταβατικά μέτρα πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι τα μέτρα αυτά πρέπει να αναφέρονται σε περίοδο μεταγενέστερη της ενάρξεως της ισχύος των κυρίων διατάξεων της σχετικής ρυθμίσεως, δεν μπορεί να αποκλειστεί η δυνατότητα εφαρμογής σε περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της ρυθμίσεως και της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος της, υπό την προϋπόθεση ωστόσο ότι διατηρούν το μεταβατικό τους χαρακτήρα και είναι απαραίτητα για την επίτευξη των στόχων της εν λόγω ρήτρας εξουσιοδοτήσεως.
24
Με το προαναφερθέν άρθρο 7 του κανονισμού 855/84 επιτράπηκε ρητώς στην Επιτροπή να λάβει τα αναγκαία μεταβατικά μέτρα, προκειμένου να αποφευχθεί αναστάτωση των σχετικών αγορών μετά την ανατίμηση της αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας του γερμανικού μάρκου. Είναι, όμως, αναμφισβήτητο ότι οι διατάξεις του κανονισμού 2677/84 αποσκοπούσαν στην αποτροπή, κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, της αναστατώσεως και των κερδοσκοπικών πωλήσεων έναντι των ειδικών προϊόντων που αφορά ο κανονισμός 855/84. Για να αποφευχθούν οι αναστατώσεις αυτές, ήταν ίσως απαραίτητη η παρέμβαση σε προγενέστερο στάδιο, όπως αποδεικνύεται στην παρούσα περίπτωση από το μεγάλο αριθμό προσφορών προϊόντων στην παρέμβαση. Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή, θεσπίζοντας τις εν λόγω διατάξεις, υπερέβη τα όρια του ενδεδειγμένου και του αναγκαίου για την επίτευξη του στόχου που επιδιώκει το άρθρο 7.
25
Συνεπώς, τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή με τα άρθρα 1, 2 και 3 του κανονισμού 2677/84 εμπίπτουν στα όρια των αρμοδιοτήτων που της παρέχει το άρθρο 7 του κανονισμού 855/84 και επομένως ο τρίτος λόγος της γερμανικής κυβερνήσεως είναι αβάσιμος.
Επί της προβαλλόμενης παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
26
Η γερμανική κυβέρνηση ισχυρίζεται, πρώτον, ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 2677/84 παραβιάζει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων καθόσον δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι περιφερειακές διαφορές, κυρίως κλιματολογικής φύσεως, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ευνόησαν τις επιχειρήσεις οι οποίες, λόγω της πρώιμης συγκομιδής σιτηρών, μπόρεσαν να προσφέρουν το προϊόν τους στον οργανισμό παρεμβάσεως πριν τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός.
27
Αρκεί σχετικώς να αναφερθεί ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού επέτρεψε ρητώς στις γερμανικές αρχές να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και ότι, κατά συνέπεια, η γερμανική κυβέρνηση είχε τη δυνατότητα να αποφύγει η ίδια τη διάκριση την οποία καταγγέλλει, ιδίως με τη δίκαιη κατανομή της ποσότητας των 2,5 εκατομμυρίων τόνων για την οποία εξακολουθούσε να ισχύει η παλαιά ισοτιμία μετατροπής.
28
Δεύτερον, η γερμανική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού εισάγει παράνομη διάκριση εις βάρος των παρασκευαστών αμύλου γεωμήλων σε σχέση με τους παρασκευαστές άλλων αμύλων, ιδίως από αραβόσιτο ή σιτηρά. Πράγματι, μετά την τροποποίηση της αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας μετατροπής και την κατάργηση των ΝΕΠ, διαταράχτηκε η ισορροπία που προϋπήρχε μεταξύ των τιμών των εν λόγω προϊόντων, τα οποία είναι ανταγωνιστικά μεταξύ τους, η δε μεταβατική διάταξη του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 2677/84 δεν αρκεί για την εξάλειψη της διαταράξεως αυτής.
29
Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι δεν αποδείχτηκε η ύπαρξη τέτοιας διακρίσεως. Μετά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 2677/84, η κατάσταση των δύο ομάδων παρασκευαστών αμύλου, σε ό,τι αφορά τον εφοδιασμό τους με πρώτη ύλη, έπρεπε να είναι περίπου η ίδια κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1984. Πράγματι, καθόσον οι παρασκευαστές αμύλου χρησιμοποίησαν γερμανικά σιτηρά, είχαν τη δυνατότητα, μετά την απόφαση 84/361 του Συμβουλίου, που επέτρεψε, μεταξύ άλλων, την κρατική ενίσχυση των παραγωγών σιτηρών, να εφοδιαστούν, μετά την 1η Ιουλίου 1984, σε τιμές παραπλήσιες εκείνων που ίσχυαν την 1η Ιανουαρίου 1985, ενώ για τους παρασκευαστές αμύλου γεωμήλων ο κανονισμός 2677/84 μείωσε την τιμή των γεωμήλων καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου.
30
Διαπιστώνεται ότι το δεύτερο σκέλος του λόγου ακυρώσεως της προσφεύγουσας βάλλει κατά του κανονισμού 2677/84 της Επιτροπής μόνο καθόσον ο εν λόγω κανονισμός δεν αρκούσε για την άρση μιας ήδη υπάρχουσας διακρίσεως, οφειλόμενης στις διατάξεις του κανονισμού 855/84 του Συμβουλίου. Συνεπώς, σύμφωνα με την αντίληψη της ίδιας της γερμανικής κυβερνήσεως, στην πραγματικότητα δεν είναι ο προσβαλλόμενος κανονισμός της Επιτροπής εκείνος που εισήγαγε την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που προβλέπει το άρθρο 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2, της Συνθήκης. Εξάλλου, η γερμανική κυβέρνηση δεν απέδειξε την ύπαρξη διακρίσεως που θα μπορούσε να νοθεύσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των διαφόρων ειδών αμύλου.
31
Συνεπώς, τα δύο σκέλη του λόγου ακυρώσεως ο οποίος αναφέρεται στην παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων είναι αβάσιμα.
Επί της υπάρξεως μεταβατικών διατάξεων
32
Η γερμανική κυβέρνηση θεωρεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2677/84 περιέχει μια εσωτερική αντίφαση, κατά παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης. Πράγματι, δυνάμει της εν λόγω διατάξεως του κανονισμού, η κατώτατη τιμή των ζαχαρότευτλων καθορίστηκε βάσει του μέσου όρου της παλαιάς αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας, για περίοδο τριών μηνών, κατά τη διάρκεια των οποίων οι μηχανισμοί της αγοράς, εκτός από την τιμή παρεμβάσεως, παρέμεναν ακόμα αμετάβλητοι, και της νέας αντιπροσωπευτικής ισοτιμίας για περίοδο εννέα μηνών. Λόγω, όμως, των διατάξεων του άρθρου 2 του κανονισμού 2677/84, το οποίο μειώνει την αντιπροσωπευτική τιμή που χρησιμοποιείται κατά τον υπολογισμό της τιμής πωλήσεως της ζάχαρης που προσκομίζεται στην παρέμβαση, η αρχική τιμή της αγοράς, η οποία καθορίζεται από την εν λόγω τιμή πωλήσεως, δεν μπορούσε πλέον να υπάρξει στην αγορά.
33
Όπως, ωστόσο, προκύπτει από τους πίνακες που υποβλήθηκαν σε απάντηση των ερωτημάτων του Δικαστηρίου από το Σεπτέμβριο μέχρι το Δεκέμβριο του 1984η τιμή αγοράς της ζάχαρης στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέμεινε, στην πράξη, σε επίπεδο ανώτερο της παλαιάς τιμής παρεμβάσεως, οπότε μεταξύ των τιμών αυτών δεν υπήρχε καμία απολύτως εξάρτηση. Κατά συνέπεια, η γερμανική κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι ο υπολογισμός στον οποίο στηρίζεται η διάταξη του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2677/84 ήταν εκτός πραγματικότητας και, εντεύθεν, ότι ο κανονισμός περιείχε εσωτερική αντίφαση. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Επί της προβαλλόμενης παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
34
Τέλος, σύμφωνα με τη γερμανική κυβέρνηση, οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2677/84, οι οποίες μειώνουν τις κατώτατες τιμές για τα ζαχαρότευτλα και τα γεώμηλα, παραβιάζουν την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθόσον εφαρμόζονται αναδρομικώς επί συμβάσεων που έχουν ήδη συναφθεί — και εν μέρει εκτελεστεί — μεταξύ των καλλιεργητών ζαχαρότευτλων και γεωμήλων και της μεταποιητικής βιομηχανίας. Η κυβέρνηση αναφέρει σχετικά ότι οι καλλιεργητές είχαν προγραμματίσει την καλλιέργεια τους από την άνοιξη του 1984, βάσει των αποφάσεων που έλαβε σχετικά με τις τιμές το Συμβούλιο, το οποίο καθορίζει τις κατώτατες τιμές ένα έτος πριν τη συγκομιδή.
35
Πρέπει ακόμα να παρατηρηθεί ότι το πρόβλημα που προέβαλε η γερμανική κυβέρνηση δεν αφορά την κατά κυριολεξία αναδρομική ισχύ, αλλά οφείλεται στο γεγονός ότι κάθε τροποποίηση των αντιπροσωπευτικών ισοτιμιών επηρεάζει αναγκαστικώς τις σχέσεις των συμβαλλομένων που έχουν συνάψει μακροπρόθεσμες συμβάσεις. Αυτό συμβαίνει συνήθως σε τομείς όπως της ζάχαρης και του αμύλου γεωμήλων, στους οποίους η κοινοτική ρύθμιση προϋποθέτει τη σύναψη συμβάσεων μεταξύ γεωργικών παραγωγών και παρασκευαστών προϊόντων μεταποιήσεως για όλη την περίοδο εμπορίας, όταν η τροποποίηση αρχίζει να ισχύει κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας ή πριν από την έναρξη της όταν όμως οι συμβάσεις έχουν ήδη συναφθεί.
36
Όπως έχει ήδη αποφανθεί το Δικαστήριο με την απόφαση του της 16ης Μαΐου 1979 (Tomadini, 84/78, Sig. σ. 1801 ), το πεδίο εφαρμογής της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν μπορεί να επεκταθεί τόσο ώστε να παρακωλύει, κατά τρόπο γενικό, την εφαρμογή των νέων ρυθμίσεων επί των μελλοντικών συνεπειών καταστάσεων που έχουν δημιουργηθεί υπό την προγενέστερη ρύθμιση και τούτο ιδίως σ' έναν τομέα όπως αυτός των κοινών οργανώσεων αγοράς, που συνεπάγεται ακριβώς διαρκή προσαρμογή ανάλογα με τις διακυμάνσεις της οικονομικής καταστάσεως στους διαφόρους γεωργικούς τομείς. Η διαπίστωση αυτή ισχύει, επίσης, για τις τροποποιήσεις των αντιπροσωπευτικών ισοτιμιών.
37
Συνεπώς, ο τελευταίος αυτός λόγος της γερμανικής κυβερνήσεως είναι επίσης αβάσιμος και επομένως η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της.
Επί των δικαστικών εξόδων
38
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των εξόδων που αφορούν τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των εξόδων που αφορούν τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Mackenzie Stuart
Κακούρης
Ο' Higgins
Schockweiler
Bosco
Koopmans
Due
Bahlmann
Joliét
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 14 Ιανουαρίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
J.Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy