Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1 . Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Μέτρα θεσπισθέντα από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μετά την ημερομηνία καταθέσεως της προσφυγής - Δεν λαμβάνονται υπόψη
( Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 169 )
2 . Πράξεις των θεσμικών οργάνων - Οδηγίες - Εκτέλεση από τα κράτη μέλη - Απαίτηση ασφαλείας του δικαίου
( Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 189, τρίτη παράγραφος )
Περίληψη
1 . Στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο τα μέτρα που θεσπίστηκαν από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, προς εκτέλεση των υποχρεώσεών του, μετά την ημερομηνία καταθέσεως της προσφυγής .
2 . Δεν εκπληροί τις υποχρεώσεις του το κράτος μέλος το οποίο, για να διασφαλίσει την εφαρμογή μιας οδηγίας, θεσπίζει διατάξεις που χαρακτηρίζονται από μια τέτοια γενικότητα ώστε ελλείπουν οι απαιτούμενες για να ικανοποιηθεί πλήρως η απαίτηση της ασφαλείας του δικαίου ακρίβεια και σαφήνεια .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 291/84,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Thomas van Rijn, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Manfred Beschel, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενου στην παρούσα διαδικασία από τον D . J . Keur, βοηθό νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία των Κάτω Χωρών, 5, rue C . M . Spoo,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη θεσπίζοντας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλες τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις της οδηγίας 80/68/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1979, περί προστασίας των υπογείων υδάτων από τη ρύπανση που προέρχεται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Κ . Κακούρη και F . Schockweiler, προέδρους τμήματος, G . Bosco, T . Koopmans, O . Due, K . Bahlmann, R . Joliet και G . C . Rodriguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας : M . Darmon
γραμματέας : H . A . Roehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 17ης Φεβρουαρίου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 7ης Απριλίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Δεκεμβρίου 1984, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη θεσπίζοντας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλες τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις της οδηγίας 80/68 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1979, περί προστασίας των υπογείων υδάτων από τη ρύπανση που προέρχεται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες ( ΕΕ ειδ . έκδ . 015/001, σ . 240 ) παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ .
2 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας και τα επιχειρήματα των διαδίκων . Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο .
3 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, παρόλον ότι στις 19 Δεκεμβρίου 1981 έληξε η προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο που όρισε η οδηγία 80/68, η ολλανδική κυβέρνηση δεν θέσπισε ακόμη τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο πολλών διατάξεων αυτής της οδηγίας και αυτό παρά το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προ της προσφυγής στο Δικαστήριο και της έγγραφης διαδικασίας, η ολλανδική κυβέρνηση είχε αναγγείλει επανειλημμένα, καθώς και στην απάντησή της σε ερώτημα του Δικαστηρίου, ότι αυτές οι διατάξεις επρόκειτο να θεσπιστούν . Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, παρόλον ότι ο νόμος περί προστασίας του εδάφους ( Wet Bodembescherming ) τέθηκε τελικά σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 1987, δεν έχουν θεσπιστεί οι αναγκαίες για την εφαρμογή του διατάξεις, παρόλον ότι η ολλανδική κυβέρνηση αναγνώρισε την αναγκαιότητα σύγχρονης θέσεως σε ισχύ των δύο αυτών κατηγοριών κειμένων ώστε να επιτευχθεί η πλήρης μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 80/68 .
4 Η ολλανδική κυβέρνηση δικαιολογεί την καθυστέρηση, η οποία επήλθε στη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας, με τις δυσχέρειες που συνάντησε λόγω της διαπιστώσεως πολλών περιπτώσεων ρυπάνσεως του εδάφους και της ανάγκης θεσπίσεως ενδιάμεσων επειγουσών διατάξεων για την προστασία της δημόσιας υγείας, του περιβάλλοντος, καθώς και της θεσπίσεως μέτρων εξυγιάνσεως . Κατά την ολλανδική κυβέρνηση, τα κανονιστικά μέτρα εφαρμογής του νόμου περί προστασίας του εδάφους μπορούσαν, ωστόσο, να θεσπιστούν κατά τη διάρκεια του έτους 1987 .
5 Ενόψει της αβεβαιότητας ως προς το αντικείμενο της διαφοράς, το Δικαστήριο κάλεσε την Επιτροπή να διευκρινίσει ποιες είναι οι διατάξεις της οδηγίας 80/68 που δεν μεταφέρθηκαν, κατά τρόπο ικανοποιητικό, στο ολλανδικό δίκαιο . Η Επιτροπή, με την απάντησή της της 12ης Νοεμβρίου 1985, επισήμανε ότι αυτές οι διατάξεις ήταν οι διατάξεις : α ) του άρθρου 4, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 β ) του άρθρου 4, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3, καθώς και με το άρθρο 5, παράγραφος 1 γ ) του άρθρου 4, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφοι 2 και 3, καθώς και με το άρθρο 5, παράγραφος 2 δ ) των άρθρων 6 έως 11 ε ) του άρθρου 12, παράγραφος 1 στ ) του άρθρου 15 ζ ) του άρθρου 16, παράγραφος 3 η)του άρθρου 17 και θ ) του άρθρου 18 της οδηγίας .
6 Κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή υποστήριξε ότι τα άρθρα 12, παράγραφος 2, και 13, που αφορούν τις χορηγούμενες από τα κράτη μέλη άδειες σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας, καθώς και την ανάκλησή τους, δεν είχαν ούτε αυτές μεταφερθεί στο ολλανδικό δίκαιο . Η Επιτροπή έτσι επανήλθε επί της δηλώσεώς της, της περιεχόμενης στην προαναφερθείσα απαντησή της της 12ης Νοεμβρίου 1985, κατά την οποία, όσον αφορά τα άρθρα 12, παράγραφος 2, και 13 της οδηγίας, "ο νόμος περί χημικών αποβλήτων και ο νόμος περί αποβλήτων" που ισχύουν στην ολλανδική νομοθεσία "συνιστούν διατάξεις που απαιτούνται σ' αυτό τον τομέα", διευκρινίζοντας ότι πρόκειται περί των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 35, παράγραφος 4, και των άρθρων 12 και 13 του νόμου περί χημικών αποβλήτων και του άρθρου 46 και επομένων του νόμου περί αποβλήτων . Μια τέτοια τροποποίηση, κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, της προηγουμένης δηλώσεως της Επιτροπής δεν μπορεί να γίνει δεκτή .
7 Αντιστρόφως, κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή δέχθηκε ότι η ολλανδική κυβέρνηση διασφάλισε, έστω και καθυστερημένα, τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 16, παράγραφος 3, της οδηγίας, το οποίο αφορά την περί απορρήτου υποχρέωση των δημοσίων υπαλλήλων των κρατών μελών και δήλωσε ότι δεν υφίσταται πλέον διαφορά επ' αυτού του σημείου . Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, επ' αυτού του σημείου, δεν υφίσταται πλέον αντικείμενο διαφοράς .
8 'Ομως, ως προς την αιτίαση που αφορά τη μη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 4, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, που απαγορεύει κάθε άμεση απόρριψη ορισμένων ουσιών, σε συνδυασμό με τις παραγράφους 2 και 3, που επιτρέπουν, υπό προϋποθέσεις, τη χορήγηση ορισμένων αδειών απορρίψεως, η Επιτροπή, κατά την προφορική διαδικασία, δήλωσε ότι, προκειμένου περί της παραγράφου 2, λάμβανε σημείωση της δηλωθείσας προθέσεως της ολλανδικής κυβερνήσεως κατά την οποία δεν είχε την πρόθεση να κάμει χρήση αυτής της διατάξεως που παρέχει απλή ευχέρεια . Πρέπει, κατά συνέπεια, να γίνει δεκτό ότι και αυτό το σημείο δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο της διαφοράς .
9 'Οπως προκύπτει από τις δηλώσεις της κατά την προφορική διαδικασία, η ολλανδική κυβέρνηση δέχεται ότι δεν διασφάλισε τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του άρθρου 4, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, των άρθρων 7 έως 12, παράγραφος 1, και των άρθρων 15 και 17 της οδηγίας 80/68 . Πρέπει, κατά συνέπεια, να εξετασθούν τα άλλα σημεία που παραμένουν αμφισβητούμενα .
10 Η Επιτροπή αιτιάται την ολλανδική κυβέρνηση ότι δεν μετέφερε στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 4, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, σε σχέση με το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας που επιβάλλει στα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα ώστε να αποφευχθεί η απόρριψη στα υπόγεια ύδατα επικίνδυνων ουσιών, οι οποίες αναφέρονται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της οδηγίας, οφειλόμενη σε ενέργειες πραγματοποιούμενες επί ή εντός του εδάφους, εκτός αυτών που αναφέρονται στη δεύτερη περίπτωση του άρθρου 4, παράγραφος 1 και στην παράγραφο 1, του άρθρου 5 της οδηγίας .
11 Η ολλανδική κυβέρνηση δήλωσε κατά τη συνεδρίαση ότι είχαν θεσπιστεί ορισμένες διατάξεις επ' αυτών των σημείων, αλλά αναγνώρισε ότι δεν ήταν ακόμη επαρκείς για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της οδηγίας και ανέφερε την πρόθεσή της να θεσπίσει κανόνες βάσει του νόμου περί προστασίας του εδάφους και να ενημερώσει σχετικώς την Επιτροπή .
12 'Οπως προκύπτει από τις δηλώσεις της ολλανδικής κυβερνήσεως, καθώς και από την έλλειψη κάθε ακριβούς ενδείξεως εκ μέρους της περί των θεσπισθέντων επ' αυτών των σημείων μέτρων, οι διατάξεις της οδηγίας 80/68 για τις οποίες πρόκειται δεν μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο .
13 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ολλανδική κυβέρνηση δεν διασφάλισε τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 80/68, η οποία επιτρέπει στα κράτη μέλη, μετά από προκαταρκτική έρευνα, να επιτρέψουν τις απορρίψεις που προκύπτουν από την επανέγχυση στο ίδιο υδατικό στρώμα των υδάτων από γεωθερμικές χρήσεις, των υδάτων που αντλούνται από ορυχεία και λατομεία ή των υδάτων που αντλούνται κατά τη διάρκεια ορισμένων κατασκευαστικών εργασιών .
14 Η ολλανδική κυβέρνηση θεωρεί ότι οι διατάξεις τής περί ορυχείων νομοθεσίας συνιστούν επαρκή εφαρμογή της υποχρεώσεως που επιβάλλει το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας . Διευκρίνισε σχετικώς στη γραπτή απάντησή της, κατόπιν προσκλήσεως του Δικαστηρίου, που δόθηκε κατά την προφορική διαδικασία, χωρίς ωστόσο να προσκομίσει τα κείμενα των επικληθεισών διατάξεων, τα ακόλουθα στοιχεία : ο ολλανδικός νόμος περί ορυχείων του 1810 ( Bulletin des lois n* 285 ), όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους της 15ης Απριλίου 1986 ( Stbl . 64 ), της 13ης Ιουλίου 1985 ( Stbl . 113 ), της 27ης Απριλίου 1904 ( Stbl . 73 ) και της 26ης Μαρτίου 1920 ( Stbl . 157 ) ορίζει ότι η εκμετάλλευση ορυχείου απαιτεί τη χορήγηση αδείας, που δεν χορηγείται παρά κατόπιν γνώμης του Συμβουλίου της Επικρατείας και που περιλαμβάνει δεσμευτικές διατάξεις για όλα τα θέματα που αφορούν την εκμετάλλευση του ορυχείου και ιδίως τη διάθεση των υδάτων . Εξάλλου, κατά την ολλανδική κυβέρνηση, ο περί ορυχείων κανονισμός ( Stbl . 1964, 538, όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με διάταγμα της 27ης Μαΐου 1985, Stbl . 154 ) απαγορεύει, εκτός αν δοθεί άδεια του Υπουργού Οικονομίας, την εγκατάσταση, εκμετάλλευση, επέκταση ή τροποποίηση εγκαταστάσεως ορυχείου καθώς και την τροποποίηση των μεθόδων εκμεταλλεύσεως που χρησιμοποιούνται εκεί το άρθρο 346 αυτού του κανονισμού ορίζει ότι η άδεια χορηγείται υπό την προϋπόθεση της λήψεως των αναγκαίων μέτρων για την πρόληψη ή τον περιορισμό των κινδύνων καθώς και της βλάβης ή των ζημιών στο εξωτερικό της εγκαταστάσεως .
15 Παρατηρείται, πρώτον, ότι αυτές από τις επικαλούμενες διατάξεις της ολλανδικής νομοθεσίας που θεσπίστηκαν μετά την ημερομηνία καταθέσεως της προσφυγής δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη . Διαπιστώνεται περαιτέρω ότι, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι το περιεχόμενο των λοιπών διατάξεων είναι το περιγραφόμενο από την ολλανδική κυβέρνηση, αυτές οι διατάξεις, αφενός, αφορούν μόνο τις εγκαταστάσεις ορυχείων και, αφετέρου, ακόμα και σ' αυτό τον τομέα, χαρακτηρίζονται, ως προς τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση αυτών των αδειών, από μια τέτοια γενικότητα ώστε δεν συνιστούν εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 3, της οδηγίας, με τις απαιτούμενες ακρίβεια και σαφήνεια ώστε να ικανοποιηθεί πλήρως η απαίτηση της ασφαλείας του δικαίου . Κατά συνέπεια, η εν λόγω αιτίαση πρέπει να γίνει δεκτή .
16 Η Επιτροπή υποστηρίζει περαιτέρω ότι η ολλανδική κυβέρνηση δεν διασφάλισε τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6 της οδηγίας που αφορά την τεχνητή αναπλήρωση των υπογείων υδάτων για τη δημόσια διαχείριση των υδάτων αυτών, που υπόκεινται σε ειδική άδεια, η οποία χορηγείται για κάθε περίπτωση χωριστά από τα κράτη μέλη, υπό τον όρο ότι δεν υπάρχει κίνδυνος ρυπάνσεως των υπογείων υδάτων . Κατά την Επιτροπή, αυτή η τελευταία προϋπόθεση δεν περιλαμβάνεται στην ολλανδική νομοθεσία, παρά στο άρθρο 14, παράγραφος 2, του ολλανδικού νόμου περί υπογείων υδάτων, το οποίο, ωστόσο, προβλέπει απλώς ότι στην εν λόγω άδεια μπορούν να προστεθούν αναγκαίες για την καλή διαχείριση των υπογείων υδάτων διατάξεις και αφήνει, κατά συνέπεια, στις εθνικές αρχές που χορηγούν την άδεια μεγαλύτερη ευχέρεια από την επιτρεπόμενη από τις οδηγίες .
17 Η ολλανδική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι προκειμένου περί πολιτικής χορηγήσεως αδειών, αυτές χορηγούνται όταν δεν υφίσταται κίνδυνος, λαμβάνοντας σχετικώς υπόψη τις αναφερόμενες στο άρθρο 6 της οδηγίας περιστάσεις, έτσι ώστε, στην ουσία, ικανοποιούνται οι απαιτήσεις αυτής της διατάξεως .
18 Πρέπει να γίνει δεκτό, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι η δυνατότητα προσθήκης στην άδεια, την οποία προβλέπει η εθνική ολλανδική νομοθεσία, υποχρεώσεως καλής διαχειρίσεως των υπογείων υδάτων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ικανοποιεί την απαίτηση ελέγχου του κινδύνου ρυπάνσεως των υπογείων υδάτων, κατά τη χορήγηση των προβλεπόμενων από το άρθρο 6 της οδηγίας αδειών . Επομένως, το άρθρο 6 της οδηγίας 80/68 δεν μεταφέρθηκε στην εθνική νομοθεσία κατά τρόπο αρκούντως σαφή .
19 Η Επιτροπή υποστηρίζει, τέλος, ότι η ολλανδική κυβέρνηση δεν διασφάλισε τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 18 της οδηγίας 80/68, που ορίζει ότι η εφαρμογή των λαμβανόμενων δυνάμει της οδηγίας 80/68 μέτρων δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, να έχει ως αποτέλεσμα την άμεση ή έμμεση πρόκληση της ρυπάνσεως των υδάτων όπως ορίζεται στο άρθρο 1 της οδηγίας, το οποίο, στην παράγραφο 2, στοιχείο δ ), ορίζει τη "ρύπανση" ως την "άμεσο ή έμμεσο απόρριψη ουσιών ή ενέργειας που πραγματοποιείται από τον άνθρωπο στα υπόγεια ύδατα, και η οποία έχει συνέπειες που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία ή τον εφοδιασμό με ύδωρ, να βλάψουν το έμβιο δυναμικό και το υδατικό οικολογικό σύστημα ή να παρεμποδίσουν άλλες νόμιμες χρήσεις των υδάτων ". Η Επιτροπή θεωρεί ότι η υφιστάμενη κατά τη θέση σε ισχύ της οδηγίας ποιότητα των υδάτων πρέπει να διατηρηθεί όσον αφορά όχι μόνο τις επικίνδυνες ουσίες που αναφέρονται στα παραρτήματα της οδηγίας, αλλά και όσον αφορά άλλες επικίνδυνες ουσίες . Κατά συνέπεια, η ρητή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο αυτής της διατάξεως είναι αναγκαία .
20 Η ολλανδική κυβέρνηση δεν αμφισβητεί το σκοπό του άρθρου 18 της οδηγίας 80/68, όπως ορίζεται από την Επιτροπή, θεωρεί όμως ότι δεν αφορά παρά μόνο τις ουσίες που αναφέρονται στα παραρτήματα της οδηγίας και ότι, κατά συνέπεια, δεν είναι αναγκαίο να γίνει η μεταφορά του στο εσωτερικό δίκαιο υπό τη μορφή χωριστής και σαφούς διατάξεως της εθνικής νομοθεσίας . Κατά την ολλανδική κυβέρνηση, είναι αρκετό τα αναγκαία προς συμμόρφωση για την οδηγία μέτρα να διατυπωθούν έτσι ώστε η εφαρμογή τους να εμποδίσει τη χειροτέρευση των υπογείων υδάτων .
21 Η επιχειρηματολογία της ολλανδικής κυβερνήσεως είναι βάσιμη . 'Οπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 18, αυτή η διάταξη δεν έχει την ευρεία έκταση που της αποδίδει η Επιτροπή . Πράγματι, δεν αφορά παρά την εφαρμογή των "μέτρων που λαμβάνονται με βάση την παρούσα οδηγία" και, κατά τους όρους του πρώτου άρθρου, αυτή η οδηγία έχει ως αντικείμενο την πρόληψη της ρυπάνσεως των υπογείων υδάτων από ουσίες που ανήκουν στις οικογένειες και ομάδες ουσιών, οι οποίες απαριθμούνται στους καταλόγους Ι και ΙΙ του παραρτήματός της . Από αυτό έπεται ότι η εν λόγω αιτίαση της Επιτροπής είναι απορριπτέα .
22 Ενόψει του συνόλου των προηγουμένων σκέψεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις της οδηγίας 80/68 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1979, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
23 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα . Ωστόσο, κατά την παράγραφο 3, εδάφιο 1, του ιδίου άρθρου, το Δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει τα έξοδα ολικώς ή μερικώς σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων . Στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών και η Επιτροπή ηττήθηκαν μερικώς, κάθε διάδικος θα φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει :
1 ) Η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις της οδηγίας 80/68 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1979, περί προστασίας των υπογείων υδάτων από τη ρύπανση που προέρχεται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ .
2 ) Κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy