ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 11ης Μαρτίου 1986
Στην υπόθεση 294/84, ( *1 )
Hermanus Adams και άλλοι 52 μόνιμοι και μη υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενοι από τον Marcel Slusny, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ernest Arendt, Centre Louvigny, 34 B IV, rue Philippe-II,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Δημήτριο Γκουλούση, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο, αφενός, την ακύρωση του εσωτερικού διαγωνισμού για κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις COM/B/2/82 καθώς και όλες τις πράξεις που πραγματοποιήθηκαν ή πρόκειται να πραγματοποιηθούν στο πλαίσιο του διαγωνισμού αυτού και, αφετέρου, την ακύρωση των αποφάσεων που ελήφθησαν ως προς έκαστο των προσφευγόντων και οι οποίες τους απέκλεισαν από τις εξετάσεις,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο από τους R. Joliét, πρόεδρο τμήματος, G. Bosco και Τ. F. O'Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 1985,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
( Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται )
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Δεκεμβρίου 1984, ο Hermanus Adams και άλλοι 52 υπάλληλοι της κατηγορίας C, που υπηρετούν στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησαν προσφυγή με την οποία ζητούν την ακύρωση της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής του εσωτερικού διαγωνισμού βάσει τίτλων και εξετάσεων COM/B/2/82, για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις βοηθών διοικήσεως, αναπληρωτών βοηθών γραμματείας και αναπληρωτών τεχνικών βοηθών διοικήσεως που τους απέκλεισε από τις εξετάσεις του διαγωνισμού.
2
Η προσφυγή αποσκοπεί επίσης στην ακύρωση του διαγωνισμού COM/B/2/82 καθώς και όλων των πράξεων που έγιναν στο πλαίσιο του για το λόγο ότι ορισμένες διατάξεις της προκήρυξης του διαγωνισμού ήταν άκυρες και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη κατόπιν εξ υπαρχής ελαττωματικής διαδικασίας.
3
Τον Ιούνιο του 1984, οι προσφεύγοντες πληροφορήθηκαν από τον προϊστάμενο του τμήματος προσλήψεων της Επιτροπής ότι η εξεταστική επιτροπή, αφού προέβη σε συγκριτική εξέταση όλων των αιτήσεων συμμετοχής, στηριζόμενη, κατά την εκτίμηση της, επί ενός συνόλου στοιχείων, όπως η πριν και μετά την πρόσληψη επαγγελματική πείρα, η γενική και/ή η ειδική εκπαίδευση, η συμπληρωματική εκπαίδευση, οι εκθέσεις κρίσεως, τα καθήκοντα που ασκούσαν κατά την ημερομηνία της καταθέσεως των αιτήσεων συμμετοχής και η κινητικότητα, έκρινε ότι δεν μπορούσε να τους εγγράψει στον πίνακα των υποψηφίων που είχαν γίνει δεκτοί στις εξετάσεις.
4
Ύστερα από τη γνωστοποίηση αυτή, τρεις από τους ενδιαφερόμενους και συγκεκριμένα η Basch, η Seube και ο Pelliccione υπέβαλαν διοικητικές ενστάσεις κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων. Αντίθετα, οι υπόλοιποι περιορίστηκαν στο να ζητήσουν από την εξεταστική επιτροπή να επανεξετάσει τις αιτήσεις τους συμμετοχής και, για κάθε περίπτωση που η απόφαση απορρίψεως θα διατηρούνταν, να αναφέρει ποια από τις προϋποθέσεις που απαιτούνταν για να γίνουν δεκτοί στις εξετάσεις δεν συνέτρεχε.
5
Με έγγραφο της 7ης Σεπτεμβρίου 1984 που απευθύνθηκε, με ταυτόσημο περιεχόμενο, προς όλους τους προσφεύγοντες, ο προϊστάμενος του τμήματος προσλήψεων της Επιτροπής γνωστοποίησε στους τελευταίους ότι η εξεταστική επιτροπή, αφού επανεξέτασε τις αιτήσεις τους συμμετοχής, επιβεβαίωνε την απόφαση της, δεδομένου ότι κανένα συμπληρωματικό στοιχείο δεν της επέτρεψε να μεταβάλει την προηγούμενη στάση της. Εξάλλου, διευκρίνισε ότι είχαν γίνει δεκτοί στις εξετάσεις μόνο οι υποψήφιοι που ήδη ασκούσαν καθήκοντα της κατηγορίας Β ή είχαν όλες τις δυνατότητες για να τα ασκήσουν.
6
Η ασκηθείσα από τους ενδιαφερομένους προσφυγή στρέφεται κατά της προκύπτουσας από το έγγραφο αυτό αποφάσεως την οποία θεωρούν ως τη βλαπτική γι' αυτούς πράξη κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
7
Η Επιτροπή, καθής, προτείνει, καταρχάς, ένσταση απαραδέκτου κατά της προσφυγής, ισχυριζόμενη ότι η τελευταία δεν ασκήθηκε παρά στις 10 Δεκεμβρίου 1984, ενώ η προθεσμία που τάσσει το άρθρο 91, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης άρχισε να τρέχει από τον Ιούνιο του 1984, όταν οι προσφεύγοντες έλαβαν γνώση της απόφασης που τους απέκλεισε από τις εξετάσεις, και όχι από τις 7 Σεπτεμβρίου 1984, ημερομηνία κατά την οποία γνωστοποιήθηκε στους προσφεύγοντες μια δεύτερη, απλώς επιβεβαιωτική της πρώτης, απόφαση. Επομένως, εφόσον η προσφυγή ασκήθηκε μετά τη λήξη της προβλεπόμενης από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης τρίμηνης προθεσμίας, είναι απαράδεκτη.
8
Όσον αφορά τους προσφεύγοντες που είχαν ήδη υποβάλει ένσταση κατά της αποφάσεως που τους είχε γνωστοποιηθεί τον Ιούνιο του 1984, η Επιτροπή δέχεται ότι στην περίπτωση τους ένσταση απαραδέκτου δεν μπορεί να προταθεί, κατά τον ίδιο τρόπο, όπως στην προηγούμενη περίπτωση, αλλά επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου, παρατηρώντας ότι στο τελευταίο εναπόκειται να κρίνει αν μια προσφυγή που ασκείται μετά την υποβολή διοικητικής ένστασης και εντός της προθεσμίας των τριών μηνών που υπολογίζεται από την ημερομηνία της ρητής ή σιωπηράς απάντησης στην ένσταση αυτή είναι παραδεκτή, εφόσον, κατά πάγια νομολογία, οι αποφάσεις των εξεταστικών επιτροπών διαγωνισμών προσβάλλονται κατευθείαν ενώπιον του Δικαστηρίου.
9
Τέλος, η Επιτροπή φρονεί ότι οι λόγοι ακυρώσεως που αντλούνται από το ανίσχυρο της προκήρυξης του διαγωνισμού πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθούν ως όψιμοι, εφόσον οι προσφεύγοντες όφειλαν να προσβάλουν την προκήρυξη αυτή ευθύς ως δημοσιεύτηκε και δεν μπορούν πλέον να το πράξουν τώρα, μέσω προσφυγής στρεφόμενης κατά μεταγενέστερης πράξεως.
10
Εξάλλου, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι οι αιτήσεις επανεξετάσεως που υποβλήθηκαν από τους ενδιαφερομένους πρέπει να χαρακτηριστούν ως αιτήσεις κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, κατά τρόπο ώστε η προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής να μην αρχίζει να τρέχει παρά από την ημερομηνία της ρητής ή σιωπηρός απόφασης που έλαβε η διοικητική αρχή ως απάντηση στις αιτήσεις αυτές, εν προκειμένω στις 7 Σεπτεμβρίου 1984.
11
Εν πάση περιπτώσει, έστω και αν θεωρηθεί ότι η προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής άρχισε να τρέχει ήδη από το χρονικό σημείο που οι ενδιαφερόμενοι έλαβαν γνώση της πρώτης απόφασης, είναι εξίσου αληθές, κατά τους προσφεύγοντες, ότι η προκύπτουσα από το έγγραφο της 7ης Σεπτεμβρίου 1984 απόφαση δεν αποτελεί επιβεβαιωτική πράξη της απόφασης που τους γνωστοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1984, αλλά, εφόσον επήλθε μετά την επανεξέταση των αιτήσεων συμμετοχής, αποτελεί στην πραγματικότητα απόφαση που αντικαθιστά πλήρως την προηγούμενη και συνιστά την όντως βλαπτική πράξη.
12
Ως προς το απαράδεκτο των λόγων ακυρώσεως που αφορούν την προκήρυξη του διαγωνισμού, οι προσφεύγοντες παρατηρούν ότι όταν, στο πλαίσιο διαδικασίας διαγωνισμού, μια πράξη βρίσκεται στο τέλος μιας σειράς πράξεων από τις οποίες η τελευταία είναι βλαπτική, ο υποψήφιος δεν είναι υποχρεωμένος να προσβάλει ξεχωριστά τις προηγούμενες πράξεις και, ιδίως, την αρχική πράξη της διαδικασίας.
13
Το επιχείρημα που οι προσφεύγοντες αντλούν από την υποβολή αιτήσεως επανεξετάσεως, για να ισχυριστούν ότι μια τέτοια αίτηση εμποδίζει την προθεσμία να αρχίσει να τρέχει, δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό. Στην περίπτωση που ένα τέτοιο επιχείρημα θα γινόταν δεκτό, κάθε υπάλληλος θα μπορούσε στην πραγματικότητα, υποβάλλοντας, προς το σκοπό αυτό, επανειλημμένα αιτήσεις, να παρατείνει επ' άπειρο την προθεσμία προσφυγής κατά βλαπτικής αποφάσεως, πράγμα ασυμβίβαστο προς το σύστημα των ενδίκων μέσων που έχει θεσπίσει ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης καθώς και προς την αρχή της ασφάλειας του δικαίου.
14
Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα που προβάλλουν οι προσφεύγοντες, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η προκύπτουσα από το έγγραφο της 7ης Σεπτεμβρίου 1984 απόφαση εκδόθηκε μετά από επανεξέταση της προηγούμενης απόφασης περί αποκλεισμού από τις εξετάσεις, στην οποία η εξεταστική επιτροπή προέβη κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων.
15
Πράγματι, όχι μόνο το κείμενο του εγγράφου αυτού αναφέρει ρητώς « επανεξέταση » των αιτήσεων υποψηφιότητας, αλλά και το γεγονός ότι δεκαοχτώ υποψήφιοι, οι οποίοι είχαν αρχικά αποκλειστεί έγιναν, στη συνέχεια, δεκτοί στις εξετάσεις, δείχνει επίσης ότι η επανεξέταση αυτή όντως έγινε και πραγματοποιήθηκε με μεγάλη προσοχή.
16
Επομένως, υπό το φως των προηγούμενων σκέψεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προκύπτουσα από το έγγραφο της 7ης Σεπτεμβρίου 1984 απόφαση αντικατέστησε την προηγούμενη απόφαση και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απλώς επιβεβαιωτική της τελευταίας. Επομένως η προσφυγή είναι παραδεκτή.
17
Εντούτοις, το παραδεκτό της προσφυγής δεν συνεπάγεται και το παραδεκτό των λόγων ακυρώσεως που αντλούνται από τη φερόμενη πλημμέλεια της προκήρυξης του διαγωνισμού. Πράγματι, οι προσφεύγοντες όφειλαν να προσβάλουν εγκαίρως τις, κατά τη γνώμη τους, βλαπτικές διατάξεις της προκήρυξης αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση, θα ήταν δυνατό να αμφισβητείται μια προκήρυξη διαγωνισμού πολύ καιρό μετά τη δημοσίευση της και ενώ έχει ήδη συντελεστεί το μεγαλύτερο μέρος ή το σύνολο των σχετικών με το διαγωνισμό πράξεων, πράγματι αντίθετο προς τις αρχές της ασφάλειας του δικαίου, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοίκησης.
18
Επομένως, οι μόνοι λόγοι ακυρώσεως που πρέπει να ληφθούν υπόψη, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης, είναι αυτοί που αποσκοπούν στην ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και αντλούνται από τον παράνομο χαρακτήρα ορισμένων ενεργειών της εξεταστικής επιτροπής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του διαγωνισμού. Στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για τους λόγους ακυρότητας που στηρίζονται αντίστοιχα στο γεγονός ότι η εξεταστική επιτροπή ζήτησε συστηματικά τη γνώμη των ιεραρχικώς προϊσταμένων των υποψηφίων, ενώ στην προκήρυξη του διαγωνισμού δεν προβλεπόταν συζήτηση με αυτούς παρά μόνο ενδεχομένως· στο γεγονός ότι η εξεταστική επιτροπή δεν κάλεσε τους υποψηφίους για συνέντευξη, που και αυτή δεν προβλεπόταν από την προκήρυξη του διαγωνισμού παρά μόνο ενδεχομένως, ενώ άκουσε για κάθε υποψήφιο τη γνώμη των ιεραρχικώς προϊσταμένων του στο γεγονός ότι η εξεταστική επιτροπή, με σκοπό να διευκολυνθεί ο διορισμός συγκεκριμένων υποψηφίων, διέπραξε κατάχρηση εξουσίας δημιουργώντας δύο ομάδες υποψηφίων ( αυτούς που ήδη ασκούσαν καθήκοντα επιπέδου Β, BS, BT ή που θεωρούνταν ότι διέθεταν όλες τις δυνατότητες για να τα ασκήσουν και αυτούς οι οποίοι, κατά τη γνώμη της εξεταστικής επιτροπής, δεν διέθεταν τις δυνατότητες αυτές ).
19
Με τον πρώτο από τους λόγους αυτούς, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι αμφισβητούν τη συζήτηση με τους ιεραρχικώς προϊσταμένους για το λόγο κυρίως ότι η εξεταστική επιτροπή δεν προέβη στη συνέχεια σε συζήτηση με τους υποψηφίους ώστε να δοθεί στους τελευταίους η δυνατότητα να σχολιάσουν τη γνώμη που είχαν διατυπώσει ως προς αυτούς οι εν λόγω προϊστάμενοι, πράγμα που συνιστά παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καθώς και του δικαιώματος υπερασπίσεως. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο λόγος που αντλείται από τη συζήτηση με τους ιεραρχικώς προϊσταμένους συμπίπτει με το δεύτερο λόγο, που στηρίζεται στο γεγονός ότι η εξεταστική επιτροπή δεν παραχώρησε ακρόαση στους υποψηφίους κατά τρόπο ώστε πρέπει να εξεταστούν από κοινού.
20
Κατά τους προσφεύγοντες, εφόσον οι ιεραρχικώς προϊστάμενοι, εκπροσωπούμενοι από τους βοηθούς του γενικού διευθυντή καθεμιάς από τις γενικές διευθύνσεις στις οποίες υπάγονταν οι υποψήφιοι, κλήθηκαν να διατυπώσουν γνώμη που μπορούσε να έχει σημαντικές συνέπειες για την αίτηση συμμετοχής των ενδιαφερομένων, το δικαίωμα της υπεράσπισης, ύψιστη νομική αρχή, απαιτούσε να δοθεί στους τελευταίους η δυνατότητα να εκθέσουν με τη σειρά τους την άποψη τους.
21
Η Επιτροπή απαντά ότι οι βοηθοί των γενικών διευθυντών δεν ήταν ανταγωνιστές ή αντίπαλοι των υποψηφίων και ότι, επομένως, δεν πρέπει οι τελευταίοι να επικαλούνται τα δικαιώματα υπερασπίσεως. 'Αλλωστε, η συζήτηση με τους βοηθούς δεν αποτελούσε παρά ένα από τα στοιχεία της ανάλυσης του φακέλου κάθε υποψηφίου και η γνώμη των βοηθών δεν υπήρξε καθοριστική.
22
Για την εξέταση του λόγου αυτού, έχει σημασία να παρατηρηθεί ότι, στο πλαίσιο ενός διαγωνισμού, η εξεταστική επιτροπή καλείται να εκτιμήσει στοιχεία γνωστά στους υποψηφίους, είτε πρόκειται για τίτλους που είχαν καταθέσει, είτε για εξετάσεις που έχουν δώσει, είτε για εκθέσεις κρίσεως που μπόρεσαν να λάβουν γνώση και να σχολιάσουν. Αυτό αποτελεί εγγύηση της κανονικότητας της διαδικασίας του διαγωνισμού και προστασία έναντι πάσης αυθαιρεσίας, καθώς οι υποψήφιοι γνωρίζουν όλα τα στοιχεία βάσει των οποίων σχηματίστηκε η κρίση της εξεταστικής επιτροπής και είναι, επομένως, σε θέση να την αμφισβητήσουν, εφόσον θεωρούν ότι δεν είναι ορθή.
23
Αντιθέτως, εφόσον η εξεταστική επιτροπή στηρίζει, όπως στην προκειμένη περίπτωση, τουλάχιστον εν μέρει, την κρίση της επί στοιχείων όπως οι πληροφορίες και οι γνώμες των ιεραρχικώς προϊσταμένων, που δεν περιέρχονται στη γνώση των ενδιαφερόμενων υποψηφίων, δεν παρέχεται σ' αυτούς καμιά άμυνα έναντι βεβαιώσεων τρίτων, οι οποίες μολονότι μπορεί να είναι απόλυτα ορθές, μπορεί επίσης να είναι, για οποιονδήποτε λόγο, ανακριβείς.
24
Επομένως, το γεγονός ότι οι υποψήφιοι δεν είχαν τη δυνατότητα να λάβουν θέση επί των γνωμών που διατυπώθηκαν ως προς αυτούς από τους ιεραρχικώς προϊσταμένους συνιστά παραβίαση αρχής που η εξεταστική επιτροπή όφειλε να τηρήσει και θίγει το κύρος της διαδικασίας που κατέληξε στην απόφαση να αποκλειστούν οι προσφεύγοντες από τις εξετάσεις του εν λόγω διαγωνισμού.
25
Επομένως, η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού COM/B/2/82, με την οποία αποκλείστηκαν οι προσφεύγοντες από τις εξετάσεις του διαγωνισμού, πρέπει να ακυρωθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
26
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού COM/B/2/82, που απέκλεισε από τις εξετάσεις του διαγωνισμού αυτού όλους τους προσφεύγοντες και της οποίας το περιεχόμενο προκύπτει από το ταυτόσημο έγγραφο που τους απευθύνθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 1984.
2)
Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Joliét
Bosco
O'Higgins
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Μαρτίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
R. Joliét
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy