ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 23ης Ιανουαρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 298/84,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Vice Pretore di Latina προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου αυτού μεταξύ
Paolo Iorio, δικηγόρου Ρώμης,
και
Azienda autonoma delle ferrovie dello Stato ( οργανισμού των ιταλικών κρατικών σιδηροδρόμων ),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
συγκείμενο από τους Κ. Bahlmann, πρόεδρο τμήματος, Ο. Due και F. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: D. Louterman, διοικητική υπάλληλος
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
ο Ρ. Iorio, ανακόπτων στην κύρια δίκη,
—
η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών, επικουρούμενο από τον Marcello Conti, avvocato dello Stato,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό σύμβουλο της Jean Amphoux και τον Enrico Traversa, μέλος της νομικής υπηρεσίας της,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Νοεμβρίου 1985,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
( Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται )
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 3ης Δεκεμβρίου 1984, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Δεκεμβρίου 1984, ο vicepretore di Latina υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την εκδίκαση της διαφοράς μεταξύ του Iorio και του Azienda autonoma delle ferrovie dello Stato ( οργανισμού των ιταλικών κρατικών σιδηροδρόμων ) σχετικά με την είσπραξη, κατόπιν εκδόσεως διαταγής πληρωμής, του προστίμου που επιβλήθηκε στον Iorio λόγω παραβάσεως διατάξεως που θέτει περιορισμούς ως προς την επιβίβαση σε ορισμένες αμαξοστοιχίες.
3
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, του Βασιλικού Νομοθετικού Διατάγματος 1948 της 11ης Οκτωβρίου 1934, το οποίο κυρώθηκε με το νόμο 911 της 4ης Απριλίου 1935, όπως τροποποιήθηκε στη συνέχεια, σχετικά με τα condizioni e tariffe per i trasporti delle persone sulle ferrovie dello Stato ( όρους και κόμιστρα για τη μεταφορά προσώπων με τους ιταλικούς κρατικούς σιδηροδρόμους), επιτρέπεται στη διοίκηση να επιβάλλει ειδικούς περιορισμούς στην επιβίβαση σε ορισμένες αμαξοστοιχίες και σε ορισμένες συγκεκριμένες γραμμές.
4
Ο Iorio, ιταλός υπήκοος και δικηγόρος Ρώμης, επιβιβάστηκε στις 17 Ιανουαρίου 1984 στο σταθμό της Ρώμης στην ταχεία αμαξοστοιχία 991, προορισμός της οποίας ήταν το Παλέρμο και οι Συρακούσες και στην οποία η επιβίβαση δεν επιτρεπόταν για τους επιβάτες της δεύτερης θέσης, σύμφωνα με τον πίνακα των δρομολογίων, παρά μόνο για διαδρομή μεγαλύτερη από 400 χιλιόμετρα. Ο Iorio είχε εισιτήριο δεύτερης θέσης για μικρότερη διαδρομή. Όταν ο ελεγκτής του ζήτησε να πληρώσει το πρόστιμο που προβλέπεται για την παράβαση αυτή, ο Iorio αρνήθηκε να το καταβάλει αμέσως. Κατόπιν αυτού, η διοίκηση των σιδηροδρόμων εξέδωσε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 84 του Προεδρικού Διατάγματος 753 της 11ης Ιουλίου 1980 [nuove norme in materia di polizia, sicurezza et regolarità dell'esercizio delle ferrovie e di altri servizi di trasporto — νέοι κανόνες περί τάξης, ασφάλειας και κανονικότητας των σιδηροδρομικών μεταφορών και άλλων υπηρεσιών μεταφοράς — GURI, Supplemento ordinano ( συμπλήρωμα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας ), αριθμός φύλλου 314, της 15ης Νοεμβρίου 1980, σ. 1 ], διαταγή πληρωμής 30000 λιρετών, η οποία αποτελεί εκτελεστό τίτλο.
5
Ο Iorio άσκησε ανακοπή κατά της διαταγής αυτής πληρωμής, με την οποία ισχυρίζεται ότι η ιταλική ρύθμιση σχετικά με τους περιορισμούς ως προς την επιβίβαση σε ορισμένες αμαξοστοιχίες είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 48, παράγραφος 3, στοιχείο β ), της Συνθήκης ΕΟΚ.
6
Ο vicepretore di Latina, ο οποίος επελήφθη της εκδικάσεως της ανακοπής αυτής, αποφάσισε να αναβάλει τη δίκη και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1 )
Οι διατάξεις του Π.Δ. 753/80, καθώς και η παράγραφος 2 του άρθρου 3 των όρων και κομίστρων για τη μεταφορά προσώπων με τους ιταλικούς κρατικούς σιδηροδρόμους είναι αντίθετες προς το άρθρο 48, παράγραφος 3, στοιχείο β ), της Συνθήκης της Ρώμης;
2)
Η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας, την οποία θεσπίζει το παραπάνω άρθρο, ισχύει και στο εσωτερικό κάθε κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας;
3)
Απαγορεύει η αρχή αυτή τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της χώρας εκ μέρους των διοικητικών αρχών, εν προκειμένω του υπουργού μεταφορών ή του περιφερειακού διευθυντή των ιταλικών κρατικών σιδηροδρόμων, περιορισμό που συνίσταται στη δρομολόγηση αμαξοστοιχιών στις οποίες η επιβίβαση επιτρέπεται μόνο στους ταξιδιώτες που έχουν εισιτήριο για διαδρομή μεγαλύτερη από έναν ελάχιστο αριθμό χιλιομέτρων;
4)
Αντίκειται η υπό εξέταση περίπτωση σε κάποια άλλη διάταξη των κοινοτικών συνθηκών ή των κανονισμών ή των πράξεων που έχουν ισχύ νόμου στο εσωτερικό της Ιταλικής Δημοκρατίας; »
7
Η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας θέτει ζήτημα παραδεκτού για το πρώτο και το τέταρτο ερώτημα, ισχυριζόμενη ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης να αποφαίνεται αν ένα κράτος μέλος έχει παραβεί τη Συνθήκη ή αν ορισμένοι κανόνες του εσωτερικού δικαίου δεν συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο.
8
Όπως έχει δεχτεί επανειλημμένα το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων και με την απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1983 ( Van Bennekom, υπόθεση 227/83, Συλλογή σ. 3883 ), μολονότι στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης δεν έχει αρμοδιότητα να αποφαίνεται κατά πόσο οι διατάξεις των εθνικών νόμων συμβιβάζονται με τη Συνθήκη, εντούτοις μπορεί να παρέχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα στοιχεία της ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που θα το βοηθήσουν να αποφανθεί το ίδιο. Το Δικαστήριο μπορεί επομένως να εξατομικεύσει στα ερωτήματα που διατύπωσε το εθνικό δικαστήριο τα στοιχεία που αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου.
9
Από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων προκύπτει ότι ο εθνικός δικαστής ερωτά κατ' ουσία αν το άρθρο 48, παράγραφος 3, στοιχείο β ), της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο θεσπίζει την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, και οι διατάξεις που έχουν εκδοθεί προς εκτέλεση του ισχύουν και στο εσωτερικό των κρατών μελών και αν αντιβαίνει στο άρθρο αυτό ή σε κάποια άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου η εφαρμογή των εθνικών διατάξεων κατά τις οποίες η χρήση ορισμένων δημόσιων μέσων μεταφοράς επιτρέπεται να εξαρτάται από ορισμένες προϋποθέσεις.
10
Ο ανακόπτων στην κύρια δίκη ισχυρίζεται ότι η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας πρέπει να ισχύει χωρίς περιορισμούς στο εσωτερικό κάθε κράτους.
11
Κατά την ιταλική κυβέρνηση, η ρύθμιση της χρήσης των δημόσιων μέσων μεταφοράς δεν αντιβαίνει ούτε προς το άρθρο 48, παράγραφος 3, στοιχείο β ), της Συνθήκης ΕΟΚ ούτε προς άλλους κανόνες του κοινοτικού δικαίου. Δεδομένου ότι οι περιορισμοί που προβλέπει η ρύθμιση αυτή είναι γενικής φύσεως, δεν παραβιάζουν την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας.
12
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν αντιβαίνει προς το άρθρο 48, παράγραφος 3, στοιχείο β ), η ρύθμιση που προβλέπει περιορισμούς για την επιβίβαση σε ορισμένες αμαξοστοιχίες, υπό τον όρο ότι οι περιορισμοί αυτοί δεν οδηγούν σε διακρίσεις ανάλογα με την ιθαγένεια του επιβάτη.
13
Η απάντηση στα ερωτήματα εξαρτάται από τον προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής των κοινοτικών διατάξεων που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, δηλαδή του άρθρου 48 της Συνθήκης και των παράγωγων διατάξεων, ιδίως του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33), και της οδηγίας 68/360 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 43 ). Σκοπός των διατάξεων αυτών είναι, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1982 ( Morson, υποθέσεις 35 και 36/82, Συλλογή σ. 3723 ), η συμβολή στην εξάλειψη όλων των εμποδίων στα οποία προσκόπτει η εγκαθίδρυση μιας κοινής αγοράς μέσα στην οποία οι υπήκοοι των κρατών μελών να έχουν τη δυνατότητα να μετακινούνται ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών για την άσκηση των οικονομικών τους δραστηριοτήτων. Το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και τα μέτρα που έχουν ληφθεί προς εκτέλεση του αποτελούν συγκεκριμένη εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, την οποία θεσπίζει το άρθρο 7 της Συνθήκης, και έχουν επομένως ως σκοπό να παράσχουν στους εργαζομένους που είναι εγκατεστημένοι στις διάφορες χώρες της Κοινότητας πλήρη ελευθερία ως προς την εξεύρεση εργασίας στις άλλες χώρες της Κοινότητας εκτός από τη χώρα στην οποία είναι εγκατεστημένοι, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια των εργαζομένων αυτών, απαγορεύοντας κάθε περιορισμό της μετακίνησης τους στο εσωτερικό της Κοινότητας που θα μπορούσε να παρεμποδίσει την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος αυτού, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για περιορισμούς ως προς την είσοδο στην εθνική επικράτεια ή για περιορισμούς ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία μέσα στην ίδια επικράτεια.
14
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι διατάξεις της Συνθήκης και οι κανόνες που έχουν θεσπιστεί για την εκτέλεση τους ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων δεν εφαρμόζονται σε περιπτώσεις που δεν έχουν κανένα συνδετικό στοιχείο με οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο ( βλ. προαναφερθείσα απόφαση Morson απόφαση της 28ης Μαρτίου 1979, Saunders, υπόθεση 175/78, Race, σ. 1129 απόφαση της 28ης Ιουνίου 1984, Moser, υπόθεση 180/83, Συλλογή σ. 2539 ).
15
Εν προκειμένω, από τα στοιχεία που παρέσχε το εθνικό δικαστήριο προκύπτει ότι η περίπτωση του ανακόπτοντος δεν έχει καμία σχέση με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων.
16
Εξάλλου, δεν υπάρχει καμιά άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου και καμιά γενική αρχή που να έχει γίνει δεκτή στο κοινοτικό δίκαιο οι οποίες να απαγορεύουν τους περιορισμούς που επιβάλλονται, χωρίς διακρίσεις, στην ελεύθερη χρήση των μέσων μεταφοράς στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους και που οφείλονται σε λόγους οικονομικής και ορθολογικής οργάνωσης.
17
Συνεπώς, στα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 48, παράγραφος 3, στοιχείο β ), της Συνθήκης ΕΟΚ και οι διατάξεις που έχουν θεσπιστεί προς εκτέλεση του δεν εφαρμόζονται σε περιπτώσεις καθαρά εσωτερικού χαρακτήρα στα διάφορα κράτη μέλη, όπως είναι η περίπτωση του υπηκόου κράτους μέλους που δεν έχει διαμείνει ή δεν έχει εργαστεί ποτέ σε άλλο κράτος μέλος, και ότι η εφαρμογή των εσωτερικών διατάξεων κατά τις οποίες η χρήση ορισμένων δημόσιων μέσων μεταφοράς εξαρτάται από γενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις δεν αντιβαίνει ούτε προς το άρθρο 48 ούτε προς άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου.
Επί των δικαστικών εξόδων
18
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 3ης Δεκεμβρίου 1984 ο vicepretore di Latina, αποφαίνεται:
Το άρθρο 48, παράγραφος 3, στοιχείο β), της Συνθήκης ΕΟΚ και οι διατάξεις που έχουν θεσπιστεί προς εκτέλεσή του δεν εφαρμόζονται σε περιπτώσεις καθαρά εσωτερικού χαρακτήρα στα διάφορα κράτη μέλη, όπως είναι η περίπτωση του υπηκόου κράτους μέλους που δεν έχει διαμείνει ή που δεν έχει εργαστεί ποτέ σε άλλο κράτος μέλος. Η εφαρμογή των εσωτερικών διατάξεων κατά τις οποίες η χρήση ορισμένων δημόσιων μέσων μεταφοράς εξαρτάται από γενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις δεν αντιβαίνει ούτε προς το άρθρο 48 ούτε προς άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου.
Bahlmann
Due
Schockweiler
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 23 Ιανουαρίου 1986.
Ο γραμματέας
P. Heim
Ο πρόεδρος του δεύτερου τμήματος
K. Bahlmann
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy