Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Γεωργία — Νομισματικά μέτρα — Τροποποίηση των αντιπροσωπευτικών τιμών — Αγορά προϊόντων προερχόμενων από παρέμβαση σε τιμή που έχει καθοριστεί σε ECU — Αγοραστής που έχει υποβάλει την προσφορά του πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 850/81 — Μειονέκτημα από άποψη ανταγωνισμού — Επιτρέπεται ενόψει της βούλησης του κοινοτικού νομοθέτη
( Κανονισμός του Συμβουλίου 850/81 — Κανονισμοί της Επιτροπής 2173/79 , άρθρο 5 , και 713/71 )
2 . Κοινοτικό δίκαιο — Αρχές — Αρχή σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται οι εθνικές αρχές να μην εφαρμόζουν κανόνες του κοινοτικού δικαίου για λόγους επιείκειας — Δεν υπάρχει — Εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί διαφοράς σχετικά με το νόμιμο των αποτελεσμάτων της κοινοτικής νομοθεσίας από άποψη επιείκειας — Προδικαστική παραπομπή
Περίληψη
1 . Από τον κανονισμό 850/91 του Συμβουλίου , ο οποίος τροποποίησε τις τιμές συναλλάγματος τις ισχύουσες για τη γεωργία , δεν προκύπτει , έστω και αν ο κανονισμός αυτός ερμηνευτεί ενόψει της πέμπτης αιτιολογικής σκέψης του , ότι το Συμβούλιο θέλησε να αποφύγει ο αγοραστής , ο οποίος υπέβαλε πριν από την τροποποίηση των πράσινων τιμών αίτηση αγοράς προϊόντος που προέρχεται από παρέμβαση και η τιμή του οποίου είχε καθοριστεί εκ των προτέρων σε ECU , την καταβολή υψηλότερης τιμής σε εθνικό νόμισμα από o,τι οι ανταγωνιστές του που υπέβαλαν την αίτησή τους μετά την τροποποίηση αυτή .
2 . Το κοινοτικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει καμία γενική αρχή του δικαίου κατά την οποία οι εθνικές αρχές δεν πρέπει να εφαρμόζουν τους ισχύοντες κανόνες του κοινοτικού δικαίου , εφόσον η εφαρμογή τους θα οδηγούσε σε σκληρότητα για τον ενδιαφερόμενο την οποία είναι προφανές ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θα είχε προσπαθήσει να αποφύγει , αν είχε λάβει υπόψη του την περίπτωση αυτή κατά τη θέσπιση των εν λόγω κανόνων· τα εθνικά δικαστήρια πάντως , τα οποία θεωρούν ότι αντιμετωπίζουν τέτοια περίπτωση , έχουν πάντοτε το δικαίωμα να υποβάλουν στο Δικαστήριο οποιοδήποτε ερώτημα ως προς την ερμηνεία και το κύρος της επίμαχης κοινοτικής πράξης το οποίο θεωρούν αναγκαίο για την έκδοση της απόφασής τους .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 299/84 ,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main προς το Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK , με την οποία ζητείται , στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Firma Karl-Heinz Neumann
και
Bundesanstalt fuer landwirtschaftliche Marktordnung
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως κυρίως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 850/81 του Συμβουλίου , της 1ης Απριλίου 1981 , περί τροποποιήσεως του κανονισμού 878/77 περί των τιμών συναλλάγματος οι οποίες πρέπει να εφαρμόζονται στο γεωργικό τομέα ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 15ης Νοεμβρίου 1984 , που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Δεκεμβρίου 1984 , το Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν υπέβαλε , δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK , δύο προδικαστικά ερωτήματα , από τα οποία το μεν πρώτο αφορά την ερμηνεία του κανονισμού 850/81 του Συμβουλίου , της 1ης Απριλίου 1981 , περί τροποποιήσεως του κανονισμού 878/77 περί των τιμών συναλλάγματος οι οποίες πρέπει να εφαρμόζονται στο γεωργικό τομέα ( EE L 90 , σ . 1 ), το δε άλλο την ύπαρξη στο κοινοτικό δίκαιο κάποιας γενικής αρχής περί αντικειμενικής ανεπιείκειας ( « sachliche Unbilligkeit » ).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της επιχείρησης Karl-Heinz Neumann , με έδρα το Αμβούργο ( αποκαλούμενης στο εξής : « προσφεύγουσα » ) και του Bundesanstalt fuer landwirtschaftliche Marktordnung ( Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Οργανώσεως Γεωργικών Αγορών ) ( αποκαλούμενου στο εξής : BALM ), η οποία αφορά την κατάπτωση της ασφάλειας που είχε συστήσει η προσφεύγουσα κατά την υποβολή αιτήσεως αγοράς δυνάμει του κανονισμού 713/81 της Επιτροπής , της 19ης Μαρτίου 1981 , περί της πωλήσεως σε τιμή που καθορίζεται κατ’ αποκοπή εκ των προτέρων ορισμένων αποστεωμένων βοείων κρεάτων που κατέχουν ορισμένοι οργανισμοί παρεμβάσεως ( EE L 74 , σ . 27 ).
3 Σύμφωνα με τον τελευταίο αυτό κανονισμό , κατά την περίοδο από 30 Μαρτίου έως 30 Απριλίου 1981 θα διεξαγόταν η πώληση ορισμένων ποσοτήτων βοείου κρέατος σε τιμές που είχαν καθοριστεί εκ των προτέρων σε ECU και αναφέρονταν στο παράρτημα I του κανονισμού . Όσον αφορά τις άλλες προϋποθέσεις της πώλησης , ο κανονισμός παρέπεμπε στις διατάξεις του κανονισμού 2173/79 της Επιτροπής , της 4ης Οκτωβρίου 1979 , περί των λεπτομερειών εφαρμογής που αφορούν τη διάθεση των βοείων κρεάτων που αγοράζονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως ( EE ειδ . έκδ . 03/026 , σ . 142 ).
4 Σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού 2173/79 , ο συντελεστής μετατροπής που πρέπει να εφαρμοστεί στις εκ των προτέρων καθορισμένες τιμές πωλήσεως σε ENM , είναι η αντιπροσωπευτική τιμή που ισχύει την ημέρα που θεωρείται ότι έγινε δεκτή η αίτηση . Κατά τα άρθρα 2 και 3 , η ημέρα αυτή είναι η ημέρα κατά την οποία η αίτηση αγοράς συμπληρώνεται από τη σύσταση ασφάλειας υπέρ του οργανισμού παρεμβάσεως , η ημέρα δε αυτή καθορίζει και την προτεραιότητα μεταξύ των δια φόρων αιτήσεων αγοράς σε περίπτωση εξαντλήσεως των αποθεμάτων . Τέλος , το άρθρο 3 , παράγραφος 2 , προβλέπει ότι , εκτός εξαιρετικής περιπτώσεως , οι αιτήσεις αυτές γίνονται δεκτές εντός πέντε εργασίμων ημερών από την ημέρα της καταθέσεώς τους .
5 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι στις 27 Μαρτίου 1981 η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση αγοράς και σύστησε την ανάλογη ασφάλεια , που ανερχόταν τότε σε 50 ECU ( 137,59 γερμανικά μάρκα ) ανά τόνο . Ως βάση για την αίτηση αγοράς είχε ληφθεί η τιμή των 10 112,68 γερμανικών μάρκων ( DM ) ανά τόνο , δηλαδή η τιμή που είχε καθοριστεί εκ των προτέρων βάσει της αντιπροσωπευτικής τιμής που ίσχυε εκείνη την ημέρα .
6 Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος είχαν ήδη επέλθει και είχαν αρχίσει να ισχύουν στις 23 Μαρτίου 1981 ορισμένες τροποποιήσεις των κεντρικών τιμών των κοινοτικών νομισμάτων . Οι αντιπροσωπευτικές όμως τιμές για τη γεωργία ( « οι πράσινες τιμές » ) είχαν παραμείνει αμετάβλητες μέχρι τις 27 Μαρτίου , ημέρα κατά την οποία η προσφεύγουσα υπέβαλε την αίτηση αγοράς και σύστησε την ασφάλεια . Το Συμβούλιο προσάρμοσε τις πράσινες τιμές προς τις μεταβολές των κεντρικών τιμών στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος αργότερα , και συγκεκριμένα με τον προαναφερθέντα κανονισμό 850/81 , ο οποίος εκδόθηκε την 1η Απριλίου , δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 4 Απριλίου και άρχισε να ισχύει για το βόειο κρέας στις 6 Απριλίου 1981 . Κατόπιν της τροποποιήσεως αυτής το ισόποσο σε γερμανικά μάρκα της τιμής που είχε καθοριστεί σε ECU για το κρέας που αφορούσε η αίτηση αγοράς της προσφεύγουσας μειώθηκε από 10 112,68 σε 9 763,01 DM ανά τόνο .
7 Στις 7 Απριλίου 1981 , δηλαδή την επαύριο της ενάρξεως της ισχύος των νέων πράσινων τιμών , το BALM διαβίβασε στην προσφεύγουσα μια « βεβαίωση πωλήσεως » στην τιμή στην οποία η προσφεύγουσα είχε βασίσει την αίτησή της , δηλαδή 10 112,68 DM ανά τόνο .
8 Δεδομένου ότι για τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας που είχαν υποβάλει αιτήσεις αγοράς στις ή μετά τις 6 Απριλίου 1981 θα ίσχυε η νέα και συμφερότερη πράσινη τιμή του γερμανικού μάρκου , η προσφεύγουσα θεώρησε ότι δεν είχε καμία δυνατότητα να διαθέσει στη γερμανική αγορά το κρέας χωρίς ζημία , αν εξακολουθούσε να δεσμεύεται από τους αρχικούς όρους της πώλησης . Έτσι , απηύθυνε προς το BALM δήλωση με την οποία αρνούνταν να εκπληρώσει την υποχρέωσή της να παραλάβει το κρέας και να το πληρώσει . Επιπλέον , υπέβαλε νέα αίτηση αγοράς , την οποία το BALM δέχτηκε , κηρύσσοντας ταυτόχρονα την κατάπτωση της ασφάλειας δυνάμει του άρθρου 16 , παράγραφος 2 , του προαναφερθέντος κανονισμού 2173/79 , με το αιτιολογικό ότι η προσφεύγουσα δεν είχε τηρήσει την υποχρέωση πληρωμής που είχε βάσει της αρχικής αιτήσεώς της .
9 H προσφεύγουσα τότε προσέφυγε ενώπιον του Verwaltungsgericht και ζήτησε την απόδοση της ασφάλειας . Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι ορθώς το BALM είχε κηρύξει την κατάπτωση της ασφάλειας , σύμφωνα με το άρθρο 16 , παράγραφος 2 , του κανονισμού 2173/79 , αλλ’ ότι υπάρχουν λόγοι που δικαιολογούν το αίτημα για την απόδοση της ασφάλειας . Προκειμένου να επιλύσει το πρόβλημα αυτό , το Verwaltungsgericht υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα :
1 ) Έχει η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού ( EOK ) 850/81 του Συμβουλίου , της 1ης Απριλίου 1981 , περί τροποποιήσεως του κανονισμού ( EOK ) 878/77 περί των τιμών συναλλάγματος οι οποίες πρέπει να εφαρμόζονται στο γεωργικό τομέα ( EE L 90 της 4.4.1981 , σ . 1 ), την έννοια ότι το Συμβούλιο κατά την τροποποίηση των τιμών συναλλάγματος ήθελε να αποφύγει την αδικία που προκύπτει σε βάρος των « αγοραστών » προϊόντος που προέρχεται από παρέμβαση κατά την έννοια του κανονισμού ( EOK ) 713/81 της Επιτροπής , της 19ης Μαρτίου 1981 ( EE L 74 της 20.3.1981 , σ . 27 ), από το γεγονός ότι υπέβαλαν την αίτηση « αγοράς » πριν από τις 6 Απριλίου 1981 και επομένως είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν υψηλότερη τιμή από o,τι οι ανταγωνιστές τους που υπέβαλαν την προσφορά τους μετά τις 6 Απριλίου 1981 ;
2 ) Υπάρχει στο κοινοτικό δίκαιο κάποια γενική αρχή της αντικειμενικής ανεπιείκειας ( sachliche Unbilligkeit ), η οποία να συνεπάγεται τη μη εφαρμογή των έγκυρων κανόνων του κοινοτικού δικαίου , εφόσον η εφαρμογή τους θα οδηγούσε σε σκληρότητα για τον ενδιαφερόμενο την οποία είναι προφανές ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θα είχε προσπαθήσει να αποφύγει , αν είχε λάβει υπόψη του την περίπτωση αυτή κατά τη θέσπιση του σχετικού κανόνα ;
Επί του πρώτου ερωτήματος
10 Το ερώτημα αυτό αφορά το ζήτημα αν ο κανονισμός 850/81 έχει την έννοια , ενόψει της πέμπτης αιτιολογικής σκέψης του προοιμίου του , ότι το Συμβούλιο ήθελε να αποφύγει την καταβολή , εκ μέρους του αγοραστή που υπέβαλε πριν από την τροποποίηση των πράσινων τιμών αίτηση αγοράς προϊόντος που προέρχεται από παρέμβαση και η τιμή του οποίου είχε καθοριστεί εκ των προτέρων σε ECU , υψηλότερης τιμής σε εθνικό νόμισμα απ’ o,τι οι ανταγωνιστές του που υπέβαλαν την αίτησή τους μετά την τροποποίηση αυτή .
11 Πριν εξεταστεί το ερώτημα αυτό , πρέπει να σημειωθεί ότι η προσφεύγουσα πρότεινε , με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο , τη διεύρυνση του ερωτήματος κατά τρόπο που να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το BALM δεν της διαβίβασε τη « βεβαίωση πωλήσεως » παρά μόλις στις 7 Απριλίου 1981 , δηλαδή μετά την παρέλευση της προθεσμίας των πέντε ημερών που προβλέπει το άρθρο 3 , παράγραφος 2 , του κανονισμού 2173/79 και μετά την έναρξη της ισχύος των τροποποιήσεων των πράσινων τιμών .
12 Το πρόβλημα όμως που προβάλλει κατ’ αυτό τον τρόπο η προσφεύγουσα αφορά άλλο κανονισμό και όχι αυτόν του οποίου την ερμηνεία ζήτησε το εθνικό δικαστήριο , το Δικαστήριο δε δεν συνάγει ούτε από το ιστορικό της διαφοράς ούτε από τα νομικά επιχειρήματα που αναφέρονται στη Διάταξη παραπομπής το συμπέρασμα ότι το εθνικό δικαστήριο θεωρεί την επίλυση του ζητήματος αυτού αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης . Κατά συνέπεια , αν ληφθεί μάλιστα υπόψη και η κατανομή των αρμοδιοτήτων που προβλέπει το άρθρο 177 ως προς τη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων , το εθνικό δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει , βάσει των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης , τη σπουδαιότητα του προβλήματος που θέτει η προσφεύγουσα , έχει δε τη δυνατότητα , αν το κρίνει αναγκαίο , να υποβάλει στο Δικαστήριο νέο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με το πρόβλημα αυτό .
13 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος , το εθνικό δικαστήριο υπενθυμίζει στη Διάταξη παραπομπής ότι η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 850/81 ορίζει :
« ότι η προσαρμογή αυτής της τιμής πρέπει να λάβει υπόψη τις επιπτώσεις της , ιδίως επί των τιμών· ότι για το λόγο αυτό είναι απαραίτητο να προβλεφθεί ότι η εφαρμογή της νέας τιμής θα επέλθει γενικά εντός εύλογης προθεσμίας , που θα συνδέεται καταρχήν με την έναρξη της περιόδου εμπορίας ή με τροποποίηση των τιμών , χωρίς ωστόσο να αποκλειστεί η άμεση έναρξη εφαρμογής σε ορισμένες περιπτώσεις . »
14 Πάντα κατά τη Διάταξη παραπομπής , η αιτιολογική αυτή σκέψη αποδεικνύει το γεγονός ότι το Συμβούλιο προφανώς ήθελε να λάβει υπόψη του τις επιπτώσεις της μεταβολής των τιμών συναλλάγματος επί των τιμών . H σκέψη αυτή στηρίζεται προφανώς στο ότι οι γεωργικές τιμές που καθορίζει η Κοινότητα πρέπει να παρέχουν στους ενδιαφερόμενους οικονομικούς κύκλους μια σταθερή βάση υπολογισμού . Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η νέα τιμή καταρχήν αρχίζει να ισχύει με την έναρξη της νέας περιόδου εμπορίας , οπότε αλλάζουν εν πάση περιπτώσει οι γεωργικές τιμές . Το Συμβούλιο όμως δεν ήθελε απλώς να διαφυλάξει τη σταθερότητα εκείνων των τιμών οι οποίες συνδέονται με την περίοδο εμπορίας . Ακόμη και σε άλλες περιπτώσεις η νέα πράσινη τιμή αρχίζει , σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη , να ισχύει « καταρχήν » κατά το χρόνο της μεταβολής των τιμών . Το αντίθετο δεν συμβαίνει παρά μόνο σε « ορισμένες περιπτώσεις » , στις οποίες δεν αποκλείεται η άμεση έναρξη εφαρμογής . Το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι οι εκ των προτέρων καθορισμένες τιμές πωλήσεως δεν ανήκουν στην κατηγορία αυτή και επομένως είναι της γνώμης ότι πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα .
15 H προσφεύγουσα συμμερίζεται την άποψη του εθνικού δικαστηρίου όσον αφορά την ερμηνεία και την εφαρμογή του κανονισμού 850/81 .
16 H Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ο κανονισμός 850/81 δεν αφορά τα κοινοτικά συστήματα των γεωργικών τιμών που εκφράζονται σε ECU , αλλά μόνο τους συντελεστές μετατροπής των τιμών αυτών στα εθνικά νομίσματα . Ανάλογες αιτιολογικές σκέψεις , ταυτόσημες σχεδόν με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού , υπάρχουν και σε πολλούς ίδιους κανονισμούς της ίδιας κατηγορίας , το μόνο δε που αποδεικνύεται από την πέμπτη αυτή αιτιολογική σκέψη είναι ότι το Συμβούλιο , όταν προσάρμοσε τις πράσινες τιμές την 1η Απριλίου 1981 , θέλησε να παραμείνει πιστό στις αρχές που έχει καθιερώσει το ίδιο από παλιά , και συγκεκριμένα :
— να λαμβάνει υπόψη του τις επιπτώσεις της προσαρμογής αυτής επί του συστήματος των τιμών σε κάθε χώρα·
— να συνδέει κατά το δυνατό την προσαρμογή των πράσινων τιμών με την έναρξη της περιόδου εμπορίας του οικείου προϊόντος , οπότε μεταβάλλονται εν γένει και οι κοινές τιμές·
— για τις λεγόμενες χώρες με ανατιμημένο νόμισμα , να μην προσαρμόζει τις πράσινες τιμές παρά μόνο όταν αλλάζουν και οι κοινές τιμές , διότι έτσι αποφεύγεται η μείωση των εισοδημάτων των παραγωγών γεωργικών προϊόντων την οποία θα προκαλούσαν αλλιώς οι νέες πράσινες τιμές .
Οι αρχές αυτές τηρήθηκαν και στον κανονισμό 850/81 , αφού η έναρξη της νέας περιόδου εμπορίας του βοείου κρέατος συνέπεσε ακριβώς με την έναρξη ισχύος του κανονισμού .
17 Αντίθετα , κατά την Επιτροπή , ποτέ δεν εκφράστηκε η άποψη ότι η μεταβολή των πράσινων τιμών κατά τις ημερομηνίες που καθορίζουν οι κανονισμοί αυτοί αφορά μόνο τις τιμές που συνδέονται με την περίοδο εμπορίας , όπως είναι οι τιμές προσανατολισμού και παρεμβάσεως , όχι όμως άλλες τιμές αγοράς ή πωλήσεως που καθορίζονται στο πλαίσιο της οργάνωσης των αγορών .
18 Ορθά η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ο επίδικος κανονισμός δεν τροποποιεί τις κοινές τιμές που εκφράζονται σε ECU , αλλά μόνο τους συντελεστές μετατροπής των τιμών αυτών στα εθνικά νομίσματα . O λόγος για τον οποίο η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού τονίζει τη σχέση μεταξύ των συντελεστών αυτών και των τιμών , καθώς και την ανάγκη η έναρξη της ισχύος των νέων συντελεστών να συνδέεται κατά το δυνατόν με την τροποποίηση των κοινών τιμών , είναι ότι οι τροποποιήσεις αυτές , οι οποίες επέρχονται κυρίως στην αρχή της περιόδου εμπορίας , μετριάζουν τις αρνητικές επιπτώσεις των νέων πράσινων τιμών επί του βιοτικού επιπέδου των παραγωγών γεωρ γικών προϊόντων στα κράτη μέλη με ανατιμημένο νόμισμα και επί των τιμών καταναλωτή στα κράτη με υποτιμημένο νόμισμα .
19 Αντίθετα , ούτε από τις διατάξεις ούτε από τα παραρτήματα ούτε από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το Συμβούλιο επέλεξε , για ορισμένες τιμές αγοράς ή πωλήσεως που καθορίζονται εκ των προτέρων σε ECU , άλλη ημερομηνία για την έναρξη της ισχύος των νέων πράσινων τιμών , διαφορετική από την ημερομηνία που προβλέπουν γενικά τα παραρτήματα για το σχετικό τομέα . Εξάλλου , ο κανονισμός 713/81 αφορά την πώληση βοείου κρέατος όχι μόνο από τα αποθέματα του γερμανικού οργανισμού παρεμβάσεως , αλλά και από τα αποθέματα των οργανισμών άλλων κρατών μελών . H απόκλιση από τη γενικά προβλεπόμενη ημερομηνία για την έναρξη της ισχύος των νέων πράσινων τιμών θα είχε τις αντίθετες ακριβώς συνέπειες για τους επιχειρηματίες που αγόρασαν κρέας προερχόμενο από παρέμβαση στα κράτη αυτά .
20 Κατά συνέπεια , στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από τον κανονισμό 850/81 του Συμβουλίου , της 1ης Απριλίου 1981 , περί τροποποιήσεως του κανονισμού 878/77 περί των τιμών συναλλάγματος οι οποίες πρέπει να εφαρμόζονται στο γεωργικό τομέα , δεν προκύπτει , έστω και αν ο κανονισμός αυτός ερμηνευτεί ενόψει της πέμπτης αιτιολογικής σκέψης του , ότι το Συμβούλιο θέλησε να αποφύγει ο αγοραστής , ο οποίος υπέβαλε πριν από την τροποποίηση των πράσινων τιμών αίτηση αγοράς προϊόντος που προέρχεται από παρέμβαση και η τιμή του οποίου είχε καθοριστεί εκ των προτέρων σε ECU , την καταβολή υψηλότερης τιμής σε εθνικό νόμισμα από o,τι οι ανταγωνιστές του που υπέβαλαν την αίτησή τους μετά την τροποποίηση αυτή .
Επί του δεύτερου ερωτήματος
21 Επειδή θεωρεί ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση , το Verwaltungsgericht παρατηρεί στη Διάταξη παραπομπής ότι κατά το γερμανικό δίκαιο συντρέχει επομένως περίπτωση αντικειμενικής ανεπιείκειας ( sachliche Unbilligkeit ), η οποία υποχρεώνει το δικαστήριο να ενεργήσει κατά την εικαζόμενη βούληση του νομοθέτη και να άρει την ανεπιείκεια αυτή . Το Verwaltungsgericht αναγνωρίζει ότι το Δικαστήριο στην απόφαση της 28ης Ιουνίου 1977 ( Balkan-Import-Export , υπόθεση 118/76 , Slg . σ . 1177 ) δεν δέχτηκε ότι η αρχή αυτή ισχύει στο κοινοτικό δίκαιο . Το εθνικό δικαστήριο όμως θεωρεί ότι πρόκειται για ειδική εφαρμογή της γενικότερης αρχής της αναλογικότητας , την οποία πιστεύει ότι το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει με τη νομολογία του , και για το λόγο αυτό αναρωτιέται μήπως το κοινοτικό δίκαιο έχει εξελιχθεί στο σημείο αυτό .
22 H προσφεύγουσα συμμερίζεται την άποψη του Verwaltungsgericht και προσθέτει ότι σκοπός κάθε έννομης τάξης που στηρίζεται στην αρχή του κράτους δικαίου — άρα και της κοινοτικής έννομης τάξης — πρέπει να είναι η αποφυγή κάθε σκληρότητας την οποία είναι προφανές ότι ο νομοθέτης θα είχε προσπαθήσει να αποφύγει , αν είχε λάβει υπόψη του την περίπτωση αυτή κατά τη θέσπιση του σχετικού κανόνα , ο σκοπός δε αυτός πραγματώνεται χάρη στη νομική έννοια της αντικειμενικής ανεπιείκειας . Οι έννοιες αυτού του είδους είναι αναγκαίες για να εξακολουθήσουν οι πολίτες να έχουν εμπιστοσύνη στο θεσμό του δικαίου και στην ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ δικαίου και δικαιοσύνης .
23 Κατά την άποψη της Επιτροπής , οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο δεν δέχτηκε στην προηγούμενη απόφασή του ότι στο κοινοτικό δίκαιο υπάρχει κάποια γενική αρχή περί αντικειμενικής επιείκειας εξακολουθούν να είναι απόλυτα ορθοί . Ακόμη και αν με ορισμένες διατάξεις του παράγωγου κοινοτικού δικαίου που θεσπίστηκαν μετά την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η δυνατότητα αφέσεως χρέους για λόγους επιείκειας , το πεδίο εφαρμογής τους περιοριζόταν πάντα σε τελείως συγκεκριμένα τέλη ή φόρους , ενώ για την εφαρμογή ορισμένων από αυτές στην πράξη ανέκυψαν μεγάλες δυσχέρειες .
24 Με την προαναφερθείσα απόφασή του , το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εθνικές αρχές δεν έχουν το δικαίωμα να εφαρμόζουν στις αιτήσεις με τις οποίες ζητείται , για λόγους επιείκειας , η άφεση χρέους από τέλη που οφείλονται βάσει του κοινοτικού δικαίου τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου τους , εφόσον η εφαρμογή αυτή θα είχε επιπτώσεις επί των αποτελεσμάτων που παράγουν οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου σχετικά με τη φορολογική βάση , τις προϋποθέσεις φορολογίας ή το ποσό του σχετικού τέλους και ότι στο κοινοτικό δίκαιο δεν υπάρχει νομική βάση για την άφεση χρέους από λόγους επιείκειας . Το πρώτο σημείο της απόφασης αυτής βασιζόταν κυρίως σε λόγους που ανάγονται στην κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ Κοινότητας και κρατών μελών .
25 Πράγματι , θα ήταν αντίθετο με αυτή την κατανομή των αρμοδιοτήτων το να γίνει δεκτό ότι οι εθνικές αρχές έχουν το δικαίωμα ή ακόμη και την υποχρέωση να μην εφαρμόζουν τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου , εφόσον θεωρούν ότι η εφαρμογή αυτή θα είχε αποτελέσματα που είναι προφανές ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θα είχε προσπαθήσει να αποφύγει , αν είχε λάβει υπόψη του την περίπτωση αυτή κατά τη θέσπιση των σχετικών διατάξεων . H αποδοχή μιας τέτοιας γενικής αρχής θα ήταν δυνατό να αποτελέσει εμπόδιο για την εφαρμογή των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου κατά τρόπο που να παράγουν πλήρως τα αποτελέσματά τους στα διάφορα κράτη μέλη και θα έθιγε τη βασική αρχή της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου στο σύνολο της Κοινότητας .
26 Το κοινοτικό δίκαιο προσφέρει εξάλλου σε όλα τα δικαστήρια των κρατών μελών μια λύση πλήρως εναρμονισμένη προς την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ Κοινότητας και κρατών μελών . Πράγματι , τα δικαστήρια αυτά , εφόσον θεωρούν ότι αντιμετωπίζουν περίπτωση σαν αυτή που αναφέρεται στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα του Verwaltungsgericht , μπορούν να ζητήσουν από το Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 177 της Συνθήκης , να ερμηνεύσει την επίμαχη κοινοτική διάταξη ή ακόμη και να την ακυρώσει , ώστε να αποφευχθεί η ανεπιείκεια που πιστεύουν ότι διαπίστωσαν .
27 Οι σκέψεις αυτές αρκούν για να δοθεί απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα . Δεδομένου όμως ότι το εθνικό δικαστήριο χαρακτήρισε στη Διάταξη παραπομπής την αρχή της αντικειμενικής ανεπιείκειας ρητά ως ειδική εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας , πρέπει να εξεταστεί αν η λύση υπέρ της οποίας κλίνει το εθνικό δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στην τελευταία αυτή αρχή , όπως έχει αναγνωριστεί από το κοινοτικό δίκαιο .
28 Από την άποψη αυτή πρέπει να εξεταστεί αν η κατάπτωση της ασφάλειας υπό προϋποθέσεις σαν αυτές που αναφέρονται στη Διάταξη παραπομπής αποτελεί δυσανάλογο μέτρο σε σχέση με το θεμιτό σκοπό που επιδιώκεται με το σύστημα της ασφάλειας .
29 Όπως συνάγεται κυρίως από την ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2173/79 , το σύστημα της ασφάλειας έχει σκοπό , στο πλαίσιο της πώλησης βοείου κρέατος από τους οργανισμούς παρεμβάσεως , να εξασφαλιστεί ότι ο αγοραστής θα τηρήσει τις συμβατικές υποχρεώσεις του που απορρέουν από την αίτηση αγοράς και τους όρους πωλήσεως που προβλέπονται από τις διατάξεις των επίδικων κανονισμών . Στους όρους αυτούς ανήκει και η καταβολή σε εθνικό νόμισμα του ισόποσου της τιμής πωλήσεως που έχει προκαθοριστεί σε ECU , σύμφωνα με την πράσινη τιμή που ισχύει την ημέρα κατά την οποία η αίτηση αγοράς συμπληρώθηκε από τη σύσταση ασφάλειας .
30 Κατά τον προαναφερθέντα κανονισμό 713/81 , η επίμαχη πώληση θα άρχιζε στις 30 Μαρτίου 1981 και θα έληγε στις 30 Απριλίου 1981 ή νωρίτερα , εφόσον εξαντλούνταν τα αποθέματα , η προτεραιότητα δε των αιτήσεων αγοράς θα καθοριζόταν ανάλογα με την ημερομηνία της σύστασης της ασφάλειας . ´Ηδη στις 23 Μαρτίου 1981 είχαν επέλθει τροποποιήσεις των κεντρικών τιμών των κοινοτικών νομισμάτων , τις οποίες κατά πάσα πιθανότητα θα ακολουθούσαν άλλες τροποποιήσεις κατά την έναρξη της νέας περιόδου εμπορίας του βοείου κρέατος , δηλαδή στις 6 Απριλίου .
31 H κοινοτική ρύθμιση έδινε επομένως δυνατότητα επιλογής στους επιμελείς επιχειρηματίες . Οι επιχειρηματίες αυτοί είχαν τη δυνατότητα είτε να υποβάλουν αίτηση αγοράς και να συστήσουν ασφάλεια αμέσως , βασιζόμενοι στην πράσινη τιμή που ίσχυε τότε και με κίνδυνο αλλαγής της τιμής αυτής που θα απέβαινε υπέρ των ανταγωνιστών τους οι οποίοι θα υπέβαλαν την αίτησή τους μετά από την αλλαγή αυτή , είτε να περιμένουν οι ίδιοι την αλλαγή της τιμής με κίνδυνο εξαντλήσεως των αποθεμάτων κατόπιν των αιτήσεων των ανταγωνιστών τους .
32 Αν ο επιχειρηματίας , προβαίνοντας ελεύθερα στην επιλογή αυτή , αρνηθεί να παραλάβει το εμπόρευμα υπό τους όρους πωλήσεως τους οποίους συνεπάγεται η επιλογή του , τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογη η κατάπτωση της ασφάλειας , σκοπός της οποίας ακριβώς είναι η τήρηση των όρων αυτών .
33 Κατά συνέπεια , η αρχή της αναλογικότητας που αναγνωρίζεται στο κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί , υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στη Διάταξη παραπομπής , να παράσχει λύση στη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου . Επομένως , στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αρκεί η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει καμία γενική αρχή του δικαίου κατά την οποία οι εθνικές αρχές δεν πρέπει να εφαρμόζουν τους ισχύοντες κανόνες του κοινοτικού δικαίου , εφόσον η εφαρμογή τους θα οδηγούσε σε σκληρότητα για τον ενδιαφερόμενο την οποία είναι προφανές ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θα είχε προσπαθήσει να αποφύγει , αν είχε λάβει υπόψη του την περίπτωση αυτή κατά τη θέσπιση των εν λόγω κανόνων· τα εθνικά δικαστήρια πάντως , τα οποία θεωρούν ότι αντιμετωπίζουν τέτοια περίπτωση , έχουν πάντοτε το δικαίωμα να υποβάλουν στο Δικαστήριο οποιοδήποτε ερώτημα ως προς την ερμηνεία και το κύρος της επίμαχης κοινοτικής πράξης το οποίο θεωρούν αναγκαίο για την έκδοση της απόφασής τους .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
34 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , η οποία υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο , δεν αποδίδονται . Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 15ης Νοεμβρίου 1984 το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main , αποφαίνεται :
1 ) Από τον κανονισμό 850/81 του Συμβουλίου , της 1ης Απριλίου 1981 , περί τροποποιήσεως του κανονισμού 878/77 περί των τιμών συναλλάγματος οι οποίες πρέπει να εφαρμόζονται στο γεωργικό τομέα , δεν προκύπτει , έστω και αν ο κανονισμός αυτός ερμηνευτεί ενόψει της πέμπτης αιτιολογικής σκέψης του , ότι το Συμβούλιο θέλησε να αποφύγει ο αγοραστής , ο οποίος υπέβαλε πριν από την τροποποίηση των πράσινων τιμών αίτηση αγοράς προϊόντος που προέρχεται από παρέμβαση και η τιμή του οποίου είχε καθοριστεί εκ των προτέρων σε ECU , την καταβολή υψηλότερης τιμής σε εθνικό νόμισμα από o,τι οι ανταγωνιστές του που υπέβαλαν την αίτησή τους μετά την τροποποίηση αυτή .
2 ) Το κοινοτικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει καμία γενική αρχή του δικαίου κατά την οποία οι εθνικές αρχές δεν πρέπει να εφαρμόζουν τους ισχύοντες κανόνες του κοινοτικού δικαίου , εφόσον η εφαρμογή τους θα οδηγούσε σε σκληρότητα για τον ενδιαφερόμενο την οποία είναι προφανές ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θα είχε προσπαθήσει να αποφύγει , αν είχε λάβει υπόψη του την περίπτωση αυτή κατά τη θέσπιση των εν λόγω κανόνων· τα εθνικά δικαστήρια πάντως , τα οποία θεωρούν ότι αντιμετωπίζουν τέτοια περίπτωση , έχουν πάντοτε το δικαίωμα να υποβάλουν στο Δικαστήριο οποιοδήποτε ερώτημα ως προς την ερμηνεία και το κύρος της επίμαχης κοινοτικής πράξης το οποίο θεωρούν αναγκαίο για την έκδοση της απόφασής τους .
Full & Egal Universal Law Academy