ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 300/84 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1. Περιστατικά
Ο προσφεύγων (εφεξής: ο προσφεύγων) είναι ιερέας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και ανήκει στο Τάγμα του Saint-Norbert, το επονομαζόμενο τάγμα των Prémontrés. 'Εχει την ολλανδική ιθαγένεια και κατάγεται από την ολλανδική κοινότητα του Oost-, West- en Middelbeers, όπου διέμεινε μέχρι το Δεκέμβριο του 1945. Στη συνέχεια, σε ηλικία 22 ετών, εγκαταστάθηκε στο Postel (Βέλγιο) το οποίο βρίσκεται σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από τα βελγοολλανδικά σύνορα και την κοινότητα καταγωγής του, για να παρακολουθήσει σπουδές σε μονή του Τάγματός του και διαγράφηκε από τα μητρώα των κατοίκων του Oost-, West- en Middelbeers. To 1955, αφού χειροτονήθηκε ιερέας, εστάλη ως ιεραπόστολος στο Βελγικό Κογκό, το σημερινό Ζαΐρ, όπου και παρέμεινε μέχρι το Μάιο tou 1980.
Το 1977 και το 1980 διήλθε τις διακοπές του κοντά στους γονείς του στο Oost-West-en Middelbeers, όπου ενεγράφη εκ νέου, κατά τη διάρκεια των περιόδων αυτών, στα μητρώα των κατοίκων της κοινότητας αυτής και έλαβε παροχές κοινωνικής αρωγής βάσει του Algemene Bijstandswet ( γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως, Stb. 1963, 284, εφεξής: ABW). Το 1977, συνήψε την προαιρετική ασφάλιση που προβλέπει το άρθρο 77 του ολλανδικού νόμου περί γενικού συστήματος ασφαλίσεως λόγω ανικανότητας προς εργασία ( Algemene Arbeidsongeschiktheidswet, Stb. 1975, 674, εφεξής: AAW) που τέθηκε σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 1976.
Η διάταξη αυτή είναι διατυπωμένη ως εξής:
« 1.
Πρώην ασφαλισμένοι που ασκούν ή πρόκειται να ασκήσουν δραστηριότητες σε χώρα η οποία, κατά τη γνώμη του ημετέρου Υπουργού και του Υπουργού Συνεργασίας με τις Αναπτυσσόμενες Χώρες, μπορεί να θεωρηθεί ως αναπτυσσόμενη δικαιούνται να καταβάλλουν εισφορές, υπό τις προϋποθέσεις και σύμφωνα με συντελεστή που πρόκειται να οριστεί από ή δυνάμει διατάγματος, για τις περιόδους που ακολουθούν μετά την ημερομηνία που θα συμπληρώσουν το 65ο έτος της ηλικίας τους και για τις οποίες δεν είναι ασφαλισμένοι. Για την εφαρμογή της διάταξης της προηγούμενης φράσης εξομοιώνονται προς πρώην ασφαλισμένους και όσοι κατοίκησαν στην Ολλανδία πριν από την 1η Οκτωβρίου 1976, και μετά τη συμπλήρωση του 15ου έτους της ηλικίας τους, αλλά οι οποίοι δεν κατοικούσαν πλέον στην Ολλανδία κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία.
2.
Το πρόσωπο υπό του οποίου ή υπέρ του οποίου καταβλήθηκαν εισφορές σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 ή δυνάμει της παραγράφου 1 θεωρείται ως ασφαλισμένος κατά την περίοδο για την οποία καταβλήθηκε η εισφορά.
3.
Παρέκκλιση από τη διάταξη του παρόντος νόμου ή κάθε διατάξεως που έχει εκδοθεί κατ' εφαρμογή του είναι δυνατή μέσω του αναφερθέντος στην παράγραφο 1 διατάγματος. »
Κατά τη διάταξη αυτή, κάθε πρόσωπο το οποίο, πριν από την 1η Οκτωβρίου 1976, και μετά τη συμπλήρωση του 15ου έτους της ηλικίας του, κατοίκησε στις Κάτω Χώρες μπορεί να συνάψει προαιρετική ασφάλιση για τις περιόδους κατά τις οποίες δεν είναι ασφαλισμένος, εφόσον πρόκειται να ασκήσει δραστηριότητες σε χώρα χαρακτηριζόμενη ως « αναπτυσσόμενη ». Το Ζαΐρ χαρακτηρίστηκε ως τέτοια χώρα.
Εξάλλου, από το άρθρο 77 προκύπτει ότι η προαιρετική αυτή ασφάλιση θα αποτελέσει αντικείμενο διευκρινίσεων σε διάταγμα που θα εκδοθεί σε εκτέλεση του άρθρου αυτού. Επιπλέον, το άρθρο 77 προβλέπει ότι οι σχετικές εκτελεστικές διατάξεις μπορούν να διαφέρουν από τις ρυθμίσεις που προβλέπονται από τον AAW ή δυνάμει του νόμου αυτού.
Οι εν λόγω διατάξεις εφαρμογής θεσπίστηκαν με το βασιλικό διάταγμα της 19ης Νοεμβρίου 1976 ( Stb. 622 ). Το άρθρο 13 του διατάγματος αυτού προβλέπει τη δυνατότητα προαιρετικής, βάσει του AAW, ασφαλίσεως και των προσώπων τα οποία, την 1η Οκτωβρίου 1976, εργάζονταν ήδη σε αναπτυσσόμενη χώρα και τα οποία, μετά τη συμπλήρωση του 15ου έτους της ηλικίας τους, κατοίκησαν εντός της Ολλανδίας. Επομένως, ο προσφεύγων, ο οποίος συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις αυτές, ασφαλίστηκε, στις 12 Ιουλίου 1977, μέσω του Centraal Missie Commissariaat, στο καθού, για την προβλεπόμενη από το άρθρο 13, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος ημερομηνία, δηλαδή την 1η Αυγούστου 1978.
Η βάση υπολογισμού της ασφαλιστικής εισφοράς στηρίζεται επί εισοδήματος ίσου προς τα έξοδα επιβιώσεως. Η Sociale Verzekeringsbank στην οποία έχει ανατεθεί, μεταξύ άλλων, βάσει του Algemene Ouderdomswet (γενικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος, Stb. 1959, 281, εφεξής: AOW), η διαχείριση της προαιρετικής ασφάλισης, εφάρμοσε, βάσει του νόμου αυτού, τον ίδιο κανόνα για την προαιρετική ασφάλιση του προσφεύγοντος.
Ο προσφεύγων συνετηρείτο, κατά τη διαμονή του στο Ζαΐρ, από τους ενορίτες του.
Το κόστος των ταξιδίων των διακοπών του και οι προαναφερθείσες προαιρετικές ασφαλίσεις βάσει του AOW και του AAW είχαν αναληφθεί από το Centraal Missie Commissariaat. Κατά τη διαμονή του στο Ζαΐρ, ο προσφεύγων δεν υπέκειτο σε φόρο επί του εισοδήματος και/ή επί των μισθών στις Κάτω Χώρες. Κατά τη διάρκεια των περιόδων των διακοπών του στις Κάτω Χώρες, η προαναφερθείσα κοινότητα παρακρατούσε το φόρο επί των μισθών από τις παροχές που καταβάλλονταν βάσει του ABW.
Τον Ιανουάριο του 1981, μετά την επιστροφή του προσφεύγοντος στην Ευρώπη, διαπιστώθηκε ότι είχε καταστεί ανίκανος προς εργασία λόγω παθήσεως στην πλάτη από την οποία προσεβλήθη στο Ζαΐρ. Αφού υποβλήθηκε σε θεραπεία σε νοσοκομείο της Αμβέρσας, ο προσφεύγων επέστρεψε, αρχικά, το Μάρτιο του 1981, στην κοινότητα καταγωγής του Oost-West-en Middelbeers, όπου στη συνέχεια του χορηγήθηκε από το καθού στην κύρια δίκη, παροχή λόγω αναπηρίας βάσει του AAW. Εντούτοις, τον Ιούλιο του 1982, ο προσφεύγων εγκαταστάθηκε οριστικά στο Postel, στην άλλη πλευρά των ολλανδοβελγικών συνόρων. Όταν το καθού έλαβε γνώση του γεγονότος αυτού, αποφάσισε ότι η παροχή λόγω αναπηρίας είχε ανασταλεί διότι ο προσφεύγων δεν πληρούσε την προϋπόθεση διαμονής που προβλέπει το άρθρο 10 του προαναφερθέντος βασιλικού διατάγματος του 1976. Η διάταξη αυτή είναι διατυπωμένη ως εξής:
« 1.
Αντίθετα προς ό,τι ορίζει το άρθρο 6 του παρόντος νόμου, κάθε πρόσωπο που θεωρείται ως ασφαλισμένος δικαιούται παροχών λόγω ανικανότητας προς εργασία μόνο εφόσον υπήρξε ανίκανος προς εργασία, επί του εθνικού εδάφους, για μη διακεκομμένη περίοδο πενήντα δύο εβδομάδων, η δε ανικανότητα προς εργασία εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την περίοδο αυτή.
2.
Εφόσον υφίσταται επαρκώς, κατά τη γνώμη του Bedrijfsvereniging, απόδειξη ότι ο θεωρούμενος ως ασφαλισμένος κατέστη ανίκανος προς εργασία σε ημερομηνία προγενέστερη της επιστροφής του στο εθνικό έδαφος, ο τελευταίος δικαιούται παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία μόνο εφόσον υπήρξε ανίκανος προς εργασία επί μη διακεκομμένη περίοδο πενήντα δύο εβδομάδων από την προγενέστερη αυτή ημερομηνία και εφόσον η ανικανότητα προς εργασία συνεχίζεται και μετά την περίοδο αυτή εννοείται ότι η σχετική παροχή δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να καταβάλλεται παρά μόνο από την ημέρα της επιστροφής του στο εθνικό έδαφος ».
Ο προσφεύγων προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Raad van Beroep της Ουτρέχτης. Επειδή το δικαστήριο αυτό είχε σοβαρές αμφιβολίες ως προς αν συμβιβάζονται οι προϋποθέσεις διαμονής που προβλέπει η προαναφερθείσα διάταξη με το κοινοτικό δίκαιο αποφάσισε με Διάταξη της 11ης Δεκεμβρίου 1984, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Έχουν τα άρθρα 52 και 53 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ή οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου την έννοια ότι πρέπει να θεωρηθεί ως αντίθετη προς αυτές η προσθήκη, για τους σκοπούς του ελέγχου, σε κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους της ΕΟΚ, η οποία παρέχει, μεταξύ άλλων, στους υπηκόους του εν λόγω κράτους μέλους τη δυνατότητα να ασφαλίζονται προαιρετικά έναντι των οικονομικών συνεπειών ανικανότητας προς εργασία επερχόμενης κατά τη διάρκεια ασκήσεως δραστηριότητας σε αναπτυσσόμενη χώρα, κείμενη εκτός του κοινοτικού εδάφους, μιας επιπλέον προϋπόθεσης όσον αφορά το δικαίωμα επί των παροχών, υπό την έννοια ότι για να αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος δικαίωμα παροχής, πρέπει πρώτα, μετά την επέλευση του ασφαλισθέντος κινδύνου, να έχει κατοικήσει ή διαμείνει, για μη διακεκομμένη περίοδο πενήντα δύο εβδομάδων, αποκλειστικά στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους, ενώ η κατοικία ή διαμονή σε άλλο κράτος μέλος μετά την επέλευση του ασφαλισθέντος κινδύνου δεν εξομοιούται προς κατοικία ή διαμονή στο εν λόγω κράτος μέλος;
2)
Είναι δυνατό τα κριτήρια που έχει θεσπίσει το άρθρο 1, περίπτωση α), στοιχείο ii) του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, συμπεριλαμβανομένων και των κριτηρίων του παραρτήματος Ι του κανονισμού αυτού, να εφαρμοστούν επίσης προκειμένου να καθοριστεί αν ένα πρόσωπο ασκεί, κατά την έννοια του άρθρου 1, περίπτωση α ), στοιχείο iv ), μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως των κατοίκων ή ο εν λόγω όρος έχει αυτόνομη έννοια και, σε καταφατική περίπτωση, ποια;
3)
Η έννοια του “ μη μισθωτού ” όπως ορίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 1, περίπτωση α), στοιχείο ii), του κανονισμού 1408/71 περιλαμβάνει επίσης και εκείνον ο οποίος, στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, ισχύοντος για όλους τους κατοίκους, μπορεί να αξιώσει παροχή βάσει εισοδήματος από εργασία το οποίο δεν αποκτήθηκε στο πλαίσιο εργασιακής σχέσεως ή από την άσκηση ανεξάρτητου επαγγέλματος ή ανεξάρτητη εκμετάλλευση επιχειρήσεως κατά την έννοια της εθνικής νομοθεσίας;
4)
Η έννοια του “ μη μισθωτού ”, όπως ορίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 1, περίπτωση α), στοιχείο ii), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 ή η έννοια του ασκούντος “ μη μισθωτή δραστηριότητα ” όπως ορίζεται στο άρθρο 1, περίπτωση α ), στοιχείο iv ), περιλαμβάνει επίσης και εκείνον ο οποίος, στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, ισχύοντος για όλους τους κατοίκους, μπορεί να ασφαλιστεί προαιρετικώς, είτε συνεχώς είτε όχι, έστω και αν το πρόσωπο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μισθωτός ή μη μισθωτός υπό την έννοια της σχετικής εθνικής νομοθεσίας, απολαμβάνει, όμως, δυνάμει της προαιρετικής ασφάλισης, της ίδιας προστασίας με τους “πραγματικούς ”μισθωτούς ή μη μισθωτούς;
5)
Μια κανονιστική ρύθμιση η οποία επεκτείνει τα αποτελέσματά της σε περιοχές εκτός του εδάφους της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας πρέπει να θεωρηθεί ως “ νομοθεσία ” κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό, τούτο σημαίνει ότι ο μισθωτός ή μη μισθωτός που υπήχθη αποκλειστικά στη νομοθεσία αυτή λόγω δραστηριοτήτων που άσκησε εκτός του κοινοτικού εδάφους μπορεί να αξιώσει την προστασία που παρέχει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71;
6)
Όταν δυνάμει διατάξεως της εθνικής νομοθεσίας δεν χορηγείται καμιά παροχή λόγω του ότι ο ενδιαφερόμενος δεν υπήρξε ανίκανος προς εργασία επί μη διακεκομμένη περίοδο πενήντα δύο εβδομάδων στο εν λόγω κράτος μέλος, το γεγονός αυτό συνιστά περίπτωση μη εκκαθαρίσεως της σχετικής παροχής λόγω της κατοικίας του ενδιαφερομένου κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1390/81 ;
Η απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα θα ήταν διαφορετική αν στη φράση “ υπήρξε ανικανότητα προς εργασία στο εν λόγω κράτος μέλος ” δινόταν η ερμηνεία ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει να είχε την κατοικία του εντός του κράτους αυτού μέλους; »
Η διάταξη του Raad van Beroep της Ουτρέχτης πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Δεκεμβρίου 1984.
2. Έγγραφη διαδικασία
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ κατέθεσαν έγγραφες παρατηρήσεις η κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από τον αναπληρωτή γενικό γραμματέα του ολλανδικού Υπουργείου Εξωτερικών Ε. F. Jacobs, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο J. Griesmar, επικουρούμενο από τον F. Herbert, δικηγόρο Βρυξελλών.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Με απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1985, το Δικαστήριο ανέθεσε την υπόθεση στο δεύτερο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
1. Επί τον πρώτου ερωτήματος
Η ολλανδική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προβλεπόμενη στα άρθρα 52 και 53 της Συνθήκης ΕΟΚ απαγόρευση των διακρίσεων δεν είναι αντίθετη προς προϋπόθεση διαμονής εφόσον τα άρθρα αυτά αποσκοπούν μόνο στην κατάργηση των υφιστάμενων στην ελευθερία εγκαταστάσεως περιορισμών καθώς και την παρεμπόδιση νέων περιορισμών, δηλαδή εθνικών διατάξεων που εισάγουν, είτε άμεσα είτε έμμεσα, δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας. Αντίθετα, η επίμαχη προϋπόθεση διαμονής έχει τεθεί ασχέτως ιθαγενείας του ενδιαφερομένου.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της προκειμένης περίπτωσης, ο κανονισμός 1408/71 πρέπει να θεωρηθεί ως η lex specialis που αποσκοπεί στο να διασφαλιστεί τόσο η ελευθερία εγκαταστάσεως που προβλέπουν τα άρθρα 52 και 53 της Συνθήκης ΕΟΚ όσο και η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών που προβλέπει το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ, ώστε να αρθούν τα εμπόδια που θα μπορούσαν να προκύψουν από την ύπαρξη μη εναρμονισμένων εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως. Εφόσον η ενδεχόμενη παράβαση των άρθρων 52 και 59 συνδέεται, εν προκειμένω, με δικαίωμα παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως, η Επιτροπή φρονεί ότι η απάντηση στο ερώτημα με το οποίο ζητείται η ερμηνεία των άρθρων 52 και 53 της Συνθήκης πρέπει να αναζητηθεί στο πλαίσιο των συγκεκριμένων περί συντονισμού μέτρων του κανονισμού 1408/71.
2. Επί του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου ερωτήματος
Κατά την ολλανδική κυβέρνηση, από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 1, περίπτωση α), στοιχεία ii) και iv), του κανονισμού 1408/71 καταφαίνονται τα κριτήρια που επιτρέπουν να διαπιστωθεί αν πρόκειται περί μισθωτού κατά την έννοια του κανονισμού. Καμία διαφορά δεν υφίσταται, ως προς το περιεχόμενο, μεταξύ των εννοιών του « μισθωτού » και του « μη μισθωτού » που περιέχει το άρθρο 1, περίπτωση α), στοιχείο ii) του κανονισμού 1408/71, αφενός και της φράσης « ασκεί μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα» που αναφέρεται στο άρθρο 1, περίπτωση α), στοιχείο iv), αφετέρου. Κατά συνέπεια, οι όροι που χρησιμοποιούνται και στη μια και στην άλλη διάταξη έχουν την ίδια έννοια.
Με τον όρο « μη μισθωτός » κατά την έννοια του άρθρου 1, περίπτωση α), στοιχείο ii), του κανονισμού 1408/71, η ολλανδική κυβέρνηση προτείνει να νοηθεί, σύμφωνα με ό,τι προβλέπεται στο παράρτημα Ι του εν λόγω κανονισμού « το πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα ή επάγγελμα χωρίς σύμβαση εργασίας ». Ο ορισμός αυτός επεκτείνεται επίσης και στο πρόσωπο το οποίο απολαύει εισοδημάτων από εργασία τα οποία δεν προέρχονται από εργασιακή σχέση ή από την άσκηση ανεξάρτητου επαγγέλματος ή την ανεξάρτητη εκμετάλλευση επιχειρήσεως, κατά την έννοια της εθνικής νομοθεσίας.
Κατά τη γνώμη της κυβέρνησης αυτής, στην έννοια του εργαζόμενου που ασκεί « μη μισθωτή δραστηριότητα» όπως ορίζεται στο προαναφερθέν άρθρο 1, περίπτωση α), στοιχείο iv), εμπίπτει και το πρόσωπο το οποίο μπορεί, στο πλαίσιο ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που ισχύει για όλους τους κατοίκους, όσον αφορά την άσκηση κάθε δραστηριότητας, να συνάψει προαιρετική ασφάλιση, συνεχή ή μη, ακόμα και όταν ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, να θεωρηθεί ως μισθωτός ή μη μισθωτός, εφόσον οι περιεχόμενες στο προαναφερθέν άρθρο του κανονισμού 1408/71 έννοιες έχουν στο κοινοτικό δίκαω ειδικό περιεχόμενο το οποίο δεν αντιστοιχεί κατ' ανάγκη με το περιεχόμενο των ίδιων εννοιών στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας.
Η ολλανδική κυβέρνηση διευκρινίζει ότι, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, δεν υφίσταται καμία διαφορά μεταξύ των « μισθωτών », των « μη μισθωτών » και αυτών που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως τέτοιοι, ούτε όσον αφορά την υποχρεωτική ούτε όσον αφορά τη συνεχή προαιρετική ασφάλιση. Αντίθετα, σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην προκειμένη, υφίσταται, στο πλαίσιο του AAW, διαφορά μεταξύ υποχρεωτικώς και προαιρετικώς ασφαλισμένου, λόγω του καθορισμού προσθέτων προϋποθέσεων για την κτήση δικαιώματος επί παροχής.
Κατά την Επιτροπή είναι προφανές ότι ο προσφεύγων είναι προαιρετικά ασφαλισμένος « στο πλαίσιο ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως κράτους μέλους δημιουργηθέντος προς όφελος... όλων των κατοίκων ή ορισμένων κατηγοριών κατοίκων » κατά την έννοια του άρθρου 1, περίπτωση α), στοιχείο iv ), του κανονισμού 1408/71 και ότι η εν λόγω προαιρετική ασφάλιση που έχει συναφθεί βάσει του AAW καλύπτει « έναν ή περισσότερους κινδύνους που αντιστοιχούν στους κλάδους στους οποίους εφαρμόζεται» ο προαναφερθείς κανονισμός. Αντιθέτως, δεν πρόκειται περί προσώπου που είχε « προηγουμένως υποχρεωτικά ασφαλιστεί» κατά την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως. Επομένως, το ζήτημα που τίθεται είναι τι πρέπει να εννοηθεί με το χωρίο της φράσης: « αν τούτο ασκεί μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα ».
Πριν εξεταστεί το ερώτημα αυτό, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι το παραπέμπον δικαστήριο δεν επιθυμεί την ερμηνεία του όρου « μισθωτός » κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, αλλά ότι επιθυμεί να του διευκρινίσει το Δικαστήριο τον όρο « μη μισθωτός ».
Λαμβανομένης υπόψη της διατύπωσης της διάταξης αυτής στις διάφορες κοινοτικές γλώσσες, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η έκφραση « μη μισθωτός » σημαίνει στην πραγματικότητα « ανεξάρτητος». Κατά συνέπεια, πρέπει να τεθεί το ερώτημα ποια είναι τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμοστούν για να καθοριστεί αν ένα πρόσωπο ασκεί δραστηριότητα ως ανεξάρτητο. Η απάντηση στο ερώτημα αν μπορεί να θεωρηθεί ως « μη μισθωτός », υπό την έννοια αυτή, το πρόσωπο που είναι προαιρετικά ασφαλισμένο « στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως κράτους μέλους δημιουρ-γηθέντος προς όφελος... όλων των κατοίκων ή ορισμένων κατηγοριών κατοίκων », πρέπει να εμπνευστεί από το κριτήριο που έχει καθιερώσει ο κοινοτικός νομοθέτης για να ορίσει πότε ένα πρόσωπο, υποχρεωτικά ασφαλισμένο στο πλαίσιο ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως όλων των κατοίκων, μπορεί να θεωρηθεί ως « μη μισθωτός » κατά την έννοια του άρθρου 1, περίπτωση α), στοιχείο ii), του προαναφερθέντος κανονισμού.
Υπό το φως των αποδόσεων του κειμένου του άρθρου 1, περίπτωση α), στοιχείο ii), σε όλες τις κοινοτικές γλώσσες και έχοντας υπόψη τους στόχους του κανονισμού 1390/81, η Επιτροπή φρονεί ότι ο προσδιορισμός του όρου « μη μισθωτός » που αναφέρεται στο παράρτημα Ι, μέρος Ι, σημείο Ι, του κανονισμού 1408/71, δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να περιοριστεί στα πρόσωπα που εκμεταλλεύονται επιχείρηση ή ασκούν ανεξάρτητο κατά την έννοια της εθνικής νομοθεσίας επάγγελμα. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το γεγονός ( το οποίο αναφέρεται στο τρίτο ερώτημα του Raad van Beroep ) ότι η ολλανδική φορολογική νομοθεσία θεωρεί ως « εισοδήματα εξ εργασίας » και αυτά που προκύπτουν από « εργασία που ασκείται στο πλαίσιο της οικονομικής ζωής και η οποία αποσκοπεί στην προσπόριση οικονομικού οφέλους ή επιτρέπει, λαμβανομένων υπόψη των κανόνων που διέπουν τις κοινωνικές σχέσεις, την εύλογη προσδοκία ».
Από τα προηγούμενα η Επιτροπή συνάγει ότι ο όρος « μη μισθωτός » που περιέχεται στο παράρτημα Ι, μέρος Ι, σημείο Ι, του κανονισμού, χαρακτηρίζει επίσης κάθε πρόσωπο το οποίο, στο πλαίσιο ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως όλων των κατοίκων μπορεί να αξιώσει παροχές βάσει εισοδήματος από εργασία που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της οικονομικής ζωής και η οποία αποσκοπεί στην προσπόριση οικονομικού οφέλους ή επιτρέπει, λαμβανομένων υπόψη των κανόνων που διέπουν τις κοινωνικές σχέσεις, την εύλογη προσδοκία του. Το σύστημα αυτό εφαρμόζεται ακόμα και όταν η εργασία αυτή δεν πραγματοποιείται στο πλαίσιο εκμεταλλεύσεως επιχειρήσεως ή ασκήσεως ανεξαρτήτου επαγγέλματος, κατά την έννοια της ολλανδικής νομοθεσίας.
Όσον αφορά την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο τέταρτο ερώτημα, η απάντηση αυτή απορρέει, κατά την Επιτροπή, από την απάντηση που δόθηκε στα προηγούμενα ερωτήματα.
3. Επί τον πέμπτον ερωτήματος
Κατά τη γνώμη της ολλανδικής κυβέρνησης, ο προσδιορισμός του όρου «νομοθεσία» στο άρθρο 1, στοιχείο ι), του κανονισμού 1408/71 δεν αποσκοπεί σε κανέναν εδαφικό περιορισμό. Επομένως, επιτρέπει να συμπεριληφθούν, στο πεδίο εφαρμογής μιας εθνικής νομοθεσίας κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού και, ιδίως, κατά την έννοια του άρθρου 2, και εδάφη κείμενα εκτός της Κοινότητας.
Επομένως, η κυβέρνηση αυτή φρονεί ότι ο μισθωτός ή μη μισθωτός που υπήχθη αποκλειστικά στη νομοθεσία αυτή λόγω δραστηριοτήτων που άσκησε εκτός του κοινοτικού εδάφους εμπίπτει, κατά συνέπεια, στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού και μπορεί, έτσι, να αξιώσει την προστασία που αυτός παρέχει. Εντούτοις, το ζήτημα αν ο ενδιαφερόμενος πράγματι απολαύει της προστασίας αυτής εξαρτάται από τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού. Αν η εφαρμογή των διατάξεων αυτών ρητώς εξαρτάται από τη διαμονή σε κοινοτικό έδαφος, ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί να προβάλει δικαίωμα προστασίας.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό ανευρίσκεται στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 31ης Μαρτίου 1977 ( Bozzone, 87/76, Jurispr. σ. 687 ) και της 11ης Ιουλίου 1980 (Επιτροπή κατά Βελγίου, 150/79, Jurispr. σ. 2621 ). Από τις προτάσεις, ιδίως, του γενικού εισαγγελέα στις δύο αυτές υποθέσεις συνάγεται ότι εφόσον η νομοθεσία κράτους μέλους προβλέπει τη δυνατότητα ασφαλίσεως βάσει δραστηριότητας που ασκείται σε τρίτη χώρα και εξασφαλίζει τη χορήγηση των σχετικών κοινωνικών παροχών, υφίσταται επαρκής σύνδεσμος ώστε να υπαχθούν οι ασφαλισμένοι στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, βάσει του άρθρου 1, στοιχείο ι ), έστω και αν η δραστηριότητα ασκήθηκε εν μέρει ή αποκλειστικά εκτός του εδάφους της Κοινότητας. Ασφαλώς, ο κανονισμός δεν μπορεί να δημιουργήσει, βάσει δραστηριοτήτων ασκούμενων σε τρίτες χώρες, δικαιώματα που δεν προβλέπονται από το εθνικό σύστημα. Αντίθετα, όταν ένα εθνικό σύστημα αναγνωρίζει και θεσπίζει τέτοια δικαιώματα, τα τελευταία αποτελούν, κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71, μέρος της νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους.
Η Επιτροπή κατέληξε, ως προς το σημείο αυτό, στο συμπέρασμα ότι η άρση των διατάξεων σχετικά με την κατοικία που προβλέπει το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1408/71 ισχύει επίσης και επί του δικαιούμενου παροχών που διασφαλίζει η νομοθεσία ενός από τα κράτη μέλη και οι οποίες αφορούν τις δραστηριότητες που ασκούνται αποκλειστικά σε χώρα που μπορεί, κατά την έννοια της εν λόγω νομοθεσίας, να θεωρηθεί ως αναπτυσσόμενη, καίτοι ο εν λόγω δικαιούμενος, υπήκοος κράτους μέλους, διαμένει στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
4. Επί του έκτον ερωτήματος
Επί του σημείου αυτού, η ολλανοική κυβέρνηση αναφέρει ότι ο κανονισμός 1390/81 περιορίζεται στο να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 στους μη μισθωτούς χωρίς να δημιουργεί υπέρ αυτών περισσότερα δικαιώματα από όσα έχουν θεσπιστεί στον κανονισμό αυτό για τους μισθωτούς. Επομένως, δεν είναι δυνατό το άρθρο 2 του κανονισμού 1390/81 να ερμηνευτεί διαφορετικά απ' ό,τι το άρθρο 94 του κανονισμού 1408/71 που έχει το ίδιο με αυτό περιεχόμενο.
Ως προς το προαναφερθέν άρθρο 94, παράγραφος 4, η κυβέρνηση αυτή φρονεί ότι περιορίζεται στο να επιτρέπει σε ένα πρόσωπο, η παροχή του οποίου δεν έχει εκκαθαριστεί ή έχει ανασταλεί λόγω της ιθαγένειας ή της κατοικίας, να πετύχει την εκκαθάριση ή την επαναφορά της παροχής. Για την ακρίβεια η παροχή αυτή δεν μπορεί να εκκαθαριστεί ή να επαναληφθεί παρά μόνο εφόσον οι ισχύουσες ως προς την ιθαγένεια ή κατοικία προϋποθέσεις μπορούν να αρθούν βάσει των διατάξεων των προηγούμενων τίτλων του κανονισμού. Όσον αφορά την προϋπόθεση της κατοικίας, ο κανονισμός προβλέπει μόνο εξομοίωση των περιόδων κατοικίας για τις ήδη κεκτημένες παροχές. Σκοπός του άρθρου 94, παράγραφος 4, του κανονισμού δεν είναι η γενική κατάργηση των προϋποθέσεων ιθαγένειας ή κατοικίας.
Κατά την ολλανδική κυβέρνηση, από τα προηγούμενα προκύπτει ότι ούτε το άρθρο 94, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71 ούτε το άρθρο 2 του κανονισμού 1390/81 εφαρμόζονται επί προϋποθέσεως κατοικίας όπως η επίδικη, δεδομένου ότι η προϋπόθεση αυτή είναι αναγκαία για τη γένεση του δικαιώματος επί της παροχής. Κατά συνέπεια, δεν πρόκειται, εν προκειμένω, για παροχή που δεν εκκαθαρίστηκε λόγω της κατοικίας του ενδιαφερόμενου κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 1390/81.
Τέλος, η ολλανδική κυβέρνηση παρατηρεί ότι το ερώτημα αυτό στερείται παντελώς σημασίας στην προκειμένη περίπτωση διότι οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν εφαρμόζονται παρά μόνο ως προς τις παροχές που δεν εκκαθαρίστηκαν ή που ανεστάλησαν πριν από την 1η Ιουλίου 1982, ενώ η εν λόγω απόφαση περί αναστολής της παροχής κοινοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο στις 8 Δεκεμβρίου 1982.
Κατά την Επιτροπή, η αναφερόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 1390/81 και στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 άρση των διατάξεων σχετικά με την ύπαρξη κατοικίας διασφαλίζει όχι μόνο το ότι ο ενδιαφερόμενος διατηρεί το δικαίωμα να απολαύει των κοινωνικών παροχών που έχει αποκτήσει δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών ακόμα και μετά τη μεταφορά της κατοικίας του σε άλλο κράτος μέλος, αλλά επίσης Kat το ότι δεν μπορεί να μην του αναγνωριστεί η κτήση τέτοιου δικαιώματος για το μόνο λόγο ότι κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από αυτό στο οποίο βρίσκεται ο οφειλέτης φορέας.
Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται τόσο από την ίδια την ορολογία του άρθρου 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 1390/81 όσο και από τη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως την απόφαση του της 10ης Ιουνίου 1982 (Caracciolo, 92/81, Συλλογή σ. 2213 ). Εφόσον το Δικαστήριο είχε θεωρήσει ότι το άρθρο 10 του κανονισμού 1408/71 προβλέπει, ιδίως, για τη χορήγηση παροχών, την άρση των διατάξεων περί κατοικίας, αυτό εφαρμόζεται a fortiori και στην άρση των διατάξεων περί διαμονής, δεδομένου ότι η υποχρέωση κατοικίας σε κάποιο κράτος μέλος, για να μπορεί να προβληθεί αξίωση επί ορισμένων παροχών, είναι πράγματι αυστηρότερη από την υποχρέωση διαμονής.
III — Προφορική διαδικασία
Η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο F. Herbert, επικουρούμενο από τον R. Cornelissen, ως εμπειρογνώμονα, ανέπτυξαν προφορικώς τις επεξηγήσεις τους και απάντησαν στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν από το Δικαστήριο κατά τη συνεδρίαση της 27ης Φεβρουαρίου 1986.
Ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Απριλίου 1986.
Κ. Bahlmann
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 23ης Οκτωβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 300/84,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, του Raad van Beroep της Ουτρέχτης με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Α. J. Μ. van Roosmalen, Postel ( Βέλγιο ),
και
Bestuur van de Bedrijfsvereniging voor de Gezondheid, Geestelijke en Maatschappelijke Belangen, Zeist ( Κάτω Χώρες ),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 52 και 53 της Συνθήκης ΕΟΚ καθώς και των άρθρων 1 και 2 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73 )
και του άρθρου 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 1390/81 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1981, περί επεκτάσεως στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ L 143, σ. 7).
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Bahlmann, πρόεδρο τμήματος, F. Schockweiler και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: Ρ. Heim
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από τον Ε. F. Jacobs, εκτελούντα καθήκοντα γενικού γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο J. Griesmar, επικουρούμενο από τον F. Herbert, δικηγόρο Βρυξελλών, και, κατά την προφορική διαδικασία, από τον R. Cornelissen, ως εμπειρογνώμονα,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 27ης Φεβρουαρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Φεβρουαρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
1
Με Διάταξη της 11ης Δεκεμβρίου 1984, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Δεκεμβρίου 1984, το Raad van Beroep της Ουτρέχτης υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, έξι προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 52 και 53 της Συνθήκης, καθώς και ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί της εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73 ) και του κανονισμού 1390/81 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1981, περί επεκτάσεως στους μη μισθωτούς και τα μέλη των οικογενειών τους του κανονισμού 1408/71 ( ΕΕ L 143, σ. 1 ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Α. J. Μ. van Roosmalen (εφεξής: προσφεύγων στην κύρια δίκη) και του Bestuur van de Bedrijfsvereniging voor de Gezondheid, Geestelijke en Maatschappelijke Belangen Zeist (Κάτω Χώρες) (εφεξής: καθού στην κύρια δίκη) και η οποία αφορά την άρνηση του τελευταίου να χορηγήσει στον προσφεύγοντα στην κύρια δίκη παροχή λόγω αναπηρίας βάσει της ολλανδικής νομοθεσίας περί ανικανότητας προς εργασία (Algemene Arbeidsongeschiktheidswet, Stb. 1975, 674) (εφεξής: AAW).
3
Όπως προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής, ο προσφεύγων στην κύρια δίκη, ιερέας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ανήκοντας στο Τάγμα του Saint-Norbert ( καλούμενο Τάγμα των Prémontrés ) έχει την ολλανδικής ιθαγένεια και κατάγεται από την ολλανδική κοινότητα του Oost-, West- en Middelbeers όπου έζησε μέχρι το Δεκέμβριο του 1945. Στη συνέχεια, ύστερα από την εγκατάσταση; του στο Postel ( Βέλγιο ), το οποίο βρίσκεται από την άλλη ακριβώς πλευρά των ολλανδοβελγικών συνόρων, για να παρακολουθήσει σπουδές σε μονή του Τάγματος του, διαγράφηκε από τα μητρώα των κατοίκων της κοινότητας καταγωγής του. Μεταξύ του 1955 και του 1980 υπήρξε ιεραπόστολος στο Βελγικό Κογκό, το μετά το 1960 Ζαΐρ.,
4
Κατά τη διάρκεια των διακοπών του στις Κάτω Χώρες το 1977 και 1980 ο προσφεύγων στην κύρια δίκη ενεγράφη εκ νέου στα μητρώα: των κατοίκων της, κοινότητας καταγωγής του. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τη, διαμονή του στο Ζαΐρ ο προσφεύγων στην κύρια δίκη δεν υπέκειτο σε φόρο εισοδήματος και/ή; επί των μισθών του στις Κάτω Χώρες, ενώ κατά τη διάρκεια, των περιόδων διακοπών στις Κάτω Χώρες, υπέκειτο σε φόρο επί των μισθών όσον αφορά τις παροχές που λάμβανε βάσει, του γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως; (Algemene Bijstandswet, Stb. 1963, 284).
5
To 1977, κατά τη διάρκεια των διακοπών του στην κοινότητα καταγωγής του, συνήψε την προαιρετική ασφάλιση που προβλέπει το άρθρο 77 του AAW, ο, οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 1976, υπέρ) των προσώπων που ασκούν δραστηριότητες σε αναπτυσσόμενες χώρες. Βάσει του; νόμου αυτού, ασφαλίζεται κατ' αρχήν κάθε πρόσωπο που κατοικεί στο έδαφος του. Βασιλείου των Κάτω Χωρών στην Ευρώπη. Εντούτοις, το άρθρο 77 του AAW προβλέπει ότι πρώην ασφαλισμένοι, αλλά επίσης και όσοι, πριν από την 1η Οκτωβρίου 1976 και μετά τη συμπλήρωση του 15ου έτους της ηλικίας τους, κατοίκησαν στις Κάτω Χώρες, μπορούν να καταβάλλουν εισφορές για τις περιόδους κατά τις οποίες δεν είναι ασφαλισμένοι, εφόσον πρόκειται να ασκήσουν δραστηριότητες σε αναπτυσσόμενη χώρα. Το Ζαΐρ θεωρήθηκε ως αναπτυσσόμενη χώρα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 του βασιλικού διατάγματος της 18ης Νοεμβρίου 1976 ( Stb. 622 ), ρύθμιση εκδοθείσα σε εκτέλεση του άρθρου 77 του AAW, μπορούν επίσης να ασφαλιστούν προαιρετικά, βάσει του AAW, και όσοι επίσης, κατά την 1η Οκτωβρίου 1976, εργάζονταν ήδη σε αναπτυσσόμενη χώρα και οι οποίοι, μετά τη συμπλήρωση του 15ου έτους της ηλικίας τους, κατοίκησαν στις Κάτω Χώρες.
6
Προσβληθείς στο Ζαΐρ από ασθένεια που τον κατέστησε ανάπηρο, και επιστρέψας το Μάρτιο του 1981 στο Oost-, West- en Middelbeers, ο προσφεύγων στην κύρια δίκη λάμβανε από το καθού στην κύρια δίκη, βάσει του AAW και από τις 12 Ιανουαρίου 1982, παροχές λόγω αναπηρίας. Εντούτοις, το καθού στην κύρια δίκη, όταν έμαθε ότι ο προσφεύγων στην κύρια δίκη, εγκαταστάθηκε οριστικά στο Postel στις 2 Ιουλίου 1982, ανέστειλε με απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 1982, που ίσχυσε από την 1η Δεκεμβρίου 1982, την καταβολή των παροχών αυτών ισχυριζόμενο ότι ο προσφεύγων στην κύρια δίκη δεν πληρούσε την προβλεπόμενη από το άρθρο 10 του προαναφερθέντος βασιλικού διατάγματος της 19ης Νοεμβρίου 1976 προϋπόθεση διαμονής.
7
Η διάταξη αυτή είναι διατυπωμένη ως εξής:
« 1.
Αντίθετα προς ό,τι ορίζει το άρθρο 6 του παρόντος νόμου, κάθε πρόσωπο που θεωρείται ως ασφαλισμένος δικαιούται παροχών λόγω ανικανότητας προς εργασία μόνο εφόσον υπήρξε ανίκανος προς εργασία, επί του εθνικού εδάφους, για μη διακεκομμένη περίοδο πενήντα δύο εβδομάδων, η δε ανικανότητα προς εργασία εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την περίοδο αυτή.
2.
Εφόσον υφίσταται επαρκής, κατά τη γνώμη του Bedrijfsvereniging, απόδειξη ότι ο θεωρούμενος ως ασφαλισμένος κατέστη ανίκανος προς εργασία σε ημερομηνία προγενέστερη της επιστροφής του στο εθνικό έδαφος, ο τελευταίος δικαιούται παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία μόνο εφόσον υπήρξε ανίκανος προς εργασία επί μη διακεκομμένη περίοδο πενήντα δύο εβδομάδων από την προγενέστερη αυτή ημερομηνία και εφόσον η ανικανότητα προς εργασία συνεχίζεται και μετά την περίοδο αυτή εννοείται ότι η σχετική παροχή δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να καταβάλλεται παρά μόνο από την ημέρα της επιστροφής του στο εθνικό έδαφος ».
8
Επειδή το Raad van Beroep της Ουτρέχτης, ενώπιον του οποίου ο προσφεύγων στην κύρια δίκη άσκησε προσφυγή ακυρώσεως, διατηρεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν συμβιβάζεται η προϋπόθεση αυτή διαμονής με το κοινοτικό δίκαιο, υπέβαλε, με Διάταξη της 11ης Δεκεμβρίου 1984, στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
'Εχουν τα άρθρα 52 και 53 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ή οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου την έννοια ότι πρέπει να θεωρηθεί ως αντίθετη προς αυτές η προσθήκη, για τους σκοπούς του ελέγχου, σε κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους της ΕΟΚ, η οποία παρέχει, μεταξύ άλλων, στους υπηκόους του εν λόγω κράτους μέλους τη δυνατότητα να ασφαλίζονται προαιρετικά έναντι των οικονομικών συνεπειών ανικανότητας προς εργασία επερχόμενης κατά τη διάρκεια ασκήσεως δραστηριότητας σε αναπτυσσόμενη χώρα, κείμενη εκτός του κοινοτικού εδάφους, μιας επιπλέον προϋπόθεσης όσον αφορά το δικαίωμα επί των παροχών, υπό την έννοια ότι για να αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος δικαίωμα παροχής, πρέπει πρώτα, μετά την επέλευση του ασφαλισθέντος κινδύνου, να έχει κατοικήσει ή διαμείνει, για μη διακεκομμένη περίοδο πενήντα δύο εβδομάδων, αποκλειστικά στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους, ενώ η κατοικία ή διαμονή σε άλλο κράτος μέλος μετά την επέλευση του ασφαλισθέντος κινδύνου δεν εξομοιούται προς κατοικία ή διαμονή στο εν λόγω κράτος μέλος;
2)
Είναι δυνατό τα κριτήρια που έχει θεσπίσει το άρθρο 1, περίπτωση α), στοιχείο ii), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, συμπεριλαμβανομένων και των κριτηρίων του παραρτήματος Ι του κανονισμού αυτού, να εφαρμοστούν επίσης προκειμένου να καθοριστεί αν ένα πρόσωπο ασκεί, κατά την έννοια του άρθρου 1, περίπτωση α ), στοιχείο iv ), μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως των κατοίκων ή ο εν λόγω όρος έχει αυτόνομη έννοια και, σε καταφατική περίπτωση, ποια;
3)
Η έννοια του “ μη μισθωτού ”όπως ορίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 1, περίπτωση α), στοιχείο ii) του κανονισμού 1408/71 περιλαμβάνει επίσης και εκείνον ο οποίος, στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, ισχύοντος για όλους τους κατοίκους, μπορεί να αξιώσει παροχή βάσει εισοδήματος από εργασία το οποίο δεν αποκτήθηκε στο πλαίσιο εργασιακής σχέσεως ή από την άσκηση ανεξάρτητου επαγγέλματος ή ανεξάρτητη εκμετάλλευση επιχειρήσεως κατά την έννοια της εθνικής νομοθεσίας;
4)
Η έννοια του “ μη μισθωτού ” όπως ορίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 1, περίπτωση α), στοιχείο ii), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 ή η έννοια του ασκούντος “ μη μισθωτή δραστηριότητα ”όπως ορίζεται στο άρθρο 1, περίπτωση α ), στοιχείο iv ), περιλαμβάνει επίσης και εκείνον ο οποίος, στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, ισχύοντος για όλους τους κατοίκους, μπορεί να ασφαλιστεί προαιρετικώς, είτε συνεχώς είτε όχι, έστω και αν το πρόσωπο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μισθωτός ή μη μισθωτός υπό την έννοια της σχετικής εθνικής νομοθεσίας, απολαμβάνει, όμως, δυνάμει της προαιρετικής ασφάλισης, της ίδιας προστασίας με τους “ πραγματικούς ” μισθωτούς ή μη μισθωτούς;
5)
Μια κανονιστική ρύθμιση η οποία επεκτείνει τα αποτελέσματα της σε περιοχές εκτός του εδάφους της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας πρέπει να θεωρηθεί ως “ νομοθεσία ” κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό, τούτο σημαίνει ότι ο μισθωτός ή μη μισθωτός που υπήχθη αποκλειστικά στη νομοθεσία αυτή λόγω δραστηριοτήτων που άσκησε εκτός του κοινοτικού εδάφους μπορεί να αξιώσει την προστασία που παρέχει ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1408/71 ;
6)
Όταν δυνάμει διατάξεως της εθνικής νομοθεσίας δεν χορηγείται καμιά παροχή λόγω του ότι ο ενδιαφερόμενος δεν υπήρξε ανίκανος προς εργασία επί μη διακεκομμένη περίοδο πενήντα δύο εβδομάδων στο εν λόγω κράτος μέλος, το γεγονός αυτό συνιστά περίπτωση μη εκκαθαρίσεως της σχετικής παροχής λόγω της κατοικίας του ενδιαφερομένου κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1390/81 ;
Η απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα θα ήταν διαφορετική αν στη φράση “ υπήρξε ανικανότητα προς εργασία στο εν λόγω κράτος μέλος ” δινόταν η ερμηνεία ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει να είχε την κατοικία του εντός του κράτους αυτού μέλους; »
9
Με απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1985 το Δικαστήριο ανέθεσε την υπόθεση στο δεύτερο τμήμα.
10
Η ολλανδική κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές παρατηρήσεις.
11
Το παραπέμπον δικαστήριο υπέβαλε ορισμένα ερωτήματα που συνδέονται με το κύριο ερώτημα αν μια διάταξη, η οποία εξαρτά τη χορήγηση παροχής λόγω αναπηρίας από την κατοικία, συμβιβάζεται, στο πλαίσιο των περιστάσεων της προκειμένης περίπτωσης, με το κοινοτικό δίκαιο. Για να δοθεί απάντηση στο ζήτημα αυτό, που περιλαμβάνεται στο πρώτο και έκτο ερώτημα, επιβάλλεται καταρχάς να εξεταστούν τα προκαταρκτικά ζητήματα που περιέχονται στα ερωτήματα 2 έως 5 και αφορούν τον προσδιορισμό των όρων « μη μισθωτός » και « νομοθεσία » κατά την έννοια των διατάξεων του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1390/81.
12
Όσον αφορά τις επίμαχες ολλανδικές διατάξεις καθώς και τα πραγματικά περιστατικά και τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα των διαδίκων, αυτά αναφέρονται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο κατά το μέτρο που είναι αναγκαία για τον ισχυρισμό της κρίσης του Δικαστηρίου.
Επί της έννοιας του όρου « μη μισθωτός » ( δεύτερο μέχρι τέταρτο ερώτημα )
13
Το παραπέμπον δικαστήριο ζητεί να μάθει αν μπορεί να θεωρηθεί ως « μη μισθωτός » κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1390/81, κάθε πρόσωπο το οποίο χωρίς να έχει συνάψει σύμβαση εργασίας ή να ασκεί ανεξάρτητο επάγγελμα ή να είναι ανεξάρτητος επιχειρηματίας, ασκεί οποιαδήποτε δραστηριότητα σε αντάλλαγμα της οποίας λαμβάνει εισόδημα, προκειμένου να καθοριστεί αν ο όρος αυτός καλύπτει και την περίπτωση ιερέα ο οποίος δεν αμείβεται από το τάγμα του αλλά συντηρείται από τους ενορίτες του.
14
Σχετικά, το παραπέμπον δικαστήριο παρατηρεί ότι δυνάμει της ολλανδικής φορολογικής νομοθεσίας θεωρούνται, στην αλληλουχία αυτή, ως « εισοδήματα εργασίας » τα εισοδήματα από εργασία η οποία ασκείται στο πλαίσιο της οικονομικής ζώνης και αποσκοπεί στην προσπόριση κάποιου οικονομικού οφέλους ή επιτρέπει, σύμφωνα με την κοινή λογική, την εύλογη προσδοκία του.
15
Επί του σημείου αυτού, η ολλανδική κυβέρνηση παρατηρεί ότι ο όρος « μη μισθωτός » πρέπει να νοείται ως περιλαμβάνων, όσον αφορά τις Κάτω Χώρες και όπως ορίζεται στο παράρτημα 1, στοιχείο Θ, του εν λόγω κανονισμού, « το πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα ή επάγγελμα χωρίς σύμβαση εργασίας ». Επομένως, δεν είναι ανάγκη τα εισοδήματα των οποίων απολαύει ένα πρόσωπο να προέρχονται από εργασιακή σχέση ή από ανεξάρτητο επάγγελμα ή από εκμετάλλευση ανεξάρτητης επιχείρησης κατά την έννοια της εθνικής νομοθεσίας. Συνεπώς, ο όρος αυτός περιλαμβάνει ακόμα και πρόσωπα τα οποία, στο πλαίσιο ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως όλων των κατοίκων, όσον αφορά την άσκηση κάθε δραστηριότητας, μπορούν να ασφαλιστούν προαιρετικά, έστω και αν δεν μπορούν να θεωρηθούν ως μισθωτοί ή μη μισθωτοί κατά την έννοια της εθνικής νομοθεσίας.
16
Εντούτοις η κυβέρνηση αυτή παρατηρεί ότι ενώ στην ολλανδική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως δεν υφίσταται διάκριση μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών ασφαλισμένων, σε ορισμένες περιπτώσεις, γίνεται, στο πλαίσιο του AAW, διάκριση μεταξύ υποχρεωτικώς και προαιρετικώς ασφαλισμένων, λόγω του καθορισμού επιπλέον προϋποθέσεων για την απόκτηση δικαιώματος επί παροχής.
17
Επίσης, η Επιτροπή θεωρεί ότι η έκφραση « μη μισθωτός » δεν μπορεί να περιοριστεί στα πρόσωπα που εκμεταλλεύονται επιχείρηση ή ασκούν ανεξάρτητο επάγγελμα, κατά την έννοια της εθνικής νομοθεσίας, αλλά αφορά μάλλον κάθε πρόσωπο το οποίο, στο πλαίσιο ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως όλων των κατοίκων, μπορεί να αξιώσει παροχές βάσει εισοδήματος από εργασία που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της οικονομικής ζώνης και η οποία αποσκοπεί στην προσπόριση οικονομικού οφέλους ή επιτρέπει, λαμβανομένων υπόψη των κανόνων που διέπουν τις κοινωνικές σχέσεις, την εύλογη προσδοκία τέτοιου οφέλους.
18
Όσον αφορά την ερμηνεία της έννοιας του « μη μισθωτού », παρατηρείται, καταρχάς, ότι αρχικά οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71, που είχαν θεσπιστεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 51 της Συνθήκης, δεν αναφέρονταν παρά στην έννοια του « μισθωτού ». Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η έκφραση αυτή δεν αποτελεί έννοια του εθνικού δικαίου των κρατών μελών, αλλά είναι κοινοτική έννοια, και. απαιτεί ευρεία ερμηνεία, λαμβανομένου υπόψη του στόχου του άρθρου 51 που είναι η εγκαθίδρυση μιας όσο το δυνατόν πληρέστερης ελευθερίας όσον αφορά την κυκλοφορία των διακινουμένων εργαζομένων, αρχή, η οποία αποτελεί ένα από τα θεμέλια της Κοινότητας.
19
Το Συμβούλιο, έχοντας υπόψη ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων δεν περιορίζεται μόνο στους μισθωτούς, αλλά αφορά, επίσης, στο πλαίσιο του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, και τους μη μισθωτούς, και ότι ο συντονισμός των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζονται επί των μη μισθωτών είναι αναγκαίος για την πραγμάτωση ενός από τους στόχους της Κοινότητας, επεξέτεινε, με τον προαναφερθέντα κανονισμό 1390/81, κατά γενικό τρόπο, το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και στους μη μισθωτούς και τα μέλη των οικογενειών τους.
20
Δεδομένου ότι οι διατάξεις του κανονισμού 1390/81 έχουν θεσπιστεί για την επίτευξη των ίδιων στόχων με αυτούς του κανονισμού 1408/71, ο όρος « μη μισθωτοί» αποσκοπεί στο να εξασφαλιστεί στα πρόσωπα αυτά η ίδια κοινωνική προστασία με αυτή που απολαύουν οι μισθωτοί και, επομένως, πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως.
21
Όσον αφορά, πιο συγκεκριμένα, την έννοια του όρου « μη μισθωτός », παρατηρείται ότι, κατά το άρθρο 1, περίπτωση α), στοιχείο iv), του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1390/81, ο όρος αυτός περιλαμβάνει, όσον αφορά αυτούς οι οποίοι, όπως ο προσφεύγων στην κύρια δίκη, έχουν ασφαλιστεί προαιρε-τικώς, κάθε πρόσωπο που « ασκεί... μη μισθωτή δραστηριότητα ». Όσον αφορά τους υποχρεωτικώς ασφαλισμένους, το άρθρο 1, περίπτωση α), στοιχείο ii), αναφέρεται σχετικά είτε στους « τρόπους διαχειρίσεως ή χρηματοδοτήσεως » του εφαρμοζόμενου συστήματος κοινωνικής αφαλίσεως είτε επικουρικώς « στον ορισμό του παραρτήματος Ι » του εν λόγω κανονισμού. Κατά το σημείο 1 του παραρτήματος αυτού, που αφορά αποκλειστικά τις Κάτω Χώρες, θεωρείται ως μη μισθωτός, κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου, « το πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα ή επάγγελμα χωρίς σύμβαση εργασίας ».
22
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι, στο πλαίσιο προαιρετικής ασφαλίσεως των μισθωτών ή των μη μισθωτών ή όλων των κατοίκων, ο όρος « μη μισθωτός » χαρακτηρίζεται από τον τύπο δραστηριότητας που ο εργαζόμενος ασκεί ή άσκησε και η οποία δεν μπορεί να είναι μια οποιαδήποτε δραστηριότητα, αλλά πρέπει να είναι επαγγελματική δραστηριότητα. Εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας ερμηνείας που απαιτεί ο όρος αυτός, δεν είναι ανάγκη ο μη μισθωτός να λαμβάνει αμοιβή ως άμεσο αντάλλαγμα της δραστηριότητάς του αρκεί να λαμβάνει, στο πλαίσιο της δραστηριότητας αυτής, παροχές που του επιτρέπουν να αντεπεξέρχεται, εν όλω ή εν μέρει, στις ανάγκες του, έστω και αν οι παροχές αυτές προέρχονται, όπως στην προκειμένη, περίπτωση, από τρίτους που απολαύουν των υπηρεσιών ιεραπόστολου ιερέα.
23
Κατά συνέπεια, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο όρος « μη μισθωτός » κατά την έννοια του άρθρου 1, περίπτωση α ), στοιχείο iv ), του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1390/81, περιλαμβάνει και πρόσωπα τα οποία, χωρίς να έχουν συνάψει σύμβαση εργασίας ή να ασκούν ανεξάρτητο επάγγελμα ή να είναι ανεξάρτητοι επιχειρηματίες, ασκούν ή άσκησαν επαγγελματική δραστηριότητα στο πλαίσιο της οποίας λαμβάνουν παροχές που τους επιτρέπουν να αντεπεξέρχονται, εν όλω ή εν μέρει, στις ανάγκες τους, έστω και αν οι παροχές αυτές προέρχονται από τρίτους που απολαύουν των υπηρεσιών ιεραπόστολου ιερέα.
Επί του όρου « νομοθεσία » ( πέμπτο ερώτημα )
24
Με το ερώτημα αυτό, το παραπέμπον δικαστήριο ζητεί να μάθει αν μια εθνική ρύθμιση περί κοινωνικής αφαλίσεως, όπως ο AAW, η οποία επεκτείνει τα αποτελέσματα της στα πρόσωπα που ασκούν ή άσκησαν δραστηριότητες, εν μέρει ή αποκλειστικά, εκτός της Κοινότητας, μπορεί να θεωρηθεί ως « νομοθεσία » κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού 1408/71.
25
Η ολλανδική κυβέρνηση φρονεί ότι οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 δεν αποσκοπούν σε κανέναν εδαφικό περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας και, επομένως, επιτρέπουν να συμπεριληφθούν σ' αυτή εδάφη κείμενα εκτός της Κοινότητας. Επομένως, ακόμα και ο εργαζόμενος που έχει υπαχθεί αποκλειστικά στη νομοθεσία αυτή βάσει δραστηριοτήτων που άσκησε εκτός της Κοινότητας εμπίπτει κατ' αρχήν στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Εντούτοις, αν μια τέτοια νομοθεσία ρητώς εξαρτούσε την εφαρμογή της από τη διαμονή σε κοινοτικό έδαφος, ένας τέτοιος εργαζόμενος δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί τη νομοθεσία αυτή.
26
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, εφόσον μια εθνική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως προβλέπει τη δυνατότητα ασφαλίσεως βάσει δραστηριότητας που ασκείται σε τρίτη χώρα και θεσπίζει δικαίωμα επί των αντίστοιχων κοινωνικών παροχών, αυτό συνεπάγεται την ύπαρξη επαρκούς συνδέσμου, ώστε οι ασφαλισμένοι να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Κατά συνέπεια, ο κανονισμός 1408/71 εφαρμόζεται επίσης και επί των προσώπων που απολαύουν παροχών οι οποίες προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους και αφορούν τις δραστηριότητες που ασκεί ένας υπήκοος κράτους μέλους της Κοινότητας αποκλειστικά εκτός του κοινοτικού εδάφους.
27
Καταρχάς, πρέπει να υπομνηστεί ότι κατά τον ορισμό του άρθρου 1, στοιχείο ι), πρώτη παράγραφος, του κανονισμού 1408/71,
« ο όρος “ νομοθεσία ” προσδιορίζει, για κάθε κράτος μέλος, τους υφισταμένους ή μελλοντικούς νόμους, τις κανονιστικές πράξεις, κανονισμούς και κάθε άλλο μέτρο εφαρμογής, που αφορούν τους κλάδους και τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2 ».
28
Ο ορισμός αυτός χαρακτηρίζεται, όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο με την απόφαση του της 31ης Μαρτίου 1977 ( Bozzone, Jurispr. σ. 687 ) από το ευρύ του περιεχόμενο το οποίο συμπεριλαμβάνει όλους τους τύπους νομοθετικών, ρυθμιστικών ή διοικητικών μέτρων που θεσπίζουν τα κράτη μέλη και πρέπει να εννοείται ως αφορών το σύνολο των εθνικών μέτρων που εφαρμόζονται σχετικά.
29
Υπό το φως του συλλογισμού αυτού, πρέπει να δοθεί, προκειμένου να καθοριστεί το περιεχόμενο του όρου αυτού, ουσιώδης σημασία όχι στο κριτήριο του τόπου όπου ασκήθηκε η επαγγελματική δραστηριότητα, αλλά στο κριτήριο που συνίσταται στη σχέση η οποία συνδέει τον εργαζόμενο, ανεξαρτήτως του τόπου όπου άσκησε ή ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα, με ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης κράτους μέλους, στο πλαίσιο του οποίου συμπλήρωσε περιόδους ασφαλίσεως.
30
Εφόσον το καθοριστικό για τη δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 κριτήριο είναι η υπαγωγή ενός ασφαλισμένου σε ένα σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως κράτους μέλους, είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι ο ασφαλισμένος άσκησε αποκλειστικά ή όχι τις δραστηριότητες του εκτός του εδάφους των κρατών μελών της Κοινότητας.
31
Επομένως, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι εθνική ρύθμιση περί κοινωνικής ασφαλίσεως, η οποία επεκτείνει τα αποτελέσματά της στα πρόσωπα που ασκούν ή άσκησαν δραστηριότητες, εν μέρει ή αποκλειστικά, εκτός της Κοινότητας πρέπει να θεωρηθεί, κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού 1408/71, ως νομοθεσία.
Επί της διατάξεως περί κατοικίας ( πρώτο και τελευταίο ερώτημα )
32
Με τα ερωτήματα αυτά, το παραπέμπον δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί αν οι διατάξεις της Συνθήκης και του άρθρου 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 1390/81 έχουν εφαρμογή επί αρνήσεως χορηγήσεως παροχής λόγω αναπηρίας από ίδρυμα κοινωνικής ασφαλίσεως με την αιτιολογία ότι ο ασφαλισμένος δεν είχε, προηγουμένως, διαμείνει ή κατοικήσει στο οικείο κράτος μέλος για ορισμένη μη διακεκομμένη περίοδο.
33
Η ολλανδική κυβέρνηση θεωρεί ότι ο κανονισμός 1390/81 περιορίζεται στο να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 στους μη μισθωτούς χωρίς να δημιουργεί υπέρ αυτών περισσότερα δικαιώματα από όσα έχουν θεσπιστεί για τους μισθωτούς και ότι, όσον αφορά τους τελευταίους, το άρθρο 94 του κανονισμού 1408/71 δεν αποσκοπεί στη γενική κατάργηση των προϋποθέσεων ιθαγένειας ή κατοικίας αλλά αποκλειστικά στην εξομοίωση των περιόδων κατοικίας όσον αφορά τις παροχές για τις οποίες ήδη υφίσταται κεκτημένο δικαίωμα. Κατά συνέπεια, ούτε η τελευταία αυτή διάταξη ούτε το άρθρο 2 του κανονισμού 1390/81 εφαρμόζονται επί προϋποθέσεως σχετικής με κατοικία όπως αυτή περί της οποίας πρόκειται στην κύρια υπόθεση, εφόσον η τελευταία είναι αναγκαία για τη γένεση του δικαιώματος επί της παροχής.
34
Εξάλλου, η κυβέρνηση αυτή θεωρεί ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις έχουν εφαρμογή μόνο επί των παροχών που δεν έχουν εκκαθαριστεί ή που έχουν ανασταλεί πριν από την 1η Ιουλίου 1982, ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ ο κανονισμός 1390/81, ενώ η επίδικη απόφαση ελήφθη μετά την ημερομηνία αυτή.
35
Αντίθετα, η Επιτροπή φρονεί ότι η άρση των διατάξεων περί κατοικίας διασφαλίζει όχι μόνο ότι ο ασφαλισμένος διατηρεί το δικαίωμα να απολαύει των παροχών που ήδη δικαιούται, αλλά επίσης ότι δεν είναι δυνατό να μην του αναγνωριστεί δικαίωμα επί τέτοιων παροχών για το μόνο λόγο ότι κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από αυτό που βρίσκεται ο οφειλέτης φορέας.
36
Πρέπει, καταρχάς, να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 1390/81 κατά το οποίο
« κάθε παροχή η οποία δεν έχει εκκαθαριστεί ή έχει ανασταλεί, λόγω της ιθαγενείας ή της κατοικίας του ενδιαφερομένου, εκκαθαρίζεται ή επαναφέρεται, κατόπιν αιτήσεως αυτού, από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του παρόντος κανονισμού... »
έχει ως αντικείμενο να τύχουν τα πρόσωπα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως ως προς την εκκαθάριση των οποίων τους είχε προβληθεί άρνηση, ή, αφού είχε γίνει η σχετική εκκαθάριση, είχε ανασταλεί η καταβολή τους λόγω της αλλοδαπής ιθαγένειας του ασφαλισμένου ή της κατοικίας του εκτός του οικείου κράτους μέλους.
37
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η κατοικία ή η διαμονή σε άλλο κράτος μέλος εξομοιούται προς την κατοικία ή διαμονή στο οικείο κράτος μέλος.
38
Όσον αφορά, πιο συγκεκριμένα, το έννομο αποτέλεσμα της άρσης των διατάξεων περί κατοικίας, παρατηρείται ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 ορίζει ότι:
« 1. Εκτός αν ο παρών κανονισμός προβλέπει άλλως, οι εις χρήμα παροχές αναπηρίας... που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών δεν δύνανται να υποστούν καμία μείωση, τροποποίηση, αναστολή, κατάργηση, κατάσχεση επειδή ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο, όπου ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης. »
39
Σχετικά, το Δικαστήριο δέχτηκε με αποφάσεις του της 7ης Νοεμβρίου 1973 ( Śmieja, 51/73, Jurispr. σ. 1213) και της 10ης Ιουνίου 1982 (Caracciolo, 92/81, Συλλογή σ. 2213 ) ότι στόχος της διάταξης αυτής είναι να ευνοηθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων μέσω της προστασίας των ενδιαφερομένων έναντι των ζημιών που θα μπορούσαν να προκύψουν από τη μεταφορά της κατοικίας τους από ένα κράτος μέλος σε άλλο. Όπως πρόσθεσε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση της 10ης Ιουνίου 1982, από την αρχή αυτή συνάγεται όχι μόνο ότι ο ενδιαφερόμενος διατηρεί το δικαίωμα να τύχει των « συντάξεων, προσόδων και επιδομάτων που εκτήθησαν δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, έστω και μετά τη μεταφορά της κατοικίας του σε άλλο κράτος, αλλά επίσης και ότι δεν είναι δυνατό να στερηθεί ενός τέτοιου δικαιώματος για μόνο το λόγο ότι δεν διαμένει στο έδαφος του κράτους στο οποίο ευρίσκεται το όργανο που υποχρεούται στην καταβολή των παροχών ».
40
Εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της ημερομηνίας θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 1390/81, ο οποίος επεξέτεινε την πιο πάνω διάταξη στους μη μισθωτούς, οι τελευταίοι δεν μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, να επικαλεστούν το προαναφερθέν άρθρο για τις παροχές που δικαιούνται βάσει της εθνικής νομοθεσίας παρά μόνο για το μετά την 1η Ιουλίου 1982 διάστημα.
41
Επομένως, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 1390/81 εφαρμόζεται επί της αρνήσεως χορηγήσεως παροχής λόγω αναπηρίας από ίδρυμα κοινωνικής ασφαλίσεως, λόγω του ότι ο ασφαλισμένος δεν είχε προηγουμένως διαμείνει ή κατοικήσει στο οικείο κράτος μέλος επί ορισμένη μη διακεκομμένη περίοδο. Εντούτοις, ο ασφαλισμένος δεν μπορεί να επικαλεστεί την πιο πάνω διάταξη παρά μόνο για το μετά την 1η Ιουλίου 1982 διάστημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
42
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών και η Επιτροπή οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Raad van Beroep της Ουτρέχτης, με Διάταξη της 11ης Δεκεμβρίου 1984, αποφαίνεται:
1)
Ο όρος « μη μισθωτός » κατά την έννοια του άρθρου 1, περίπτωση α ), στοιχείο iv ), του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1390/81, περιλαμβάνει πρόσωπα τα οποία, χωρίς να έχουν συνάψει σύμβαση εργασίας ή να ασκούν ανεξάρτητο επάγγελμα ή να είναι ανεξάρτητοι επιχειρηματίες, ασκούν ή άσκησαν επαγγελματική δραστηριότητα στο πλαίσιο της οποίας λαμβάνουν παροχές που τους επιτρέπουν, εν όλο ή εν μέρει, να αντεπεξέρχονται στις ανάγκες τους, έστω και αν οι παροχές αυτές προέρχονται από τρίτους που απολαύουν των υπηρεσιών ιεραπόστολου ιερέα.
2)
Εθνική ρύθμιση περί κοινωνικής ασφαλίσεως η οποία επεκτείνει τα αποτελέσματά της στα πρόσωπα που ασκούν ή άσκησαν δραστηριότητες, εν μέρει ή αποκλειστικά, εκτός της Κοινότητας πρέπει να θεωρηθεί, κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού 1408/71, ως « νομοθεσία ».
3)
Το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 1390/81 εφαρμόζεται επι της αρνήσεως χορηγήσεως παροχής λόγω αναπηρίας από ίδρυμα κοινωνικής ασφαλίσεως, λόγω του ότι ο ασφαλισμένος δεν είχε προηγουμένως διαμείνει ή κατοικήσει στο οικείο κράτος μέλος επί ορισμένη, μη διακεκομμένη, περίοδο. Εντούτοις, ο ασφαλισμένος δεν μπορεί να επικαλεστεί την πιο πάνω διάταξη παρά για το μετά την 1η Ιουλίου 1982 διάστημα.
Bahlmann
Schockweiler
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 23 Οκτωβρίου 1986.
Ο γραμματέας
P. Heim
Ο πρόεδρος του δεύτερου τμήματος
Κ. Bahlmann
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy