ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 20ής Μαρτίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 303/84,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Götz zur Hausen, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Manfred Beschel, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τον Martin Seidel, επικουρούμενο από τον καθηγητή Jürgen Schwarze, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το γραμματέα της πρεσβείας της, 20-22, avenue Émile-Reuter,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ διότι δεν προέβη εμπρόθεσμα στη βεβαίωση ορισμένων εισφορών λόγω παραγωγής ζάχαρης, δεν διενήργησε την πιστωτική εγγραφή των εισφορών αυτών στο λογαριασμό της Επιτροπής και αρνήθηκε να καταβάλει τους αντίστοιχους τόκους υπερημερίας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, U. Everling και R. Joliét, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Y. Galmot, Κ. Κακούρη και T. F. O'Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Φεβρουαρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
( Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται )
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Δεκεμβρίου 1984, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να διαπιστωθεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ διότι δεν προέβη εμπρόθεσμα στη βεβαίωση ορισμένων εισφορών λόγω παραγωγής ζάχαρης, δεν διενήργησε την πιστωτική εγγραφή των εισφορών αυτών στο λογαριασμό της Επιτροπής και αρνήθηκε να καταβάλει τους αντίστοιχους τόκους υπερημερίας.
2
Οι εισφορές λόγω παραγωγής ζάχαρης αποτελούν ίδιο πόρο των Κοινοτήτων δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α), της αποφάσεως 70/243 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί αντικαταστάσεως των χρηματικών συνεισφορών των κρατών μελών από ιδίους πόρους των Κοινοτήτων ( ABI. L 94, σ. 19 ).
3
Δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο β), του κανονισμού 700/73 της Επιτροπής, της 12ης Μαρτίου 1973, περί καθορισμού ορισμένων αναγκαίων λεπτομερειών για την εφαρμογή του συστήματος ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/009, σ. 73 ), τα κράτη μέλη εισπράττουν από κάθε παραγωγό ζάχαρης, για ορισμένο μέρος της παραγωγής του, το ποσό της εισφοράς λόγω παραγωγής πριν από τις 15 Ιανουαρίου της επόμενης περιόδου παραγωγής ζάχαρης.
4
Για την είσπραξη της εισφοράς αυτής από τους παραγωγούς ζάχαρης μεριμνούν τα κράτη μέλη τα οποία, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 3, του ανωτέρω κανονισμού 700/73, καθορίζουν για κάθε βιομήχανο ζάχαρης το ποσό που πρέπει να καταβάλει το αργότερο 15ημέρες πριν από την ανωτέρω ημερομηνία, δηλαδή πριν από τις 31 Δεκεμβρίου του οικείου έτους.
5
Ο κανονισμός 2891/77 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1977, περί εφαρμογής της ανωτέρω αποφάσεως της 21ης Απριλίου 1970 (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 64), καθορίζει τις λεπτομέρειες και προθεσμίες για τη βεβαίωση των σχετικών απαιτήσεων και την πιστωτική εγγραφή τους στο λογαριασμό της Επιτροπής:
—
το άρθρο 2 του κανονισμού ορίζει ότι: « ... ένα έσοδο θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί, μόλις η αντίστοιχη απαίτηση καθορισθεί δεόντως από την αρμόδια υπηρεσία... του κράτους μέλους »·
—
στο άρθρο 9, παράγραφος 1, διευκρινίζεται ότι « το ποσό των βεβαιωθέντων ιδίων πόρων πιστώνεται από κάθε κράτος μέλος στο λογαριασμό που έχει ανοιχθεί για το σκοπό αυτό στο όνομα της Επιτροπής στην υπηρεσία δημοσίου θησαυρού ή στον οργανισμό που έχει ορίσει το κράτος μέλος »·
—
το άρθρο 10, παράγραφος 1, ορίζει ότι « η εγγραφή που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, διενεργείται το αργότερο στις 20 του δευτέρου μηνός που ακολουθεί το μήνα, κατά τη διάρκεια του οποίου εβεβαιώθη το έσοδο »·
—
τέλος, στο άρθρο 11 προβλέπεται η ακόλουθη κύρωση της μη τηρήσεως της προθεσμίας αυτής:
« κάθε καθυστέρηση των εγγραφών στο λογαριασμό που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, οδηγεί στην πληρωμή, από το κράτος μέλος για το οποίο πρόκειται, τόκου του οποίου το επιτόκιο ισούται προς το υψηλότερο προεξοφλητικό επιτόκιο το οποίο ίσχυε στα κράτη μέλη κατά την ημέρα της λήξεως της προθεσμίας... ».
6
Τα περιστατικά που οδήγησαν στην παρούσα προσφυγή αφορούν την είσπραξη των εισφορών λόγω παραγωγής ζάχαρης στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά την περίοδο 1980-1981. Δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων, αφενός, ότι η βεβαίωση έπρεπε να διενεργηθεί, δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων, πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1981 και ότι παρά ταύτα διενεργήθηκε μόλις την 1η Φεβρουαρίου 1982 για ποσό ύψους 465728,20 γερμανικών μάρκων και, αφετέρου, ότι η πίστωση του λογαριασμού της Επιτροπής πραγματοποιήθηκε στις 20 Απριλίου 1982.
7
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η πιστωτική εγγραφή του ποσού αυτού στο λογαριασμό της έπρεπε να πραγματοποιηθεί πριν από τις 22 Φεβρουαρίου 1982. Η ημερομηνία αυτή προκύπτει αν ληφθεί ως αφετηρία η 31η Δεκεμβρίου 1981, ημέρα κατά την οποία εκπνέει η προθεσμία για τη βεβαίωση των εισφορών και αν κατόπιν προσυπολογισθεί, από την ημερομηνία αυτή, η προθεσμία του άρθρου 10, παράγραφος 1, του ανωτέρω κανονισμού 2891/77 καθώς και η διαδικαστική προθεσμία που προβλέπεται στον κανονισμό 1182/71 του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1971, περί καθορισμού των κανόνων που εφαρμόζονται στις προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες ( ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 131 ). Η Επιτροπή συνήγαγε από τα ανωτέρω ότι η πιστωτική εγγραφή στο λογαριασμό της πραγματοποιήθηκε με καθυστέρηση 57ημερών και ζήτησε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να της καταβάλει τους τόκους που προβλέπονται στο άρθρο 11 του ανωτέρω κανονισμού 2891/77, δηλαδή ποσό 15000 περίπου γερμανικών μάρκων.
8
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αρνήθηκε να καταβάλει το ποσό αυτό, υποστηρίζοντας ότι προέβη εμπρόθεσμα στην πιστωτική εγγραφή, αν ληφθεί υπόψη ως σημείο ενάρξεως της προθεσμίας η πραγματική βεβαίωση των εισφορών. Κατά συνέπεια, το άρθρο 10 του κανονισμού 2891/77 τηρήθηκε πλήρως, η δε καταβολή των τόκων υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού αυτού δεν μπορεί να απαιτηθεί στην περίπτωση που η πραγματική βεβαίωση δεν διενεργήθηκε εγκαίρως.
9
Περατώνοντας την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, η Επιτροπή διατύπωσε στις 17 Απριλίου 1984 αιτιολογημένη γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 169, πρώτη παράγραφος, προσάπτοντας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τρεις παραβάσεις της Συνθήκης: την καθυστερημένη βεβαίωση ορισμένων εισφορών λόγω παραγωγής ζάχαρης, την καθυστερημένη πιστωτική εγγραφή των αντίστοιχων ποσών στο λογαριασμό της Επιτροπής και την άρνηση καταβολής των τόκων που οφείλονται για τα ποσά αυτά σύμφωνα με το άρθρο 11 του ανωτέρω κανονισμού 2891/77. Η Επιτροπή ζητεί με την παρούσα προσφυγή να διαπιστωθούν οι τρεις αυτές παραβάσεις της Συνθήκης.
Επί των αιτιάσεων της καθυστερημένης βεβαιώσεως των εισφορών λόγω παραγωγής ζάχαρης και της καθυστερημένης πιστωτικής εγγραφής των αντίστοιχων ποσών στο λογαριασμό της Επιτροπής
10
ιο Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προέβαλε δύο ενστάσεις απαραδέκτου κατά των δύο πρώτων αυτών κεφαλαίων των αιτημάτων. Παρατηρεί καταρχάς ότι αναγνώρισε ρητά την υπέρβαση των προθεσμιών για τη βεβαίωση των εν λόγω απαιτήσεων και δεν αμφισβητεί επίσης ότι η πιστωτική εγγραφή στο λογαριασμό της Επιτροπής διενεργήθηκε καθυστερημένα αν εκληφθεί ως αφετηρία της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 10 του κανονισμού 2891/77 το χρονικό σημείο κατά το οποίο θα έπρεπε το αργότερο να διενεργηθεί η βεβαίωση και όχι το χρονικό σημείο κατά το οποίο αυτή πράγματι διενεργήθηκε. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπογραμμίζει ότι θα μεριμνήσει ώστε τέοια υπέρβαση των προθεσμιών να μην επαναληφθεί το μέλλον. Επιπλέον, προβάλλει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να καταφύγει στη διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως της Συνθήκης εφόσον στηρίζεται σε μηδαμινή παράβαση του κοινοτικού δικαίου όπως η υπέρβαση προθεσμίας, διότι εν προκειμένω η παράβαση της Συνθήκης συνίσταται αποκλειστικά στην παρέλευση της προθεσμίας και το κράτος μέλος δεν μπορεί πλέον να θέσει τέρμα σε αυτή. Η διαδικασία του άρθρου 169 δεν μπορεί να εφαρμοστεί όταν το οικείο κράτος μέλος βρίσκεται σε ουσιαστική αδυναμία να διορθώσει την κατάσταση που δημιουργήθηκε κατ' αυτόν τον τρόπο εντός της προθεσμίας που τάσσει η αιτιολογημένη γνώμη. Το αντικείμενο της διαφοράς πρέπει επομένως να περιοριστεί στην εξέταση της τρίτης παραβάσεως της Συνθήκης που προσάπτει η Επιτροπή.
11
Πρέπει να τονιστεί, όπως ορθά υπογράμμισε η Επιτροπή, ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να απαλλαγεί από τις συνέπειες παραβάσεως της Συνθήκης η οποία του προσάπτεται, με την απλή αναγνώριση της παραβάσεως αυτής. Εξάλλου, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστεί το βάσιμο της δεύτερης ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, πρέπει να παρατηρηθεί ότι εν προκειμένω υπάρχει, στα πλαίσια της κανονιστικής ρυθμίσεως που εκτέθηκε ανωτέρω, άρρηκτη σχέση μεταξύ της υποχρεώσεως βεβαιώσεως της επίμαχης απαιτήσεως, της υποχρεώσεως πιστωτικής εγγραφής στο λογαριασμό της Επιτροπής εντός της ταχθείσας προθεσμίας και τέλος της υποχρεώσεως καταβολής των τόκων υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 2891/77. Κατά συνέπεια, για να εξεταστεί το βάσιμο της αιτιάσεως που αφορά τη μη καταβολή των τόκων υπερημερίας, είναι εν πάση περιπτώσει αναγκαίο να κριθούν οι αιτιάσεις κατά τις οποίες η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προέβη καθυστερημένα στη βεβαίωση των επίμαχων απαιτήσεως και διενήργησε καθυστερημένα την πιστωτική εγγραφή του σχετικού ποσού στο λογαριασμό της Επιτροπής.
12
Από το άρθρο 5 του ανωτέρω κανονισμού 700/73 της Επιτροπής, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του ανωτέρω κανονισμού 2891/77 του Συμβουλίου, προκύπτει σχετικά ότι τα κράτη μέλη ήταν υποχρεωμένα να προβούν στη βεβαίωση των ποσών που οφείλονταν από τους βιομηχάνους ζάχαρης ως εισφορές λόγω παραγωγής ζάχαρης πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1981. Είναι αναμφισβήτητο εν προκειμένω ότι η βεβαίωση αυτή πραγματοποιήθηκε μόλις την 1η Φεβρουαρίου 1982. Από αυτό προκύπτει ότι η πρώτη προσαπτόμενη από την Επιτροπή παράβαση της Συνθήκης είναι αποδεδειγμένη.
13
Επιπλέον, από το άρθρο 5 του ανωτέρω κανονισμού 700/73 της Επιτροπής σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 1, του ανωτέρω κανονισμού 2891/77 του Συμβουλίου και με τον ανωτέρω κανονισμό 1182/71 του Συμβουλίου προκύπτει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ήταν υποχρεωμένη να προβεί το αργότερο στις 22 Φεβρουαρίου 1982 στην πιστωτική εγγραφή των βεβαιωθέντων εσόδων στο λογαριασμό της Επιτροπής. Είναι όμως βέβαιο ότι η εγγραφή αυτή διενεργήθηκε μόλις στις 20 Απριλίου 1982, με καθυστέρηση επομένως 57ημερών. Κατά συνέπεια, και η δεύτερη προσαπτόμενη από την Επιτροπή παράβαση της Συνθήκης είναι επίσης αποδεδειγμένη.
Επί της αιτιάσεως της αρνήσεως καταβολής των τόκων υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 2891/77
14
Πρέπει να υπομνησθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο αυτό, « κάθε καθυστέρηση των εγγραφών στο λογαριασμό που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, οδηγεί στην πληρωμή, από το κράτος μέλος για το οποίο πρόκειται, τόκου του οποίου το επιτόκιο ισούται προς το υψηλότερο προεξοφλητικό επιτόκιο το οποίο ίσχυε στα κράτη μέλη κατά την ημέρα της λήξεως της προθεσμίας ».
15
Η Επιτροπή υποστηρίζει κατ' ουσία ότι η διάταξη αυτή, εξεταζόμενη υπό το φως όλων των ανωτέρω σχετικών διατάξεων, υποχρεώνει εν προκειμένω την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να καταβάλει τόκους υπερημερίας εφόσον η επίμαχη εγγραφή στο λογαριασμό της Επιτροπής δεν διενεργήθηκε εμπρόθεσμα. Η ερμηνεία αυτή είναι εξάλλου επιβεβλημένη ώστε να μπορούν να έχουν πλήρη αποτελεσματικότητα οι διατάξεις σχετικά με την υποχρέωση έγκαιρης βεβαιώσεως και διαθέσεως των ιδίων πόρων στην Κοινότητα.
16
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έχει αντίθετη άποψη. Στηριζόμενη στο ίδιο το κείμενο του κανονισμού 2891/77, στο σκοπό, την οικονομία και το ιστορικό της θεσπίσεως των σχετικών διατάξεων καθώς και στην εξέταση του εσωτερικού δικαίου ορισμένων κρατών μελών, υποστηρίζει ότι το άρθρο 11 του ανωτέρω κανονισμού 2891/77 επιβάλλει υποχρέωση καταβολής τόκων μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κράτος μέλος υπερβαίνει την προθεσμία η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, του παραχωρείται μετά τη βεβαίωση των εισφορών για την εγγραφή τους στο λογαριασμό της Επιτροπής και όχι όταν διενεργείται καθυστερημένα η προηγούμενη βεβαίωση των οικείων εισφορών. Δεδομένου ότι το δίκαιο του προϋπολογισμού και το οικονομικό δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διέπονται αυστηρά από το νόμο, μια κύρωση όπως η υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας δεν μπορεί να επιβληθεί σιωπηρά παρά την αντίθετη ρύθμιση των σαφών διατάξεων του ισχύοντος δικαίου* τέτοια υποχρέωση μπορεί να επιβληθεί μόνο με σαφή νομοθετική ρύθμιση.
17
Πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί σχετικά ότι από την ίδια τη διατύπωση του ανωτέρω άρθρου 11 του κανονισμού 2891/77 προκύπτει ότι οι τόκοι υπερημερίας οφείλονται για κάθε καθυστέρηση των εγγραφών στο λογαριασμό της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, ανεξάρτητα από τους λόγους για τους οποίους η εγγραφή στο λογαριασμό της Επιτροπής διενεργήθηκε καθυστερημένα, οι τόκοι υπερημερίας είναι απαιτητοί χωρίς να χρειάζεται να γίνει διάκριση αναλόγως του αν η καθυστερημένη εγγραφή οφείλεται στη μη τήρηση της προθεσμίας που τάσσεται για τη βεβαίωση των εσόδων ή στην υπέρβαση της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 2891/77.
18
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει περαιτέρω ότι η εγγραφή των επίμαχων εισφορών στο λογαριασμό της Επιτροπής έπρεπε να πραγματοποιηθεί εν προκειμένω το αργότερο στις 22 Φεβρουαρίου 1982, ότι η προθεσμία αυτή δεν τηρήθηκε και ότι η οικεία εγγραφή διενεργήθηκε μόλις στις 20 Απριλίου 1982.
19
Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αντίθετα προς την άποψη που υποστηρίζει, είναι εν προκειμένω υποχρεωμένη σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 2891/77 να καταβάλει τους τόκους υπερημερίας που προβλέπονται στη διάταξη αυτή. Κατά συνέπεια, και η τρίτη παράβαση της Συνθήκης που προσάπτει η Επιτροπή είναι επίσης αποδεδειγμένη.
20
Πρέπει συνεπώς να διαπιστωθεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη προβαίνοντας εμπρόθεσμα στη βεβαίωση ορισμένων εισφορών λόγω παραγωγής ζάχαρης για την περίοδο 1980-1981, μη διενεργώντας εμπρόθεσμα την πιστωτική εγγραφή του αντίστοιχου ποσού στο λογαριασμό της Επιτροπής και αρνούμενη να καταβάλει τους συναφείς τόκους υπερημερίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
Επί των δικαστικών εξόδων
21
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η καθής ηττήθη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη προβαίνοντας εμπρόθεσμα στη βεβαίωση ορισμένων εισφορών λόγω παραγωγής ζάχαρης για την περίοδο 1980-1981, μη διενεργώντας εμπρόθεσμα την πιστωτική εγγραφή του αντίστοιχου ποσού στο λογαριασμό της Επιτροπής και αρνούμενη να καταβάλει τους συναφείς τόκους υπερημερίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2 )
Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Mackenzie Stuart
Everling
Joliet
Bosco
Galmot
Κακούρης
O'Higgins
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 20 Μαρτίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy