Στην υπόθεση 37/84 R,
Association des aciéries européennes indépendantes — European Independent Steelwork Association, ένωση επιχειρήσεων συσταθείσα βάσει της βελγικής νομοθεσίας, με έδρα τις Βρυξέλλες, rue Ducale 21, εκπροσωπούμενη από τον Michel Waelbroeck, δικηγόρο Βρυξελλών με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Ernest Arendt, δικηγόρο, 34, rue Philippe-Il,
προσφεύγουσα,
κατά
Εππτόπμς των Ευρωπλϊκων Κοινοτήτων, rue de la Loi 200, 1049 Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενης από τον R. Wägenbaur, της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Manfred Beschel, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως 37/83/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1983, για την καθιέρωση, για τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα και τους εμπόρους χάλυβα, πιστοποιητικού παραγωγής και συνοδευτικού εγγράφου των παραδόσεων ορισμένων προϊόντων, που υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 39 της συνθήκης ΕΚΑΧ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Mertens de Wilmars, πρόεδρο, Τ. Koopmans, Κ. Bahlmann και Y. Galmot, προέδρους τμημάτων, P. Pescatore, Mackenzie Stuart, A. O'Keeffe, G. Bosco, O. Due, U. Everling και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΕΗ
Ι — Πραγματικά περιστατικά
Με απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 1983, η Επιτροπή θέσπισε για τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα και τους εμπόρους χάλυβα, πιστοποιητικό παραγωγής και συνοδευτικό έγγραφο παραδόσεων ορισμένων προϊόντων. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή για την παράδοση των προϊόντων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της αποφάσεως με προορισμό άλλα κράτη μέλη, επιβάλλεται η προσκόμιση συνοδευτικού εγγράφου. Το έγγραφο αυτό πρέπει να υποβάλλεται στο αρμόδιο τελωνείο του κράτους μέλους αποστολής και μετά από τη θεώρηση του, το σχετικό έγγραφο πρέπει να κατατεθεί μαζί με τη διασάφηση διαθέσεως στην κατανάλωση σε τελωνείο του κράτους μέλους προορισμού.
Ειδικοί κανόνες εφαρμόζονται σε περίπτωση εισαγωγής από τρίτη χώρα προϊόντων καταγωγής Κοινότητας.
Στην περίπτωση παραδόσεως που πραγματοποιείται από έμπορο, πρέπει, επίσης, να προσκομισθεί πιστοποιητικό παραγωγής που εκδίδει ο παραγωγός. Η ποσότητα που εξάγεται σημειώνεται στο πιστοποιητικό αυτό. Αφού χρησιμοποιηθεί πλήρως το πιστοποιητικό αυτό, ο έμπορος οφείλει να επιστρέψει το πιστοποιητικό στον παραγωγό.
Από τις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως της 23ης Δεκεμβρίου 1983 προκύπτει ότι το πιστοποιητικό παραγωγής και το συνοδευτικό έγγραφο θεσπίστηκαν για να καταστεί δυνατή η πλήρης και ακριβής επισκόπηση των ρευμάτων συναλλαγών στο εσωτερικό της Κοινότητας, που θα χρησιμεύσει στην κατάρτιση αξιόπιστων στατιστικών για καθένα από τα κράτη μέλη, όσον αφορά τις παραλαβές ορισμένων προϊόντων σιδήρου και χάλυβα τα οποία προέρχονται όχι μόνον από τα άλλα κράτη μέλη αλλά και από τρίτες χώρες. Προς το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη οφείλουν να διαβιβάζουν στην Επιτροπή στατιστικές που έχουν συνταχθεί βάσει των στοιχείων που συγκεντρώνουν οι τελωνειακές τους υπηρεσίες.
Πόντιος, η απόφαση ορίζει ότι η μη προσκόμιση του ή των ev λόγω εγγράφων στα αρμόδια τελωνεία δεν παρεμποδίζει την πραγματοποίηση της εν λόγω παράδοσης, υπό τον όρο ότι η επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα ή οι έμποροι καταθέτουν στο αρμόδιο τελωνείο του κράτους μέλους αποστολής ή, ενδεχομένως, του κράτους μέλους εισαγωγής εγγύηση 43 ECU ανά τόνο προϊόντων. Η εγγύηση αυτή τους επιστρέφεται αφού προσκομίσουν τα εν λόγω έγγραφα πλήρως και ορθώς συμπληρωμένα και αφού συμπληρωθούν οι διατυπώσεις που προβλέπει η απόφαση, μέσα σε προθεσμία δέκα πέντε εργασίμων ημερών μετά την ημερομηνία καταθέσεως της εγγυήσεως (άρθρο 4, παράγραφος 3, και άρθρο 6).
Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Φεβρουαρίου 1984, η Association des aciéries européennes indépendantes άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1983. Με χωριστό δικόγραφο, που πρωτοκολλήθηκε την ίδια ημέρα στη γραμματεία του Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 39 της συνθήκης ΕΚΑΧ, αίτηση αναστολής εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως.
Με διάταξη της 2ας Μαρτίου 1984 ο πρόεδρος ανέθεσε την υπόθεση στην ολομέλεια.
II — Έγγραφη διαδικασία
Με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο να διατάζει αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως 37177/83 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1983 και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Για να στηρίζει το αιτημά της, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η εν λόγω απόφαση συνιστά την πρώτη ρύθμιση περί εφαρμογής πολιτικής που αποφάσισε, χωρίς να έχει καμία εζουσια, το Συμβούλιο. Συνέπεια της πολιτικής αυτής του Συμβουλίου είναι η κατάργηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων σιδήρου και χάλυβα μεταζύ των κρατών της Κοινότητας, με το πάγωμα των εμπορικών ροών μεταζύ των κρατών μελών και με συνέπεια την εκμηδένιση της κοινής αγοράς χάλυβα.
Η λήψη προσωρινών μέτρων δικαιολογείται, εκ πρώτης όψεως, από τις πραγματικές και νομικές συνθήκες της προκειμένης υποθέσεως. Τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Συμβούλιο των υπουργών, της 22ας Δεκεμβρίου 1983, δεν επιτρέπουν καμία αμφιβολία ως προς την πρόθεση των κρατών μελών να θεσπιστεί από την Επιτροπή το πάγωμα των συνηθισμένων εμπορικών ροών μεταξύ των κρατών μελών. Κατά το μέτρο που η απόφαση 3717/83 της Επιτροπής θεσπίζει σύστημα επιτηρήσεως του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών, προς όφελος των τελευταίων, εκφράζει τη βούληση της Επιτροπής να συμμορφωθεί προς την απόφαση του Συμβουλίου. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η θεσμική ισορροπία της συνθήκης ΕΚΑΧ δεν προβλέπει μια τέτοια υποταγή της Επιτροπής στο Συμβούλιο. Εξάλλου, ο σκοπός που επιδιώκει το Συμβούλιο με τη βοήθεια της Επιτροπής έρχεται σαφώς σε αντίθεση με την ίδια την ιδέα μιας κοινής αγοράς των προϊόντων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα.
Συντρέχει, επίσης, περίπτωση επείγοντος, διότι τα κράτη μέλη, μέσω του Συμβουλίου, εκδήλωσαν την πρόθεση τους να αντιταχθούν σε κάθε μεταβολή των συνηθισμένων ροών παραδόσεων χάλυβα παρέχοντας την εντολή στην Επιτροπή να τροποποιεί τις ποσοστώσεις παραγωγής που χορηγούνται στις επιχειρήσεις αν δεν τηρούν τις συνηθισμένες αυτές ροές. Και μόνο η ύπαρξη του συστήιιατος επιτηρήσεως που θεσπίζει η προσβαλλόμενη απόφαση και οι απειλές που διατυπώνονται για την περίπτωση μη τηρήσεως των συνηθισμένων ροών ενεργούν αποτρεπτικά έναντι των επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα. Πράγματι καμία από τις εν λόγω επιχειρήσεις δεν θα διακινδύνευε να αναζητήσει νέους πελάτες μέσα στην Κοινότητα με σκοπό να αυξήσει τις πωλήσεις της, ή έστω και απλώς να τις διατηρήσει, σε περίπτωση μειώσεως των παραγγελιών εκ μέρους των συνηθισμένων πελατών της. Η προσβαλλόμενη απόφαση στερεί από τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα την ελευθερία τους να εμπορεύονται σε περίοδο που είναι απαραίτητο για την επιβίωση των επιχειρήσεων το να μπορούν να προσαρμόζονται στις μεταβολές της αγοράς.
Η ζημία μπορεί να είναι ανεπανόρθωτη. Οι παραδόσεις τις οποίες οι επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα ενός κράτους μέλους δεν θα είναι σε θέση να πραγματοποιήσουν, λόγω του συστήματος επιτηρήσεως, θα πραγματοποιηθούν από άλλες επιχειρήσεις. Έστω και αν το Δικαστήριο ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, η εφαρμογή της κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου θα επιτρέψει τον πολλαπλασιασμό, μέσω της εδαφικής προστασίας που τεχνητά δημιουργείται, των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των παραγωγών επιχειρήσεων και των καταναλωτών μέσα στο ίδιο κράτος μέλος, γεγονός που θα δημιουργούσε αντίστοιχα μελλοντικά κωλύματα στην αμοιβαία διείσδυση των εθνικών αγορών και στην αναζωπύρωση μιας κοινής αγοράς. Η αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι απαραίτητη για να αποτραπεί η μόνιμη επαναφορά της αγοράς χάλυβα σε εθνικά πλαίσια που θα είχε ως συνέπεια η εφαρμογή της εν λόγω αποφάσεως κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου.
Στις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή αναφέρει ότι πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθώς και των δύο άλλων αποφάσεων που εκδόθηκαν την ίδια ημέρα (δηλαδή η απόφαση 3715/83, για τον καθορισμό ελάχιστων τιμών για ορισμένα προϊόντα σιδήρου και χάλυβα και η απόφαση 3716/83, για τη θέσπιση συστήματος εγγυήσεων για ορισμένα προϊόντα σιδήρου και χάλυβα καθώς και συστήματος ελέγχου των ελάχιστων τιμών) η Επιτροπή είχε μακρές διαβουλεύσεις τόσο με την Συμβουλευτική Επιτροπή, όσο και με ενώσεις επιχειρήσεων, επιχειρήσεις και εμπόρους. Οι διαβουλεύσεις αυτές, στις οποίες επιδείχτηκε πνεύμα συνεργασίας, κατέληξαν γενικά στο συμπέρασμα ότι τα προτεινόμενα μέτρα ήταν αναγκαία. Επίσης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε ψήφισμα σχετικά με τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα C 10, της 16. 1.1984, σ. 77.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το άρθρο 46 της συνθήκης ΕΚΑΧ της επιβάλλει την υποχρέωση να διεξάγει συνεχή μελέτη της εξελίξεως των αγορών και να καταρτίζει περιοδικώς προγράμματα προβλέψεων. Το άρθρο 47 προβλέπει ότι η Επιτροπή οφείλει να συλλέγει τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκπλήρωση της αποστολής της. Οι διατάξεις αυτές αρκούν για να νομιμοποιήσουν τη θέσπιση της αποφάσεως 3717/83.
Κρίθηκε αναγκαίο να εξακριβωθούν οι ισχυρισμοί σύμφωνα με τους οποίους ορισμένες επιχειρήσεις επιδιώκουν να αποκομίσουν αδικαιολόγητα πλεονεκτήματα από το σύστημα των ποσοστώσεων, ιδίως, σε συνδυασμό με τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων τις οποίες δεν απαγορεύει ακόμα πλήρως ο κώδικας ενισχύσεων. Αν και οι συνολικές παραδόσεις των επιχειρήσεων είναι περιορισμένες από το σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής, οι επιχειρήσεις, πάντως, διαθέτουν μια ελευθερία ενεργειών που θα μπορούσε να παρακινήσει ορισμένες από αυτές να αποκτήσουν καινούριους πελάτες σε αγορές όπου η συγκυρία είναι ευνοϊκή και σε τιμές περισσότερο αποδοτικές, με αντάλλαγμα, όμως, σημαντικές στρεβλώσεις. Η οικονομική συγκυρία εξελίσσεται κατά τρόπο ανόμοιο στην Κοινότητα και οι τιμές των προϊόντων σιδήρου και χάλυβα μπορούν, εκ του λόγου αυτού, να ποικίλλουν αισθητά από τη μια περιοχή στην άλλη. Υπό τέτοιες συνθήκες ένας παραγωγός μπορεί να επιχειρήσει να κατακτήσει νέες αγορές, παραβιάζοντας ενδεχομένως τους κανόνες περί τιμών. Δεν μπορεί να θεωρηθεί κανονική η συμπεριφορά των επιχειρήσεων που συνίσταται σε διατάραξη άλλων αγορών, υπό το πρόσχημα του συστήματος του άρθρου 58 και ενός συστήματος ευνοϊκών ενισχύσεων.
Για να αντιμετωπιστούν οι ενέργειες αυτές, οι οποίες, τουλάχιστον μερικά, στηρίζονται σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού πρέπει, καταρχάς, να γίνουν γνωστές με αρκετή ακρίβεια οι παραδόσεις που πραγματοποιήθηκαν μέσα στα διάφορα κράτη μέλη και μεταξύ τους. Οι διαθέσιμες πληροφορίες για υπολογισμό των εμπορικών ρευμάτων προέρχονται από δύο πηγές, τις εθνικές τελωνειακές στατιστικές και τις στατιστικές που στηρίζονται στις δηλώσεις που είναι υποχρεωμένοι να υποβάλουν οι παραγωγοί σύμφωνα με την απόφαση 3493/82 ΕΚΑΧ (ΕΕ L 370 της 29. 12. 1982, σ. 1).
Οι δύο σειρές στατιστικών δεν συμπίπτουν και κατά συνέπεια, δεν επιτρέπουν το σχηματισμό μιας αρκετά αξιόπιστης εικόνας του εμπορίου προϊόντων σιδήρου και χάλυβα. Οι αποκλίσεις που διαπιστώθηκαν μπορούν να εξηγηθούν από διάφορους λόγους:
—
Οι παραδόσεις αποθεμάτων που πραγματοποιούν οι έμποροι δεν εμπίπτουν στην απόφαση 3483/82, ενώ περιλαμβάνονται στις τελωνειακές στατιστικές·
—
οι πληροφορίες που παρέχονται, κατ' εφαρμογή της αποφάσεως 3483/82, μπορεί να είναι ανακριβείς'
—
οι τελωνειακές στατιστικές δεν αντανακλούν την πραγματικότητα λόγω των παραδόσεων προϊόντων που επανεξάγονταΐ'
—
ορισμένες παραδόσεις προϊόντων μέσα στην Κοινότητα πραγματοποιούνται μέσω τρίτων χωρών (πχ. την Ελβετία), ή στις διασαφήσεις αναφέρονται ως προϊόντα καταγωγής τρίτων χωρών.
Για να καλύψει αυτές τις ανεπάρκειες, η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να περιλάβει τις συναλλαγές που πραγματοποιούν τόσο οι επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα όσο και οι έμποροι. Περιλαμβάνει τόσο την παραγωγή των κρατών μελών όσο και τα προϊόντα τρίτων χωρών και αφορά τα προϊόντα σιδήρου και χάλυβα για τα οποία η Κοινότητα αναγνώρισε την ύπαρξη έκδηλης κρίσεως, κατά την έννοια του άρθρου 58 της συνθήκης. Προκειμένου να καταρτιστούν αξιόπιστες στατιστικές η συλλογή των στοιχείων πρέπει να πραγματοποιείται από τα τελωνεία και οι εθνικές διοικητικές υπηρεσίες να προβαίνουν στη σύνθεση των στοιχείων που συλλέγονται και να τα διαβιβάζουν στην Επιτροπή. Το σύστημα περιέχει όσο γίνεται λιγότερα εμπόδια και είναι όσο γίνεται λιγότερο «γραφειοκρατικό». Κρίθηκε έτσι δυνατό να παραλειφθεί η συλλογή στοιχείων για τις παραδόσεις που πραγματοποιούνται στο εσωτερικό του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση διότι οι αριθμοί μπορούν εύκολα να υπολογιστούν με απλή αφαίρεση (συνολική παραγωγή μείον εξαχθείσες ποσότητες). Σε περίπτωση που ανακύπτουν δυσκολίες τεκμηριώσεως η παράδοση δεν πρέπει να εμποδιστεί: η δυσκολία μπορεί να αρθεί με τη σύσταση εγγυήσεως.
Κατά την Επιτροπή, δεν δικαιολογείται, εκ πρώτης όψεως, η λήψη προσωρινών μέτρων. Ο σκοπός που επιδιώκει η προσβαλλόμενη απόφαση ορίζεται με σαφήνεια στην τέταρτη αιτιολογική της σκέψη. Είναι να καταστήσει δυνατή την πλήρη και ακριβή επισκόπηση των ρευμάτων συναλλαγών στο εσωτερικό της Κοινότητας που θα χρησιμεύσει στην κατάρτιση αξιόπιστων στατιστικών. Ο σκοπός αυτός είναι απολύτως νόμιμος. Εναπόκειται στην Επιτροπή να εξακριβώσει τους ισχυρισμούς σύμφωνα με τους οποίους ορισμένες επιχειρήσεις επιχειρούν να αποκομίσουν πλεονεκτήματα από τις κρατικές επιδοτήσεις ώστε να διεισδύσουν μαζικά σε άλλες αγορές.
Αν και η δημιουργία κοινής αγοράς των προϊόντων σιδήρου και χάλυβα συνεπάγεται, εξ ορισμού, την δυνατότητα των επιχειρήσεων να πωλούν τα προϊόντα τους σε όλη την Κοινότητα (αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων και της ίσης πρόσβασης στις παραγωγικές πηγές), πάντως, πρέπει να επιτηρείται η δραστηριότητα των επιχειρήσεων όταν η δραστηριότητα αυτή υποκινείται, αφενός, από την προοπτική της καλύψεως των ζημιών εκμεταλλεύσεως από τις κρατικές επιδοτήσεις και, αφετέρου, από τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να πωλούν στην αγορά άλλων κρατών μελών μειώνοντας τις τιμές του τιμοκαταλόγου τους, δηλαδή κατά παράβαση του άρθρου 60 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
Κρίνεται έτσι απαραίτητη η δημιουργία ενός οργάνου ικανού να παράσχει μια πλήρη και αξιόπιστη εικόνα των εμπορικών ροών. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι σε θέση και αρκεί για να επιτύχει το σκοπό αυτό. Οι πληροφορίες που περιέχονται στα παραρτήματα III και IV της αποφάσεως παρέχουν στην Επιτροπή όλα τα στοιχεία σχετικά με τις εισαγόμενες σε κάθε κράτος μέλος ποσότητες προϊόντων καταγωγής από άλλα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες. Έστω και αν, εκ πρώτης όψεως, τα κράτη μέλη συγκεντρώνουν έτσι περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το εμπόριο των προϊόντων σιδήρου και χάλυβα από όσες θα είχαν την υποχρέωση να διαβιβάσουν στην Επιτροπή, αυτό είναι αναπόφευκτο αν επιθυμείται να διαβιβάζουν τα κράτη μέλη ασφαλείς πληροφορίες. Εξάλλου, τα κράτη μέλη έχουν ήδη στη διάθεση τους τις πληροφορίες αυτές μέσω των τελωνειακών και φορολογικών εγγράφων.
Η Επιτροπή εφιστά την προσοχή του Δικαστηρίου στις τρεις πρώτες παραγράφους των πορισμάτων που υιοθέτησε το Συμβούλιο υπουργών στις 22 Δεκεμβρίου 1983. Αναφερόμενο στην αρχή της αλληλεγγύης το Συμβούλιο θεωρεί ότι η σταθερότητα των συνηθισμένων εμπορικών ροών είναι σύμφωνη προς την αρχή αυτή χωρίς την οποία θα αντιμετωπίζονταν εκτροπές εκ μέρους ορισμένων επιχειρήσεων εις βάρος άλλων. Στην έβδομη παράγραφο των πορισμάτων αυτών ζητείται από την Επιτροπή να λάβει όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα, στο πλαίσιο της συνθήκης, στην περίπτωση κατά την οποία η εξέλιξη των εν λόγω ροών δεν θα ήταν σύμφωνη προς την προαναφερθείσα αρχή. Η Επιτροπή εφιστά, επίσης, την προσοχή του Δικαστηρίου στα πορίσματα του Συμβουλίου ως προς το συνοδευτικό πιστοποιητικό, που αποδεικνύει, κατά τη γνώμη της, το γεγονός ότι η θέσπιση του συνοδευτικού πιστοποιητικού είναι ανεξάρτητη από τα μέτρα τα οποία καλείται να λάβει σε περίπτωση κατά την οποία σημειωθεί εμφανής αλλοίωση των συνηθισμένων ροών παραδόσεων. Η εφαρμογή της αποφάσεως ως προς το συνοδευτικό πιστοποιητικό και την κατάρτιση αξιόπιστων στατιστικών για τα εμπορικά ρεύματα δεν πρέπει να συγχέονται με τα μέτρα που θα κριθούν, ενδεχομένως, αναγκαία από την Επιτροπή για την αποκατάσταση των πραγμάτων. Η προσβαλλόμενη απόφαση ούτε εξαγγέλλει ούτε, πολύ περισσότερο, συγκεκριμενοποιεί τα μέτρα αυτά.
Η Επιτροπή αποκρούει τη μομφή περί υποταγής της στο Συμβούλιο. Το Συμβούλιο, κατά τη συνοδό του της 22ας Δεκεμβρίου 1983 περιορίστηκε, σύμφωνα με το άρθρο 95, να δώσει τη σύμφωνη γνώμη του. Τα προαναφερθέντα πορίσματα τα υιοθέτησε με πλήρη συμφωνία της Επιτροπής. Την επομένη, η Επιτροπή θέσπισε την απόφαση της με πλήρη ανεξαρτησία.
Η Επιτροπή θεωρεί, επίσης, ότι δεν είναι επείγουσα η λήψη προσωρινών μέτρων. Η Επιτροπή αναφέρει τη διάκριση στην οποία προέβη μεταξύ της απογραφής των ρευμάτων παραδόσεων, που αποτελεί και το μοναδικό σκοπό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και την ενδεχόμενη παρέμβαση της Επιτροπής σε περίπτωση σοβαρής αποκλίσεως από τα συνηθισμένα ρεύματα. Μια τέτοια παρέμβαση δεν είναι δυνατή κατ' εφαρμογή της αποφάσεως 3717/83/ΕΚΑΧ. Κατά συνέπεια, δεν γίνεται αντιληπτό πώς και μόνο η ύπαρξη του συστήματος αυτού επιτηρήσεως και των απειλών που διατυπούνται μπορεί να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα έναντι των επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερεί, επίσης, τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα από την ελευθερία τους να εμπορεύονται. Η προσφεύγουσα δεν απέδειξε καθόλου ότι η εφαρμογή της αποφάσεως 3717/83 μπορεί να της προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία. Αντίθετα, η αναστολή εφαρμογής της αποφάσεως μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας θα προκαλούσε βέβαιη ζημία στην κοινοτική αγορά σιδήρου και χάλυβα εφόσον θα καθυστερήσει κατά πολύ η επίτευξη της επιδιωκόμενης διαφάνειας. Η αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως προδικάζει σαφώς την επί της ουσίας απόφαση. Την καλύτερη απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι η Επιτροπή υποχρεώθηκε επανειλημμένα να αναφερθεί στην προσφυγή ακυρώσεως προκειμένου να αποκρούσει τα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν στην αίτηση αναστολής.
III — Προφορική διαδικασία
Οι διάδικοι κλήθηκαν κανονικά και αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων της 20ής Μαρτίου 1984.
Σκεπτικό
1
Η προσφεύγουσα άσκησε, στις 13 Φεβρουαρίου 1984, προσφυγή ακυρώσεως της γενικής αποφάσεως 3717/83/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1983 (ΕΕ L 373, σ. 9), για την καθιέρωση, για τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα και τους εμπόρους χάλυβα, πιστοποιητικού παραγωγής και συνοδευτικού εγγράφου των παραδόσεων ορισμένων προϊόντων.
2
Ταυτόχρονα, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση αναστολής εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 39 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
3
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται στην προσφυγή της στην κύρια δίκη ότι η απόφαση 3717/83 φέρει το στίγμα της καταχρήσεως εξουσίας. Δεδηλωμένος στόχος της αποφάσεως είναι να επιτρέψει την πλήρη και ακριβή απογραφή των ρευμάτων παραδόσεων στο εσωτερικό της Κοινότητας προκειμένου να καταρτιστούν αξιόπιστες στατιστικές, ενώ ο πραγματικός της σκοπός είναι διαφορετικός. Η απόφαση συνιστά το πρώτο μέτρο εφαρμογής πολιτικής παγώματος των συνηθισμένων εμπορικών ροών την οποία αποφάσισε το Συμβούλιο και η οποία αντίκειται προς τη θεμελιώδη αρχή της κοινής αγοράς και της ελευθερίας των καταναλωτών να εφοδιάζονται από τις παραγωγικές πηγές.
4
Η Επιτροπή, επίσης, αγνόησε τη θεσμική ισορροπία της συνθήκης υποταχθείσα στη βούληση του Συμβουλίου το οποίο και αντικατέστησε την Επιτροπή στην εκπλήρωση των καθηκόντων της.
5
Περαιτέρω, η Επιτροπή υπέπεσε σε κατάχρηση εξουσίας θεσπίζοντας απόφαση η οποία, στην πράξη, επιτρέπει στα κράτη μέλη να συγκεντρώνουν ακριβέστερες πληροφορίες για τα εμπορικά ρεύματα, περισσότερο για το δικό τους συμφέρον παρά για το συμφέρον της Επιτροπής.
6
Συντρέχει, επίσης, επείγον, υπό την έννοια ότι η ύπαρξη και μόνο του συστήματος επιτηρήσεως που θεσπίζει η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ως αποτέλεσμα να αποθαρρύνει τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα.
7
Σύμφωνα με το άρθρο 39 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, οι προσφυγές που ασκούνται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο όμως μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή της εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Μπορεί, επίσης, να διατάξει και κάθε άλλο αναγκαίο προσωρινό μέτρο.
8
Σύμφωνα με το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αναστολή εκτελέσεως και η απόφαση που διατάσσει λήψη προσωρινών μέτρων προϋποθέτουν την ύπαρξη περιστατικών από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως και πραγματικών και νομικών ισχυρισμών που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη τέτοιων μέτρων.
9
Σύμφωνα με τις εξηγήσεις της Επιτροπής, τα στοιχεία που διέθετε, πριν από τη θέσπιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκειμένου να διαπιστώσει τις παραβάσεις των κανόνων της συνθήκης, ιδίως τις παραβάσεις των κανόνων περί τιμών, περί απαγορεύσεως των ενισχύσεων και των κανόνων ανταγωνισμού, προέρχονταν είτε από στατιστικές σχετικά με τις παραδόσεις που πραγματοποιούν οι παραγωγοί στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, τις οποίες συγκέντρωνε σύμφωνα με την απόφαση 3483/82 (ΕΕ L 378 της 23. 12. 1982), είτε από τελωνειακές στατιστικές που παρείχαν τα κράτη μέλη. Οι στατιστικές αυτές δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους, κυρίως διότι οι έμποροι δεν ήταν υποχρεωμένοι να υποβάλουν στατιστικές παραδόσεων. Η συγκέντρωση περισσότερο αξιόπιστων στοιχείων ως προς τη διακίνηση των προϊόντων σιδήρου και χάλυβα είναι απαραίτητη για την επιτήρηση της αγοράς.
10
Χωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξεταστούν οι αντιρρήσεις που προβάλλει η προσφεύγουσα κατά του ληφθέντος μέτρου και της δικαιολογίας του περιεχομένου του, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στο παρόν στάδιο, δεν συντρέχει επείγον ώστε να διαταχθεί αναστολή.
11
Πράγματι, η επίδικη απόφαση περιορίζεται να υποχρεώσει τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να προσκομίζουν ορισμένα έγγραφα τα οποία επιτρέπουν να απεικονίζεται η εξέλιξη του ενδοκοινοτικού εμπορίου. Εξεταζόμενο αυτοτελώς, ένα τέτοιο μέτρο δεν μπορεί να επηρεάσει τη δραστηριότητα των εν λόγω επιχειρήσεων στον τομέα της παραγωγής και της πωλήσεως. Κατά συνέπεια, η διατήρηση του σε ισχύ μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της προσφυγής ακυρώσεως δεν μπορεί να προκαλέσει ζημία στις προσφεύγουσες επιχειρήσεις και να δικαιολογήσει τη λήψη μέτρου αναστολής εκτελέσεως.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων,
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 28 Μαρτίου 1984.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
J. Menens de Wilman
Full & Egal Universal Law Academy