Στην υπόθεση 45/84 R,
Association des aciéries européennes indépendantes — European Independent Steelwork Association, ένωση επιχειρήσεων συσταθείσα 6άσει της βελγικής νομοθεσίας, με έδρα τις Βρυξέλλες, rue Ducale 21, εκπροσωπούμενη από τον Michel Waelbroeck, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Ernest Arendt, δικηγόρο, 34, rue Philippe-Il,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, rue de la Loi 200, 1049 Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενης από τον R. Wägenbaur, της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Manfred Beschel, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
κα3ής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως του άρθρου 15 Β της αποφάσεως 243/84 της Επιτροπής, της 31ης Ιανουαρίου 1984, για παράταση του συστήματος επιτηρήσεως και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, η οποία υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 39 της συνθήκης ΕΚΑΧ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους J. Menens de Wilmars, πρόεδρο, Τ. Koopmans, Κ. Bahlmann και Y. Galmot, προέδρους τμήματος, P. Pescatore, Mackenzie Stuart, A. O'Keeffe, G. Bosco, O. Due, U. Everling και Κ. Κακοόρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: H.A. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΞΗ
Ι — Πραγματικά περιστατικά
Με την απόφαση 234/84/ΕΚΑΧ, της 31ης Ιανουαρίου 1984 (ΕΕ L 29, σ. 1), η οποία θεσπίστηκε βάσει των άρθρων 47 και 58 της συνθήκης ΕΚΑΧ η Επιτροπή παρέτεινε και τροποποίησε το σύστημα επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, τα οποία είχε θεσπίσει προηγουμένως η απόφαση 2077/87/ΕΚΑΧ (ΕΕ L 208, της 3. 7. 1983, σ. 1), για παράταση του συστήματος που θέσπισε η απόφαση 1696/82/ΕΚΑΧ (EE L 191, της 1. 7. 1982, σ. 1). Το άρθρο 15 Β της εν λόγω αποφάσεως προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος μπορεί να υποβάλει καταγγελία στην Επιτροπή όταν διαπιστώσει, σε ό,τι αφορά ορισμένες κατηγορίες προϊόντων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, ότι κατά τη διάρκεια ενός τριμήνου, οι παραδόσεις προϊόντων μιας από τις εν λόγω κατηγορίες έχουν τροποποιηθεί σε σημαντικό βαθμό σε σχέση με τις συνηθισμένες παραδόσεις. Η Επιτροπή, αφού ελέγξει το βάσιμο της καταγγελίας αυτής και ακολουθώντας τις διαδικασίες που προβλέπει η απόφαση, μπορεί να ζητήσει από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να αναλάβουν εγγράφως την υποχρέωση να διορθώσουν, κατά το επόμενο τρίμηνο, τη διαφορά που σημειώθηκε στις συνηθισμένες παραδόσεις τους. Σε περίπτωση που μια επιχείρηση δεν αναλάβει την ανωτέρω υποχρέωση ή δεν την τηρήσει, η Επιτροπή, κατ' εφαρμογή της διατάξεως αυτής, μπορεί να μειώσει, για το επόμενο τρίμηνο, το τμήμα της ποσόστωσης που μπορεί να διατεθεί μέσα στην κοινή αγορά από την επιχείρηση αυτή κατά ποσότητα ίση, κατ' ανώτατο όριο, με εκείνη που προκάλεσε την ανισορροπία στις συνη9ισμένες παραδόσεις.
Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Φεβρουαρίου 1984, η Association des aciéries européennes indépendantes άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί ακύρωση του άρθρου 15 Β της αποφάσεως της Επιτροπής, της 31ης Ιανουαρίου 1984. Με χωριστό δικόγραφο, που πρωτοκολλήθηκε την ίδια ημέρα στη γραμματεία του Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 39 της συνθήκης ΕΚΑΧ, αίτηση αναστολής εκτελέσεως της επίδικης διατάξεως.
Με διάταξη της 2ας Μαρτίου 1984 ο πρόεδρος ανέ9εσε την υπόθεση στην ολομέλεια.
II — 'Εγγραφη διαδικασία
Με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο να διατάξει αναστολή εκτελέσεως του άρθρου 15 Β της αποφάσεως 234/84 της Επιτροπής και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα. Για να στηρίξει το αίτημα της, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το άρ9ρο αυτό ολοκληρώνει την εφαρμογή από την Επιτροπή της πολιτικής παγώματος των συνη9ισμένων εμπορικών ροών μεταξύ των κρατών μελών που αποφάσισε το Συμβούλιο στις 22 Δεκεμβρίου 1983. Στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής η Επιτροπή έλαβε ήδη ένα πρώτο εκτελεστικό μέτρο με την απόφαση 3717/83, για την κα9ιέρωση, για τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα και τους εμπόρους χάλυβα, πιστοποιητικού παραγωγής και συνοδευτικού εγγράφου των παραδόσεων ορισμένων προϊόντων, κατά της οποίας η προσφεύγουσα έχει ήδη ασκήσει μια πρώτη προσφυγή ακυρώσεως και έχει υποβάλει αίτηση αναστολής εκτελέσεως.
Η πρώτη αυτή απόφαση 9εσπίστηκε υπό πραγματικές και νομικές συν9ήκες που δικαιολογούσαν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη προσωρινών μέτρων και οι οποίες μπορούσαν να προκαλέσουν άμεσα σοβαρή και ανεπανόρ9ωτη ζημία στο μέλη της προσφεύγουσας ενώσεως. Το ίδιο, κατά μείζονα λόγο, ισχύει και για το άρ9ρο 15 Β της αποφάσεως 234/84.
Ενώ η απόφαση 3717/83 θεσπίζει ένα σύστημα επιτήρησης των επιχειρήσεων από το οποίο προκύπτει ότι η Επιτροπή ακολού9ησε την πολιτική που αποφάσισε το Συμβούλιο και ότι είναι διατε9ειμένη να την ακολου9ήσει κατά την επιβολή κυρώσεων στις επιχειρήσεις που δεν τηρούν τις συνηθισμένες ροές του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών, το άρ9ρο 15 Β της αποφάσεως 234/84 συνιστά επιβεβαίωση της απόψεως αυτής και αποδεικνύει, κατά τρόπο 9ετικό, ότι η Επιτροπή έχει την πρό-9εση να προχωρήσει μέχρι τέλους στην εφαρμογή της αποφάσεως του Συμβουλίου. Παρίσταται, λοιπόν, ακόμη πιο επείγον να ανασταλεί η εφαρμογή της εν λόγω πολιτικής από την Επιτροπή πριν καταλήξει μόνιμα σε επαναφορά της αγοράς χάλυβα σε εθνικά πλαίσια.
Η Επιτροπή επιμένει στο γεγονός ότι τελεί πλήρως εν γνώσει των αρχών που διέπουν την κοινή αγορά των προϊόντων σιδήρου και χάλυβα και που συνεπάγονται ελεύ-9ερη κυκλοφορία των προϊόντων και κατάργηση των μέτρων εκείνων που κα-9ιερώνουν δυσμενείς διακρίσεις μεταξύ παραγωγών, αγοραστών ή καταναλωτών, ή παρακωλύουν τους αγοραστές να επιλέξουν ελεύ9ερα τον προμη9ευτή τους. Η Επιτροπή τελεί επίσης εν γνώσει του γεγονότος ότι από τη συνθήκη ΕΚΑΧ της επιβάλλεται να διασφαλίσει, μεταξύ άλλων, τη διατήρηση και την τήρηση κανονικών συν9ηκών ανταγωνισμού. Σχετικά, της είχε αναφερθεί προ καιρού ότι ορισμένες επιχειρήσεις, που λαμβάνουν κυρίως ενισχύσεις οι οποίες καλύπτουν τις ζημίες λειτουργίας τους, επιχειρούν να αλλάξουν τη συνηθισμένη τους αγορά και να κατακτήσουν, έστω και με ζημία, νέες αγορές. Η Επιτροπή έκρινε ότι δεν μπορούν να τηρηθούν κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού, αν οι επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα μπορούσαν να ενεργήσουν κατά τον τρόπο αυτό, εφόσον οι ενέργειες αυτές εξαρτώνται από παράγοντες που συνεπάγονται στρέβλωση του ανταγωνισμού. Επίσης, θα υπονομευόταν η αναδιάρθρωση της αγοράς αν οι επιχειρήσεις ήταν εντελώς ελεύθερες να εκμεταλλευθούν τη σχετική αδυναμία ορισμένων ανταγωνιστών τους για να κατακτήσουν την αγορά τους αυξάνοντας τις παραδόσεις τους. Από την πείρα προκύπτει ότι οι προβλεπόμενες κυρώσεις δεν επιτρέπουν να επιτυγχάνεται πάντοτε και εμπρόθεσμα το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Αν δεν είχε ληφθεί το προσβαλλόμενο μέτρο, και εφόσον δεν υπάρχει κανένα μέσο αποτελεσματικής δράσεως σε ειδικές περιπτώσεις, τα κράτη μέλη θα επιχειρούσαν είτε να λάβουν εθνικά αντισταθμιστικά μέτρα, γεγονός που θα προκαλούσε τη διάσπαση της κοινής αγοράς, είτε να ζητήσουν εφαρμογή της ρήτρας διασφαλίσεως του άρθρου 37 της συνθήκης ΕΚΑΧ, οι συνέπειες της οποίας είναι απρόβλεπτες και πολύ πιο επιζήμιες για την κοινή αγορά από τα περιορισμένα μέτρα που προβλέπει το άρθρο 15 Β.
Η Επιτροπή τονίζει ότι η εφαρμογή του άρθρου 15 Β γίνεται μόνο κατόπιν καταγγελίας ενός κράτους μέλους η οποία πρέπει να είναι τεκμηριωμένη. Εφαρμόζεται μόνο στα προϊόντα των κατηγοριών Ια, 16, II και III, δηλαδή στα προϊόντα τα οποία αφορά η απόφαση που θεσπίζει τις ελάχιστες τιμές (απόφαση 3715/83/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1983, για τον καθορισμό ελάχιστων τιμών για ορισμένα προϊόντα σιδήρου και χάλυβα, ΕΕ L 373, της 31. 12. 1983, σ. 1).
Καίτοι η απόφαση δεν δίνει ορισμό του όρου «συνηθισμένες παραδόσεις», η Επιτροπή σκόπευε να επιλέξει ως περίοδο αναφοράς, την περίοδο μεταξύ των αρχών του δευτέρου εξαμήνου του 1981 και του τέλους του πρώτου εξαμήνου του 1982. Πρόκειται για κανονική περίοδο που δεν αμφισβήτησαν οι επιχειρήσεις.
Η Επιτροπή περιγράφει τη διαδικασία που ακολουθείται μετά την υποβολή της καταγγελίας. Περιγράφει, ιδίως, τις διάφορες αιτίες που προκαλούν τροποποίηση των παραδόσεων των επιχειρήσεων. Η Επιτροπή τονίζει κατόπιν ότι η κύρωση που επιβάλλεται δυνάμει του άρθρου 15 Β δεν επιβάλλεται καθόλου αυτόματα, αφενός μεν διότι σκοπός της Επιτροπής είναι να αναλάβει η επιχείρηση εκούσια την υποχρέωση να μειώσει τις παραδόσεις της και αφετέρου διότι η μείωση της ποσοστώσεως κυμαίνεται ανάλογα με τη σοβαρότητα της ενέργειας.
Η Επιτροπή απορρίπτει τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας σύμφωνα με τους οποίους το άρθρο 15 Β επιτρέπει μόνιμα την επαναφορά της αγοράς χάλυβα σε εθνικά πλαίσια. Εσφαλμένα υποστηρίζεται ότι η διάταξη αυτή αποτελεί έκφραση της πολιτικής παγώματος των συνηθισμένων εμπορικών ροών μεταξύ κρατών μελών. Ανακριβώς, επίσης, υποστηρίζεται ότι το άρθρο 15 Β μπορεί να προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία στις επιχειρήσεις μέλη της προσφεύγουσας ενώσεως.
Η Επιτροπή, παραπέμποντας στις προτάσεις που κατέθεσε τόσο η ίδια όσο και η προσφεύγουσα στην υπόθεση 37/84, προσθέτει ότι η προσφεύγουσα απλουστεύει υπερβολικά με το να παρουσιάζει το άρθρο 15 Β της αποφάσεως 234/84 ΕΚΑΧ ως συμπλήρωμα της αποφάσεως 3717/83. Βεβαίως το άρθρο 15 Β παραπέμπει ρητά στα στατιστικά στοιχεία που διαβιβάζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με την απόφαση 3717/83/ΕΚΑΧ. Η εφαρμογή, όμως, του άρθρου 15 Β δεν εξαρτάται πράγματι από την εφαρμογή της εν λόγω αποφάσεως. Τόσο το κράτος μέλος που πρόκειται να υποβάλει καταγγελία, όσο και η Επιτροπή που έχει την υποχρέωση να την εξετάσει μπορούν να στηριχτούν τό σο σε υπάρχουσες στατιστικές όσο και σε κάθε είδους ad hoc πληροφορίες.
Σκοπός της αποφάσεως 3717/83/ΕΚΑΧ δεν είναι να εξυπηρετήσει απλώς την εφαρμογή του άρθρου 15 Β της αποφάσεως 234/84. Έχει εντελώς αυτοτελή λόγο υπάρξεως επιτρέποντας, κυρίως, να αυξηθεί η διαφάνεια της αγοράς, να διαπιστωθούν ενδεχόμενες παραβάσεις των κανόνων περί τιμών και να βελτιωθούν οι εκτιμήσεις σχετικά με τις αγορές και τον καθορισμό των ποσοστών μειώσεως στην περίπτωση της αποφάσεως περί των συστημάτων ποσοστώσεων.
Στις προηγούμενες εξηγήσεις της ως προς τους λόγους που οδήγησαν στη θέσπιση του άρθρου 15 Β, η Επιτροπή προσθέτει μία επεξήγηση για να διαλυθούν ορισμένες παρεξηγήσεις που προκάλεσαν ορισμένους απόηχους στον τύπο. Δεν επρόκειτο, με κανένα τρόπο, για πάγωμα του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών. Η εφαρμογή του άρθρου 15 Β συνδέεται με αντικανονικές ενέργειες που οφείλονται σε στρέβλωση του ανταγωνισμού και που συνδέονται, για παράδειγμα, άρρηκτα με ορισμένα συστήματα ενισχύσεων. Σκοπός του άρθρου 15 Β δεν είναι να καταπνίξει τη δραστηριότητα των ανταγωνιστικών επιχειρήσεων που δεν λαμβάνουν ενισχύσεις λειτουργίας, τηρούν τους κανόνες περί τιμών και τις ποσοστώσεις και επιδιώκουν, για λόγους εμπορικής στρατηγικής, να παραδώσουν τα προϊόντα τους προς κράτος μέλος προς το οποίο δεν πραγματοποιούσαν πριν παραδόσεις.
Θα μπορούσε να προβληθεί η αντίρρηση ότι η συσταλτική αυτή ερμηνεία του άρθρου 15 Β δεν συγκεκριμενοποιείται στην παράγραφο 1 της εν λόγω διατάξεως. Όμως, η παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου προβλέπει ότι η Επιτροπή οφείλει να λάβει υπόψη της όλες τις σχετικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Συνεχίζοντας η Επιτροπή παρέχει εξηγήσεις σχετικά με τη συγκεκριμένη συνέπεια που θα μπορούσαν να έχουν ορισμένες περιπτώσεις, αν παρουσιαζόταν στην πράξη. Ορισμένες από τις περιπτώσεις αυτές μαρτυρούν εντελώς κανονική συμπεριφορά, ορισμένες δε μαρτυρούν παράβαση άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, όπως των διατάξεων περί ποσοστώσεων παραγωγής, περί ελάχιστων τιμών, περί ανταγωνισμού ή των διατάξεων που αφορούν τις ενισχύσεις.
Το άρθρο 15 Β περιορίζεται να επιτελέσει τη λειτουργία ενός συμπληρωματικού εξωτερικού στοιχείου το οποίο ενεργεί από μόνο το γεγονός της υπάρξεως του. Η πρακτική εφαρμογή του όπλου αυτού συνιστάται ιδίως στην περίπτωση που οι προαναφερθείσες κυρώσεις αποδειχθούν μη αποτελεσματικές σε περιπτώσεις παραβιάσεως του συστήματος των ποσοστώσεων ή του συστήματος τιμών. Η Επιτροπή τελεί εν γνώσει του προβλήματος της διπλής κυρώσεως και δεν θα παραλείψει να δώσει την κατάλληλη λύση όταν παρουσιαστεί το ζήτημα.
Η Επιτροπή καταλήγει ότι η προσφεύγουσα δεν πληροί την πρώτη προϋπόθεση για την ικανοποίηση του αιτήματος της περί αναστολής εκτελέσεως, εφόσον τα πραγματικά και νομικά περιστατικά που προβάλλει δεν δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη προσωρινών μέτρων. Η Επιτροπή ισχυρίζεται, επίσης, ότι η λήψη προσωρινών μέτρων δεν είναι επείγουσα. Αν ληφθεί υπόψη η ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 15 Β, η ύπαρξη της διατάξεως αυτής δεν προκαλεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία στις επιχειρήσεις. Έστω και αν το Δικαστήριο δεν συμφωνήσει με την Επιτροπή στο θέμα αυτό, και πάλι δεν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη του επείγοντος, εφόσον κατά των κυρώσεων που επιβάλλει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 15 Β μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου.
Η Επιτροπή θεωρεί, επίσης, ότι η λήψη ασφαλιστικών μέτρων προδικάζει την απόφαση επί της ουσίας. Απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι τα υπομνήματα που κατέθεσε η προσφεύγουσα στο πλαίσιο της προσφυγής ακυρώσεως και στο πλαίσιο της αιτήσεως αναστολής εκτελέσως είναι, πράγματι, εντελώς ίδια.
III — Προφορική διαδικασία
Οι διάδικοι κλήθηκαν κανονικά και αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων της 20ής Μαρτίου 1984.
Σκεπτικό
1
Η προσφεύγουσα άσκησε, στις 20 Φεβρουαρίου 1984, προσφυγή ακυρώσεως του άρθρου 15 Β της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 31ης Ιανουαρίου 1984 (ΕΕ L 29), για παράταση του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα.
2
Ταυτόχρονα, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση αναστολής εκτελέσεως του εν λόγω άρθρου της αποφάσεως, δυνάμει του άρθρου 39 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
3
Για να υποστηρίξει το αίτημα της, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το άρθρο 15 Β της προσβαλλόμενης αποφάσεως, συμπληρώνει την εφαρμογή από την Επιτροπή της πολιτικής παγώματος των συνηθισμένων εμπορικών ροών μεταξύ κρατών μελών, την οποία αποφάσισε το Συμβούλιο στις 22 Δεκεμβρίου 1983.
4
Το άρθρο 15 Β της αποφάσεως 234/84 προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος μπορεί να υποβάλει καταγγελία στην Επιτροπή όταν, ως προς ορισμένες κατηγορίες προϊόντων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, διαπιστώσει ότι κατά τη διάρκεια ενός τριμήνου, οι παραδόσεις προϊόντων μιας από τις εν λόγω κατηγορίες τροποποιήθηκαν σε σημαντικό βαθμό σε σχέση με τις συνηθισμένες παραδόσεις. Αφού ελέγξει το βάσιμο της καταγγελίας αυτής, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει η απόφαση, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τις εν λόγω επιχειρήσεις να αναλάβουν εγγράφως την υποχρέωση να διορθώσουν, κατά το επόμενο τρίμηνο, τη διαφορά που σημειώθηκε στις συνηθισμένες παραδόσεις τους. Σε περίπτωση που μια επιχείρηση δεν αναλάβει την ανωτέρω υποχρέωση ή δεν την τηρήσει, η Επιτροπή μπορεί, κατ' εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, να μειώσει για το επόμενο τρίμηνο το τμήμα της ποσόστωσης που μπορεί να διατεθεί στην κοινή αγορά, από την επιχείρηση αυτή κατά ποσότητα ίση, κατά ανώτατο όριο, με εκείνη που προκάλεσε την ανισορροπία στις συνηθισμένες παραδόσεις.
5
Σύμφωνα με το άρθρο 39 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας 'Ανθρακα και Χάλυβα, οι προσφυγές που ασκούνται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο όμως μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Μπορεί, επίσης, να διατάξει και κάδε άλλο αναγκαίο προσωρινό μέτρο.
6
Σύμφωνα με το άρ9ρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αναστολή εκτελέσεως και η απόφαση που διατάσσει τη λήψη προσωρινών μέτρων προϋποθέτουν την ύπαρξη περιστατικών από τα οποία προκύπτει το επείγον την υποθέσεως και πραγματικών και νομικών ισχυρισμών που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, την λήψη τέτοιων μέτρων.
7
Το άρθρο 15 Β θεσπίστηκε, κυρίως, βάσει του άρθρου 58 της συνθήκης. Το άρ9ρο αυτό παρέχει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να καθορίσει ποσοστώσεις παραγωγής σε περίπτωση μειώσεως της ζητήσεως που δημιουργεί έκδηλη κρίση. Οι ποσοστώσεις αυτές καθορίζονται επί ευλόγου βάσεως, λαμβανομένων υπόψη των αρχών του ορίζονται στα άρθρα 2, 3 και 4 της συνθήκης ΕΚΑΧ η οποία, με το τελευταίο αυτό άρθρο, κηρύσσει ασυμβίβαστους με την κοινή αγορά άνθρακα και χάλυβα τους ποσοτικούς περιορισμούς στην κυκλοφορία των προϊόντων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα.
8
Δεδομένου ότι η διαδικασία του άρθρου 15 Β χρησιμοποιείται κατά των επιχειρήσεων εκείνων οι οποίες τροποποίησαν σε σημαντικό βαθμό τις παραδόσεις τους, σε σχέση με τις συνηθισμένες παραδόσεις, δεν μπορεί να αποκλειστεί, εκ πρώτης όψεως, ότι το άρθρο 15 Β αποβλέπει, ενδεχομένως, σε σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που επιτρέπει το άρθρο 58 της συνθήκης, επιδιώκοντας την επιβολή ποσοτικών περιορισμών στο εμπόριο ορισμένων προϊόντων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα μεταξύ των κρατών μελών.
9
Είναι δύσκολο για έναν παραγωγό ή έμπορο να προβλέψει, από την απλή ανάγνωση της αποφάσεως, τις συνθήκες υπό τις οποίες μπορεί να εξακολουθήσει τις εξαγωγές προς άλλα κράτη μέλη. Η έννοια του όρου πχ. «συνηθισμένες παραδόσεις» δεν ορίζεται στην απόφαση και, επιπλέον, δεν εξηγείται η έννοια του όρου «τροποποίηση σε σημαντικό βαθμό» των εν λόγω παραδόσεων.
10
Η απόφαση δεν προβλέπει κανένα όριο ή προϋπόθεση για την άσκηση της εξουσίας μειώσεως των ποσοστώσεων αν αποδειχθεί «σημαντική τροποποίηση των συνηθισμένων παραδόσεων». Ειδικότερα, μια επιχείρηση που τηρεί τους ισχύοντες κανόνες σχετικά με τις τιμές, τις ποσοστώσεις, τον ανταγωνισμό και τις κρατικές ενισχύσεις μπορεί να απειληθεί με κύρωση απλώς επειδή αύξησε τις παραδόσεις της προς άλλα κράτη μέλη.
11
Επειδή, το σύστημα αυτό, όπως έχει διαμορφωθεί, μπορεί να επηρεάσει άμεσα τη δραστηριότητα των επιχειρήσεων, θα έπρεπε, κανονικά, να θεωρηθεί ότι πληρούται η προϋπόθεση του επείγοντος.
12
Πάντως, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων η Επιτροπή προέβη σε ορισμένες δηλώσεις ως προς το πώς σκέπτεται να εφαρμόσει τις επίδικες διατάξεις. Το Δικαστήριο έλαβε υπό σημείωση τις δηλώσεις αυτές.
13
Η Επιτροπή ανέλαβε την υποχρέωση να εφαρμόσει το άρθρο 15 Β υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)
Πρώτον, το άρθρο 15 Β δεν θα εφαρμοστεί, αν απλώς διαπιστωθεί τροποποίηση των συνηθισμένων παραδόσεων θα εφαρμοστεί μόνο εφόσον η τροποποίηση των συνηθισμένων παραδόσεων θα οφείλεται σε ενέργεια των επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν μεθόδους οι οποίες αντίκεινται στο κοινοτικό δίκαιο.
6)
Δεύτερον, το γεγονός και μόνο ότι η ενδιαφερόμενη επιχείρηση λαμβάνει ενίσχυση που έχει εγκρίνει η Επιτροπή δεν θα μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της ποσοστώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 15 Β.
γ)
Τρίτον, αν από την έρευνα της Επιτροπής προκύψουν παραβάσεις άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, όπως παραβάσεις του αφορούν τις τιμές, τις ποσοστώσεις, τον ανταγωνισμό ή τις κρατικές ενισχύσεις, η Επιτροπή θα εφαρμόσει, καταρχάς, τις κυρώσεις που προβλέπονται γι' αυτές τις παραβάσεις.
14
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, και με την επιφύλαξη να ερευνηθεί επί της ουσίας αν το άρθρο 15 Β συμβιβάζεται με την συνθήκη, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι δεσμεύσεις αυτές εξοβελίζουν την απειλή που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις και η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει τα επείγοντα μέτρα που ζητεί η προσφεύγουσα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων,
διατάσσει:
1)
Λαμβάνει υπό σημείωση τις δεσμεύσεις της Επιτροπής.
2)
Απορρίπτει την αίτηση.
3)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 28 Μαρτίου 1984.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
J. Mertens de Wilmars
Full & Egal Universal Law Academy