Στην υπόθεση 50/84 R,
Srl Bensider, με έδρα το 33080 Roveredo in Piano, via Pionieri dell'Aria 99 (Ιταλία),
SA Siprotole, με έδρα το 4108 Neupre, rue des Deux-Églises 38 (Βέλγιο),
SA Villevoye-Intertol, με έδρα το 4430 Alleur, rue des Peupliers 13 (Βέλγιο),
Sprl Haidon et Hubin, με έδρα το Tihange-lez-Huy, Grand'Route 71 (Βέλγιο),
Jean Morsa, έμπορος μεταλλουργικών προϊόντων, κάτοικος 4920 Embourg-Chaudfontaine, avenue du Cherét 23 (Βέλγιο),
Société coopérative Dy Metal, με έδρα τις 1070 Βρυξέλλες, rue Georges-Moreau 172 (Βέλγιο),
SA Charlemetal, με έδρα τις 1120 Βρυξέλλες, avenue des Croix de Guerre 347/1 (Βέλγιο),
εκπροσωπούμενοι από τον René Swennen, δικηγόρο Λιέγης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Jean Wagener, δικηγόρο, 10 A, boulevard de la Foire,
αιτούντες,
κατά
Επιτροπης των Ευρωπαϊκων Κοινοτήτων, rue de la Loi 200, 1049 Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Ε. Lasnet, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Manfred Beschel, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση περί αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως 3717/83/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1983, για την καθιέρωση, για τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα και τους εμπόρους χάλυβα, πιστοποιητικού παραγωγής και συνοδευτικού εγγράφου των παραδόσεων ορισμένων προϊόντων (ΕΕ L 373 της 31. 12. 1983, σ. 9), η οποία υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 39 της συνθήκης ΕΚΑΧ,
O ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΞΗ
Ι — Πραγματικά περιστατικά
1.
Με απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 1983, η Επιτροπή θέσπισε, για τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα και τους εμπόρους χάλυβα, πιστοποιητικό παραγωγής και συνοδευτικό έγγραφο των παραδόσεων ορισμένων προϊόντων. Με την απόφαση αυτή επιβάλλεται, κατά την παράδοση των προϊόντων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της αποφάσεως, η υποχρέωση προσκομίσεως συνοδευτικού εγγράφου. Το έγγραφο αυτό προσκομίζεται στο οικείο τελωνείο του κράτους μέλους αποστολής και, αφού θεωρηθεί από αυτό, κατατίθεται, μαζί με τη διασάφηση διαθέσεως στην κατανάλωση, σε τελωνείο του κράτους μέλους προορισμού. Ειδικοί κανόνες ισχύουν σε περίπτωση εισαγωγής από τρίτη χώρα προϊόντων κοινοτικής καταγωγής.
2.
Σε περίπτωση που η παράδοση πραγματοποιείται από έμπορο, προσκομίζεται και πιστοποιητικό παραγωγής, το οποίο εκδίδει ο παραγωγός. Η εξαγόμενη ποσότητα καταγράφεται στο πιστοποιητικό αυτό. Μετά την πλήρη χρησιμοποίηση του, ο έμπορος επιστρέφει το πιστοποιητικό στον παραγωγό.
3.
Όπως προκύπτει από το προοίμιο της αποφάσεως της 23ης Δεκεμβρίου 1983, το πιστοποιητικό παραγωγής και το συνοδευτικό έγγραφο των παραδόσεων θεσπίστηκαν για να καθίσταται δυνατή η πλήρης και ακριβής παρακολούθηση των ρευμάτων των παραδόσεων στο εσωτερικό της Κοινότητας, ώστε να καταρτίζονται αξιόπιστες στατιστικές, για καθένα από τα κράτη μέλη, όσον αφορά ορισμένα προϊόντα σιδήρου και χάλυβα, τα οποία προέρχονται όχι μόνον από τα άλλα κράτη μέλη αλλά και από τρίτες χώρες. Προς τούτο, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διαβιβάζουν στην Επιτροπή στατιστικές, τις οποίες καταρτίζουν βάσει στοιχείων, τα οποία ανακοινώνει η τελωνειακή τους υπηρεσία.
4.
Η απόφαση προβλέπει ωστόσο ότι η μη προσκόμιση του ή των ανωτέρω εγγράφων στα οικεία τελωνεία δεν εμποδίζει την πραγματοποίηση της συγκεκριμένης παραδόσεως, υπό τον όρον ότι η επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα ή ο έμπορος καταθέτει στο αρμόδιο τελωνείο του κράτους μέλους αποστολή ή, ενδεχομένως, του κράτους μέλους εισαγωγής, εγγύηση ποσού 43 ECU ανά τόννο προϊόντων. Η εγγύηση αυτή τους επιστρέφεται, εφόσον προσκομίσουν πλήρως και δεόντως συμπληρωμένα τα εν λόγω έγγραφα και εφόσον συμπληρωθούν οι διατυπώσεις που προβλέπει η απόφαση, εντός 15 εργασίμων ημερών μετά την ημερομηνία καταθέσεως της εγγυήσεως (άρθρο 4, παράγραφος 3, και άρθρο 6).
5.
Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Φεβρουαρίου 1984, οι αιτούντες άσκησαν προσφυγή, με την οποία ζητούν την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 23ης Δεκεμβρίου 1983. Με χωριστό δικόγραφο, που πρωτοκολλήθηκε την ίδια μέρα στη γραμματεία του Δικαστηρίου, οι αιτούντες υπέβαλαν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 39 της συνθήκης ΕΟΚ, αίτηση αναστολής της εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως.
II — Έγγραφη διαδικασία
6.
Με την αίτηση περί λήψεως προσωρινών μέτρων, οι αιτούντες ζητούν από το Δικαστήριο να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως 3717/83/ΕΚΑΧ της Επιτροπής της 23ης Δεκεμβρίου 1983. Επικουρικώς, οι αιτούντες ζητούν αναστολή εκτελέσεως περιοριζόμενη στα προϊόντα σιδήρου και χάλυβα δεύτερης διαλογής. Με μεταγενέστερο έγγραφό τους, κατόπιν της Διατάξεως του Δικαστηρίου της 28ης Μαρτίου 1984 στην υπόθεση 37/84 R, οι αιτούντες περιόρισαν την αίτησή τους στην αναστολή εκτελέσεως ως προς τα προϊόντα σιδήρου και χάλυβα δεύτερης διαλογής.
7.
Προς στήριξη της αιτήσεως τους, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει κατάχρηση εξουσίας έναντι αυτών, διότι, υπό τον μανδύα αποφάσεως που αποσκοπεί στην κατάρτιση αξιόπιστων στατιστικών και στην καλύτερη πληροφόρηση των επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα επί του τμήματος της παραγωγής που παραδίδεται από τους εμπόρους χάλυβα στα άλλα κράτη μέλη, επιδιώκει στην πραγματικότητα ένα κρυφό σκοπό που συνίσταται στο να ελέγχει τα ρεύματα του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών, με απώτερο σκοπό να παράσχει στα κράτη τη δυνατότητα να εποπτεύουν την εξέλιξη του εμπορίου αυτού και να επιτυγχάνουν τη διόρθωση του οσάκις αποκλίνει από τις παραδοσιακές ροές.
8.
Δεύτερον, με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάστηκε το άρθρο 95 της συνθήκης ΕΚΑΧ, διότι οι εξουσίες που έχουν ανατεθεί με το άρθρο αυτό στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων περιορίζονται από τη ρητή αναφορά του εν λόγω άρθρου στους σκοπούς της Κοινότητας, όπως ορίζονται στα άρθρα 2, 3 και 4.
9.
Το άρθρο 4 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, θεσπίζοντας την υποχρέωση των εμπόρων χάλυβα να συνοδεύουν τις παραδόσεις που πραγματοποιούν σε άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας με πιστοποιητικό παραγωγής, παραβιάζει το άρθρο 4, στοιχεία β) και δ) της συνθήκης ΕΚΑΧ, κατά το οποίο τα μέτρα ή κάθε πρακτική που εισάγουν διάκριση μεταξύ παραγωγών, μεταξύ αγοραστών ή μεταξύ καταναλωτών, τα μέτρα ή κάθε πρακτική που εμποδίζουν την ελεύθερη επιλογή του προμηθευτή από τον αγοραστή και κάθε περιοριστική πρακτική η οποία αποσκοπεί στην κατανομή ή την εκμετάλλευση των αγορών θεωρούνται ότι δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά άνθρακα και χάλυβα.
10.
Προς στήριξη των ισχυρισμών αυτών, οι αιτούντες προσκομίζουν τηλετύπημα της 20ής Φεβρουαρίου 1984.
11.
Όσον αφορά το επείγον, οι αιτούντες αναφέρονται στις μεγάλες δυσχέρειες που συνάντησαν οι έμποροι χάλυβα που πωλούν προϊόντα δεύτερης διαλογής, κατηγορία στην οποία ανήκουν όλοι οι αιτούντες. Συναντούν παρά πολύ μεγάλες δυσκολίες στην προσπάθεια τους να επιτύχουν από τα εργοστάσια σιδήρου και χάλυβα την παράδοση πιστοποιητικών παραγωγής. Οι αιτούντες αναφέρονται στα έγγραφα που απηύθυναν στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η απόφαση εμποδίζει για τους ανεξάρτητους εμπόρους («négociants privés») τη δημιουργία αποθεμάτων που είναι απαραίτητα για την άσκηση της δραστηριότητας τους. Όταν ένας έμπορος αγοράζει ένα προϊόν, δεν γνωρίζει πάντοτε σε ποια χώρα θα το πωλήσει. Το πιστοποιητικό παραγωγής, όπως το έχει σχεδιάσει η Επιτροπή, φέρει στη θέση 3 της ένδειξη της χώρας προορισμού. Εξάλλου, υπάρχουν ειδικότερα εμπόδια για λόγους τελωνειακούς, διότι μόνο το πρωτότυπο του πιστοποιητικού παραγωγής μπορεί να κατατεθεί στο τελωνείο. Πιστοποιητικό που εκδίδεται από εργοστάσιο σιδήρου και χάλυβα μπορεί να αναφέρεται σε ποσότητες υποβαθμισμένων προϊόντων, τις οποίες ο έμπορος, ανάλογα με τις παραγγελίες, κατανέμει σε πλείονες πελάτες. Εμποδίζεται, τότε, από την κυκλοφορία ενός πιστοποιητικού παραγωγής μεταξύ του τελωνείου και της έδρας της επιχείρησης του.
12.
Τέλος, το σύστημα που θεσπίζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση αποκαλύπτει ολόκληρο το εμπορικό δίκτυο του ανεξάρτητου εμπόρου προς όφελος των παραγωγών. Πράγματι, το πιστοποιητικό παραγωγής, αφού ελεγχθεί από το τελωνείο, πρέπει να επιστρέφεται στον παραγωγό.
Επί του παραδεκτού της κύριας προαφνγής
13.
Η Επιτροπή, με τις παρατηρήσεις της, προβάλλει το απαράδεκτο — πρόδηλο κατά την άποψη της — της κύριας προσφυγής.
14.
Η κύρια προσφυγή κατατέθηκε στο Δικαστήριο στις 25 Φεβρουαρίου 1984. Η προσφυγή αυτή έπρεπε να είχε κατατεθεί στο Δικαστήριο μέχρι τις 17 Φεβρουαρίου 1984, το αργότερο, ως προς τις έξι από τις επτά προσφεύγουσες επιχειρήσεις που εδρεύουν στο Βέλγιο. Η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 33 της συνθήκης ΕΚΑΧ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 80 και 81 του κανονισμού διαδικασίας και το παράρτημα II του εν λόγω κανονισμού διαδικασίας, είναι αυστηρού δικαίου.
15.
Ως προς την έβδομη προσφεύγουσα, την Sri Bensider, η οποία παρίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου ως εταιρία περιορισμένης ευθύνης ιταλικού δικαίου εδρεύουσα στην Ιταλία, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής, συνυπολογιζομένης και της παρεκτάσεως της προθεσμίας λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες, σύμφωνα με το άρθρο 81 του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου και το άρθρο 1 του παραρτήματος του, έληξε στις 25 Φεβρουαρίου 1984. Επομένως, η προσφυγή δεν είναι εκπρόθεσμη ως προς την Sri Bensider.
16.
Είναι όμως προδήλως απαράδεκτη και ως προς αυτήν την εταιρία. Πράγματι, μέχρι και τις 25 Φεβρουαρίου 1984, η Sri Bensider δεν είχε εγγραφεί στο εμπορικό μητρώο. Δεν είχε επομένως αποκτήσει μέχρι την ημερομηνία αυτή νομική προσωπικότητα έναντι του ιταλικού δικαίου που έχει εφαρμογή εν προκειμένω. Συνεπώς, δεν είχε ακόμη αποκτήσει την ικανότητα να είναι διάδικος.
17.
Οι διατάξεις του ιταλικού αστικού κώδικα και ιδίως τα άρθρα 2331 και 2475 ορίζουν ρητώς ότι η εταιρεία αποκτά νομική προσωπικότητα με την εγγραφή της στο εμπορικό μητρώο. Με υπόμνημα, το οποίο κατέθεσαν στις 4 Μαΐου 1984, οι προσφεύγουσες εταιρείες υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την ένσταση απαραδέκτου, την οποία προέβαλε η Επιτροπή στο πλαίσιο της κύριας προσφυγής, καθώς και την απάντηση τους στην πρόσκληση του προέδρου του Δικαστηρίου να προσκομίσουν αποδείξεις περί του ότι, κατά το χρόνο της καταθέσεως του δικογράφου της κύριας προσφυγής, η Sri Bensider είτε είχε νομοτύπως συσταθεί ως εταιρεία (σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο της έδρας της), είτε νομιμοποιούνταν άλλως ως διάδικος (ενεργητική νομιμοποίηση) για να ασκήσει προσφυγή δυνάμει του άρθρου 33 της συνθήκης ΕΚΑΧ.
18.
Οι αιτούντες αναφέρουν μεταξύ άλλων ότι η SRL Bensider συστήθηκε με συμβολαιογραφική πράξη στο Pordenone στις 9 Φεβρουαρίου 1984. Ενεγράφη στο εμπορικό μητρώο του tribunale του Pordenone υπό τον αριθμό 6544 στις 13 Μαρτίου 1984, μετά την άσκηση της προσφυγής. Με γενική συνέλευση της 4ης Απριλίου 1984, η Srl Bensider ενέκρινε όλες τις πράξεις του μοναδικού διαχειριστή Benedet Bruno, τις οποίες αυτός είχε καταρτίσει προ της ημερομηνίας εγκρίσεως και εγγραφής στο μητρώο εταιριών του tribunale του Pordenone, περιλαμβανομένης και της άσκησης της προσφυγής.
19.
Κατά τους αιτούντες, οι συναφείς με την εγγραφή στο εμπορικό μητρώο διατυπώσεις εξηγούν ότι η τελευταία πραγματοποιήθηκε μόλις στις 13 Μαρτίου. Συμφωνα με τη συνήθη πρακτική στην Ιταλία, οι πράξεις που καταρτίστηκαν από το μοναδικό διαχειριστή της εταιρείας, προ της εγγραφής της στο εμπορικό μητρώο, εγκρίθηκαν και επικυρώθηκαν από επακολουθήσασα γενική συνέλευση της 4ης Απριλίου 1984. Η επικύρωση αυτή έχει αναδρομικά αποτελέσματα.
20.
Είναι αποδεδειγμένο, κατά συνέπεια, ότι από τις 9 Φεβρουαρίου 1984, ημερομηνία συστάσεως της εταιρείας, είχε αυτή την ικανότητα να είναι διάδικος.
21.
Η Επιτροπή επικαλείται ενώπιον του Δικαστηρίου έναν κανόνα του ιταλικού δικαίου, ο οποίος δεν υπάρχει ούτε στη συνθήκη ΕΚΑΧ ούτε στον κανονισμό διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η εξάρτηση της ικανότητας να είναι κανείς διάδικος από την προηγούμενη εγγραφή στο εμπορικό μητρώο προβλέπεται σε διάφορες νομοθεσίας. Οι συνέπειες που εξαρτώνται απ' αυτήν την προηγούμενη τήρηση τύπου ποικίλλουν από το ένα νομικό σύστημα στο άλλο, ο δε κανονισμός διαδικασίας του Δικαστηρίου σιωπά επ'αυτού του συγκεκριμένου σημείου. Απ' αυτό πρέπει να συναχθεί ότι ο κανόνας που επικαλείται η Επιτροπή ισχύει μόνον ενώπιον των δικαστηρίων της ιταλικής εσωτερικής έννομης τάξης και δεν μπορεί να γίνει λυσιτελώς επίκλησή του ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
22.
Όσον αφορά τις υπόλοιπες αιτούσες εταιρείες, η προσφυγή ασκήθηκε από εταιρίες, που όλες έχουν αποκλειστικό αντικείμενο την εμπορία προϊόντων σιδήρου και χάλυβα δεύτερης διαλογής. Νομίμως ενήργησαν οι προσφεύγουσες δια κοινού δικογράφου λόγω της συναφείας και του αδιαιρέτου της δικαστικής ενεργείας που συνδέει την κοινή τους πράξη. Υπ'αυτές τις συνθήκες πρέπει να εφαρμοστεί, για το σύνολο των προσφευγουσών εταιρειών, μακρότερη προθεσμία, εκείνη που ισχύει για την Sri Bensider.
Σκεπτικό
23
Σύμφωνα με το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αναστολή εκτελέσεως και η απόφαση, με την οποία διατάσσεται η λήψη προσωρινών μέτρων, προϋποθέτουν την ύπαρξη περιστατικών που θεμελιώνουν το επείγον της υποθέσεως, καθώς και πραγματικών και νομικών λόγων που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη τέτοιων μέτρων.
24
Ως προς τους έξι αιτούντες που εδρεύουν στο Βέλγιο, η κύρια προσφυγή ασκήθηκε προφανώς εκτός των προθεσμιών που προβλέπονται από τη συνθήκη ΕΚΑΧ. Απόφαση διατάσσουσα την αναστολή εκτελέσεως αποφάσεως της Επιτροπής θα παρείχε, υπ' αυτές τις συνθήκες, τη δυνατότητα καταστρατηγήσεως των κανόνων αναγκαστικού δικαίου που θέτει η συνθήκη για την άσκηση προσφυγών ακυρώσεως. Επομένως, η αίτηση τους πρέπει να απορριφθεί.
25
Ως προς την εταιρεία Bensider, η κύρια προσφυγή ασκήθηκε εμπροθέσμως. Δεν είναι αναγκαίο ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων να αποφανθεί, έστω και προσωρινώς, επί της ικανότητας της Bensider να είναι διάδικος κατά το χρόνο ασκήσεως της προσφυγής της. Αρκεί να διαπιστώσει ότι, αν γίνει δεκτή η ευνοϊκότερη προς την εταιρεία Bensider άποψη, αυτή συνεστήθη όχι νωρίτερα από τις 9 Φεβρουαρίου 1984. Η εταιρεία Bensider θεμελιώνει την αίτηση της περί αναστολής στην προβαλλόμενη κατάχρηση εξουσίας, στην οποία υπέπεσε έναντι αυτής η Επιτροπή με απόφαση την οποία εξέδωσε στις 23 Δεκεμβρίου 1983. Εφόσον η εταιρεία Bensider δεν υφίστατο κατά το χρόνο αυτό, είναι προφανές ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να υπέπεσε σε κατάχρηση εξουσίας έναντι της Bensider. Επειδή, επομένως, η εταιρεία αυτή δεν μπόρεσε να προβάλει πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που να δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, την απόφαση περί αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, και αυτής η αίτηση πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς
O ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
κρίνοντας επί προσωρινών μέτρων
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 23 Μαΐου 1984.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
Full & Egal Universal Law Academy