Στην υπόθεση 160/84 R,
Ορυζόμυλοι Καβάλας ΟΕΕ, Ομόρρυθμος εταιρία ελληνικού δικαίου με έδρα την Κα6άλα, οδός Παναγούδα 4,
και
Ορυζόμυλοι Αγιου Κωνσταντίνου Γ. Ράπτης — Λ. Τριανταφυλλίδης και Σια ΟΕ Ομόρρυθμος εταιρία ελληνικού δικαίου με έδρα την Πέρνη του νομού Καβάλας,
εκπροσωπούμενες από το δικηγόρο Αθηνών Παναγιώτη Μαρίνο Μπερνίτσα, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη δικηγόρο Aloyse May, 27, place de Paris,
αιτούσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 200, rue de la Loi, Β-1049 Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενης από τον Ξενοφώντα Γιαταγάνα, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο τον Manfred Beschel, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως Ε 84/557 της Επιτροπής, της 25ης Απριλίου 1984, περί διαπιστώσεως του μη δικαιολογημένου της διαγραφής δασμών κατά την εισαγωγή σε μία ειδική περίπτωση,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΞΗ
Ι — Περιστατικά
1.
Οι αιτούσες επιχειρήσεις, προκειμένου να εισαγάγουν από τρίτη χώρα δύο παρτίδες ρυζιού, 600 και 400 τόνων αντίστοιχα, ζήτησαν να πληροφορηθούν, στις 26 Αυγούστου 1981, από την αρμόδια υπηρεσία του υπουργείου γεωργίας, ποιο ήταν το ύψος της εισφοράς. Τους ανακοινώθηκε ότι η εισφορά αυτή ανερχόταν σε 381 δραχμές ανά τόνο.
2.
Στις 27 Αυγούστου 1981, οι αιτούσες συμπλήρωσαν τα προβλεπόμενα πιστοποιητικά εισαγωγής. Οι αιτούσες ισχυρίζονται ότι δεν συμπλήρωσαν το τετραγωνίδιο υπ' αριθ. 15 του πιστοποιητικού, το οποίο φέρει την ένδειξη «προκαθορισμός ζητηθείς: ναι, όχι» διότι δεν είχαν αντιληφθεί το νόημα της. Ο υπάλληλος του υπουργείου γεωργίας, από τον οποίο οι προσφεύγουσες ζήτησαν διευκρινίσεις, ούτε αυτός αντελήφθη το νόημα της ενδείξεως και τελικά συμπλήρωσε ο ίδιος, αντί των αιτουσών, το έντυπο, θέτοντας Χ στην ένδειξη «όχι».
3.
Κατά την εισαγωγή των παρτίδων ρυζιού, το τελωνείο πληροφόρησε τις αιτούσες ότι το όψος της εισφοράς κατά την εισαγωγή ανέρχεται όχι εις 381 δραχμές ανά τόνο, αλλά σε 3811 δραχμές ανά τόνο, δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες προσκόμισαν πιστοποιητικό εισαγωγής και όχι προκαθορισμού. Οι αιτούσες, κατόπιν αυτού, ζήτησαν να τεθεί το εν λόγω εμπόρευμα υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως, προκειμένου να διευκρινιστεί το θέμα από το υπουργείο γεωργίας.
4.
Κατά την εκπνοή της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας αποταμιεύσεως, δηλαδή δύο έτη μετά τη θέση υπό καθεστώς αποταμιεύσεως, οι αιτούσες προέβησαν σε εκτελωνισμό με εισφορά 11487,54 δραχμές ανά τόνο.
5.
Με αίτηση του προς την Επιτροπή, υπό ημερομηνία 30 Νοεμβρίου 1983, (αριθ. πρωτ. Κ 2905/268), το υπουργείο οικονομικών ζήτησε τη διαγραφή των δασμών κατά την εισαγωγή βάσει του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79, της 2ας Ιουλίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/015, σ. 162). Στην αίτηση του, το υπουργείο οικονομικών αναφέρει ότι οι ενδιαφερόμενες εταιρίες δεν ενήργησαν με δόλο ή αμέλεια και ότι υπεύθυνες είναι οι αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου.
6.
Το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79 προβλέπει ότι είναι δυνατή η επιστροφή ή η διαγραφή χρέους εισαγωγικών δασμών σε καταστάσεις που ανακύπτουν από ιδιαίτερες συνθήκες για τις οποίες δεν υπήρξε καμία αμέλεια ή δόλος από μέρους του ενδιαφερομένου.
7.
Με απόφαση της της 25ης Απριλίου 1984, η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση διαγραφής με την αιτιολογία:
«ότι δεν είναι δυνατόν οι δύο ενδιαφερόμενες εταιρίες να αντιμετωπίζονται σαν να είχαν ζητήσει και να είχαν λάβει τα πιστοποιητικά προκαθορισμού' ότι το ύψος της εισφοράς κατά την εισαγωγή για το ρύζι παρουσίασε σημαντικές διακυμάνσεις κατά το διάστημα από 26 Αυγούστου 1981 ώς 27 Σεπτεμβρίου 1983' ότι δεν είναι υποχρεωμένη η Κοινότητα να αναλάβει τον εμπορικό κίνδυνο που προκύπτει από τη μεταβολή του ποσού της εισφοράς κατά την εισαγωγή ενόσω το ρύζι βρίσκεται υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης»
και
«εξάλλου, οι εταιρίες έδειξαν αμέλεια επειδή αναμίχθηκαν σε ενέργεια που αφορούσε σχετικά μεγάλη ποσότητα ρυζιού, χωρίς να έχουν ενημερωθεί επαρκώς ως προς την ισχύουσα νομοθεσία σχετικά με το καθεστώς των πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϊόντα' ότι η διαφορά μεταξύ των πιστοποιητικών εισαγωγής και των πιστοποιητικών προκαθορισμού φαίνεται καθαρά από την απλή ανάγνωση των κοινοτικών κανονισμών που ισχύουν σχετικά με το θέμα».
8.
Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Απριλίου 1984, οι αιτούσες άσκησαν προσφυγή με την οποία ζητούν την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 25ης Απριλίου 1984. Με χωριστό δικόγραφο, που πρωτοκολλήθηκε την ίδια μέρα στη γραμματεία του Δικαστηρίου, οι αιτούσες, και' εφαρμογή του άρθρου 185 της Συνθήκης ΕΟΚ, κατέθεσαν αίτηση αναστολής εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως.
9.
Στις 10 Ιουλίου 1984, οι αιτούσες έλαβαν έγγραφο του Τελωνείου Καβάλας, το οποίο απαιτεί την άμεση καταβολή των εισαγωγικών δασμών, εντόκως με το τρέχον επιτόκιο από την ημερομηνία της αποφάσεως της Επιτροπής, και αναφέρει ότι θα προβεί στην εκποίηση του ρυζιού σε περίπτωση μη καταβολής εντός συντόμου προθεσμίας.
II — Έγγραφη διαδικασία
10.
Με την αίτηση αναστολής εκτελέσεως, οι αιτούσες ζητούν από το Δικαστήριο να αναστείλει την εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως, να διατάξει τα προβλεπόμενα από τον κανονισμό διαδικασίας του Δικαστηρίου μέτρα και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
11.
Προς στήριξη της αιτήσεως τους, οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νόμιμη, διότι η Επιτροπή επεκτάθηκε αναρμοδίως σε κρίσεις περί υπάρξεως ή μη αμελείας, δηλαδή σε κρίσεις περί πραγματικών περιστατικών τα οποία βεβαίωσαν οι πράγματι αρμόδιες εθνικές αρχές· εκδίδοντας την απόφαση αυτή, η Επιτροπή παραβίασε και ερμήνευσε ψευδώς τις διατάξεις του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, όπως έχει τροποποιηθεί.
12.
Υποχρέωση που ενδεχομένως επιβάλλεται σε μικρού μεγέθους επιχειρήσεις, όπως οι προσφεύγουσες, να καταβάλουν ποσό 11452296 δραχμών συνεπάγεται, ασφαλώς, σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία εις βάρος τους, με αποτέλεσμα την πτώχευση τους, καθόσον οι προσφεύγουσες θα ήταν υποχρεωμένες να προσφύγουν σε δανεισμό με τρέχοντα εμπορικά επιτόκια της τάξεως των 22 ο/ο και πλέον. Σε περίπτωση μη καταβολής του πιο πάνω ποσού, θα επιβληθεί εις βάρος των αιτουσών πρόστιμο ίσο με το 100 % του ποσού των οφειλομένων εισφορών.
13.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναστολής εκτελέσεως και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα. Θεωρεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία έχει την υποχρέωση να καταβαλει το ποσό αυτό στον προϋπολογισμό της Κοινότητας και ότι οι λεπτομέρειες που αφορούν το ζήτημα του ποιον θα βαρύνει τελικά το ανωτέρω ποσό συνιστούν καθαρά εσωτερική υπόθεση της Ελλάδος, ιδίως μάλιστα εφόσον οι κεντρικές υπηρεσίες της ελληνικής διοικήσεως αναγνώρισαν ότι την ευθύνη φέρουν όργανα της διοικήσεως αυτής. Ωστόσο, η Επιτροπή παραιτείται από την προβολή για το θέμα αυτό ένστασης απαραδέκτου.
14.
Ως προς τη δικαιολογία του αιτουμένου μέτρου η Επιτροπή θεωρεί ότι ο κίνδυνος πτωχεύσεως που προβάλλουν οι προσφεύγουσες, συνιστά ομολογία της ενδεχόμενης αφερεγγυότητας τους, γεγονός που μπορεί να δικαιολογήσει την απόρριψη της αιτήσεως αναστολής. Αντίθετα, η προσκόμιση επιστολής τραπεζικής εγγυήσεως για 11000000 δραχμές θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη για την αποδοχή της αιτήσεως τους. Τέλος, για την εξόφληση του ποσού μπορεί να συμφωνηθούν κλιμάκωση των καταβολών ή άλλοι διακανονισμοί.
15.
Ως προς την ουσία της διαφοράς, η καθής υποστηρίζει ότι η άγνοια των κοινοτικών κανονισμών συνιστά πρόδηλη αμέλεια που δεν χρειάζεται καν ν' αποδειχθεί. Ακόμα και στην περίπτωση που θα γινόταν δεκτό ότι τα πταίσματα των διοικητικών οργάνων εμπίπτουν στις ειδικές περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 13, η καθής θεωρεί ότι οι ενέργειες των ελληνικών δημοσίων υπηρεσιών, στην προκειμένη περίπτωση, ήταν άψογες, διότι δεν μπορεί να αναμένονται από τις υπηρεσίες αυτές πρωτοβουλίες που δεν έχουν ρητά ζητηθεί από τους ενδιαφερόμενους.
III — Προφορική διαδικασία
16.
Οι διάδικοι, δεόντως κληθέντες, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους στη συνεδρίαση κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων της 13ης Ιουλίου 1984.
Σκεπτικό
1
Οι αιτούσες της κύριας δίκης άσκησαν, στις 25 Ιουνίου 1984, προσφυγή με την οποία ζητούν την ακύρωση της αποφάσεως Ε 84557 της Επιτροπής, της 25ης Απριλίου 1984, περί διαπιστώσεως του μη δικαιολογημένου της διαγραφής δασμών κατά την εισαγωγή σε μία ειδική περίπτωση. Ταυτόχρονα, υπέβαλαν αίτηση αναστολής εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως, κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.
2
Οι αιτούσες ισχυρίστηκαν, κατά την προφορική διαδικασία, χωρίς η Επιτροπή να τις αντικρούσει στο σημείο αυτό, ότι δεν είχαν καμία δυνατότητα, δυνάμει του ελληνικού δικαίου, να ζητήσουν την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως της ελληνικής κυβερνήσεως με την οποία απαιτείται η καταβολή των εισαγωγικών αυτών δασμών. Είναι, επομένως, αναγκασμένες να απευθυνθούν στο Δικαστήριο για να επιτύχουν τη λήψη μέτρου συνεπαγόμενου ισοδύναμο αποτέλεσμα.
3
Κατά το άρθρο 185 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι προσφυγές στο Δικαστήριο δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο όμως μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως. Μπορεί επίσης, δυνάμει του άρθρου 186 της Συνθήκης ΕΟΚ, να διατάξει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.
4
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, στις 30 Νοεμβρίου 1983, το υπουργείο οικονομικών της Ελλάδας ζήτησε από την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79, τη διαγραφή των εισαγωγικών δασμών που έπρεπε να καταβάλουν οι αιτούσες, με την αιτιολογία, ιδίως, ότι οι αιτούσες, λόγω αμέλειας των εθνικών αρχών, δεν είχαν ζητήσει τον προκαθορισμό των εισαγωγικών δασμών. Κατά το υπουργείο οικονομικών της Ελλάδας, οι αιτούσες δεν επέδειξαν καμιά αμέλεια, αλλά παρασύρθηκαν σε εσφαλμένη ενέργεια λόγω της στάσεως της ελληνικής διοικήσεως.
5
Με απόφαση της 25ης Απριλίου 1984, η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση αυτή με την αιτιολογία ότι οι αιτούσες είχαν επιδείξει αμέλεια.
6
Καίτοι στο παρόν στάδιο της διαδικασίας δεν μπορεί κανείς να μορφώσει ακριβή γνώμη ως προς τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν είναι δυνατόν, ωστόσο, να αποκλειστεί ότι, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι εθνικές αρχές ανέλαβαν την ευθύνη για την εν λόγω παράλειψη, η απόφαση της Επιτροπής θα μπορούσε να ακυρωθεί κατά την εξέταση της υποθέσεως επί της ουσίας.
7
Όπως προκύπτει αναμφισβήτητα από το έγγραφο της 10ης Ιουλίου 1984 του Τελωνείου Καβάλας, το οποίο αναγγέλλει την εκποίηση του εισαχθέντος ρυζιού σε περίπτωση μη πληρωμής μέσα σε σύντομη προθεσμία, υφίσταται επείγουσα περίπτωση που δικαιολογεί την αναστολή εκτελέσεως.
8
Ως προς τον ανεπανόρθωτο χαρακτήρα της ζημίας που θα προέκυπτε, οι αιτούσες ισχυρίζονται χωρίς, ωστόσο, να προσκομίζουν πειστικές αποδείξεις, ότι η υποχρέωση καταβολής ποσού 11452296 δραχμών θα επέφερε, εις βάρος τους, ανεπανόρθωτη ζημία συνεπαγόμενη την πτώχευση τους.
9
Λόγω του επείγοντος, πρέπει να αποφευχθεί, παρά την εν λόγω έλλειψη αποδείξεων, να απαιτηθεί η καταβολή της εισφοράς κατά την εισαγωγή μέσα σε σύντομη προθεσμία. Η προθεσμία αυτή μπορεί να καθοριστεί μέχρι τη 1η Νοεμβρίου 1984. Στις αιτούσες εναπόκειται να προσφύγουν εκ νέου στο Δικαστήριο, πριν από την εν λόγω ημερομηνία, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, για να επιτύχουν παράταση του μέτρου αυτού, αν είναι σε θέση να αποδείξουν τότε τη ζημία που προβάλλουν.
10
Ωστόσο, επειδή η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η δασμολογική αυτή οφειλή δεν θα της καταβληθεί από την ελληνική κυβέρνηση σε περίπτωση αφερεγγυότητας των αιτουσών, πρέπει να απαιτηθεί από τις τελευταίες να παράσχουν τραπεζική εγγύηση για την ενδεχόμενη καταβολή των εισαγωγικών δασμών, που να ισχύει μέχρι την 1η Νοεμβρίου 1984. Πράγματι, οι αιτούσες δεν προέβαλαν κανένα επιχείρημα ικανό να πείσει ότι υπάρχουν εξαιρετικοί λόγοι που να δικαιολογούν απόκλιση από την εύλογη προϋπόθεση από την οποία η Επιτροπή επιθυμεί να εξαρτηθεί η αναστολή εκτελέσεως για την περίοδο αυτή.
Για τους λόγους αυτούς
κρίνοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
διατάσσει:
1)
Υποχρεώνει την Επιτροπή να ενημερώσει τις ελληνικές αρχές ότι δεν πρέπει να αξιώσουν πριν από την 1η Νοεμβρίου 1984 την εν λόγω εισφορά κατά την εισαγωγή, υπό την προϋπόθεση ότι οι αιτούσες θα καταθέσουν στις ανωτέρω αρχές τραπεζική εγγύηση που να καλύπτει την καταβολή του επίδικου ποσού κατά την ημερομηνία αυτή.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 16 Ιουλίου 1984.
Ο γραμματέας
κ.α.α.
J. Α. Pompe
Βοη9ός γραμματέας
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
Full & Egal Universal Law Academy