Στην υπόθεση 160/84 R II,
Ορυζόμυλοι Καβάλας ΟΕΕ, ομόρρυθμος εταιρία ελληνικού δικαίου με έδρα την Καβάλα, οδός Παναγούδα 4,
και
Ορυζόμυλοι Αγιου Κωνσταντίνου Γ. Ράπτης, Λ. Τριανταφυλλίδης και ςιλ ΟΕ, ομόρρυθμος εταιρία ελληνικού δικαίου με έδρα την Πέρνη του νομού Καβάλας,
εκπροσωπούμενες από το δικηγόρο Αθηνών Παναγιώτη Μαρίνο Μπερνίτσα, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Aloyse May, 27, place de Paris,
αιτούσες,
κατά
Επιτροπης των Ευρωπαϊκών Κοινοτητων, 200, rue de la Loi, Β-1049 Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενης από τον Ξενοφώντα Γιαταγάνα, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο τον Manfred Beschel, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως και λήψεως άλλων προσωρινών μέτρων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων κατά της αποφάσεως Ε 84/557 της Επιτροπής, της 25ης Απριλίου 1984, περί διαπιστώσεως του μη δικαιολογημένου της διαγραφής δασμών κατά την εισαγωγή σε μία ειδική περίπτωση,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΞΗ
1
Οι αιτούσες της κύριας δίκης άσκησαν, στις 25 Ιουνίου 1984, προσφυγή με την οποία ζητούν την ακύρωση της αποφάσεως Ε 84/557 της Επιτροπής, της 25ης Απριλίου 1984, περί διαπιστώσεως του μη δικαιολογημένου της διαγραφής δασμών κατά την εισαγωγή σε μία ειδική περίπτωση. Ταυτόχρονα, υπέβαλαν αίτηση αναστολής εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως, κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.
2
Με Διάταξη του της 16ης Ιουλίου 1984, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι στο πλαίσιο της συνοπτικής εξετάσεως που προσιδιάζει στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής κατά την εξέταση της υποθέσεως επί της ουσίας. Εν όψει του επείγοντος, ο πρόεδρος έκρινε ότι έπρεπε να αποφευχθεί, παρά την έλλειψη αποδείξεων ως προς τον ανεπανόρθωτο χαρακτήρα της ζημίας που θα προέκυπτε από την εκτέλεση της προσβαλλομένης απόφασης, να απαιτηθεί η καταβολή της εισφοράς κατά την εισαγωγή πριν από την 1η Νοεμβρίου 1984. Πρόσθεσε, πάντως, ότι στις αιτούσες εναπόκειται να προσφύγουν εκ νέου στο Δικαστήριο, πριν από την εν λόγω ημερομηνία, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, για να επιτύχουν παράταση του μέτρου αυτού, αν είναι σε θέση να αποδείξουν τότε τη ζημία που προβάλλουν.
3
Κατά συνέπεια, υποχρέωσε την Επιτροπή να ενημερώσει τις ελληνικές αρχές ότι δεν πρέπει να αξιώσουν πριν από την 1η Νοεμβρίου 1984 την εν λόγω εισφορά κατά την εισαγωγή, υπό την προϋπόθεση ότι οι αιτούσες θα καταθέσουν στις ανωτέρω αρχές τραπεζική εγγύηση που να καλύπτει την επιβολή του επίδικου ποσού κατά την ημερομηνία αυτή.
4
Σύμφωνα με την εν λόγω Διάταξη, οι αιτούσες υπέβαλαν, στις 8 Οκτωβρίου 1984, νέα αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων με την οποία επιδιώκουν να υποχρεωθεί η Επιτροπή να ενημερώσει τις ελληνικές αρχές ότι δεν πρέπει να απαιτήσουν τις επίδικες επιστροφές κατά την εισαγωγή πριν από την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της ουσίας. Ζήτησαν, εξάλλου, να επιστραφεί στις αιτούσες η εγγύηση που είχαν συστήσει.
5
Όπως προκύπτει από τις διαβεβαιώσεις των αιτουσών, τις οποίες δεν αμφισβήτησε η Επιτροπή, οι τελευταίες χρησιμοποιούν κεφάλαιο κινήσεως 15 εκατομμυρίων δραχμών περίπου, το οποίο κυκλοφορεί 10 έως 12 φορές κατά τη διάρκεια του έτους για χρηματοδότηση εισαγωγών, επεξεργασίας και εμπορίας ρυζιού. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η καταβολή ποσού 11452296 δραχμών θα αποτελούσε γι' αυτές σημαντική επιβάρυνση που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη τους. Κατά συνέπεια και παρά την έλλειψη, στο παρόν στάδιο, πλέον αξιόπιστων στοιχείων, κρίνεται δικαιολογημένη η χορήγηση της ζητούμενης αναστολής εκτελέσεως.
6
Αντιθέτως, δεδομένου ότι οι αιτούσες δεν προσεκόμισαν κανένα νέο στοιχείο που να δικαιολογεί ελευθέρωση της εγγυήσεως που έχουν συστήσει, η τελευταία πρέπει να διατηρηθεί.
Για τους λόγους αυτούς
κρίνοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων,
ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
διατάσσει:
1)
Υποχρεώνει την Επιτροπή να ενημερώσει τις ελληνικές αρχές ότι δεν πρέπει να απαιτήσουν την εν λόγω εισφορά κατά την εισαγωγή πριν από την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
2)
Οι αιτούσες οφείλουν, πάντως, να διατηρήσουν έναντι αυτών των αρχών τραπεζική εγγύηση που να καλύπτει την καταβολή του επίδικου ποσού κατά την ημερομηνία αυτή.
3)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 24 Οκτωβρίου 1984.
Ο γραμματέας
κ.α.α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
Full & Egal Universal Law Academy