Στην υπόθεση 269/84 R,
Corrado Fabbro, υπάλληλος βαθμού Α 6 στη ΓΔIV, Β 3, της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος 1160 Βρυξελλών, Ćhaussće de Watermael 91
Franco Giuffrida, υπάλληλος βαθμού A 4 στη ΓΔ IV, Β 3, της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος 1150 Βρυξελλών, Clos des Acacias 2·
Christian Herbin, υπάλληλος 6α-9μού Α 7 στη ΓΔΓV, Δ 2, της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος 1180 Βρυξελλών, avenue du Gui 30·
επικουρούμενοι και εκπροσωπούμενοι από τον Jean-Noël Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, 1180 Βρυξέλλες, rue Langeveld 51, boîte postale 16, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicolas Decker, δικηγόρο στο Cour d'appel, 16, avenue Marie-Thérèse, boîte postale 335,
αιτούντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που εδρεύει στις 1049 Βρυξέλλες, rue de la Loi 200 Β, εκπροσωπούμενης από τον Henri Etienne, κύριο νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Manfred Beschel, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση περί αναστολής εκτελέσεως της από 11 Ιουλίου 1984 αποφάσεως, με την οποία η Επιτροπή όρισε ότι «οι υποψηφιότητες υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου, καθώς και οι υποψηφιότητες υπαλλήλων του επιστημονικού η του τεχνικού κλάδου, μπορεί να λαμβάνονται υπόψη για την πλήρωση δοικητικών θέσεων κατά την πρώτη φάση των ανακοινώσεων κενής θέσεως».
Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, κωλυόμενος, ανέθεσε στον πρόεδρο του τρίτου τμήματος την εκδίκαση της παρούσας αίτησης κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
ΔΙΑΤΑΞΗ
Περιστατικά
Ι — Τα πραγματικά περιστατικά
1.
Στις 11 Ιουλίου 1984, η Επιτροπή, κατά την 745η συνεδρίαση της, έλαβε σειρά μέτρων σχετικών με τη διάρθρωση των σταδιοδρομιών των υπαλλήλων της, που αποσκοπούσαν στο να καταστήσουν πιο ευέλικτες τις μεθόδους διοικήσεως του προσωπικού και που γνωστοποιήθηκαν σ' αυτό με το υπ' αριθ. 138 Infor-Rapide της 18ης Ιουλίου 1984. Μεταξύ των μέτρων αυτών συγκαταλεγόταν και η προαναφερθείσα απόφαση.
2.
Αφού υπέβαλαν στην Επιτροπή διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, στις 14 Νοεμβρίου 1984, οι αιτούντες άσκησαν προσφυγή, με την οποία ζητούσαν την ακύρωση του εν λόγω μέτρου και, στις 16 Νοεμβρίου, υπέβαλαν, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αίτηση περί αναστολής εκτελέσεως της έως ότου εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου επί της προσφυγής ακυρώσεως.
3.
Με απόφαση του προέδρου του τρίτου τμήματος από 16 Νοεμβρίου 1984, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 91, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, ανεστάλη η διαδικασία της κύριας δίκης έως ότου μεσολαβήσει ρητή ή σιωπηρά απόφαση επί της διοικητικής ενστάσεως που υπέβαλαν οι αιτούντες ενώπιον της Επιτροπής.
4.
Με υπόμνημα της 29ης Νοεμβρίου 1984, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
II — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του παραδεκτού
5.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η αίτηση περί αναστολής εκτελέσεως έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την προσφυγή ακυρώσεως και ότι, επομένως, είναι απαράδεκτη αν είναι απαράδεκτη η προσφυγή ακυρώσεως. Επ' αυτού η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη ως προς τον Christian Herbin, λόγω του ότι η διοικητική του ένσταση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας, την οποία προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η οποία είχε λήξει στις 19 Οκτωβρίου 1984· είναι, εξ άλλου, απαράδεκτη η προσφυγή διότι η προσβαλλόμενη πράξη συνιστά απόφαση γενικού χαρακτήρα που δεν είναι δυνατόν να τους βλάψει.
Επί της υπάρξεως λóγων που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τη λήψη του ζητούμενου μέτρου
6.
Οι αιτούντες φρονούν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβασητης παραγράφου 2 του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, που ορίζει ότι η μετάβαση υπαλλήλου από κλάδο ή κατηγορία σε άλλο κλάδο ή ανώτερη κατηγορία μπορεί να γίνει μόνο κατόπιν διαγωνισμού.
7.
Παρατηρούν ότι ο κανόνας αυτός δικαιολογείται ως προς το γλωσσικό κλάδο, που χαρακτηρίζεται από την ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων και της εμπειρίας, την οποία η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε και υπερασπίστηκε στο πλαίσιο προσφυγών ενώπιον του Δικαστηρίου και την οποία επιβεβαίωσε το τελευταίο με τη νομολογία του.
8.
Τέλος, τονίζουν ότι οσάκις ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να απομακρυνθεί από τον κανόνα αυτόν, το έπραξε ρητά, όπως στην περίπτωση των «υπαλλήλων του επιστημονικού και του τεχνικού κλάδου», οι οποίοι απαλλάσσονται της υποχρέωσης να υποβληθούν σε διαγωνισμό για να μεταβούν σε άλλη κατηγορία με το άρθρο 98, δεύτερη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
9.
II Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να απορριφθεί «εκ πρώτης όψεως» η ερμηνεία του άρθρου 45, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, την οποία υποστηρίζει και κατά την οποία, στην απόφασή της της 12ης Ιουλίου 1984, οι υπάλληλοι που υπάγονται στο γενικό καθεστώς δεν ανήκουν σε ιδιαίτερο κλάδο κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, έκτο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, όταν τοποθετηθεί το ζήτημα στη γενική αλληλουχία μιας πολιτικής προσωπικού που περιστρέφεται γύρω από την αύξηση της κινητικότητας και την αξιοποίηση του υφισταμένου προσωπικού.
10.
Παρατηρεί ότι, εν πάση περιπτώσει, η απόφαση που προσβάλλεται με την κύρια προσφυγή αποτελεί τμήμα συνόλου μέτρων που κινούνται προς τις δυο κατευθύνσεις, εφόσον, πέρα από την προσβαλλόμενη διάταξη, προβλέπεται και η μετάθεση υπαλλήλων που ανήκουν στην κατηγορία Α προς τον κλάδο LA.
Επί της προϋποθέσεως τον επείγοντος και της βαριάς και ανεπανόρθωτης 6λά6ης που θα προέκυπτε από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης
11.
Οι αιτούντες εκθέτουν, κατ' αρχάς, ότι το προσβαλλόμενο μέτρο, που είναι γενικού χαρακτήρα, έχει ήδη τεθεί σε εφαρμογή από την Επιτροπή και έχει ήδη πραγματοποιηθεί ένα κύμα μεταθέσεων, προβλέπονται δε και άλλες. Θεωρούν ότι προβλέπεται ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός προσφυγών που θα ασκήσουν υπάλληλοι της κατηγορίας Α, οι οποίοι παραγκωνίζονται προς όφελος υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου. Τονίζουν ότι, προκειμένου να μην αποκλειστούν, αυτοί και οποιοσδήποτε άλλος παραγκωνισθείς υποψήφιος, θα αναγκαστούν, σε περίπτωση απορρίψεως της υποψηφιότητας τους, να υποβάλουν διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, και, σε περίπτωση απορρίψεως και αυτής, να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η προοπτική ακριβώς να προκύψει μια τέτοια κατάσταση, που κατά τη γνώμη τους αντιβαίνει στην αρχή της οικονομίας των δικών, στοιχειοθετεί, κατά τους αιτούντες, το επείγον που δικαιολογεί την αιτούμενη αναστολή.
12.
Υποστηρίζουν περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που δεν ανασταλεί το προσβαλλόμενο μέτρο, θα υποστούν βαριά βλάβη, διότι η αποδοχή υποψηφιοτήτων υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των δικών τους ευκαιριών προαγωγής, πολύ περισσότερο που η επιλογή των υποψηφίων προς προαγωγή ή προς μετάθεση εμπίπτει στη διακριτική εξουσία της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχή και κανείς δικαστικός έλεγχος δεν είναι δυνατός κατά αποφάσεως περί απορρίψεως υποψηφιότητας σ' εκείνη τη φάση της διαδικασίας.
13.
Εκθέτουν ότι η βλάβη αυτή είναι ανεπανόρθωτη ενόψει της δυσχέρειας που ενέχει το να ζητηθεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει όλες τις πράξεις διορισμού των υπαλλήλων που προέρχονται από το γλωσσικό κλάδο· διότι κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε κενό στη λειτουργία των υπηρεσιών της Επιτροπής και θα γεννούσε τον κίνδυνο, αναλόγως του αν ασκήθηκε ή δεν ασκήθηκε συγκεκριμένη προσφυγή, μερικοί από τους εν λόγω διορισμούς να ακυρωθούν και άλλοι να καταστούν οριστικοί και απρόσβλητοι, κατ' αντίθεση προς την αρχή της ισότητας της εξελίξεως των σταδιοδρομιών και της ασφαλείας του δικαίου.
14.
Τέλος, οι αιτούντες υποστηρίζουν ότι η αναστολή εφαρμογής της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι ικανή να παραβλάψει την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών της Επιτροπής, δεδομένου ότι αποτελεί απλώς παράταση για σύντομο χρονικό διάστημα μιας πρακτικής που έχει τηρηθεί από εικοσαετίας.
15.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το επείγον προϋποθέτει ζημία, την οποία δεν πιθανολογούν οι αιτούντες, τα δικαιώματα των οποίων θα διατηρηθούν αλώβητα σε περίπτωση ακυρώσεως ή ανακλήσεως της απόφασης της και νέας κινήσεως της διαδικασίας για την πλήρωση των κενών θέσεων, βάσει της θέσεως την οποία προβάλλουν οι αιτούντες.
16.
Προσθέτει ότι τα αποτελέσματα και οι δυσχέρειες που θα επιφέρει η ενδεχόμενη ακύρωση των πράξεων διορισμού των υπαλλήλων LA αφορούν μόνο αυτούς τους τελευταίους και ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το δικαίωμα αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλόμενης πράξης παρέχεται στους αιτούντες προς προστασία των ιδίων αυτών συμφερόντων και μόνον και όχι των συμφερόντων τρίτων.
17.
Επισημαίνει, τέλος, ότι, κατ' εφαρμογή της προσβαλλόμενης απόφασης, πραγματοποιήθηκαν έξι μόνο μεταθέσεις από τον κλάδο LA προς διοικητικές θέσεις, ούτως ώστε τα όσα επικαλούνται οι αιτούντες περί κύματος μεταθέσεων, που μπορούν να καταλήξουν σε πληθώρα προσφυγών ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν ανταποκρίνονται στα πράγματα.
III — Προφορική διαδικασία
18.
Οι διάδικοι, κληθέντες προσηκόντως, ανέπτυξαν τις παρατηρήσεις τους κατά τη συνεδρίαση των ασφαλιστικών μέτρων της 11ης Δεκεμβρίου 1984.
Σκεπτικό
1
Κατά το άρθρο 185 της Συνθήκης, οι προσφυγές στο Δικαστήριο δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο όμως μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως. Μπορεί επίσης να διατάξει κάθε άλλο αναγκαίο προσωρινό μέτρο.
2
Κατά το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αναστολή εκτελέσεως και η απόφαση, με την οποία διατάσσεται η λήψη προσωρινών μέτρων, προϋποθέτουν την ύπαρξη συνθηκών που θεμελιώνουν το επείγον της υποθέσεως, καθώς και ισχυρισμών που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη τέτοιων μέτρων.
3
Δυνάμει παγίας νομολογίας του Δικαστηρίου, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων, μπορεί να διατάξει τη λήψη τέτοιων μέτρων, εφόσον αποδεικνύεται ότι η λήψη τους δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως κατά νόμον και από τα πραγματικά περιστατικά fumus boni juris εφόσον είναι επείγοντα, υπό την έννοια ότι είναι αναγκαίο, για να αποτραπεί 6αριά και ανεπανόρθωτη 6λά6η, να διαταχθούν και να παραγάγουν τα αποτελέσματά τους πριν εκδοθεί η απόφαση επί της προσφυγής ακυρώσεως τέλος, εφόσον τα μέτρα είναι προσωρινά, δεν προδικάζουν δηλαδή την απόφαση επί της ουσίας και δεν κρίνουν από τώρα τα επίδικα νομικά και πραγματικά ζητήματα, ούτε και εξουδετερώνουν εκ των προτέρων τις συνέπειες της απόφασης που θα εκδοθεί αργότερα επί της κύριας προσφυγής.
4
Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί, χωρίς μάλιστα να προχωρήσει η εξέταση στα ζητήματα του παραδεκτού, αν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις πληρούνται στην υπό κρίση διαφορά.
5
Όσον αφορά το fumus boni juris, οι αιτούντες υποστηρίζουν ότι η θέσπιση εκ μέρους της Επιτροπής της αποφάσεως της 11ης Ιουλίου 1984 έγινε κατά παράβαση του άρθρου 45, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, το οποίο ορίζει ότι «η μετάβαση υπαλλήλου από κλάδο ή κατηγορία σε άλλο κλάδο ή ανώτερη κατηγορία δύναται να γίνει μόνο μετά από διαγωνισμό», πράγμα που εμποδίζει τη μετάβαση κατ' εφαρμογή άλλης διαδικασίας και συνεπώς αποκλείεται το προσβαλλόμενο μέτρο.
6
Πρέπει, επ' αυτού, να γίνει δεκτό ότι η αιτίαση που διατυπώνουν οι αιτούντες είναι, εκ πρώτης όψεως, σοβαρή και γεννά σημαντικές αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.
7
Εφόσον, λοιπόν, πληρούται η πρώτη προϋπόθεση από την οποία πρέπει, κατ' αρχήν, να εξαρτάται η αναστολή εκτελέσεως αποφάσεως, απομένει να εκτιμηθεί το επείγον και το αναγκαίο της αιτούμενης αναστολής προς αποφυγή βαριάς και ανεπανόρθωτης βλάβης των αιτούντων.
8
Επ' αυτού, οι αιτούντες θεωρούν ότι η έκδοση πράξεων διορισμού υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου σε θέσεις της κατηγορίας Α κατ' εφαρμογή της αποφάσεως της 11ης Ιουλίου 1984 ενδέχεται να λάβει τέτοιες διαστάσεις, ώστε η εκ των υστέρων ακύρωση από το Δικαστήριο των πράξεων αυτών θα μπορούσε να καταστεί προβληματική και άδηλη, διότι θα συνεπήγετο τον κίνδυνο δημιουργίας κενού και διαταράξεως της λειτουργίας των υπηρεσιών της Επιτροπής.
9
Πρέπει να υπομνηστεί ότι, όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο, ο αιτών δεν μπορεί, προς στήριξη της περί αναστολής αιτήσεως του, να επικαλείται τις δυσχέρειες που θα προκαλούσε ενδεχομένως στους τρίτους η ακύρωση της προσβαλλόμενης με την κύρια προσφυγή πράξης, δεδομένου ότι το δικαίωμα αιτήσεως της αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλόμενης πράξης αναγνωρίζεται στον προσφεύγοντα προς προστασία των ιδίων αυτού συμφερόντων.
10
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός των αιτούντων που στηρίζεται στις δυσχέρειες που θα μπορούσαν να προκύψουν για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών της Επιτροπής από την απόρριψη της αιτήσεως αναστολής.
11
Σχετικώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η συνέχιση εκ μέρους της Επιτροπής της εφαρμογής της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ζήτημα που εμπίπτει αποκλειστικά στη δική της ευθύνη και σ' αυτή μόνη εναπόκειται να αποφασίσει αν, ενόψει των σοβαρών αμφιβολιών που διατυπώνονται ανωτέρω περί της νομιμότητας της, πρέπει να συνεχίσει να την εφαρμόζει ή, τουναντίον, αν πρέπει να απόσχει της εφαρμογής της, λαμβανομένων υπόψη των δυσχερειών που μπορεί να προκύψουν για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών της από την ενδεχόμενη ακύρωση.
12
Οι αιτούντες επικαλούνται, τέλος, κατ' ουσία, τη ζημία που μπορεί να προκύψει σε βάρος τους από την εφαρμογή της αποφάσεως της 11ης Ιουλίου 1984 και η οποία συνίσταται στη μείωση των δικών τους ευκαιριών προαγωγής και κινητικότητας στο μέλλον εντός της κατηγορίας Α λόγω της αποδοχής των υποψηφιοτήτων υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου κατά τις διαδικασίες πλήρωσης θέσεων της εν λόγω κατηγορίας.
13
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προβαλλόμενη ζημία δεν εμφανίζεται ως άμεσο και παρόν αποτέλεσμα της προσβαλλόμενης πράξης, αλλά μπορεί να προκύψει μόνο κατά την έκδοση μεταγενεστέρων πράξεων που θα εκδοθούν κατ' εφαρμογή της. Εν πάση περιπτώσει, τα δικαιώματα των αιτούντων θα τύχουν επαρκούς προστασίας στην περίπτωση που η απόφαση του Δικαστηρίου επί της κύριας προσφυγής τους ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
14
Για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω, δεν μπορεί επομένως να γίνει δεκτή η υποβληθείσα αίτηση αναστολής.
Επί των δικαστικών εξόδων
15
Στο παρόν στάδιο, πρέπει να γίνει επιφύλαξη ως προς τα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς
έχοντας
υπόψη τον κανονισμό διαδικασίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και ιδίως το άρθρο του 83, ο προεδρος του τρίτου τμηματος, εξουσιοδοτηθείς προς τούτο από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου,
κρίνοντας επί προσωρινών μέτρων,
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 13 Δεκεμβρίου 1984.
Ο γραμματέας κ.α.α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
Κ. Κακούρης
Full & Egal Universal Law Academy