Στην υπόθεση 292/84 R,
Hartmut Scharf, υπάλληλος στη ΓΔIV, D 2, της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος 1320 Genval, rue du Vallon 65, επικουρούμενος και εκπροσωπούμενος από τον Jean-Noël Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, 1180 Βρυξέλλες, rue Langeveld 51, boîte postale 16, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicolas Decker, δικηγόρο στο Cour d'appel, 16, avenue Marie-Thérèse, boîte postale 335,
αιτών,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που εδρεύει στις 1049 Βρυξέλλες, rue de la Loi 200 Β, εκπροσωπούμενης από τον Henri Etienne, κύριο νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Manfred Beschel, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση περί αναστολής εκτελέσεως κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων: α) της από 30 Νοεμβρίου 1984 απόφασης, με την οποία η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διόρισε από την 1η Δεκεμβρίου 1984 τον R. Teerlink, υπάλληλο του γλωσσικού κλάδου LA, σε θέση της κατηγορίας Α που είχε κηρυχθεί κενή με την υπ' αριθ. COM/1207/84 ανακοίνωση κενής θέσης και 6) της από 11 Ιουλίου 1984 απόφασης της Επιτροπής, που ορίζει ότι οι υποψηφιότητες υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου μπορεί να λαμβάνονται υπόψη για την πλήρωση θέσεων της κατηγορίας Α κατά την πρώτη φάση των ανακοινώσεων κενής θέσης.
Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, κωλυόμενος, ανέθεσε στον πρόεδρο του τρίτου τμήματος την εκδίκαση της παρούσας αίτησης κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
ΔΙΑΤΑΞΗ
Περιστατικά
Ι — Τα πραγματικά περιστατικά
1.
Στις 11 Ιουλίου 1984, η Επιτροπή, κατά την 745η συνεδρίαση της, έλαβε σειρά μέτρων σχετικών με τη διάρθρωση των σταδιοδρομιών των υπαλλήλων της, που αποσκοπούσαν στο να καταστήσουν πιο ευέλικτες τις μεθόδους διοικήσεως του προσωπικού και που γνωστοποιήθηκαν σ' αυτό με το υπ' αριθ. 138 Infor-Rapide της 18ης Ιουλίου 1984.
2.
Ένα από τα μέτρα αυτά συνίστατο στην πρόβλεψη «ότι οι υποψηφιότητες υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου, καθώς και οι υποψηφιότητες υπαλλήλων του επιστημονικού ή του τεχνικού κλάδου, μπορεί να λαμβάνονται υπόψη για την πλήρωση διοικητικών θέσεων κατά την πρώτη φάση των ανακοινώσεων κενής θέσης».
3.
Η Επιτροπή δημοσίευσε στο υπ' αριθ. 39 δελτίο «κενές θέσεις» της 1ης Αυγούστου 1984 την υπ'αριθ. COM/1207/84 ανακοίνωση κενής θέσης που αναφερόταν σε θέση υπαλλήλου διοικήσεως της κατηγορίας Α 7/Α 6. Η προθεσμία για την υποβολή υποψηφιοτήτων έληγε στις 14 Σεπτεμβρίου 1984. Ο αιτών υπέβαλε εμπροθέσμως την αίτηση υποψηφιότητάς του για τη θέση αυτή. Η διοίκηση έλαβε, στις 30 Νοεμβρίου 1984, απόφαση περί διορισμού στη θέση αυτή του R. Teerlink και απέρριψε την υποψηφιότητα του αιτούντος, ο οποίος ενημερώθηκε σχετικώς στις 3 Δεκεμβρίου 1984. Ο αιτών υπέβαλε κατά των εν λόγω αποφάσεων διοικητική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού
υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων. Ο αιτών, περαιτέρω, κατέθεσε στις 5 Δεκεμβρίου 1984, δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 4, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, προσφυγή ακυρώσεως των αποφάσεων που προαναφέρθηκαν και, την ίδια ημέρα, την υπό κρίση αίτηση κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητεί την αναστολή εκτελέσεως της απόφασης της 30ής Νοεμβρίου 1984 περί διορισμού του R. Teerlink, καθώς και αναστολή εφαρμογής της απόφασης της Επιτροπής της 11ης Ιουλίου 1984, που προαναφέρθηκε.
4.
Με απόφαση του προέδρου του τρίτου τμήματος από 6 Δεκεμβρίου 1984, που εκδόθηκε κατ'εφαρμογή του άρθρου 91, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ανεστάλη η διαδικασία της κύριας δίκης έως ότου μεσολαβήσει ρητή ή σιωπηρά απόφαση επί της διοικητικής ενστάσεως.
5.
Η Επιτροπή δεν υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις.
II — Προφορική διαδικασία
6.
Οι διάδικοι, κληθέντες κατά νόμον, ανέπτυξαν τις παρατηρήσεις τους κατά τη συνεδρίαση των ασφαλιστικών μέτρων της 11ης Δεκεμβρίου 1984.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Επί της υπάρξεως λόγων που δικαιολορύν εκ πρώτης όψεως τη λήψη του ζητούμενου μέτρου
7.
Ο αιτών φρονεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση της παραγράφου 2 του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, που ορίζει ότι η μετάβαση υπαλλήλου από κλάδο ή κατηγορία σε άλλο κλάδο ή ανώτερη κατηγορία μπορεί να γίνει μόνο κατόπιν διαγωνισμού.
8.
Παρατηρεί ότι ο κανόνας αυτός δικαιολογείται ως προς το γλωσσικό κλάδο, που χαρακτηρίζεται από την ιδιαίτερη ψύση των καθηκόντων και της εμπειρίας, την οποία η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε και υπερασπίστηκε στο πλαίσω προσφυγών ενώ-πιων του Δικαστηρίου και την οποία επιβεβαίωσε το τελευταίο με τη νομολογία του.
9.
Τέλος, τονίζει ότι οσάκις ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να απομακρυνθεί από τον κανόνα αυτόν, το έπραξε ρητά, όπως στην περίπτωση των «υπαλλήλων του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου», οι οποίοι απαλλάσσονται της υποχρέωσης να υποβληθούν σε διαγωνισμό για να μεταβούν σε άλλη κατηγορία με το άρθρο 98, δεύτερη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
10.
Η Επιτροπή, κατά την προφορική διαδικασία, υποστήριξε ότι η απόφαση της 11ης Ιουλίου 1984 δεν αντιβαίνει στο άρθρο 45, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, αλλά συνιστά αλλαγή διοικητικής πρακτικής στηριζόμενη στην εγκατάλειψη της ερμηνείας της διάταξης αυτής που είχε επικρατήσει μέχρι τότε.
Επί της προϋποθέσεως του επείγοντος και της υπάρξεως βαριάς και ανεπανόρθωτης θλάθης
11.
Ο αιτών παρατηρεί, σχετικά με την απόφαση περί διορισμού του Teerlink, ότι η μετάθεση του τελευταίου έχει ως αποτέλεσμα την κένωση της θέσης του στο γλωσσικό κλάδο, πράγμα που θα καταστήσει αναγκαία, για την πλήρωση της, νέα διαδικασία διορισμού, η οποία θα δημιουργήσει με τη σειρά της άλλη κενή θέση και θα οδηγήσει σε άλλη παρόμοια διαδικασία, και ούτω καθ' εξής. Μπορεί να προβλεφθεί ότι η διατήρηση της προσβαλλόμενης απόφασης θα έχει ως αποτέλεσμα διορισμούς υπαλλήλων του κλάδου LA σε θέσεις που θα κενώνονται διαδοχικά. Είναι επομένως επείγον να διαταχθεί η αιτούμενη αναστολή για να αποφευχθούν οι διαδοχικοί αυτού διορισμοί.
12.
Ως προς την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1984, ο αιτών φρονεί ότι προβλέπεται ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός προσφυγών που θα ασκήσουν υπάλληλοι της κατηγορίας Α, οι οποίοι παραγκωνίζονται προς όφελος υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου. Τονίζει ότι, προκειμένου να μην αποκλειστούν, οι παραγκωνιζόμενοι υποψήφιοι θα αναγκαστούν, σε περίπτωση απορρίψεως της υποψηφιότητάς τους, να υποβάλουν διοικητική ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, και, σε περίπτωση απορρίψεως και αυτής, να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η προοπτική ακριβώς να προκύψει μια τέτοια κατάσταση, την οποία θεωρεί αντίθετη στην αρχή της οκονομίας των δικών, στοιχειοθετεί, κατά τον αιτούντα, το επείγον που δικαιολογεί την αιτούμενη αναστολή.
13.
Ο αιτών επικαλείται περαιτέρω τη βαριά και ανεπανόρθωτη βλάβη που θα προκύψει από την εκτέλεση της απόφασης περί διορισμού του Teerlink. Τονίζει ότι σε περίπτωση ακύρωσης της, η διοίκηση, που εν τω μεταξύ θα έχει πληρώσει τη θέση του γλωσσικού κλάδου η οποία θα έχει κηρυχθεί κενή με την αναχώρησή του, θα αναγκαστεί, για να τον επανεντάξει στον παλιό του κλάδο, είτε να ζητήσει από το Συμβούλιο τη δημιουργία νέας θέσης στον προϋπολογισμό είτε να τον τοποθετήσει με τη μέθοδο του «αλεξιπτωτισμού» σε θέση που θα κηρυχθεί κενή, και τούτο προς βλάβη υπαλλήλων του γλωσσικού κλάδου που θα έχουν δικαίωμα βαθμολογικής προαγωγής. Η δυσχέρεια αυτή ενδέχεται, κατά τον αιτούντα, να αναγκάσει το Δικαστήριο να μην ακυρώσει την προσβαλλόμενη πράξη, πράγμα που θα του προκαλούσε βαριά και ανεπανόρθωτη βλάβη.
14.
Ο αιτών επικαλείται επίσης τη βαριά και ανεπανόρθωτη βλάβη που θα προέκυπτε από την εφαρμογή της απόφασης της 11ης Ιουλίου 1984, διότι θα είχε ως συνέπεια να αυξηθεί ο αριθμός των υποψηφίων που θα έχουν δικαίωμα υποβολής υποψηφιότητας και να μειωθούν έτσι παρανόμως και κατά τρόπο αναπότρεπτο οι ευκαρίες του αιτούντος. Η ζημία αυτή θα είναι ακόμη περισσότερο βαρύτερη που η επιλογή των υποψηφίων προς προαγωγή ή προς μετάθεση εμπίπτει στη διακριτική εξουσία της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και που κανείς δικαστικός έλεγχος δεν είναι δυνατός κατά αποφάσεως περί απορρίψεως υποψηφιότητας σ'εκείνη τη φάση της διαδικασίας.
15.
Περαιτέρω, ο αιτών επικαλείται τον ανεπανόρθωτο χαρακτήρα της ζημίας που θα προέκυπτε από τη δυσχέρεια την οποία ενέχει το να ζητηθεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει όλη τη σειρά των πράξεων διορισμού, διότι κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε κενό στη λειτουργία των υπηρεσιών της Επιτροπής και θα γεννούσε τον κίνδυνο, αναλόγως του αν ασκήθηκε ή δεν ασκήθηκε συγκεκριμένη προσφυγή, μερικοί από τους εν λόγω διορισμούς να ακυρωθούν και άλλοι να καταστούν οριστικοί και απρόσβλητοι, κατ' αντίθεση προς την αρχή της ισότητας της εξελίξεως των σταδιοδρομιών και της ασφαλείας του δικαίου.
16.
Τέλος, ο αιτών υποστηρίζει ότι η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης της 11ης Ιουλίου 1984 δεν μπορεί να παραβλάπτει τη λειτουργία των υπηρεσιών της Επιτροπής, δεδομένου ότι θα αποτελούσε απλώς παράταση για σύντομο χρονικό διάστημα μιας πρακτικής που έχει τηρηθεί επί εικοσαετία.
17.
Η Επιτροπή, κατά τη συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων της 11ης Δεκεμβρίου 1984, υποστήριξε ότι το προβαλλόμενο επείγον ελλείπει, δεδομένου ότι τα συμφέροντα του αιτούντος προστατεύονται αν εκδοθεί απόφαση περί ακυρώσεως στην κύρια υπόθεση.
Σκεπτικό
1
Κατά το άρθρο 185 της Συνθήκης, οι προσφυγές στο Δικαστήριο δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο όμως μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προβαλλομένης πράξεως. Μπορεί επίσης να διατάξει κάθε άλλο αναγκαίο προσωρινό μέτρο.
2
Κατά το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αναστολή εκτελέσεως και η απόφαση, με την οποία διατάσσεται η λήψη προσωρινών μέτρων, προϋποθέτουν την ύπαρξη συνθηκών που θεμελιώνουν το επείγον της υποθέσεως, καθώς και ισχυρισμών που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη τέτοιων μέτρων.
3
Δυνάμει παγίας νομολογίας του Δικαστηρίου, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να διατάξει τη λήψη τέτοιων μέτρων, εφόσον αποδεικνύεται ότι η λήψη τους δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως κατά νόμο και από τα πραγματικά περιστατικά (fumus boni juris) εφόσον είναι επείγοντα υπό την έννοια ότι είναι αναγκαίο, για να αποτραπεί βαριά και ανεπανόρθωτη βλάβη, να διαταχθούν και να παραγάγουν τα αποτελέσματά τους πριν εκδοθεί η απόφαση επί της προσφυγής ακυρώσεως τέλος, εφόσον τα μέτρα είναι προσωρινά, δεν προδικάζουν δηλαδή την απόφαση επί της ουσίας και δεν κρίνουν από τώρα τα επίδικα νομικά και πραγματικά ζητήματα, ούτε και εξουδετερώνουν εκ των προτέρων τις συνέπειες της απόφασης που θα εκδοθεί αργότερα επί της κύριας προσφυγής.
4
Πρέπει να ερευνηθεί αν οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται εν προκειμένω.
5
Όσον αφορά κατ' αρχάς την αίτηση αναστολής εκτελέσεως της γενικής απόφασης της 11ης Ιουλίου 1984, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο αιτών, ενώ επικαλείται τον παράνομο χαρακτήρα της ενόψει του άρθρου 45, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, ζητώντας να αναγνωριστεί αυτή η παρανομία, δεν ζητεί την ακύρωση της πράξης αυτής επομένως, η αίτηση, κατά το μέρος που επιδιώκει την αναστολή εκτελέσεως αυτής της απόφασης δεν είναι παραδεκτή, ενόψει του άρθρου 83, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας.
6
Πρέπει, αντιθέτως, να εξετασθεί η αίτηση κατά το μέρος που επιδιώκει την αναστολή εκτελέσεως της απόφασης της 30ής Νοεμβρίου 1984, περί διορισμού του R. Teerlink, υπαλλήλου του γλωσσικού κλάδου, σε θέση της κατηγορίας Α που κηρύχθηκε κενή με την υπ' αριθ. COM/1207/84 ανακοίνωση κενής θέσης, από την 1η Δεκεμβρίου 1984.
7
Όσον αφορά το fumus boni juris, ο αιτών υποστηρίζει ότι ο επίδικος διορισμός είναι παράνομος διότι έγινε κατ' εφαρμογή της γενικής απόφασης της 11ης Ιουλίου 1984, την οποία εξέδωσε η Επιτροπή κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 45, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, το οποίο ορίζει ότι «η μετάβαση υπαλλήλου από κλάδο ή κατηγορία σε άλλο κλάδο ή ανώτερη κατηγορία δύναται να γίνει μόνο μετά από διαγωνισμό».
8
Πρέπει, επ' αυτού, να γίνει δεκτό ότι η αιτίαση που διατυπώνει ο αιτών είναι, εκ πρώτης όψεως, σοβαρή και γεννά σημαντικές αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.
9
Εφόσον, λοιπόν, πληρούται η πρώτη προϋπόθεση από την οποία πρέπει, κατ' αρχήν, να εξαρτάται η αναστολή εκτελέσεως αποφάσεως, απομένει να εκτιμηθεί το επείγον και το αναγκαίο της αιτούμενης αναστολής προς αποφυγή βαριάς και ανεπανόρθωτης βλάβης του αιτούντος.
10
Σχετικώς πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ζημία, την οποία προκαλεί στον αιτούντα η απόρριψη της υποψηφιότητας του και ο διορισμός του R. Teerlink είναι βεβαία και δεδομένη από την ίδια την προσβαλλόμενη πράξη διορισμού της 30ής Νοεμβρίου 1984. Επομένως, τυχόν αναστολή εκτελέσεως της πράξης αυτής θα εμφανιζόταν στην πραγματικότητα σαν προσωρινή ακύρωση της, την οποία δεν μπορεί να διατάξει ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων.
11
Ως προς τις μέλλουσες ζημίες, τις οποίες ενδέχεται να επιφέρει η διατήρηση της πράξης, ο αιτών υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη πράξη μπορεί να αποτελέσει το σημείο αφετηρίας διαδικασιών για την πλήρωση της θέσης που κατείχε o R. Teerlink, πράγμα που ενδέχεται να προκαλέσει «αλυσίδα» διορισμών σε θέσεις που θα κηρύσσονται διαδοχικά κενές στο γλωσσικό κλάδο. Με τον τρόπο αυτό, η εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου που θα ακυρώνει το διορισμό του R. Teerlink θα αναγκάσει τη διοίκηση είτε να ζητήσει από το Συμβούλιο τη δημιουργία νέας θέσης στον προϋπολογισμό για να τον επανεντάξει στο γλωσσικό κλάδο, είτε να τον τοποθετήσει με τη μέθοδο του «αλεξιπτωτισμού» σε κενή δέση του κλάδου αυτού, προς βλάβη των υπαλλήλων του ίδιου κλάδου που είναι προακτέοι.
12
Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Οι μεταγενέστερες δυσχέρειες, στις οποίες αναφέρεται ο αιτών, δεν συνιστούν προσβολή δικού του συμφέροντος. Όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο, ο αιτών δεν μπορεί, προς στήριξη της περί αναστολής αιτήσεως του, να επικαλείται τις δυσχέρειες τις οποίες θα προκαλέσει ενδεχομένως στους τρίτους ή άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης με την κύρια προσφυγή πράξης, δεδομένου ότι το δικαίωμα αιτήσεως της εν λόγω αναστολής παρέχεται στον προσφεύγοντα προς προστασία των ιδίων αυτού συμφερόντων.
13
Το αυτό ισχύει και όσον αφορά τον ισχυρισμό, τον οποίον στηρίζει ο αιτών στις δυσχέρειες που μπορεί να προκύψουν στην εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών της Επιτροπής από την απόρριψη της αίτησης αναστολής.
14
Σχετικώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η συνέχιση εκ μέρους της Επιτροπής της εφαρμογής της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ζήτημα που εμπίπτει αποκλειστικά στη δική της ευθύνη και σ' αυτή μόνη εναπόκειται να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να προβεί στη συνέχιση των διαδικασιών τις οποίες συνεπάγεται η κένωση της θέσης που προκύπτει από το διορισμό του Teerlink, λαμβάνοντας υπόψη τις δυσχέρειες που μπορεί να προκύψουν από ενδεχόμενη ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, η οποία βρίσκει νομικό έρεισμα στη γενική απόφαση της 11ης Ιουλίου 1984, για τη νομιμότητα της οποίας υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες.
15
Για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω, δεν μπορεί επομένως να γίνει δεκτή η υποβληθείσα αίτηση αναστολής.
Επί των δικαστικών εξόδων
16
Στο παρόν στάδιο, πρέπει να γίνει επιφύλαξη ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
έχοντας υπόψη τον κανονισμό διαδικασίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ιδίως το άρθρο του 83,
ο πρόεδρος του τρίτου τμηματος, εξουσιοδοτηθείς προς τούτο από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου,
κρίνοντας επί προσωρινών μέτρων,
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 13 Δεκεμβρίου 1984.
Ο γραμματέας κ.α.α.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
Κ. Κακούρης
Full & Egal Universal Law Academy