ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 27ης Φεβρουαρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι οικαοτες,
Α —
Με μία υποδειγματικά αιτιολογημένη αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως το Bundessozialgericht ζητεί ερμηνεία του άρθρου 71 του κανονισμού 1408/71 («περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος » ).
Το άρθρο αυτό ορίζει ότι:
»1)
0 άνεργος που κατοικούσε κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεως του στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος λαμβάνει παροχές κατά τις ακόλουθες διατάξεις:
α)
ι)
ο μεθοριακός εργαζόμενος, ο οποίος ευρίσκεται σε μερική ή προσωρινή ανεργία στην επιχείρηση που τον απασχολεί, λαμβάνει παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους, σαν να κατοικούσε στο έδαφος του κράτους αυτού' οι παροχές αυτές καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα ·
ιι)
ο μεθοριακός εργαζόμενος, ο οποίος ευρίσκεται σε πλήρη ανεργία, λαμβάνει παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου κατοικεί, σαν να είχε υπαχθεί στη νομοθεσία αυτή κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεως του· οι παροχές αυτές καταβάλλονται από το φορέα του τόπου κατοικίας και εις βάρος του ·
β)
ι)
ο εργαζόμενος, πλην του μεθοριακού εργαζομένου, ο οποίος ευρίσκεται σε μερική ή προσωρινή ή πλήρη ανεργία και ο οποίος παραμένει στη διάθεση του εργοδότου του ή των υπηρεσιών απασχολήσεως στο έδαφος του αρμοδίου κράτους, λαμβάνει παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού, σαν να κατοικούσε στο έδαφος του· οι παροχές αυτές καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα ·
ιι)
ο εργαζόμενος, πλην του μεθοριακού εργαζομένου, ο οποίος ευρίσκεται σε πλήρη ανεργία και ο οποίος τίθεται στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως στο έδαφος του κράτους μέλους όπου κατοικεί, ή επιστρέφει στο έδαφος αυτό, λαμβάνει παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού, σαν να είχε ασκήσει εκεί την τελευταία του απασχόληση · οι παροχές αυτές καταβάλλονται από το φορέα του τόπου κατοικίας και εις βάρος του. Αν όμως στον εργαζόμενο αυτόν είχε αναγνωρισθεί το δικαίωμα παροχών εις βάρος του αρμοδίου φορέα του κράτους μέλους, στη νομοθεσία του οποίου υπήχθη τελευταία, λαμβάνει τις παροχές σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69. Το δικαίωμα των παροχών σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους της κατοικίας του αναστέλλεται για την περίοδο, κατά την οποία ο άνεργος δύναται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 69 να διεκδικήσει παροχές κατά τη νομοθεσία, στην οποία είχε υπαχθεί τελευταία.
2)
Ο άνεργος δεν δύναται να διεκδικήσει παροχές δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί για το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δικαιούται παροχών δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου 1, περίπτωση α ), ι ), ή β ), ι ).
Η αιτούμενη ερμηνεία έχει σημασία για την κρίση επί των ακόλουθων πραγματικών περιστατικών.
Ο προσφεύγων και αναιρεσίβλητος στην κύρια δίκη — γερμανός πολίτης που τελείωσε την εκπαίδευση του και εργαζόταν ανέκαθεν στη Γερμανία — κατά την περίοδο από το Νοέμβριο του 1975 μέχρι το Σεπτέμβριο του 1979 εργάστηκε ως εμπορικός αντιπρόσωπος με ποσοστά σε μια γερμανική εταιρία της περιοχής του Άαχεν και κατέβαλε επομένως εισφορές στο γερμανικό φορέα ασφαλίσεως κατά της ανεργίας. Τον Νοέμβριο του 1976 μετέφερε την κατοικία του στο Βέλγιο ( μέχρι τότε κατοικούσε συνεχώς στη Γερμανία) με μοναδικό λόγο να μπορούν τα παιδιά του, τα οποία φοιτούσαν ως εσωτερικά σε βελγικό σχολείο, να μεταβαίνουν καθημερινά από την πατρική κατοικία στο σχολείο τους. Ο προσφεύγων και η γυναίκα του δήλωσαν την αλλαγή κατοικίας και στις γερμανικές και στις βελγικές αστυνομικές αρχές.
Από το τέλος του 1976, όμως, ο προσφεύγων διατηρούσε γραφείο στην κατοικία της πεθεράς του στο Άαχεν. Στην κατοικία αυτή ο προσφεύγων είχε εξάλλου στη διάθεση του έναν καναπέ που μετατρεπόταν σε κρεβάτι και ένα κρεβάτι για ξένους. Έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής διανυκτερεύσεως τακτικά, μία έως δύο φορές την εβδομάδα' όταν αργότερα, το φθινόπωρο του 1979, έμεινε άνεργος, έμενε συχνότερα εκεί με σκοπό την αναζήτηση εργασίας στη Γερμανία. Μπορούσε ακόμη να χρησιμοποιεί το τηλέφωνο έτσι ώστε ήταν πάντοτε δυνατή η επικοινωνία μαζί του. Στο τέλος του 1977, για να μπορέσει να διατηρήσει το δελτίο ταυτότητας του περιοδεύοντος εμπορικού αντιπροσώπου, έκανε και πάλι δήλωση κατοικίας στην αστυνομία στη Γερμανία.
Μετά τη λήξη της σχέσεως εργασίας που είχε στη Γερμανία, ο προσφεύγων γράφτηκε τον Οκτώβριο του 1979 ως άνεργος στον οργανισμό απασχολήσεως στο Άαχεν και ζήτησε την καταβολή επιδόματος ανεργίας ( ενώ στο Βέλγιο δεν απευθύνθηκε στις αρμόδιες αρχές απασχολήσεως και δεν ζήτησε την καταβολή παροχών ).
Οι γερμανικές παροχές δεν του χορηγήθηκαν με την αιτιολογία ότι ο προσφεύγων δεν έχει ούτε κατοικία ούτε συνήθη διαμονή στη Γερμανία. Η ένσταση του και η προσφυγή του στο Socialgericht του Άαχεν έμειναν χωρίς αποτέλεσμα. Αντιθέτως το Landessozialgericht επιδίκασε στον προσφεύγοντα γερμανικό επίδομα ανεργίας από τον Οκτώβριο του 1979. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι ο προσφεύγων συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις της παραγράφου 100 του γερμανικού Arbeitsförderungsgesetz από το χρόνο υποβολής της αιτήσεως του, καθόσον είχε τεθεί στη διάθεση των αρχών απασχολήσεως και — παρά την κατοικία του στο Βέλγιο — διέθετε συνήθη διαμονή στη Γερμανία. Το δικαστήριο έκρινε, επίσης, ότι ο προσφεύγων είχε μεν σύμφωνα με το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α), περίπτωση ιι), απαίτηση έναντι του βελγικού ασφαλιστικού φορέα, αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι αποκλείεται έτσι η εφαρμογή του γερμανικού δικαίου.
Την άποψη αυτή δεν αποδέχεται το Bundesanstalt für Arbeit. Ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, η οποία έχει πράγματι εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση, μπορεί να ζητηθούν παροχές μόνο στο κράτος κατοικίας και όχι παροχές σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο· εκείνο ιδίως που έχει σημασία είναι ότι σε μία τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει δικαίωμα επιλογής, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β). Για το λόγο αυτό το Bundesanstalt άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundessozialgericht.
Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε, καταρχάς, ότι ο προσφεύγων (ο οποίος, εξάλλου, εργάζεται και πάλι από 1ης Αυγούστου 1980), συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για αξίωση παροχών σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, κυρίως διότι διαθέτει συνήθη διαμονή στη Γερμανία. Εξέτασε, κατόπιν, το προαναφερθέν άρθρο 71 του κανονισμού 1408/71. Έκρινε δε ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρέπει να θεωρηθεί ως « αρμόδιο κράτος » κατά την έννοια του άρθρου 71 (σε συνδυασμό με το άρθρο 1, στοιχείο ιζ), διότι ο προσφεύγων, σύμφωνα με το άρθρο 13 του κανονισμού 1408/71 είχε υποχρέωση καταβολής εισφορών στη Γερμανία και κατά συνέπεια το Bundesanstalt ήταν ο αρμόδιος φορέας. Τόνισε, επίσης — αναφερόμενο μάλιστα στις έννοιες « κατοικία » και « μεθοριακός εργαζόμενος » που περιέχονται στο άρθρο 1, στοιχεία η ) και β) — ότι ο προσφεύγων είναι μεθοριακός εργαζόμενος που κατοικεί στο Βέλγιο και συνεπώς, εφόσον συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α), περίπτωση ιι), έχει αξιώσεις έναντι του βελγικού φορέα. Αυτό όμως, συνδέεται με το ζήτημα αν από το άρθρο 71 μπορεί πράγματι να συναχθεί ότι υφίστανται αξιώσεις έναντι του φορέα του κράτους της κατοικίας, ακόμα και στην περίπτωση που υφίστανται, ήδη, αξιώσεις, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους απασχολήσεως. Ανακύπτει περαιτέρω το ζήτημα αν αποκλείεται δικαίωμα παροχής στο κράτος απασχολήσεως (υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι αυτό μπορεί να συναχθεί, καταρχήν, από το άρθρο 71 ) ακόμα και στην περίπτωση ενός ααυνήθονς μεθοριακού εργαζομένου, όπως ο προσφεύγων ( ο οποίος έχει ιδιαίτερους δεσμούς με το κράτος απασχολήσεως και μετέφερε την κατοικία του στο εξωτερικό αποκλειστικώς για οικογενειακούς λόγους ), ή μήπως σε παρόμοια περίπτωση πρέπει, αντιθέτως, να εφαρμοστεί το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β), περίπτωση ι). Επειδή το δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει με βεβαιότητα στα ερωτήματα αυτά ανέβαλε με Διάταξη της 25ης Οκτωβρίου την έκδοση οριστικής αποφάσεως και υπέβαλε τα ακόλουθα ερωτήματα στο Δικαστήριο προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
« 1)
Η καθοριζόμενη στο άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α), περίπτωση ιι), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 αρμοδιότητα του φορέα του τόπου κατοικίας να καταβάλλει παροχές στο μεθοριακό εργαζόμενο που βρίσκεται σε πλήρη ανεργία, σημαίνει ότι η αξίωση για τη^ λήψη παροχών κατά του αρμόδιου φορέα του κράτους απασχολήσεως αποκλείεται, ακόμη και αν, σύμφωνα με τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους, η αξίωση εξακολουθεί να υφίσταται — παρά το γεγονός ότι ο τόπος κατοικίας βρίσκεται στην αλλοδαπή — ιδίως επειδή ο μεθοριακός εργαζόμενος που βρίσκεται σε ανεργία έχει τεθεί στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους απασχολήσεως;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
α)
Ισχύει η αποκλειστική αρμοδιότητα του φορέα του τόπου κατοικίας σύμφωνα με το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α ), περίπτωση ιι ), του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71, ακόμη και αν ο μεθοριακός εργαζόμενος:
—
πάντοτε εργαζόταν μόνο στο κράτος απασχολήσεως, του οποίου είναι υπήκοος, και μέχρι προ ολίγων ετών κατοικούσε επίσης στο κράτος αυτό,
—
διατηρεί γραφείο ^στον τόπο απασχολήσεως, στο οποίο ασκεί τη δραστηριότητα του ως μισθωτός και το οποίο επίσης ενόσω ήταν άνεργος του χρησίμευε ως βάση για την αναζήτηση εργασίας αποκλειστικά στο κράτος απασχολήσεως,
—
έχει δυνατότητα διανυκτερεύσεως στο γραφείο, όπου και πράγματι διανυκτερεύει μία μέχρι δύο φορές την εβδομάδα κατά τη διάρκεια της απασχολήσεως και μάλιστα κατά τη διάρκεια της αναζήτησης εργασίας ακόμη συχνότερα,
—
σε περίπτωση που απουσιάζει από το γραφείο, ενημερώνεται τηλεφωνικά από τρίτο ενδιάμεσο πρόσωπο, όταν έχουν επιχειρήσει να επικοινωνήσουν μαζί του πελάτες ή υπηρεσίες απασχολήσεως,
—
τελικά, τόσο από την κατοικία του που βρίσκεται κοντά στα σύνορα, όσο και από το γραφείο του, φροντίζει για την ανάπτυξη των επαγγελματικών και προσωπικών σχέσεων του αποκλειστικά στο κράτος απασχολήσεως, όπου επίσης βρίσκονται όλοι οι φίλοι και οι γνωστοί του;
β)
Σ' αυτό τον μη συνήθη μεθοριακό εργαζόμενο εφαρμόζεται ανάλογα το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β), περίπτωση ι ), του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71;»
Β —
Επί των ερωτημάτων αυτών, λαμβανομένων υπόψη των όσων υποστήριξαν το Bundesanstalt και η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία, η άποψη μου είναι η ακόλουθη:
1. Επί του πρώτου ερωτήματος
α)
Καθόσον συνάγεται από το ερώτημα αυτό ότι το Bundessozialgericht θεωρεί ότι συντρέχουν πράγματι οι προϋποθέσεις για αξίωση γερμανικής παροχής, το Bundesanstalt προβάλλει ότι το παραπέμπον δικαστήριο δεν εφαρμόζει ορθώς το γερμανικό δίκαιο. Το Bundesanstalt έχει προφανώς την άποψη ότι, στην πραγματικότητα, δεν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για αξίωση γερμανικής παροχής, καθόσον η γερμανική νομοθεσία — όπως αναφέρθηκε κατά την προφορική διαδικασία — δεν θέλησε να περιλάβει και τον τομέα των μεθοριακών εργαζομένων.
Δεν μπορούμε να ασχοληθούμε με το ζήτημα αυτό στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 177 διαδικασίας, καθόσον πρόκειται για ζήτημα εθνικής νομοθεσίας. Ως προς αυτό δεχόμαστε τα όσα εκθέτει σχετικώς το παραπέμπον δικαστήριο. Καθόσον επομένως το Bundessozialgericht κρίνει ότι πράγματι υφίσταται γερμανική αξίωση παροχής, οφείλουμε να λάβουμε τη διαπίστωση αυτή ως βάση για τη δική μας εκτίμηση.
β)
Σε ό,τι αφορά τον πυρήνα του πρώτου ερωτήματος, αν δηλαδή η αρμοδιότητα του φορέα του τόπου κατοικίας αποκλείει αξίωση έναντι του φορέα του κράτους απασχολήσεως, καταδείχτηκε ότι τόσο το Bundesanstalt, όσο και η Επιτροπή τάσσονται υπέρ της καταφατικής απαντήσεως. Ευκόλως καταφαίνεται ότι αυτή, πράγματι, είναι η ορθή γνώμη στο πρόβλημα που έθεσε το Bundessozialgericht.
Σημασία εν προκειμένω έχει το σύστημα που βρίσκεται στη βάση της ρυθμίσεως του προαναφερθέντος άρθρου. Αφορά — όπως αναφέρθηκε — ανέργους οι οποίοι κατά την τελευταία εργασία τους δεν κατοικούσαν στο κράτος όπου απασχολούνταν ( το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 13 είναι κατά κανόνα το αρμόδιο κράτος με συνέπεια κρίσιμες να είναι μόνο οι δικές του νομοθετικές διατάξεις). Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ δύο κατηγοριών ενδιαφερομένων: αφενός μεν, των μεθοριακών εργαζομένων, οι οποίοι, κατά τον ορισμό του άρθρου 1, στοιχείο β ), χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι επιστρέφουν στο κράτος της κατοικίας « κατ' αρχήν κάθε ημέρα ή τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα » και, αφετέρου, των εργαζομένων για τους οποίους δεν ισχύουν οι προϋποθέσεις αυτές.
Για τους τελευταίους, σύμφωνα με το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β ), δεν ισχύει προφανώς η αποκλειστική αρμοδιότητα ενός κράτους μέλους, αλλά δικαίωμα επιλογής, λαμβάνεται δηλαδή υπόψη σε ποιο κράτος ο εργαζόμενος έχει τεθεί στη διάθεση των αρχών απασχολήσεως. Αυτό προβλέπεται, διότι ως προς αυτούς δεν είναι πάντοτε χαρακτηριστικό στοιχείο ο στενός σύνδεσμος με το κράτος κατοικίας υπό την έννοια ότι σ' αυτό — εκτός από την απασχόληση — διαμορφώνεται η όλη τους ζωή, υπάρχει δηλαδή αληθινό επίκεντρο των βιοτικών τους ενδιαφερόντων αντιθέτως, είναι, επίσης, απολύτως δυνατή η ύπαρξη έντονου δεσμού με το κράτος απασχολήσεως, ώστε μετά το πέρας της επαγγελματικής δραστηριότητας να μην υπάρχει απαραίτητα ενδιαφέρον για επιστροφή στο κράτος της κατοικίας.
Οι μεθοριακοί εργαζόμενοι δεν έχουν τέτοιο δικαίωμα επιλογής και επιπλέον εκείνο που έχει σημασία στην περίπτωση τους είναι ότι γίνεται διάκριση μεταξύ, αφενός μεν, μειωμένου ωραρίου εργασίας και προσωρινής ανεργίας, αφετέρου δε, πλήρους ανεργίας.^ Πράγματι, για την πρώτη περίπτωση προβλέπονται παροχές από το κράτος απασχολήσεως, ενώ σε περίπτωση πλήρους ανεργίας υποχρεούται να καταβάλει παροχές το κράτος της κατοικίας. Εκείνο και μόνο επομένως που συνάγεται από τη ρύθμιση αυτή είναι ότι σε περίπτωση πλήρους ανεργίας μεθοριακού εργαζομένου αποκλειστικώς αρμόδιος είναι κατά το άρθρο 71 ο φορέας του κράτους της κατοικίας. Αυτό εξηγείται με τη σκέψη ότι ως προς αυτά τα πρόσωπα δεν αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο ο έντονος δεσμός με το κράτος απασχολήσεως, αλλά αντιθέτως το ότι η παραμονή τους στο κράτος αυτό υφίσταται μόνο για λόγους απασχολήσεως και σε περίπτωση λήξεως της εργασιακής σχέσεως δεν βλέπουν κανένα λόγο παραμονής τους σ' αυτό το κράτος αλλά επιστρέφουν στο επίκεντρο των βιοτικών τους ενδιαφερόντων.
Σ' αυτό τον τόπο φαίνεται ορθότερο να επικεντρωθούν οι προσπάθειες για την επίλυση των προβλημάτων απασχολήσεως, καθόσον εκεί μπορεί να γίνει αποτελεσματικότερα ο έλεγχος των προϋποθέσεων χορηγήσεως παροχών και εκεί επίσης κρίνεται ενδεδειγμένο να λαμβάνονται ουσιώδη παρεπόμενα μέτρα, όπως η εξεύρεση εργασίας και η εγγραφή στις υπηρεσίες απασχολήσεως.
2. Επί του δευτέρου ερωτήματος
Το ερώτημα αυτό αφορά το πρόβλημα αν περιλαμβάνονται και οι « ασυνήθεις » μεθοριακοί εργαζόμενοι και αν μπορεί να εξεταστεί περίπτωση αναλογικής εφαρμογής γι' αυτούς του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β), δηλαδή η παροχή δικαιώματος επιλογής.
Το ερώτημα αυτό τίθεται, διότι προφανώς δεν φαίνεται ικανοποιητική στο παραπέμπον δικαστήριο η αυστηρή εφαρμογή του άρθρου 71 και διότι, εξάλλου, δεν φαίνεται δυνατή η επίτευξη ικανοποιητικού αποτελέσματος είτε αγνοώντας τον κανονισμό 1408/71 (πράγμα που δεν μπορεί να γίνει καθόσον ο κανονισμός αυτός θεσπίστηκε ακριβώς για τις περιπτώσεις των μεθοριακών εργαζομένων ) είτε θεωρώντας απλώς ότι εφαρμόζεται η ευνοϊκότερη εθνική νομοθεσία (μία αρχή, η οποία ωστόσο δεν μπορεί να γίνει δεκτή για τον τομέα που καλύπτει το άρθρο 71 και η οποία, εξάλλου, δεν μπορεί να εφαρμοστεί προκειμένου για ασφάλιση κατά της ανεργίας, εφόσον δεν πρόκειται εδώ μόνο για χρηματικές παροχές αλλά και για άλλες υπηρεσίες των αρμοδίων αρχών απασχολήσεως ).
Ως προς το δεύτερο αυτό πρόβλημα οι γνώμες, ως γνωστόν, διχάζονται. Η Επιτροπή είναι υπέρ μιας καταφατικής απαντήσεως. Υποστηρίζει ότι το άρθρο 71 εκκινεί από τυπικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις· όταν όμως μια συγκεκριμένη περίπτωση απομακρύνεται σαφώς από αυτές τις περιπτώσεις (οπότε, σε ό,τι αφορά το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α ) — παρά τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 1, στοιχείο β) — έχουν σημασία τα περιστατικά που εκθέτει το Bundessozialgericht, καθώς, επίσης, και ^ το γεγονός ότι ο προσφεύγων στην παρούσα κύρια δίκη αναζητεί μια νέα απασχόληση αποκλειστικώς στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), πρέπει αυτό να λαμβάνεται υπόψη και να καταβάλλεται προσπάθεια για δημιουργία εννόμων συνεπειών που να ανταποκρίνονται καλύτερα στην έννοια και το σκοπό του κανονισμού 1408/71 και να συμφωνούν κατά το δυνατό πληρέστερα προς την αρχή που καθιερώνει το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ. Στην άποψη αυτή αντιτίθεται το Bundesanstalt, στηριζόμενο στο κείμενο και την οικονομία του άρθρου 71. Κατά τη γνώμη του, το άρθρο 71 — ως εξαιρετική διάταξη — πρέπει κατ' αρχήν να ερμηνεύεται συσταλτικά και επειδή δεν διακρίνει μεταξύ συνήθων και ασυνηθών μεθοριακών εργαζομένων δεν ενδείκνυται μια τέτοια διαφοροποίηση. Εξάλλου, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η διασταλτική ερμηνεία που προτείνει η Επιτροπή, φοβάται ότι θα ανακύψουν προβλήματα κατά τη διοικητική εφαρμογή και θα υπάρξει κίνδυνος καταχρήσεων, πράγμα που θα είχε σαν συνέπεια τη δημιουργία υπερβολικά μεγάλων οικονομικών επιβαρύνσεων για το φορέα του κράτους απασχολήσεως που προσφέρει τις καλύτερες παροχές.
Κατ' εμέ, στην αντιπαράθεση αυτή απόψεων, η γνώμη της Επιτροπής είναι ορθότερη από του Bundesanstalt.
Στον τομέα της νομοθεσίας είναι συνηθισμένο φαινόμενο να διαμορφώνονται για τη ρύθμιση βιοτικών σχέσεων τυπικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις και να δημιουργούνται κατ' αυτό τον τρόπο μόνο κατηγορίες γενικού χαρακτήρα. Η συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάγεται πάντα ανέτως στις κατηγορίες αυτές όπως ανέφερε η Επιτροπή, μπορεί να προκύψουν οριακές καταστάσεις στις οποίες παραβιάζονται τα όρια του ανεκτού προκαλώντας αδικία στη μεμονωμένη περίπτωση, οπότε δεν απομένει πράγματι παρά η παρέκκλιση από τις πιο πάνω τυπικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις και τούτο επίσης προς το συμφέρον της αποτελεσματικής διασφαλίσεως του σκοπού που επιδιώκει η κάθε ρύθμιση. Σε ό,τι αφορά τους μεθοριακούς εργαζομένους, για τους οποίους πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, εκείνο που χωρίς αμφιβολία αποτελεί τυπικό χαρακτηριστικό τους είναι ότι ουσιαστικά η ζωή τους διαμορφώνεται στο κράτος της κατοικίας και ότι εκεί είναι το επίκεντρο των βιοτικών τους ενδιαφερόντων. Σ' αυτό αναφέρονται και οι λίγες κατά τον εν λόγω ορισμό ενδείξεις του άρθρου 1, στοιχείο β), του κανονισμού 1408/71.
Σε περίπτωση ανεργίας το άρθρο 71 ρυθμίζει τις συνέπειες. Κατά τη θέσπιση του ο νομοθέτης έλαβε υπόψη του ότι αντικειμενικώς ορθότερο είναι οι προσπάθειες για την επαγγελματική επανένταξη του ανέργου να καταβληθούν στον τόπο όπου βρίσκεται το επίκεντρο των βιοτικών του ενδιαφερόντων. Αν, όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση — όπως η υπό κρίση στην παρούσα δίκη — συνάγεται σαφώς από τα ενδιαφέροντα που διαπιστώνονται ότι υπάρχει απόκλιση από τον κανόνα ( διότι, πράγματι, πρόκειται για άτομο που έχει εκπαιδευτεί στο κράτος απασχολήσεως, εργάστηκε ανέκαθεν σ' αυτό και εκεί βρισκόταν το επίκεντρο των βιοτικών του ενδιαφερόντων μέχρι τη μεταφορά της κατοικίας του σε άλλο κράτος μέλος αποκλειστικώς για τη διευκόλυνση της φοιτήσεως των παιδιών του στο σχολείο ), τότε αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη προκειμένου να εξευρεθεί δίκαιη λύση. Το να αντιμετωπιστεί, λοιπόν, μια τέτοια μη τυπική περίπτωση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α), περίπτωση ιι), να παραπεμφθεί δηλαδή ο προσφεύγων στις παροχές και τη μέριμνα των αρχών απασχολήσεως του κράτους της κατοικίας, είναι προφανώς ασυμβίβαστο με το πνεύμα και το σκοπό της ρυθμίσεως, που προβλέπει καταβολή παροχών εκεί όπου κυρίως εξυπηρετούνται τα συμφέροντα του εργαζομένου. Πράγματι, θα μπορούσε έτσι να δυσχερανθεί η αναζήτηση νέας εργασίας ( και επομένως να θιγεί η ελεύθερη κυκλοφορία ) και αυτό δεν μπορεί να συγκαλύψει ούτε η ρύθμιση του άρθρου 69 ( η οποία ως γνωστό προβλέπει μόνο χρονικά περιορισμένη « εξαγωγή » του δικαιώματος παροχών) ούτε το γεγονός ότι ο αρμόδιος φορέας απασχολήσεως στο κράτος απασχολήσεως — όπως διαβεβαίωσε το Bundesanstalt — εξακολουθεί να βρίσκεται στη διάθεση του εργαζομένου για εξεύρεση εργασίας ακόμα και όταν δεν υπάρχει αξίωση καταβολής παροχών. Σε περίπτωση, λοιπόν, που πρόκειται να αντιμετωπιστεί περίπτωση ασυνήθους μεθοριακού εργαζομένου — παρά την ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων του άρθρου 1, στοιχείο β), του κανονισμού 1408/71 — δεν πρέπει να εφαρμοστεί η ρύθμιση του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α ), περίπτωση ιι ), που έχει προβλεφθεί για άλλη περίπτωση, αλλά, λαμβανομένης υπόψη της οικονομίας του άρθρου αυτού, ενδείκνυται να εφαρμοστεί η παράγραφος 1, στοιχείο β), να γίνει δηλαδή δεκτό δικαίωμα επιλογής και να ληφθεί υπόψη σε ποιο τόπο ο άνεργος έχει τεθεί στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως.
Πρέπει, επίσης, να γίνει προφανώς δεκτή η άποψη της Επιτροπής η οποία υποστηρίζει ότι υπέρ της ορθότητας της λύσεως αυτής συνηγορεί το γεγονός ότι πρέπει να αποφευχθεί η τάση που παρατηρείται στη νομολογία να περικόπτονται, μέσω του κοινοτικού δικαίου, δικαιώματα που υφίστανται βάσει της εθνικής νομοθεσίας.
Εξάλλου, από εγγύτερη εξέταση προκύπτει ότι οι σχετικές αντιρρήσεις του Bundesanstalt στερούνται ιδιαίτερου βάρους.
Αυτό ασφαλώς ισχύει σε ό,τι αφορά το φόβο ότι η διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 71 που προτείνει η Επιτροπή συνεπάγεται τον κίνδυνο καταχρήσεων (προβολή αξιώσεων — ταυτόχρονα ή διαδοχικά — σε περισσότερα κράτη μέλη ή παράκαμψη των κυρώσεων που προβλέπονται σε μία έννομη τάξη μέσω προβολής αξιώσεως βάσει άλλης εννόμου τάξεως). Αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί — όπως θεωρεί και το ίδιο το παραπέμπον δικαστήριο — χωρίς δυσκολία, με επαφές μεταξύ των φορέων που χορηγούν τις παροχές και τους οποίους ο αιτών υποχρεούται να πληροφορήσει για τις βιοτικές του συνθήκες. Το ίδιο ισχύει και για την υποθετική περίπτωση ότι η ερμηνεία που ευνοεί η Επιτροπή θα δημιουργήσει προβλήματα στις διοικητικές αρχές οι οποίες οφείλουν να ερευνούν λεπτομερώς τις βιοτικές συνθήκες του αιτούντος και ότι μπορεί να προκαλέσει δυσανάλογη επιβάρυνση νου ασφαλιστικού φορέα του κράτους απασχολήσεως. Αρκεί σχετικά να υπομνηστεί η απόφαση επί της υποθέσεως 76/76', όπου τονίζεται τι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εφαρμογή του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β ), περίπτωση u ), και έτσι προφανώς να μην επιβαρύνονται με περιττό φόρτο εργασίας οι αρχές απασχολήσεως (εδώ πρόκειται, ως γνωστόν, για τις οικογενειακές σχέσεις του εργαζομένου, τους λόγους για τους οποίους αποδήμησε — σκέψεις 17 έως 20 —, για τη διάρκεια και τη συνέχεια της παραμονής του στον τόπο της κατοικίας μέχρι την αποδημία του εργαζομένου, τη διάρκεια και το σκοπό της απουσίας του, το είδος της απασχολήσεως του σε άλλο κράτος μέλος, καθώς και για την πρόθεση του εργαζομένου, όπως αυτή προκύπτει από το σύνολο των περιστάσεων — σκέψεις 21 και 22 ). Εξάλλου, πρέπει επίσης εδώ να αναφερθεί ότι ο προσφεύγων έχει επίσης καταβάλει εισφορές και στο κράτος απασχολήσεως και ότι, σε τέτοιες καταστάσεις, πρόκειται για σχετικά σπάνιες αποκλίσεις από τη μορφή των τυπικών χαρακτηριστικών περιπτώσεων. Το ίδιο μπορεί, τέλος, να γίνει δεκτό σχετικά με την παρατήρηση ότι το άρθρο 71 πρέπει, σύμφωνα με τη νομολογία, να ερμηνεύεται συσταλτικώς και με την άποψη του Bundesanstalt ότι, στην πραγματικότητα, πρέπει να λεχθεί για την ερμηνεία που δίνει στο άρθρο 71 ότι είναι « φιλοευρωπαϊκότερη» ( διότι, σύμφωνα μ' αυτήν, δεν αποδίδεται στα σύνορα μεταξύ κρατών μελών της ΕΟΚ σημασία μεγαλύτερη από εκείνη που έχουν τα όρια των διοικητικών διαμερισμάτων ενός κράτους μέλους, όπου σε περίπτωση ανεργίας χορηγούνται άνευ ετέρου παροχές στον τόπο της κατοικίας). Δεν πρέπει, πράγματι, να παραβλεφθεί ότι για την απαίτηση, που μνημονεύτηκε στην αρχή, συσταλτικής ερμηνείας (υπόθεση 76/76 ( 1 ), Sig. 1977, σ. 324, σκέψεις 11 έως 13 ) γίνεται λόγος μόνο σε συνδυασμό με την αναφερόμενη στο άρθρο 71, στοιχείο β), περίπτωση ιι ), έννοια του τόπου της κατοικίας ( που κριτήριο για τον καθορισμό του είναι οι «στενοί δεσμοί»). Σε ό,τι δε αφοράς τη σύγκριση με τις σχέσεις που διαμορφώνονται στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους, αυτή είναι τελείως εσφαλμένη διότι — κατά κανόνα — δεν υπάρχουν γλωσσικά προβλήματα ποϊ να εμποδίζουν την αναζήτηση εργασίας ούτ£ υφίστανται διαφορές παροχών. Αντιθέτως, στην πραγματικότητα η άποψη του Bundesanstalt σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί φιλοευρωπαϊκότερη και ευνοϊκότερη γιο την ελεύθερη κυκλοφορία και για τον πρόσθετο λόγο ότι έτσι μάλλον δυσχεραίνεται τ αναζήτηση εργασίας στο κράτος απασχολήσεως που για ενδιαφερομένους σε περιπτώσει όπως η προκείμενη προέχει.
Γ —
Κατόπιν όλων αυτών, προτείνω να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα του Bundessozialgericht:
α)
Η προβλεπόμενη στο άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α), περίπτωση ιι), του κανονισμού 1408/71 αρμοδιότητα του φορέα του τόπου κατοικίας για χορήγηση παροχών σε περίπτωση πλήρους ανεργίας έχει την έννοια ότι αποκλείεται η αξίωση παροχών έναντι του αρμόδιου φορέα του κράτους απασχολήσεως, ακόμη και στην περίπτωση που σύμφωνα με τη νομοθεσία του τελευταίου η αξίωση υφίσταται παρά του ότι ο τόπος της κατοικίας είναι στο εξωτερικό, κυρίως διότι ο άνεργος μεθοριακός εργαζόμενος έχει τεθεί στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους απασχολήσεως.
β)
Η αποκλειστική αρμοδιότητα του φορέα του τόπου της κατοικίας, σύμφωνα με το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α), περίπτωση ιι), δεν ισχύει σε περίπτωση ασυνήθους μεθοριακού εργαζομένου, ο οποίος δεν έχει πράγματι στο κράτος της κατοικίας το επίκεντρο των βιοτικών του ενδιαφερόντων. Στην περίπτωση αυτή πρέπει αντιθέτως να εφαρμοστεί κατ' αναλογία, το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β ).
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) Απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1977 στην υπόθεση 76/76, Silvana di Paolo κατά Office national de l'emploi, Sig. 1977, σ. 315.
Full & Egal Universal Law Academy