ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 21ης Μαΐου 1987 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικασνές,
Ι — Το πλαίσιο της διαφοράς
1.
Με την παρούσα προσφυγή η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών των Κοινοτήτων σας ζητεί να αναγνωρίσετε ότι με τα άρθρα 50,65, 71 και 72 της αγορανομικής διατάξεως 72/77 ( εφεξής: α. δ. ), όπως τροποποιήθηκε το 1982, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και της οδηγίας 71/307/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί της προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στις ονομασίες των υφανσίμων ( 1 ) (εφεξής: οδηγία).
2.
Αρχικά, η Επιτροπή διατύπωσε τέσσερις αιτιάσεις. Συνεπεία των τροποποιήσεων που επήλθαν το 1985 στην επίδικη αγορανομική διάταξη, παραιτήθηκε από ένα από τα δύο κεφάλαια της προσφυγής της (απαγόρευση, υπό ορισμένες περιστάσεις, εμπορίας βαμβακονημάτων εισαγωγής άλλων κρατών μελών ) αναφορικά με το άρθρο 65. Επομένως, καλείσθε να αποφανθείτε μόνο επί των τριών αιτιάσεων που διατηρούνται, περιορίζοντας την εξέταση σας στις διατάξεις στις οποίες αναφέρεται τόσο η αιτιολογημένη γνώμη όσο και το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο της προσφυγής, άσχετα απο τις τροποποιήσεις που επήλθαν μεταγενέστερα από την καθής στις διατάξεις που εξακολουθούν να αμφισβητούνται. Πράγματι, προηγούμενη υποχρεωτικώς της προσφυγής,
«η αιτιολογημένη γνώμη (που προβλέπεται στο άρθρο 169 ) εξυπηρετεί τον προσδιορισμό του αντικειμένου της διαφοράς » ( 2 ).
Η Επιτροπή μπορεί, βεβαίως, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας να παραιτηθεί από ορισμένες αιτιάσεις. Αλλά αν δεν το κάνει, παρόλο που επήλθαν τροποποιήσεις στην προσβαλλόμενη εθνική νομοθεσία, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί επί στοιχείων διαφορετικών από αυτά που αναφέρθηκαν αρχικώς και που μόνο αυτά αποτελούν αντικείμενο της συζητήσεως ( 3 ).
3.
Πρέπει να τονιστεί, όσον αφορά το άρθρο 50 της α. δ. και πάντοτε ενόψει του καθορισμού του αντικειμένου της δίκης, ότι αυτό, παρά την επιφύλαξη που εξέφρασε η Ελληνική Δημοκρατία, αναφέρθηκε κατ' επανάληψη τόσο στην αιτιολογημένη γνώμη όσο και στην προσφυγή. Η γνώμη, πράγματι, περιέχει ξεχωριστή ανάπτυξη ως προς το άρθρο 50, διάταξη γενική, και ξεχωριστή ως προς τα άρθρα 65, 71 και 72 που αφορούν «ειδικότερα τα υφαντουργικά προϊόντα» ( 4 ) στα οποία εφαρμόζεται η οδηγία. Ομοίως, η προσφυγή αναφέρεται ρητά στο εν λόγω άρθρο.
4.
Ως προς το άρθρο 72, η Επιτροπή, - λαμβάνοντας υπόψη τη « σχεδιαζόμενη τροποποίηση » του άρθρου 71, του οποίου θεωρεί ότι το άρθρο 72 αποτελεί συμπλήρωμα, ανέφερε στην απάντηση της ότι επιφυλάσσεται να επανεξετάσει την τελευταία αυτή διάταξη « υπό το φως των νέων αυτών στοιχείων ». Κατά τη συνεδρίαση ο εκπρόσωπος της, τονίζοντας ότι η τροποποίηση του άρθρου 71 κατέστησε άνευ αντικειμένου το μεγαλύτερο μέρος — και όχι το σύνολο — των επιχειρημάτων που προβάλλονται κατά του άρθρου 72, δήλωσε ότι η Επιτροπή δεν παραιτείται από την προσφυγή της ως προς αυτή τη διάταξη. Επομένως, εξακολουθεί να υφίσταται η τελευταία αιτίαση κατά του άρθρου 71, κυρίως, και του άρθρου 72, καθόσον έχει σχέση με το προηγούμενο.
5.
Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί αν και κατά πόσο:
—
το άρθρο 50 της α. δ., όπως τροποποιήθηκε το 1982, αντιβαίνει προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ
—
το άρθρο 65, επίσης όπως τροποποιήθηκε το 1982 και μόνο καθόσον αφορά την υποχρεωτική επισήμανση στην ελληνική γλώσσα στις εξωτερικές συσκευασίες των νημάτων και υφανσίμων ινών προς πώληση στις επιχειρήσεις, και τα άρθρα 71 και 72 της α. δ., όπως ίσχυαν το 1977, αντιβαίνουν τόσο προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ όσο και προς την οδηγία.
ΙΙ — Επί του άρθρου 50 της α. δ.
6.
Το άρθρο 50 της α. δ., όπως τροποποιήθηκε στις 13 Αυγούστου 1982 και με έναρξη ισχύος την 1η Ιανουαρίου 1983, προβλέπει ότι « επί της συσκευασίας των πάαης φύοεως ειδών που εισάγονται από το εξωτερικό ..., πρέπει να αναγράφονται με τρόπο ευκρινή και ευανάγνωστο στην ελληνική γλώσσα» οι ενδείξεις σχετικά με το ονοματεπώνυμο ή τον εμπορικό τίτλο του αντιπροσώπου ή εισαγωγέως ή συσκευαστού, τη διεύθυνση που έχουν την έδρα τους οι εν λόγω επιχειρηματίες, το είδος του περιεχομένου προϊόντος, το ακριβές καθαρό βάρος του περιεχομένου ή τον όγκο του, τη χώρα παραγωγής και, ενδεχομένως, την ένδειξη « συσκευασμένα στην Ελλάδα ». Στο άρθρο αυτό διευκρινίζεται ότι το μέτρο αυτό δεν εφαρμόζεται στα εισαγόμενα προϊόντα για τα οποία υφίστανται ειδικές διατάξεις περί του τρόπου επισημάνσεως τους. Προστίθεται ότι την ευθύνη για την αναγραφή αυτών των ενδείξεων φέρει ο αντιπρόσωπος ή ο συσκευαστής. Τέλος, κοινοποιήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1983 σε όλες τις τελωνειακές αρχές με την εντολή ότι « δεν θα πρέπει να εκτελωνίζονται προϊόντα που δεν πληρούν τις ( προαναφερθείσες ) διατάξεις ».
7.
Σε συμφωνία με την Επιτροπή πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτή η ρύθμιση, καθόσον συνεπάγεται, για ένα προϊόν που εισάγεται σε κατάσταση στην οποία είναι δυνατό να κυκλοφορήσει νόμιμα στο κράτος μέλος όπου παρήχθη, συμπληρωματικές για τους ενδιαφερόμενους εισαγωγείς διατυπώσεις και δαπάνες, συνιστά μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό κατά την εισαγωγή υπό την έννοια του άρθρου 30, όπως ερμηνεύτηκε με την απόφαση σας Dassonville ( 5 ). Ορθώς η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η γνωστή διατύπωση της πέμπτης σκέψεως αυτής της αποφάσεως ( 6 ), η οποία επαναλαμβάνεται σταθερά στη νομολογία σας, εξακολουθεί να έχει γενική σημασία και καλύπτει τα μέτρα που εφαρμόζονται αδιακρίτως τόσο στα εγχώρια όσο και στα εισαγόμενα προϊόντα.
8.
Εξάλλου, η αντίκρουση της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν αναφέρεται τόσο στην αμφισβήτηση αυτής της αναλύσεως της Επιτροπής όσο στη δικαιολόγηση της επίδικης διατάξεως με την αναγκαιότητα να διασφαλιστεί η προστασία του τελικού καταναλωτή. Επικαλούμενη αυτό το στόχο στην απάντηση της προς την αιτιολογημένη γνώμη, πρόσθεσε ότι « σύμφωνα μάλιστα και με την τελευταία τροποποίηση του άρθρου 50 από την αγορανομική διάταξη 52/83 προβλέπεται ότι οι απαιτούμενες ενδείξεις επί της συσκευασίας παντός είδους προϊόντων που εισάγονται από το εξωτερικό αφορούν είδη που πρόκειται να διατεθούν στον τελικό καταναλωτή». Χωρίς αμφιβολία αυτό την ώθησε να υποστηρίξει στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως ότι « το άρθρο αυτό διαλαμβάνει υποχρεώσεις που αφορούν το λιανοπωλητή και όχι τον εισαγωγέα », προσθέτοντας ότι « τίποτα δεν εμποδίζει την εισαγωγή των προϊόντων στα οποία αναφέρεται το άρθρο αυτό χωρίς τις σχετικές ενδείξεις». Αυτό είναι ίσως ακριβές όσον αφορά το άρθρο 50, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίηση του, η οποία εξάλλου δεν προσκομίστηκε κατά τη συζήτηση, όχι όμως και όπως είχε κατά την άσκηση της προσφυγής.
9.
Με την απόφαση σας « Cassis de Dijon » ( 7 ) του 1979η νομολογία σας έθεσε μια αρχή που χαρακτηρίστηκε από την επιστήμη ( 8 ) ως « rule of reason », με την οποία μετριάστηκε ο θεμελιώδης κανόνας που τέθηκε με την απόφαση Dassonville. Βάσει αυτής της αρχής επιτρέπεται να εξαιρεθούν από τα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος ορισμένες εθνικές ρυθμίσεις, όταν επιδιώκουν την ικανοποίηση επιτακτικών απαιτήσεων γενικής φύσεως « που συντείνουν, μεταξύ άλλων, στην προστασία των καταναλωτών» ( 9 ). Για να εφαρμοστεί αυτή η αρχή πρέπει να συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις:
—
τα εν λόγω εθνικά μέτρα πρέπει να εφαρμόζονται αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα·
—
δεν πρέπει να υφίσταται κοινή ρύθμιση εμπορίας των εν λόγω προϊόντων
—
τα μέτρα πρέπει να είναι αναγκαία και ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο στόχο.
10.
Δύσκολα γίνεται αντιληπτό κατά πόσο η προστασία του έλληνα καταναλωτή εξαρτάται από την αναγραφή στη συσκευασία των εισαγομένων ειδών, ήδη με την είσοδό τους στο ελληνικό έδαφος, των ενδείξεων που απαριθμούνται στο άρθρο 50, όπως τροποποιήθηκε το 1982. Το πρόβλημα αν οι ενδείξεις αυτές ή ορισμένες από αυτές πρέπει, προς το συμφέρον του εν λόγω καταναλωτή, να καθίστανται εμφανείς σ' αυτόν από το λιανοπωλητή, δεν χρειάζεται να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Πρέπει, επομένως, νά γίνει δεκτό ότι η εν λόγω διάταξη αντίκειται προς τις διατάξεις του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
ΙΙΙ — Επí του άρθρου 65 της α. δ.
11.
Παραιτούμενη από την αιτίαση σχετικά με την απαγόρευση εμπορίας βαμβακονημάτων που δεν ανταποκρίνονται σε ορισμένες προϋποθέσεις παρουσιάσεως, η Επιτροπή περιορίζεται στη προσβολή των διατάξεων του άρθρου 65 της α. δ. σχετικά με την υποχρέωση επισημάνσεως στην ελληνική γλώσσα που επιβάλλεται στους εισαγωγείς, βιομηχάνους, βιοτέχνες και κατασκευαστές ή συσκευαστές των νημάτων και υφανσίμων ινών για πώληση στις ελληνικές βιομηχανίες υφάνσεως και πλέξεως.
12.
Σε συμφωνία με την Επιτροπή πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απαίτηση αυτή αντίκειται σε ορισμένες διατάξεις της οδηγίας, που θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 100 της Συνθήκης ΕΟΚ, το άρθρο 1 της οποίας ορίζει ότι:
« Τα υφάνσιμα προϊόντα δεν δύνανται να διατεθούν στην αγορά στο εσωτερικό της Κοινότητας, είτε πριν από οποιαδήποτε επεξεργασία είτε κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επεξεργασίας και σε οποιοδήποτε στάδιο διανομής, παρά μόνο εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις των διατάξεων της παρούσης οδηγίας. »
13.
Καθόσον με την εν λόγω' απαίτηση επιβάλλεται εν ¡πάση περιπτώσει επισήμανση, δεν τηρείται η υποχρέωση που έχουν τα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας να επιτρέψουν στους επιχειρηματίες να αντικαταστήσουν την εν λόγω επισήμανση « με συνοδευτικά εμπορικά έγγραφα, εφόσον (τα υφάνσιμα προϊόντα) δεν προσφέρονται προς πώληση στον τελικό καταναλωτή ». Σχετικώς, καίτοι είναι αληθές ότι η οδηγία δεν καθορίζει την έννοια «τελικός καταναλωτής», δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοιος παρά μόνο αυτός που μπορεί να προμηθευτεί το υφάνσιμο προϊόν για την προσωπική, οικογενειακή, ιδίως δε επαγγελματική χρήση, χωρίς πρόθεση εκ των προτέρων να το μεταπωλήσει, όπως έχει ή κατόπιν μεταποιήσεως. Αυτό αποκλείει από το χαρακτηρισμό αυτό όχι μόνο τον εισαγωγέα, το βιομήχανο και το χονδρέμπορο, αλλά επίσης και το βιοτέχνη.
14.
Καθόσον υποχρεώνει αυτούς τους επιχειρηματίες να διενεργούν την επισήμανση στην ελληνική γλώοοα καθ' όλη τη φάση της προσφοράς και της πωλήσεως προς τον τελικό καταναλωτή, δηλαδή αυτόν που ενδεχομένως θα χρησιμοποιήσει το προϊόν, υπερβαίνει τα όρια που θέτει το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο γ), βάσει του οποίου
« τα κράτη μέλη δύνανται να αξιώσουν όπως, στην επικράτεια τους, κατά την προσφορά προς πώληση και την πώληση στους τελικούς καταναλωτές η επισήμανση ή η σήμανση που προβλέπονται από το παρόν άρθρο διατυπώνονται και στις εθνικές τους γλώσσες. »
15.
Καθόσον επιβάλλει την αναγραφή ενδείξεων που δεν προβλέπονται στην οδηγία σχετικά με την ονομασία ή τη σύνθεση των προϊόντων — αυτό ισχύει ιδίως για το είδος και τον τίτλο (ή αριθμό του νήματος) — αντιβαίνει προς τις διατάξεις του άρθρου 14 της οδηγίας, η παράγραφος 1 του οποίου ορίζει ότι
« τα κράτη μέλη δεν δύνανται, για λόγους που αφορούν τις ονομασίες και τις ενδείξεις της συνθέσεως, ούτε να απαγορεύσουν ούτε να εμποδίσουν τη διάθεση στην αγορά των υφανσίμων προϊόντων, αν αυτά πληρούν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας »,
με την επιφύλαξη της αμέσως επομένης ρήτρας stand-still που αποτελεί το αντικείμενο της παραγράφου 2:
« οι διατάξεις της παρούσης οδηγίας δεν αποτελούν εμπόδιο στην εφαρμογή των διατάξεων που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος και που αναφέρονται στην προστασία της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, στις ενδείξεις προελεύσεως, στις ονομασίες καταγωγής και στην καταστολή του αθέμιτου ανταγωνισμού »
την οποία δεν επικαλέστηκε προς στήριξη του επίδικου μέτρου η Ελληνική Δημοκρατία.
16.
Ως προς τις άλλες ενδείξεις που επίσης δεν προβλέπονται από την οδηγία, όπως το όνομα και την εμπορική επωνυμία της επιχειρήσεως και την πόλη, όπου αυτή έχει την έδρα της, ή την προέλευση των προϊόντων, καθόσον αυτές δεν αφορούν την ονομασία και τη σύνθεση, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Όπως και για το άρθρο 50, τονίζω ότι η απαίτηση αυτών των ενδείξεων, επειδή αναφέρεται σε προηγούμενο στάδιο από τη φάση της προσφοράς προς τον τελικό καταναλωτή, δεν δικαιολογείται από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
17.
Εξάλλου, η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί πράγματι την προσαπτόμενη σχετικώς παράβαση, περιοριζόμενη στα υπομνήματα της απαντήσεως και ανταπαντήσεως να επικαλεστεί τη νέα διατύπωση του άρθρου 65 κατόπιν τροποποιήσεως μεταγενέστερης της αιτιολογημένης γνώμης και συνεπώς άσχετης με την παρούσα δίκη.
18.
Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 65 της α. δ., όπως ίσχυε προηγουμένως και στο οποίο αναφέρεται τόσο η αιτιολογημένη γνώμη όσο και το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο της προσφυγής, αντίκειται τόσο προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ όσο και προς τις προαναφερθείσες διατάξεις της οδηγίας.
ΙV — Επί των άρθρων 71 και 72 της α. δ.
19.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα άρθρα 71 και 72, καθόσον προβλέπουν διαφορετικές ονομασίες από αυτές που απαριθμούνται στην οδηγία, αντίκεινται προς τις διατάξεις της οδηγίας, οποιοσδήποτε και αν είναι ο τρόπος σημάνσεως των υφανσίμων προϊόντων: πινακίδα που προσαρμόζεται σταθερώς στο εμπόρευμα ή επιγραφή μέσα στο κατάστημα. Προσθέτει ότι οι διατάξεις αυτές συνιστούν επίσης παράβαση της απαγορεύσεως που περιέχεται στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, λόγω των συμπληρωματικών δαπανών που συνεπάγονται για τους επιχειρηματίες, συμπεριλαμβανομένων των αλλοδαπών κατασκευαστών. Τέλος, υποστηρίζει ότι οι επίδικες διατάξεις δεν μπορούν να δικαιολογηθούν από την ανάγκη προστασίας του τελικού καταναλωτή:
—
ούτε από διαχρονικής απόψεως, εφόσον εφαρμόζονται στο στάδιο του χονδρεμπορίου,
—
ούτε ουσιαστικώς, δεδομένου ότι πρόκειται, κατά το στάδιο του λιανικού εμπορίου, για υποχρεώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 72, όσον αφορά την ένδειξη του αριθμού τιμολογίου αγοράς και της καταγωγής ή της προελεύσεως του εμπορεύματος.
20.
Για να αντικρούσει αυτή την αιτίαση η Ελληνική Δημοκρατία στηρίζεται ουσιαστικώς στις «νέες διατάξεις» του άρθρου 71, όπως συνάγονται από την τροποποίηση αυτής της διατάξεως που έγινε μετά την αιτιολογημένη γνώμη και, επομένως, είναι άσχετη εν προκειμένω. Ως προς το άρθρο 72, θεωρεί ότι η ένδειξη του αριθμού του τιμολογίου αγοράς συνιστά το μόνο μέσο για τον καταναλωτή να ελέγξει τη φύση της πρώτης ύλης, η δε ένδειξη σχετικά με την καταγωγή ή την προέλευση του εμπορεύματος επιτρέπεται από το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας. Καίτοι και η ρήτρα stand-still του άρθρου 14, παράγραφος 2, μπορεί έγκυρα να προβληθεί εν προκειμένω ενόψει της ημερομηνίας προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, πρέπει για τους άλλους λόγους, που ορθώς ανέπτυξε η Επιτροπή, να θεωρηθεί ότι το άρθρο 71, όπως είχε στη διατύπωση του, στην οποία αναφέρεται η παρούσα προσφυγή, και το άρθρο 72 αντιβαίνουν τόσο στις διατάξεις του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ όσο και του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο γ), καθώς και 14, παράγραφος 1, της οδηγίας.
V — Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
21.
Κατά συνέπεια, προτείνω:
1)
να αναγνωριστεί:
—
ότι η Ελληνική Δημοκρατία, εξαρτώντας, εκτός εξαιρέσεως, με το άρθρο 50 της αγορανομικής διατάξεως, όπως τροποποιήθηκε το 1982, την εισαγωγή προϊόντων κάθε είδους από την αναγραφή στη συσκευασία τους και σε ελληνική γλώσσα διάφορων ενδείξεων, ακόμα και όταν τα εν λόγω προϊόντα μπορούν νομίμως να διατίθενται στο εμπόριο εντός του κράτους μέλους παραγωγής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ
—
ότι επιβάλλοντας σε διάφορους επιχειρηματίες:
—
στο στάδιο της χονδρικής πωλήσεως νημάτων και υφανσίμων ινών για την κατασκευή ειδών υφάνσεως και πλέξεως, υποχρέωση επισημάνσεως στην ελληνική γλώσσα,
—
στο στάδιο της χονδρικής και λιανικής πωλήσεως υφαντουργικών προϊόντων, τη στερέωση πινακίδων που περιέχουν διάφορες ενδείξεις, ορισμένες από τις οποίες δεν προβλέπονται από την οδηγία 71/307 του Συμβουλίου της 26ης Ιουλίου 1971 περί της προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στις ονομασίες των υφανσίμων,
η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει, τόσο δυνάμει της οδηγίας αυτής, ιδίως δε των άρθρων 8, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο γ ), και 14, όσο και δυνάμει του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ
2)
να καταδικαστεί το καθού κράτος στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001. σ. 127.
( 2 ) Απόφαση της 27ης Μαΐου 1981 στις συνεκδικασβείσες υποθέσεις 142 και 143/80, Amministrazione delle finanze dello Stato κατά Essevi και Salengo, Συλλογή 1981, σ. 1413, σκέψη 15.
( 3 ) Βλέπε, σχετικώς, απόφαση της 10ης Μαρτίου 1970 στην υπόθεση 7/69, Επιτροπή κατά κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας, Rec. 1970, σ. 111.
( 4 ) Υπογραμμίζεται από εμένα.
( 5 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, στην υπόθεση 8/74, Rec. 1974, σ. 837.
( 6 ) « Κάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών ικανή να παρεμβάλει εμπόδια στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, πρέπει να θεωρείται ως μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς ».
( 7 ) Απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, στην υπόθεση 120/78, Rewe, Rec. 1979, σ. 649 βλέπε, επίσης, απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1982, στην υπόθεση 261/81, Rau κατά De Smedt, Συλλογή 1982, σ. 3961 τελευταίως, αποφάσεις της 12ης Μαρτίου 1987 στις υποθέσεις 178/84, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και 176/84, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, Rec. σ. 1227,1193.
( 8 ) Βλέπε, παραδείγματος χάρη, Timmermans στο συλλογικό έργο Τριάντα χρόνια κοινοτικού δικαίου, σ. 283.
( 9 ) Υπόθεση 261/81, Rau, προαναφερθείσα, σκέψη 12.
Full & Egal Universal Law Academy