ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 27ης Μαΐου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικασνές,
1.
Το Verwaltungsgericht της Φρανκφούρτης επί του Μάιν ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του κύρους και της ερμηνείας ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 2793/77 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 1977 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 202). Με το νομοθέτημα αυτό ασχολήθηκε πρόσφατα το Δικαστήριο με την απόφαση της 28ης Ιουνίου 1984 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 187 και 190/83 (Nordbutter κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Συλλογή 1984, σ. 2553). Θα περιοριστώ συνεπώς να υπενθυμίσω ότι για να αυξηθεί η κατανάλωση γάλακτος στην Κοινότητα, το Συμβούλιο εισήγαγε δύο τύπους ενισχύσεων: ο πρώτος καθιερώθηκε το 1968 για το αποκορυφωμένο γάλα που προορίζεται για τη διατροφή των ζώων προς σφαγή ο δεύτερος, σημαντικότερος και αποκαλούμενος « ειδική ενίσχυση », καθιερώθηκε το 1977 και αφορά το νωπό αποκορυφωμένο γάλα που προορίζεται αποκλειστικά για την εκτροφή ζώων πλην των νεαρών μόσχων. Η ρύθμιση αυτή μπορούσε όμως να οδηγήσει σε καταχρήσεις, ιδίως από τις επιχειρήσεις που εκτρέφουν μαζί νεαρούς μόσχους και ζώα άλλου είδους οι επιχειρήσεις αυτές, που αποκαλούνται « μικτές », θα μπορούσαν πράγματι να προμηθεύονται το αποκορυφωμένο γάλα υπό τους ευνοϊκότερους όρους της ειδικής ενισχύσεως και να το διαθέτουν για τη διατροφή των μόσχων.
Ήταν συνεπώς αναγκαίο να αποφευχθεί η άμεση πρόσβαση των κτηνοτροφικών επιχειρήσεων στην ενίσχυση αυτή και να υποβληθεί σε αποτελεσματικούς ελέγχους η χρήση εκ μέρους των επιχειρήσεων αυτών του γάλακτος που λαμβάνεται στα πλαίσια του εν λόγω συστήματος. Στον κανονισμό 2793/77 τίθενται ακριβώς οι στόχοι αυτοί και ορίζεται ότι η εγγύηση χορηγείται μόνο στις επιχειρήσεις γαλακτοκομικών προϊόντων ( άρθρο 3 ) και μόνο για ποσότητες αποκορυφωμένου γάλακτος για τις οποίες αναλαμβάνεται υποχρέωση από τις κτηνοτροφικές μονάδες, και κυρίως από τις μικτές, α) «να δηλώνουν στο γαλακτοκομείο, πριν από την αρχή κάθε ημερολογιακού τριμήνου, τον ανώτατο αριθμό μόσχων κάτω των τεσσάρων μηνών οι οποίοι θα παραμείνουν στην εκμετάλλευση κατά το τρίμηνο αυτό » [ άρθρο 4, στοιχείο γ ), δεύτερη περίπτωση] β ) «να παραλαμβάνουν για κάθε μόσχο, των οποίων ο αριθμός είναι καθορισμένος σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγουμένης περιπτώσεως, μια ελαχίστη ποσότητα αποκορυφωμένου γάλακτος που δεν απολαύει της ειδικής ενισχύσεως, ίση προς 6 χιλιόγραμμα γάλακτος την ημέρα ή 180 χιλιόγραμμα το μήνα » [ πρόκειται για τον αποκαλούμενο κανόνα των έξι χιλιόγράμμων: στοιχείο γ), τρίτη περίπτωση]. Η υποχρέωση πρέπει να αναλαμβάνεται εγγράφως από κάθε κτηνοτρόφο και τα εκεί αναφερόμενα στοιχεία πρέπει να παρατίθενται στην αίτηση που υποβάλλει η επιχείρηση γαλακτοκομικών προϊόντων για να λάβει την ενίσχυση.
Η τρίτη παράγραφος του άρθρου 4, η οποία εισήχθη με τον κανονισμό 188/83 της 26ης Ιανουαρίου 1983 (ΕΕ L 25, σ. 14), προβλέπει επιπλέον ότι « σε περίπτωση που οι δηλώσεις στο γαλακτοκομείο σχετικά με την κατάσταση του ζωικού κεφαλαίου ή τον ανώτατο αριθμό των νεαρών μοσχαριών γίνονται με καθυστέρηση και αν η καθυστέρηση δεν ξεπερνά τις 10ημέρες, το ποσό της ενίσχυσης μειώνεται κατά 10 ο/ο για τη σχετική περίοδο ». Το άρθρο 5, παράγραφος 3, ορίζει τέλος ότι «κάθε αίτηση περί καταβολής της ειδικής ενισχύσεως που απευθύνεται από το γαλακτοκομείο στην αρμόδια αρχή (εκτός από την αναφορά στις ανωτέρω αναληφθείσες υποχρεώσεις)... συνοδεύεται από δήλωση που πιστοποιεί ότι το γαλακτοκομείο: α) τήρησε για τις σχετικές ποσότητες αποκορυφωμένου γάλακτος τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 3..., β) παραιτείται της ειδικής ενισχύσεως ή θα την αποδώσει... ακεραια ή εν μέρει στην αρμοδία αρχή, σε περίπτωση που θα διαπιστωθεί ότι ο κτηνοτρόφος δεν τήρησε μία από τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 ».
Από το ανωτέρω νομοθετικό πλαίσιο προκύπτει ότι το σύστημα χορηγήσεως της ειδικής ενισχύσεως που εισήχθη με τον κανονισμό 2793/77 περιλαμβάνει δύο ελέγχους επί των στοιχείων που ανακοινώνουν οι επιχειρήσεις. Ο πρώτος έλεγχος είναι προληπτικός και ανατίθεται στην επιχείρηση γαλακτοκομικών προϊόντων η οποία, κατά την υποβολή της αιτήσεως για τη χορήγηση της ενισχύσεως, πρέπει να εγγυηθεί την τήρηση των προϋποθέσεων σχετικά με τις οποίες αναλήφθηκε υποχρέωση από τον κτηνοτρόφο. Το Δικαστήριο δέχτηκε σχετικά με την ανωτέρω απόφαση της 28ης Ιουνίου 1984 ότι « καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν απαγορεύει στα γαλακτοκομεία να προσθέτουν στις συμβάσεις παραδόσεων που συνάπτουν με κάθε κτηνοτρόφο ρήτρες με τις οποίες ο κτηνοτρόφος αναλαμβάνει την υποχρέωση να επιτρέπει στα άτομα τα εξουσιοδοτημένα από το γαλακτοκομείο να εισέρχονται στην εκμετάλλευση του, καθώς και την υποχρέωση να προσκομίζει όλα τα έγγραφα και να παρέχει τα στοιχεία που είναι αναγκαία για να αποδειχτεί ότι το γάλα χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση και τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει» (σκέψη 17). Ο δεύτερος έλεγχος είναι αντίθετα ενδεχόμενος, πραγματοποιείται μετά την καταβολή της ενισχύσεως και εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
2.
Περνώ στα πραγματικά περιστατικά. Όπως προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής, η Bundesamt für Ernährung und Forstwirtschaft (Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Διατροφής και Δασοπονίας) διαπίστωσε, κατά τη διενέργεια ελέγχων που σκοπό είχαν να διαπιστωθεί η ορθή εφαρμογή του ανωτέρω συστήματος, ότι κατά την περίοδο 1980-1981 ορισμένες μικτές εκμεταλλεύσεις δεν είχαν τηρήσει τις υποχρεώσεις και τις προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 4. Η εν λόγω ομοσπονδιακή υπηρεσία απήτησε συνεπώς από την εταιρία γαλακτοκομικών προϊόντων Nordbutter GmbH του Rendsburg, η οποία είχε λάβει για λογαριασμό των ανωτέρω κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων τις ειδικές ενισχύσεις, να επιστρέψει τα σχετικά ποσά. Η εταιρία Nordbutter προσέφυγε κατά της απαιτήσεως αυτής ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι το όργανο που διενήργησε τον έλεγχο υπολόγισε τον ανώτατο αριθμό των μόσχων που βρίσκονταν στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις στις οποίες η εταιρία είχε προμηθεύσει γάλα σύμφωνα με κριτήριο διαφορετικό από εκείνο του άρθρου 4. Επιπλέον, υποστήριξε η προσφεύγουσα, η υποχρέωση επιστροφής του συνολικού ποσού της ενισχύσεως, όταν διαπιστώνεται ότι οι δηλώσεις των κτηνοτρόφων πραγματοποιούνται καθυστερημένα ή περιλαμβάνουν ανακρίβειες, βαίνει πέρα από τους σκοπούς που επιδιώκει ο κανονισμός και συνεπώς είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας. Το Verwaltungsgericht, αν και συμμεριζόμενο κατά μεγάλο μέρος τα επιχειρήματα αυτά, θεώρησε σκόπιμο να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Πώς πρέπει να ερμηνευθεί ο όρος “ ανώτατος αριθμός” στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ), δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2793/77 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 1977 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 202);
2)
Η ρύθμιση του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2793/77, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β), του κανονισμού (ΕΟΚ) 188/83 της Επιτροπής, της 26ης Ιανουαρίου 1983 ( ΕΕ L 25 της 27.1.1983 ), συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η ενίσχυση, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, δεν χορηγείται απλώς και μόνο επειδή οι δηλώσεις σχετικά με το ζωικό κεφάλαιο ή με τον ανώτατο αριθμό των νεαρών μόσχων γίνονται στο γαλακτοκομείο με καθυστέρηση πλέον των 10ημερών;
3)
Συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας η άρνηση χορηγήσεως της συνολικής ενίσχυσης ή η απαίτηση αποδόσεώς της σε περίπτωση που ο κτηνοτρόφος έδωσε λανθασμένα στοιχεία, με αποτέλεσμα να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό της ειδικής ενισχύσεως βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ), τρίτη περίπτωση, λιγότεροι μόσχοι από ό,τι πράγματι υπήρχαν, ή δεν χορηγείται η ειδική ενίσχυση μόνο στο μέτρο της διαφοράς μεταξύ του ποσού που θα έπρεπε να καταβληθεί βάσει του πραγματικού ζωικού κεφαλαίου και του ποσού που πραγματικά καταβλήθηκε;
4)
Εναπόκειται στην κρίση της αρμόδιας αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο β), του κανονισμού (ΕΟΚ) 2793/77, να αρνηθεί πλήρως ή μερικώς τη χορήγηση της ειδικής ενίσχυσης ή να απαιτήσει την απόδοση της;
5)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 4, κάτω από ποιες συνθήκες και σε ποια έκταση επιβάλλεται η μερική μόνο μη χορήγηση ειδικών ενισχύσεων ή η επιστροφή τους; »
3.
Αναπτύσσοντας το πρώτο ερώτημά του, το παραπέμπον δικαστήριο διερωτάται μήπως, λαμβανομένου υπόψη του κανόνα των 6 χιλιόγράμμων, η έκφραση « ανώτατος αριθμός » που περιλαμβάνεται στο άρθρο 4 αναφέρεται μάλλον στο μέσο αριθμό των μόσχων που παραμένουν σε κτηνοτροφική εκμετάλλευση κατά τη διάρκεια του οικείου τριμήνου. Εκλαμβανόμενη υπό την έννοια αυτή πράγματι, η εν λόγω διάταξη θα έπαυε να τιμωρεί τους κτηνοτρόφους που διατηρούν για ορισμένη περίοδο αριθμό μόσχων που υπερβαίνει τις κανονικές τους ικανότητες και θα εξασφάλιζε σε όλες τις κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις πραγματική ισότητα μεταχειρίσεως.
Παρατηρώ όμως ότι η προτεινόμενη ερμηνεία, εκτός του ότι έρχεται σε αντίθεση με το γράμμα της διατάξεως, δεν ανταποκρίνεται προς το στόχο της αυξήσεως της καταναλώσεως γάλακτος που προορίζεται για τη διατροφή των ζώων και επηρεάζει δυσμενώς την αποτελεσματικότητα του ελέγχου με τον οποίο είναι επιφορτισμένη η επιχείρηση γαλακτοκομικών προϊόντων. Υπό το φως των στόχων αυτών, ως « ανώτατος αριθμός » δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά ο υψηλότερος αριθμός μόσχων που παρατηρείται στην εκμετάλλευση του κτηνοτρόφου ένα τυχόν χρονικό σημείο του τριμήνου. Το στοιχείο αυτό επιτρέπει πράγματι στην επιχείρηση γαλακτοκομικών προϊόντων να γνωρίζει εκ των προτέρων το συνολικό ζωικό κεφάλαιο μιας μικτής κτηνοτροφικής εκμεταλλεύσεως για τον υπολογισμό των ποσοτήτων γάλακτος που πρέπει να χορηγηθούν βάσει της ειδικής ρυθμίσεως και χρησιμεύει επίσης ως βάση για τον καθορισμό των χορηγουμένων ποσοτήτων γάλακτος που δεν εμπίπτουν στο καθεστώς αυτό και που ο κτηνοτρόφος πρέπει να λάβει σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ), τρίτη περίπτωση.
Αντίθετα, οι δηλώσεις που στηρίζονται στο μέσο αριθμό των μόσχων θα επέτρεπαν στις κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις να αποκτούν μικρότερη ποσότητα γάλακτος υπό το λιγότερο ευνοϊκό σύστημα της συνήθους ενισχύσεως και να αντισταθμίζουν έπειτα τον ανώτατο αριθμό μόσχων με τον κατώτατο αριθμό που παρατηρείται κατά τη διάρκεια του τριμήνου' έτσι, θα καθίστατο μάταιος κάθε έλεγχος εκ μέρους της επιχειρήσεως γαλακτοκομικών προϊόντων η οποία, ας μην το ξεχνούμε, είναι η πρώτη που εγγυάται την ακριβή εφαρμογή του συστήματος ενισχύσεων.
Οι σκέψεις αυτές ισχύουν επίσης in apicibus για το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα. Κατά την άποψη του Verwaltungsgericht, είναι από δύο απόψεις αμφίβολο αν το άρθρο 4, παράγραφος 3, συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας. Καταρχάς, η υποχρέωση του κτηνοτρόφου να ανακοινώνει εντός ορισμένης προθεσμίας τα στοιχεία σχετικά με το είδος και τον αριθμό των εκτρεφόμενων ζώων έχει δευτερεύοντα χαρακτήρα: φαίνεται συνεπώς υπερβολικό να τιμωρείται αυτή η μη συμμόρφωση με βαρεία ποινή όπως η ολική απώλεια της ενισχύσεως. Αλλά υπερβολική είναι και η ποινή που προβλέπεται για την περίπτωση ανακριβών πληροφοριών: στην περίπτωση αυτή, παρατηρεί το παραπέμπον δικαστήριο, « θα ήταν ορθότερο να ζητείται η επιστροφή της ενισχύσεως... μόνο στο μέτρο που αυτή χορηγήθηκε βάσει των ανακριβών στοιχείων ».
Τι πρέπει να λεχθεί για τις παρατηρήσεις αυτές; Όπως όλοι γνωρίζουμε, μία κοινοτική διάταξη είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας αν τα μέσα που θέτει σε εφαρμογή συμβιβάζονται με τη σπουδαιότητα του σκοπού της και είναι αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού (απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1983 στην υπόθεση 66/82, Fro-mançais, Συλλογή 1983, σ. 395). Ανέφερα λοιπόν στην αρχή ότι η ειδική ενίσχυση καθιερώθηκε για να αυξηθεί η κατανάλωση αποκορυφωμένου γάλακτος με την επέκταση της στα ζώα εκτός από τους μόσχους και ότι ο εν λόγω κανονισμός εκδόθηκε για την αποτροπή των καταχρήσεων στις οποίες θα μπορούσε να οδηγήσει αυτό το σύστημα ενισχύσεων. Στο πλαίσιο αυτό, και λαμβανομένης υπόψη της ευθύνης που φέρουν οι επιχειρήσεις γαλακτοκομικών προϊόντων για την ορθή εφαρμογή του συστήματος, η υποχρέωση που υπέχουν οι μικτές κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, δεν έχει καθόλου παρεπόμενο χαρακτήρα. Αντίθετα, η υποχρέωση αυτή έχει ουσιώδη λειτουργία: επιτρέπει δηλαδή στην επιχείρηση γαλακτοκομικών προϊόντων να προμηθεύει το γάλα στο μέτρο που αντιστοιχεί στις πραγματικές ανάγκες κάθε κτηνοτρόφου.
Ο νομοθέτης, με πλήρη επίγνωση της σπουδαιότητας που έχει για την ορθή λειτουργία του συστήματος η έγκαιρη ανακοίνωση των στοιχείων στα οποία αναφέρεται η εν λόγω υποχρέωση, αναγνώρισε ότι ελαφρές καθυστερήσεις είναι πάντοτε δυνατές και όταν αυτές δεν υπερβαίνουν τις δέκα ημέρες, προέβλεψε ως κύρωση τη μείωση της ενισχύσεως κατά 10 ο/ο. Εφόσον όμως έτσι έχουν τα πράγματα, δεν μπορεί βέβαια να λεχθεί ότι η ολική απώλεια της ενισχύσεως σε περίπτωση μη ανακοινώσεως ή πολύ καθυστερημένης ανακοινώσεως των στοιχείων αποτελεί υπερβολική κύρωση λαμβανομένων υπόψη των σκοπών του εν λόγω κανονισμού. Ας προστεθεί ότι το μέτρο αυτό δεν έχει στην πραγματικότητα το χαρακτήρα κυρώσεως και δεν μπορεί συνεπώς να παραβληθεί με αποφάσεις όπως η παρακράτηση εγγυήσεως. Περιορίζεται στη μη χορήγηση του ευεργετήματος της ενισχύσεως για την αγορά γάλακτος κατά τη διάρκεια του τριμήνου.
Ανάλογες σκέψεις ισχύουν κατά μείζονα λόγο όσον αφορά τις ψευδείς ανακοινώσεις στοιχείων. Αν οριζόταν, από σεβασμό προς την αρχή της αναλογικότητας, ότι το συνολικό ποσό της εγγυήσεως μειώνεται στο μέτρο κατά το οποίο τα στοιχεία που παρέχονται από την κτηνοτροφική εκμετάλλευση είναι ανακριβή, αυτό θα αφαιρούσε από το σύστημα κάθε αποτρεπτική ικανότητα και θα προέτρεπε τους κτηνοτρόφους σε συστηματικές απόπειρες καταστρατηγήσεως: διότι σε περίπτωση αποκαλύψεώς τους, θα μειωνόταν απλώς η ενίσχυση στο ποσό που θα ελάμβαναν αν είχαν παράσχει ακριβείς πληροφορίες.
Και ας μη λεχθεί επίσης ότι κατά τη διάρκεια του τριμήνου μπορεί να συμβούν γεγονότα απρόβλεπτα και συνεπώς ικανά να μεταβάλουν τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν προηγουμένως, όπως παραδείγματος χάρη η πρόωρη γέννηση ενός μοσχαριού. Αρκεί επί του σημείου αυτού η παραπομπή στο άρθρο 6 του κανονισμού, που ορίζει ότι « οι ενδιαφερόμενοι ( για την ειδική ενίσχυση ) κτηνοτρόφοι απευθύνουν στον αρμόδιο οργανισμό του κράτους μέλους τους... την υποχρέωση να αναφέρουν αμέσως τις τροποποιήσεις των στοιχείων αυτών που δύνανται να επιφέρουν αλλαγή στο ποσό της ενισχύσεως ». Αν και αφορά κυρίως τις κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις που παράγουν οι ίδιες το γάλα που προορίζεται για τη διατροφή των ζώων, ο κανόνας αυτός — όπως αποδεικνύεται από το στοιχείο β) της διατάξεως — έχει οπωσδήποτε γενικό περιεχόμενο: αναφέρεται δηλαδή σε όλους τους κτηνοτρόφους.
Δύο λόγια τέλος για το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα. Φρονώ ότι το άρθρο 5 δεν αφήνει στις εθνικές αρχές κανένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά την απόφαση πότε και γιατί πρέπει να επιστραφεί ολικά ή μερικά η ενίσχυση. Διότι, όπως παρατήρησε η Επιτροπή, η διάταξη όπως είναι διατυπωμένη περιορίζεται να ορίσει ότι υφίσταται υποχρέωση επιστροφής μόνο αναφορικά προς τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν οι κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις, ως προς τις οποίες η υπηρεσία ελέγχου διαπίστωσε τη μη τήρηση των προϋποθέσεων που τίθενται στο άρθρο 3. Όσον αφορά τις λοιπές υποχρεώσεις που ανέλαβαν οι κτηνοτρόφοι, η αίτηση παροχής ενισχύσεως εξακολουθεί να ισχύει.
4.
Βάσει των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε το Verwaltungsgericht της Φρανκφούρτης επί του Μάιν με Διάταξη της 13ης Δεκεμβρίου 1984 στην υπόθεση Nordbutter GmbH κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας:
α)
η έκφραση « ανώτατος αριθμός » που περιλαμβάνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 2793/77 της Επιτροπής πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δηλώνει τον ανώτατο αριθμό μόσχων που παρατηρείται σε μικτή κτηνοτροφική εκμετάλλευση σε τυχόν χρονικό σημείο της περιόδου στην οποία αναφέρεται η εν λόγω διάταξη
β)
η ολική απώλεια της ενισχύσεως σε περίπτωση ανακριβών δηλώσεων σχετικά με τον αριθμό των μόσχων που εκτρέφονται σε μικτή κτηνοτροφική εκμετάλλευση ή σε περίπτωση μη τηρήσεως της προθεσμίας που προβλέπεται για το σκοπό αυτό στο ανωτέρω άρθρο 4 συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας διότι ανταποκρίνεται κατά τον προσήκοντα τρόπο προς τους στόχους που επιδιώκονται με τον κανονισμό
γ)
η έκφραση « θα την αποδώσει... ακεραια ή εν μέρει » που περιλαμβάνεται στο άρθρο 5 πρέπει να εκληφθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει στην επιχείρηση γαλακτοκομικών προϊόντων την υποχρέωση ολικής ή μερικής επιστροφής της ειδικής ενισχύσεως στο μέτρο που, ως προς τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν οι κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις, δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy