ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 20ής Φεβρουαρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η προκειμένη υπόθεση παραβάσεως εκ μέρους κράτους μέλους των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τη Συνθήκη ΕΟΚ αφορά τη μη θέσπιση εκ μέρους της Ιταλικής Δημοκρατίας, εντός της ταχθείσης προθεσμίας η οποία έληξε στις 31 Ιουλίου 1980, της τέταρτης οδηγίας του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978 (78/660/ΕΟΚ), «που στηρίζεται στο άρθρο 54, παράγραφος 3, περίπτωση ζ ), της Συνθήκης περί των ετησίων λογαριασμών εταιριών ορισμένων μορφών ». Με την εν λόγω οδηγία επιδιώκεται καταρχήν « ο συντονισμός των εθνικών διατάξεων που αφορούν τη διάρθρωση και το περιεχόμενο των ετησίων λογαριασμών, των ετησίων εκθέσεων, των μεθόδων αποτιμήσεως, καθώς και τη δημοσιότητα των εγγράφων αυτών, ιδίως της ανωνύμου εταιρίας και της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης... » (πρώτη αιτιολογική σκέψη), καθώς και της ετερόρρυθμης κατά μετοχάς εταιρίας (άρθρο 1)·
Η προβλεπόμενη από το άρθρο 55, παράγραφος 1, προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη ορίστηκε σε δύο έτη από την κοινοποίηση της, τα δε κράτη μέλη υποχρεώνονταν, δυνάμει της ίδιας διατάξεως, να ενημερώσουν αμέσως την Επιτροπή για τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που θέσπισαν συμμορφούμενα προς την οδηγία.
2.
Επειδή η Επιτροπή δεν έλαβε καμία απάντηση εκ μέρους της ιταλικής κυβερνήσεως τόσο ως προς το υπ' αριθμό SG (82 )D/13781 έγγραφο της, της 19ης Οκτωβρίου 1982, με το οποίο την καλούσε να της γνωστοποιήσει τις παρατηρήσεις της επί του θέματος εφόσον δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε γνωστοποίηση σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας στην ιταλική έννομη τάξη, ούτε και ως προς την αιτιολογημένη γνώμη της 14ης Ιουνίου 1984, με την οποία ζητούσε τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων συμμορφώσεως της προς αυτήν εντός προθεσμίας δύο μηνών, έχοντας δε έτσι τηρήσει την προδιαδικασία που προβλέπει το άρθρο 169 της Συνθήκης, άσκησε στις 21 Ιανουαρίου 1985 την παρούσα προσφυγή κατά παραβάσεως.
Η ιταλική κυβέρνηση προέβαλε ως μοναδικό μέσο άμυνας της το γεγονός ότι σχέδιο νόμου για την εφαρμογή της οδηγίας βρισκόταν « σε προχωρημένο στάδιο μελέτης », ευελπιστούσε δε ότι το εν λόγω σχέδιο θα ήταν δυνατόν να ψηφιστεί εντός εύλογου χρόνου.
3.
Κατόπιν αυτού, το Δικαστήριο ζήτησε από την Επιτροπή να του γνωστοποιήσει τα μέτρα εκτελέσεως της οδηγίας που έλαβαν τα λοιπά κράτη μέλη, συνοδευόμενα από τις ημερομηνίες θεσπίσεως τους, από την ιταλική κυβέρνηση δε να το ενημερώσει επί του σταδίου της διαδικασίας μεταφοράς για την οποία γίνεται λόγος στο υπόμνημα αντικρούσεως της.
Όπως προκύπτει από την απάντηση που υπέβαλε η Επιτροπή, έξι κράτη μέλη θέσπισαν εθνικές διατάξεις εκτελέσεως:
—
η Δανία ( 2 νόμοι της 10ης Ιουνίου 1981 ),
—
το Ηνωμένο Βασίλειο ( « companies act » της 30ής Οκτωβρίου 1981 ),
—
η Γαλλία (νόμος της 30ής Απριλίου 1983' διάταγμα της 27ης Απριλίου 1982 περί δημοσιεύσεως του νέου τυποποιημένου λογιστικού σχεδίου' διάταγμα της 22ας Νοεμβρίου 1983 ),
—
το Βέλγιο (2 νόμοι της 1ης Ιουλίου 1983 και 5ης Δεκεμβρίου 1984 αντίστοιχα' βασιλικά διατάγματα της 12ης Σεπτεμβρίου 1983 ),
—
οι Κάτω Χώρες ( νόμος της 7ης Δεκεμβρίου 1983' διατάγματα της 22ας και 23ης Δεκεμβρίου 1983 ), και
—
το Λουξεμβούργο (νόμος της 4ης Μαΐου 1984).
Δύο προσφυγές λόγω παραβάσεως εκκρεμούν επί του παρόντος ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ( υπόθεση 18/85 ) και της Ιρλανδίας (υπόθεση 16/85). Σημειωτέον ότι, όσον αφορά το πρώτο από τα δύο αυτά κράτη, ο νόμος της 19ης Δεκεμβρίου 1985 περί μεταφοράς της τέταρτης, έβδομης και όγδοης οδηγίας του Συμβουλίου για το συντονισμό του δικαίου των εταιριών πρόκειται να τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1987. Όσον αφορά την Ιρλανδία, σχετικό νομοσχέδιο συζητείται ενώπιον του Κοινοβουλίου (Dail), ενδέχεται δε να τεθεί σε ισχύ κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 1986.
Τέλος, προσφυγή, στηριζόμενη στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, έχει ασκηθεί και κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Η ιταλική κυβέρνηση απάντησε, ότι μολονότι βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο, το νομοσχέδιο εξακολουθεί να τελεί υπό επεξεργασία. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της Ιταλικής Δημοκρατίας δήλωσε ότι η κατάσταση παρέμενε αμετάβλητη.
4.
Ο αριθμός των προσφυγών που άσκησε η Επιτροπή με αντικείμενο τη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών, καθώς επίσης και το γεγονός ότι κανένα κράτος μέλος δεν κατέστη δυνατόν να τηρήσει την ταχθείσα προθεσμία, μαρτυρούν τις δυσχέρειες να τεθεί σε ισχύ ένα νομοθέτημα με πολύ τεχνικό αντικείμενο που αφορά ιδιαίτερα σημαντικό τομέα της οικονομικής ζωής, οι κύριοι παράγοντες του οποίου είναι οι εμπορικές εταιρίες.
Πάντως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην προκειμένη περίπτωση η Ιταλική Δημοκρατία, όπως άλλωστε το αναγνωρίζει, δεν δικαιολογεί ούτε κατ' ελάχιστο οιαδήποτε έναρξη εκτελέσεως της υποχρέωσης που υπέχει από το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΟΚ. Όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, την οποία υπενθύμισε η Επιτροπή και η οποία έρχεται να επιβεβαιωθεί εκ νέου με μία από τις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Δικαστηρίου ( απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1985 στην υπόθεση 131/84, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1985, σ. 3531 ), ότι:
« ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, την ακολουθούμενη πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής εννόμου τάξεως του για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που ορίζονται από τις οδηγίες » ( σκέψη 6 ).
5.
Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας εντός των ταχθεισών προθεσμιών τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
—
να καταδικάσει την τελευταία στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από ra γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy