ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 4ης Φεβρουαρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεόρε,
Κύριοι οικασνές,
1.
Η διαφορά στην κύρια δίκη φέρει αντιμέτωπους μία γαλλική τράπεζα, την Crédit lyonnais, υποκατάστημα του Forbach, και τον Anterist, κάτοικο Saarbrücken (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), αλληλέγγυο εγγυητή, έναντι της τράπεζας, των χρεών της εταιρίας Anterist και Schneider που έχει έδρα το Stiring-Wendel ( Γαλλία ). Η σύμβαση εγγυήσεως, που υπεγράφη στις 26 Μαίου 1967, περιλάμβανε την ακόλουθη έντυπη ρήτρα:
«Όλες οι αιτήσεις και επιδόσεις πραγματοποιούνται στο υποκατάστημα της Credit lyonnais οδός αριθμός, το δε δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το εν λόγω υποκατάστημα είναι το μόνο αρμόδιο να αποφανθεί όσον αφορά την εκτέλεση της παρούσας, ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο εναγόμενος. »
Μεταξύ των μερών είχε συνεπώς συμφωνηθεί ότι αρμόδιο ήταν το Tribunal de grande instance του Sarreguemines, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το υποκατάστημα του Forbach.
Πολλά χρόνια αργότερα, η εταιρία Anterist και Schneider δεν μπόρεσε να πληρώσει εμπρόθεσμα τα χρέη της και η Crédit lyonnais ενήγαγε κατά συνέπεια τους αλληλέγγυους εγγυητές. Επειδή η αγωγή αυτή ασκήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας του Anterist, του Landgericht του Saarbrücken, ο Anterist αμφισβήτησε την αρμοδιότητα του δικαστηρίου αυτού. Στα πλαίσια της διαφοράς ασκήθηκε αναίρεση που εκκρεμεί ενώπιον του Bundesgerichtshof, το οποίο, με Διάταξη της 20ής Δεκεμβρίου 1984, υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία της τρίτης παραγράφου του άρθρου 17 της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, που αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής: η Σύμβαση):
« Συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να θεωρηθεί, κατά την έννοια του άρθρου 17, τρίτη παράγραφος, της Συμβάσεως, ότι “έχει καταρτισθεί προς όφελος μόνο ενός των μερών” όταν τα μέρη συμφώνησαν εγκύρως, σύμφωνα με το άρθρο 17, πρώτη παράγραφος, της Συμβάσεως, απλώς και μόνο ότι διεθνή δικαιοδοσία έχει ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια συμβαλλόμενου κράτους, στο έδαφος του οποίου έχει το εν λόγω μέρος την κατοικία του; »
Οι δύο παράγραφοι του άρθρου 17 στις οποίες αναφέρεται το παραπέμπον δικαστήριο έχουν την ακόλουθη διατύπωση:
Πρώτη παράγραφος
« Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους, συμφώνησαν, είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση, ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια συμβαλλόμενου κράτους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκόψει ή θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία. »
Τρίτη παράγραφος
« Αν η συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας έχει καταρτισθεί προς όφελος μόνον ενός των μερών, το μέρος αυτό διατηρεί το δικαίωμα να προσφύγει σε κάθε άλλο δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση. »
2.
Οι διάδικοι στην κύρια δίκη, η Επιτροπή και δύο κράτη μέλη, η Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, προέβαλαν τις απόψεις τους, οι οποίες εκτίθενται συνοπτικά κατωτέρω.
Κατά την άποψη του Aiiteríst, ο οποίος φρονεί ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα, η κατοικία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κριτήριο του πλεονεκτήματος το οποίο αφορά η εξαιρετική ρύθμιση του άρθρου 17, τρίτη παράγραφος, διότι αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να καταστήσει κενό περιεχομένου τον κανόνα που περιλαμβάνεται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 17.
Η παράγραφος αυτή παρέχει τη δυνατότητα στους διαδίκους να γνωρίζουν εκ των προτέρων το δικαστήριο που έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία. Η έρευνα στην οποία θα έπρεπε κατ' ανάγκη να αποδυθεί ο δικαστής για να διαπιστώσει αν η κατοικία αποτελεί πλεονέκτημα αποκλειστικά για το μέρος που διεκδικεί την εφαρμογή της τρίτης παραγράφου δεν συμβιβάζεται καθόλου με το στόχο της σαφήνειας και της διαδικαστικής απλουστεύσεως που επιδιώκεται με τη Σύμβαση.
3.
Η κυβέρνηση τον Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει επίσης ότι η τρίτη παράγραφος του άρθρου 17 έχει το χαρακτήρα παρεκκλίσεως εν σχέσει προς την πρώτη παράγραφο του ίδιου άρθρου. Οι περισσότερες από τις συμφωνίες διεθνούς δικαιοδοσίας είναι διατυπωμένες κατά τον ίδιο τρόπο με την προκειμένη συμφωνία. Επομένως, η καταφατική απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα θα στερούσε από κάθε αποτελεσματικότητα τον κανόνα περί αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας που διατυπώνεται στην πρώτη παράγραφο.
Επιπλέον, η τρίτη παράγραφος αφορά μόνο τις συμφωνίες που προβλέπουν ενώπιον ποίου δικαστηρίου ένα μέρος μπορεί να ασκήσει αγωγές, αφήνοντας το άλλο μέρος ελεύθερο να επικαλείται τις γενικές διατάξεις της Συμβάσεως που αφορούν τη διεθνή δικαιοδοσία.
4.
Η ιταλική κυβέρνηση φρονεί από την πλευρά της ότι η εν λόγω διάταξη βρίσκει εφαρμογή αν ένα μέρος, για οποιοδήποτε λόγο, επέβαλε στο άλλο τη διεθνή δικαιοδοσία ενός δικαστηρίου. Από τις συμφωνίες διεθνούς δικαιοδοσίας δεν συνάγεται εντούτοις πάντοτε αν έχουν συναφθεί προς το κοινό συμφέρον των μερών — οπότε εφαρμόζεται η πρώτη παράγραφος του άρθρου 17 — ή προς το συμφέρον ενός μόνο μέρους. Το εθνικό δικαστήριο πρέπει κατά συνέπεια να εξετάζει διεξοδικά τη βούληση των μερών και να διερευνά αν η συμφωνία έχει καταρτισθεί προς το αποκλειστικό συμφέρον ενός μέρους. Το κριτήριο της κατοικίας θα μπορούσε να είναι ενδεικτικό του συμφέροντος ενός μόνο μέρους, αλλά πρέπει να εξετασθεί μήπως και το άλλο μέρος αντλεί εν προκειμένω ένα έστω παρεπόμενο πλεονέκτημα. Αν η συμφωνία έχει καταρτισθεί προς το συμφέρον ενός μόνο μέρους, το μέρος αυτό παραμένει ελεύθερο να προσφύγει ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου που είναι αρμόδιο δυνάμει της Συμβάσεως, έστω και για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο της εγέρσεως ενστάσεων όσον αφορά το κύρος της συμφωνίας.
5.
Η άποψη της Επιτροπής, την οποία ο εκπρόσωπος της Credit lyonnais, που δεν είχε καταθέσει γραπτές παρατηρήσεις, δήλωσε ότι συμμερίζεται κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, είναι η ακόλουθη: η διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου 17 δεν αποτελεί κύριο κανόνα αλλά συνιστά εξαίρεση εν σχέσει προς τα άρθρα 2, 5 και 6 της Συμβάσεως. Η δεύτερη και η τρίτη παράγραφος καθορίζουν μόνο το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου. Η πρώτη παράγραφος πρέπει κατά συνέπεια να ερμηνευθεί περιοριστικά.
Δεδομένου ότι κάθε συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας απομακρύνεται από τη γενική αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο 2 της Συμβάσεως, που ευνοεί τον εναγόμενο, υπάρχει τεκμήριο πλεονεκτήματος υπέρ του ενάγοντος εφόσον αυτός επέτυχε τη σύναψη συμφωνίας που ανατρέπει το γενικό κανόνα του άρθρου 2. Η τρίτη παράγραφος του άρθρου 17 παρέχει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να μην εκμεταλλευθεί την αντικειμενικά πλεονεκτική νομική του θέση.
Για να γίνουν σεβαστοί οι στόχοι που επιδιώκονται με τη Σύμβαση, το «πλεονέκτημα» πρέπει να αξιολογείται σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια. Η διεθνής δικαιοδοσία που παρέχεται στο δικαστήριο της κατοικίας ενός των μερών αποτελεί ένα από τα κριτήρια αυτά. Μπορεί επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το οικονομικά ισχυρότερο μέρος επέβαλε στο άλλο την αποδοχή εντύπου που περιλαμβάνει τους γενικούς όρους των συμβατικών τους σχέσεων, έστω και αν το δικαστήριο που ορίζεται ως έχον διεθνή δικαιοδοσία δεν είναι το δικαστήριο της κατοικίας. Το ασθενέστερο μέρος, αν επιθυμεί να αποφευχθεί η εφαρμογή του άρθρου 17, τρίτη παράγραφος, πρέπει να φροντίσει ώστε η συμφωνία να διατυπωθεί κατά τρόπο που να προκύπτει σαφώς ότι το εν λόγω μέρος έχει επίσης ορισμένο συμφέρον. Στην περίπτωση αυτή πράγματι, το πλεονέκτημα του άλλου μέρους δεν είναι πλέον αποκλειστικό.
6.
Θα ήθελα να επισημάνω το παράδοξο της υποθέσεως αυτής. Ο Anterist προσπαθεί να επιτύχει την εφαρμογή συμφωνίας διεθνούς δικαιοδοσίας, την οποία προσπαθεί να αποφύγει η Credit lyonnais για το λόγο ότι η συμφωνία αυτή καταρτίστηκε αποκλειστικά προς το συμφέρον της. Προφανώς, το παράδοξο αυτό είναι απλώς φαινομενικό. Αλλά δεν οφείλουμε να αναζητήσουμε τον πραγματικό λόγο που προκαλεί αυτή τη θεωρητική συζήτηση. Αυτή είναι υπόθεση του εθνικού δικαστηρίου, εγώ δε θα περιοριστώ στην προσπάθεια να παράσχω ορισμένα στοιχεία στο Δικαστήριο, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να απαντήσει στο ερώτημα που του υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο.
7.
Η τρίτη παράγραφος του άρθρου 17 δεν μπορεί να ερμηνευθεί μεμονωμένα. Οι διάδικοι στην κύρια δίκη και οι παρεμβαίνοντες προσπάθησαν να εντάξουν τη διάταξη αυτή στο γενικότερο πλαίσιο της Συμβάσεως. Θα υιοθετήσω την ίδια μέθοδο.
Στο προοίμιο της Συμβάσεως διατυπώνονται οι σκόποι της: απλούστευση των διατυπώσεων που απαιτούνται για την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, ενίσχυση της έννομης προστασίας των εγκατεστημένων στην Κοινότητα προσώπων. Επιπλέον, περιγράφονται τα μέσα που έχουν επιλεγεί για την επίτευξη των στόχων αυτών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται κατά κύριο λόγο ο καθορισμός της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων των κρατών μελών στη διεθνή έννομη τάξη. Με δυό λόγια, η Σύμβαση έχει σκοπό να εξασφαλίσει την ασφάλεια του δικαίου στη δικονομική έννομη τάξη, παρέχοντας στον καθένα τα μέσα να καθορίζει με βεβαιότητα το δικαστή του για να προβάλλει με αποτελεσματικότητα τα δικαιώματα του.
Το άρθρο 17 περιλαμβάνεται στον τίτλο II της Συμβάσεως, ο οποίος αφορά τους κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας. Η διάρθρωση του τίτλου αυτού είναι η ακόλουθη. Το πρώτο τμήμα, που φέρει τον τίτλο «γενικές διατάξεις », ορίζει στο άρθρο 2 ότι: « τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους αυτού ». Συνεπώς, η κατοικία του εναγομένου καθορίζει τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Ratione matériáé, στα τμήματα 2, 3 και 4 απαριθμούνται ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας και στο τμήμα 5 περιπτώσεις αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας, οι οποίες αποτελούν παρεκκλίσεις από τον κανόνα « actor sequitur forum rei ». Τα τμήματα 7, 8 και 9 αφορούν τις δικαστικές ενέργειες.
Το άρθρο 17 περιλαμβάνεται στο τμήμα 6 που φέρει τον τίτλο « παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας». Η διατύπωση της διατάξεως αυτής είναι χαρακτηριστική: πρόκειται για συμβατική παρέκταση, περιγραφόμενη στην πρώτη παράγραφο, η οποία δεσμεύει τα μέρη υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της δεύτερης και της τρίτης παραγράφου.
Η οικονομία του εισαγόμενου με τη Σύμβαση συστήματος όσον αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία φαίνεται συνεπώς ότι είναι η ακόλουθη. Πέρα από το νόμιμο καθεστώς — που περιλαμβάνεται στα άρθρα 2 μέχρι 16 —, υπάρχει ένα συμβατικό καθεστώς που προβλέπεται στο άρθρο 17 βάσει του οποίου, εκτός από τις δημοσίας τάξεως περιπτώσεις αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας που περιλαμβάνονται στο άρθρο 16, οι συμβαλλόμενοι μπορούν, με ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας, να παρεκκλίνουν από το νόμιμο καθεστώς.
Το σύστημα αυτό παρέχει την κλείδα για την ερμηνεία της πρώτης παραγράφου του άρθρου 17.
Πρέπει σχετικά να γίνει διάκριση μεταξύ της υπάρξεως και της δεσμευτικής ισχύος της συμφωνίας διεθνούς δικαιοδοσίας. Η ύπαρξη συμφωνίας δεν μπορεί να τεκμαίρεται και, εν αμφιβολία, ισχύει το νόμιμο καθεστώς. Από την άποψη αυτή, η πρώτη παράγραφος του άρθρου 17 πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Αυτό ανταποκρίνεται επιπλέον προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία:
« Οι προϋποθέσεις από τις οποίες το άρθρο 17 εξαρτά το κύρος των ρητρών διεθνούς δικαιοδοσίας ερμηνεύονται στενά, διότι σκοπός του εν λόγω άρθρου 17 είναι να εξασφαλιστεί ότι η σύμπτωση βουλήσεως των μερών ως προς αυτή τη ρήτρα, η οποία κατά παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας αποτελεί παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες προσδιορισμού της δικαιοδοσίας που καθιερώνονται στα άρθρα 2, 5 και 6 της Σύμβασης, είναι πράγματι αποδεδειγμένη και εκδηλώνεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο » (υπόθεση 71/83, Tilly Russ κατά Nova, απόφαση της 19ης Ιουνίου 1984, Συλλογή σ. 2417, σκέψη 14, σ. 2432).
Δεν ισχύει το ίδιο όσον αφορά τη δεσμευτική ισχύ. Πράγματι, ξαναβρίσκουμε εδώ το θεμελιώδη κανόνα βάσει του οποίου τα μέρη δεσμεύονται από τη συναφθείσα συμφωνία. Η ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας — υπό την προϋπόθεση ότι δεν αντίκειται προς τους δημοσίας τάξεως κανόνες περί αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 16 — είναι δεσμευτική για τους συμβαλλομένους. Εφόσον η σχετική δυνατότητα παραχωρήθηκε από τον κοινοτικό νομοθέτη, τέτοια ρήτρα, όταν συνάπτεται εγκύρως, δεν μπορεί να επιτρέψει στο ένα από τα μέρη να παραιτηθεί από αυτί] για να επιτύχει την επανεφαρμογή του νομίμου καθεστώτος. Ο κανόνας της στενής ερμηνείας που ισχύει όσον αφορά τον έλεγχο του κύρους της συμφωνίας δεν μπορεί, εφόσον η συμφωνία είναι έγκυρη, να προβληθεί κατά της δεσμευτικής ισχύος της ρήτρας διεθνούς δικαιοδοσίας.
9.
Μένει να ερμηνεύσουμε την τρίτη παράγραφο του άρθρου 17.
Υποστηρίχθηκε ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι η εν λόγω διάταξη αφορά την περίπτωση της μονομερούς ρήτρας, κατά την οποία ένα μόνο μέρος υπόκειται στη ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας ενώ το άλλο μπορεί να παραιτηθεί από τη δυνατότητα επικλήσεως της για να επιτύχει την εφαρμογή των κανόνων περί νομίμου διεθνούς δικαιοδοσίας. Αν ήταν ορθή η ερμηνεία αυτή, η εν λόγω παράγραφος θα ήταν άσχετη με την προκειμένη περίπτωση και συνεπώς ανεφάρμοστη. Δεν αντιλαμβάνομαι όμο)ς τη σκοπιμότητα νομοθετικής διατάξεως η οποία παρέχει εκ νέου στο « ευνοούμενο μέρος » το ευεργέτημα της εφαρμογής νομικών κανόνων από τους οποίους το μέρος αυτό δεν παραιτήθηκε συμβατικά.
Φρονώ συνεπώς ότι η εν λόγω διάταξη αφορά τη ρήτρα η οποία, αν και συνήφθη προς το αποκλειστικό συμφέρον ενός μόνο συμβαλλομένου, έχει εντούτοις, όπως στην προκειμένη περίπτωση, διμερή χαρακτήρα, ή ακόμη τη μονομερή ρήτρα που προβλέπει ότι οι αγωγές του συμβαλλομένου αυτού ασκούνται ενώπιον δικαστηρίου που καθορίζεται ρητά. Με το άρθρο 17, τρίτη παράγραφος, παρέχεται στο κατά τον τρόπο αυτό « ευνοούμενο » μέρος το δικαίωμα να παραιτηθεί από το πλεονέκτημα του για να επιτύχει την εφαρμογή των κανόνων περί νομίμου διεθνούς δικαιοδοσίας.
Έτσι ερμηνευόμενη, η εν λόγω διάταξη παρεκκλίνει από την αρχή της ισότητας των συμβαλλομένων μερών. Επιπλέον, εισάγει μία ή περισσότερες διεθνείς δικαιοδοσίες συντρέχουσες προς τη διεθνή δικαιοδοσία που έχει καθορισθεί συμβατικά, πράγμα που εξασθενίζει την ασφάλεια του δικαίου, η οποία αποτελεί στόχο τόσο της Συμβάσεως των Βρυξελλών όσο και της ρήτρας διεθνούς δικαιοδοσίας. Για τους δύο αυτούς λόγους, η διάταξη αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως εξαίρεση από το συμβατικό κανόνα που διατυπώνεται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 17 και επομένως πρέπει να ερμηνεύεται στενά.
Τα μέρη μπορούν να διατυπώνουν ρητά στη σύμβαση τους ότι η ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας καταρτίσθηκε προς το αποκλειστικό συμφέρον ενός των μερών. Στην περίπτωση αυτή θα διευκολυνόταν εξαιρετικά η αποστολή του δικαστή όσον αφορά την εφαρμογή της τρίτης παραγράφου.
Αυτό δεν συμβαίνει όμως στην προκειμένη περίπτωση. Ο δικαστής πρέπει συνεπώς να εξετάσει αν από τη σύμβαση προκύπτει τέτοιο αποκλειστικό συμφέρον. Εφόσον η τρίτη παράγραφος πρέπει να ερμηνεύεται στενά, το αποκλειστικό συμφέρον δεν μπορεί να τεκμαίρεται. Δεδομένου δε ότι πρόκειται για την ερμηνεία της βουλήσεως των μερών, το αποκλειστικό συμφέρον δεν μπορεί επίσης να συνάγεται αυτόματα από αντικειμενικές ενδείξεις. Έτσι, το γεγονός ότι στη συμφωνία προβλέπεται η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου της κατοικίας ενός των συμβαλλομένων μερών αποτελεί στοιχείο που μπορεί — και πρέπει — να ληφθεί υπόψη από το εθνικό δικαστήριο κατά την εκτίμηση της βουλήσεως των μερών στην οποία προβαίνει, αλλά δεν υπαγορεύει εντούτοις το αποτέλεσμα της εκτιμήσεως αυτής. Άλλα στοιχεία πράγματι, όπως η συνήθης εφαρμογή από το καθορισθέν δικαστήριο του δικαίου που διέπει τη σύμβαση, μπορούν ενδεχομένως να θεμελιώσουν την ύπαρξη κοινού συμφέροντος των μερών.
Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στο υποβληθέν ερώτημα:
« 1)
Οι συμφωνίες διεθνούς δικαιοδοσίας οι οποίες συνάπτονται εγκύρως υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 17, πρώτη παράγραφος, της Συμβάσεως για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που υπεγράφη στις 27 Σεπτεμβρίου 1968, έχουν για τα συμβαλλόμενα μέρη την ίδια δεσμευτική ισχύ όπως και το ελλείψει τέτοιων συμφωνιών ισχύον νόμιμο καθεστώς περί διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπεται στα άρθρα 2 μέχρι 15 της εν λόγω Συμβάσεως.
2)
Το άρθρο 17, τρίτη παράγραφος, της Συμβάσεως ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι όταν μία από τις συμφωνίες αυτές συνήφθη προς το αποκλειστικό συμφέρον ενός των συμβαλλομένων μερών, το μέρος αυτό διατηρεί το δικαίωμα να παραιτηθεί από το εν λόγω πλεονέκτημα και να προσφύγει ενώπιον κάθε άλλου δικαστηρίου που έχει διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει του ανωτέρω νομίμου καθεστώτος.
3)
Απόκειται κάθε φορά στο εθνικό δικαστήριο, βάσει των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως και των όρων της συμφωνίας, να κρίνει αν ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας καταρτίστηκε ή όχι προς το αποκλειστικό συμφέρον ενός των μερών η αναγνώριση της διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου έχει ένα μέρος την κατοικία του αποτελεί στοιχείο που υπόκειται πλήρως στην κρίση του εν λόγω δικαστηρίου. »
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy