ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 22ας Ιανουαρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171 ), « περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων », ορίζει ότι η οδηγία εφαρμόζεται « επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων σε άλλο επιχειρηματία, οι οποίες προκύπτουν από συμβατική εκχώρηση ( μεταβίβαση ) ή συγχώνευση ». Δυνάμει των άρθρων 2, στοιχείο α ), και 3, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του μεταβιβάζοντος, ο οποίος χάνει, λόγω μεταβιβάσεως, την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα εγκαταστάσεως, μεταβιβάζονται στον προς ον η μεταβίβαση, εφόσον απορρέουν από σύμβαση ή από σχέση εργασίας που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως.
Οι διατάξεις αυτές τέθηκαν σε εφαρμογή με το άρθρο 1639 bb του ολλανδικού Αστικού Κώδικα, το οποίο ορίζει: « Κατά τη μεταβίβαση επιχειρήσεως, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχει ο εργοδότης κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως βάσει συμβάσεως εργασίας μεταξύ αυτού και των μισθωτών που εργάζονται στην επιχείρηση μεταβιβάζονται, συνεπεία της εν λόγω μεταβιβάσεως, αυτοδικαίως σ' αυτόν προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση. »
Ο Spijkers ζήτησε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά των Gebroeders Benedik Abattoir CV και Alfred Benedik en Zonen BV ( « Benedik CV » και « Benedik BV » ) από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Maastricht, επικαλούμενος τη διάταξη αυτή. Το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο Spijkers εργαζόταν ως βοηθός διευθυντής στην Gebroeders Colaris Abattoir BV ( « Colaris » ), στις εγκαταστάσεις της στο Ubach over Worms. Στις εγκαταστάσεις αυτές η Colaris εκμεταλλευόταν ένα σφαγείο. Στις 27 Δεκεμβρίου 1982 ολόκληρο το σφαγείο, με διάφορες αίθουσες και γραφεία, μαζί με το οικόπεδο και συγκεκριμένα κατονομαζόμενα κινητά πράγματα, πωλήθηκε στην Benedik CV. «Έκτοτε — αλλά πράγματι από τις 7 Φεβρουαρίου 1983 — οι δραστηριότητες της Benedik CV συνίστανται στην εκμετάλλευση για κοινό λογαριασμό (της Benedik CV και Benedik BV) ενός σφαγείου με όλα όσα αυτό συνεπάγεται». 'Ολοι οι εργαζόμενοι στην Colaris αναπροσελήφθησαν από την Benedik CV, πλην του Spijkers και ενός άλλου εργαζομένου που ασθενούσε και ήταν ανίκανος προς εργασία. Το δικαστήριο δέχτηκε επίσης ότι η Colaris κηρύχθηκε σε πτώχευση με δικαστική απόφαση της 3ης Μαρτίου 1983 και ότι κατά το χρόνο της πωλήσεως η Colaris είχε παύσει εντελώς να ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα και ότι « δεν υφίστατο πλέον ο αέρας της επιχείρησης ».
Βάσει αυτών των διαπιστώσεων, το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα του Spijkers να του καταβάλουν οι εταιρίες Benedik τους μισθούς του από τις 27 Δεκεμβρίου 1982 και να του προσφέρουν εργασία ή να του καταβάλουν αποζημίωση· κατόπιν της απορρίψεως της αποφάσεως αυτής από το εφετείο, ο ενδιαφερόμενος έφερε το ζήτημα ενώπιον του Hoge Raad.
Το Hoge Raad έλαβε ως βάση i ) ότι η επιχειρηματική δραστηριότητα, την οποία ασκούσε η Benedik CV στα κτίρια, ήταν της ίδιας φύσεως με τη δραστηριότητα που ανέπτυσσε προηγουμένως η Colaris, μολονότι το ζήτημα αυτό ήταν εριζόμενο μεταξύ των διαδίκων ii ) ότι τα περιουσιακά στοιχεία της επιχειρηματικής μονάδας, τα οποία ανέλαβε η Benedik CV, της έδωσαν τη δυνατότητα να εξακολουθήσει τις δραστηριότητες της Colaris· και iii) ότι το εφετείο είχε δεχτεί ότι δεν μεταβιβάστηκε και η πελατεία της Colaris, ζήτημα επίσης εριζόμενο.
Το Hoge Raad έκρινε ότι ήταν αναγκαία η επίλυση τριών ζητημάτων ως προς την ερμηνεία της οδηγίας, τα οποία και υπέβαλε στην κρίση του παρόντος Δικαστηρίου.
Τα σχετικά ερωτήματα είναι:
«1)
Πρέπει να θεωρηθεί ότι υπάρχει μεταβίβαση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, στην περίπτωση μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως με τον εξοπλισμό της, όταν λόγω αυτού του γεγονότος δίνεται στον “ αποκτώντα ” την επιχείρηση η δυνατότητα να εξακολουθήσει τις δραστηριότητες του “ αρχικού ιδιοκτήτη ”, στη συνέχεια δε ο “ αποκτών ” ασκεί στο συγκρότημα των εν λόγω κτιρίων ανάλογες δραστηριότητες;
2)
Το γεγονός ότι κατά το χρόνο της πωλήσεως των κτιρίων με τον εξοπλισμό τους οι δραστηριότητες του πωλητή είχαν τελείως σταματήσει και ότι, ιδίως, τα άυλα αγαθά της επιχείρησης δεν είχαν πλέον αξία αποτελεί εμπόδιο στο να θεωρηθεί ότι υφίσταται “ μεταβίβαση ” κατά την έννοια του πρώτου ερωτήματος;
3)
Το γεγονός ότι η πελατεία δεν μεταβιβάστηκε αποτελεί εμπόδιο στο να θεωρηθεί ότι υπάρχει τέτοιου είδους μεταβίβαση; »
Τα υποβληθέντα ερωτήματα εκκινούν από το ότι η Colaris δεν ήταν ήδη υπό εκκαθάριση κατά το χρόνο της πωλήσεως και επομένως η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 135/83, Abels (απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, Συλλογή 1985, σ. 469), δεν έχει εφαρμογή.
Είναι σαφές ότι πρωταρχικό στόχο της οδηγίας αποτελεί η προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως. Κατά την άποψη μου, όπως ισχυρίζονται η ολλανδική κυβέρνηση, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή με τις προφορικές, όχι όμως και τις γραπτές της παρατηρήσεις, για να κριθεί αν υπήρξε μεταβίβαση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας, πρέπει να εξεταστούν όλες οι περιστάσεις. Πρέπει να αποφευχθούν οι τεχνικοί κανόνες και η ουσία έχει μεγαλύτερη σημασία από τον τύπο. Το ουσιώδες ζήτημα είναι αν, ο προς ον η μεταβίβαση απέκτησε επιχειρηματική εγκατάσταση ή επιχείρηση (ή τμήμα τους) την οποία να μπορεί να συνεχίσει να εκμεταλλεύεται.
Το ότι κατά το χρόνο της μεταβίβασης η επιχειρηματική εγκατάσταση εξακολουθεί να είναι εν ενεργεία, το ότι χρησιμοποιούνται τα μηχανήματα, οι πελάτες εφοδιάζονται, οι εργαζόμενοι απασχολούνται και το ότι πωλούνται όλα τα υλικά περιουσιακά στοιχεία και ο αέρας, αποτελούν ισχυρές ενδείξεις περί του ότι υπάρχει μεταβίβαση κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου. Αυτά όμως δεν αποτελούν όλα τα αναγκαία προαπαιτούμενα μιας μεταβίβασης σε κάθε περίπτωση. Η κατάσταση πρέπει να εκτιμηθεί κατά τρόπο θεμελιωμένο και σύμφωνο με την πραγματικότητα, καθώς και να εξεταστούν όλα τα πραγματικά στοιχεία.
'Ετσι, το γεγονός ότι κατά το χρόνο της μεταβίβασης έχει παύσει ή έχει μειωθεί αισθητά η άσκηση της εμπορίας δεν εμποδίζει την ύπαρξη μεταβιβάσεως μιας επιχειρηματικής εγκατάστασης, αν εξακολουθούν να υφίστανται και μεταβιβάζονται τα αναγκαία μέσα για τη συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, όπως οι εγκαταστάσεις, τα κτίρια και οι εργαζόμενοι. Ούτε το γεγονός της μη μεταβίβασης του αέρα ή των υφισταμένων συμβάσεων είναι καθοριστικό για να θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει μεταβίβαση κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου. Ο προς ον η μεταβίβαση μπορεί κάλλιστα να θέλει να αναλάβει τις δραστηριότητες της επιχείρησης για να προμηθεύει τους δικούς του πελάτες ή να αναζητήσει άλλου είδους πελατεία, όπως π.χ. στο χονδρικό αντί του λιανικού εμπορίου, ή στην αλλοδαπή αντί της ημεδαπής. Αντιστρόφως, όπως ισχυρίζεται το Ηνωμένο Βασίλειο, μπορεί να υπάρχει μεταβίβαση σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου πωλείται ο αέρας ή οι υφιστάμενες συμβάσεις ή κατάλογοι πελατών, χωρίς να υπάρχει και μεταβίβαση υλικών περιουσιακών στοιχείων.
Το ότι μετά την πώληση μεσολαβεί χρονικό κενό μέχρι την επανάληψη της επιχειρηματικής δραστηριότητας αποτελεί σημαντικό μεν, όχι όμως και καθοριστικό στοιχείο για να θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει μεταβίβαση κατά την έννοια της οδηγίας. Δεν αποκλείεται ο προς ον η μεταβίβαση να θέλει να δαπανήσει χρόνο για να αναδιοργανώσει ή να ανακαινίσει τις εγκαταστάσεις ή τον εξοπλισμό. Αν οι εργαζόμενοι διατηρηθούν για το σκοπό αυτό και στη συνέχεια επαναληφθούν οι επιχειρηματικές δραστηριότητες, τότε δικαιολογημένα μπορεί ένα εθνικό δικαστήριο να δεχτεί ότι υπήρξε μεταβίβαση. Ομοίως το γεγονός ότι η επιχειρηματική δραστηριότητα συνεχίζεται κατά διαφορετικό τρόπο δεν είναι καθοριστικό για να θεωρηθεί ότι υπάρχει μεταβίβαση — οι νέες μέθοδοι, ο νέος μηχανολογικός εξοπλισμός, οι νέες μορφές πελατείας αποτελούν σημαντικούς μεν παράγοντες, δεν αρκούν όμως για να εμποδίσουν να υπάρχει στην πραγματικότητα μεταβίβαση επιχειρηματικής εγκαταστάσεως ή επιχειρήσεως.
Μολονότι είναι σαφές ότι ενδέχεται να γίνει απλώς πώληση των υλικών περιουσιακών στοιχείων ή τμήματος αυτών, χωρίς καμιά πραγματική πρόθεση να συνεχιστεί κατόπιν η επιχειρηματική δραστηριότητα, πρέπει με κάθε προσοχή να εξασφαλιστεί ότι η πώληση αυτή δεν αποτελεί συγκεκαλυμμένη μορφή για την αποφυγή των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία έναντι των εργαζομένων.
Όλα αυτά είναι πραγματικά ζητήματα που πρέπει να.κρίνει το εθνικό δικαστήριο ενόψει και των αποτελεσμάτων τους.
Σύμφωνα με τα προηγηθέντα, η απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να λάβει υπόψη τα εξής:
1)
για να κριθεί αν υπήρξε ή όχι μεταβίβαση επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως σε άλλον εργοδότη υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, πρέπει να συνεκτιμηθούν όλα τα πραγματικά στοιχεία και περιστάσεις·
2)
το κρίσιμο ζήτημα είναι αν ο προς ον η μεταβίβαση αποκτά, λόγω μεταβιβάσεως βάσει συμβάσεως, τη δυνατότητα να συνεχίσει την εκμετάλλευση της επιχείρησης ή της εγκατάστασης ή τμήματος αυτών·
3)
η ανάληψη των κτιρίων και εγκαταστάσεων, χάρη στην οποία ο προς ον η μεταβίβαση αποκτά τη δυνατότητα να συνεχίσει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του μεταβιβάζοντος και συνεχίζει πράγματι κατόπιν όμοιες επιχειρηματικές δραστηριότητες στα εν λόγω κτίρια, μπορεί να θεμελιώσει μεταβίβαση κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου·
4)
το ότι ο πωλητής είχε παύσει εντελώς να ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα κατά το χρόνο της μεταβίβασης, το ότι δεν υπάρχει πλέον ο αέρας, το ότι δεν υπήρξε μεταβίβαση κύκλου πελατών, το ότι μεσολάβησε ένα χρονικό διάστημα πριν από την ενεργή επανάληψη της άσκησης της εμπορίας και το ότι ο προς ον η μεταβίβαση επέφερε μεταβολές στην επιχειρηματική εγκατάσταση αποτελούν όλα σημαντικούς παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη, δεν αρκούν όμως αφεαυτών για να εμποδίσουν την ύπαρξη μεταβιβάσεως κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου.
Τα δικαστικά έξοδα του Spijkers για την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως εναπόκεινται στην κρίση του εθνικού δικαστηρίου. Δεν πρέπει να αποφανθεί το Δικαστήριο ως προς τα δικαστικά έξοδα των κυβερνήσεων των Κάτω Χωρών και του Ηνωμένου Βασιλείου ή της Επιτροπής.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy