ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 26ης Ιουνίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α —
1.
Ο προσφεύγων στην παρούσα υπόθεση διορίστηκε τον Οκτώβριο του 1958 ως αναθεωρητής στη μεταφραστική υπηρεσία της Επιτροπής. Το Δεκέμβριο του 1962 μονιμοποιήθηκε με το βαθμό LA 5 και με απόφαση του Σεπτεμβρίου 1963 προήχθη στο βαθμό LA 4. Με απόφαση του Μαρτίου 1981 τοποθετήθηκε — προφανώς χωρίς τροποποίηση του βαθμού του — ως προϊστάμενος ομάδας.
Επανειλημμένως του ανατέθηκε προσωρινώς η διεύθυνση του γαλλικού τμήματος της μεταφραστικής υπηρεσίας και συγκεκριμένα ( όπως προκύπτει από απόφαση του Φεβρουαρίου 1984) για την περίοδο από 1ης Μαΐου 1981 μέχρι 30ής Σεπτεμβρίου 1981 και για την περίοδο από 1ης Ιουνίου 1982 μέχρι 24ης Οκτωβρίου 1982. Μετά την κένωση της θέσεως αυτής ανατέθηκε στον προσφεύγοντα, για την περίοδο από 20ής Ιανουαρίου 1984 μέχρι 16ης Μαΐου 1984, η αναπλήρωση του απελθόντος προϊσταμένου.
2.
Με την προκήρυξη κενής θέσης COM/407/84η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία για την πλήρωση της προαναφερθείσας θέσης του προϊσταμένου του γαλλικού μεταφραστικού τμήματος. Έντεκα άτομα υπέβαλαν υποψηφιότητα μεταξύ των οποίων και ο προσφεύγων.
3.
Οι υποψηφιότητες εξετάστηκαν, καταρχάς, από μία συμβουλευτική επιτροπή την οποία προβλέπει μια απόφαση του Ιουλίου 1980 όταν πρόκειται για πλήρωση θέσεων Α 2 και Α 3, αποτελούμενη — όπως αναφέρει η Επιτροπή — από τέσσερα μέλη και συγκεκριμένα το γενικό γραμματέα της Επιτροπής, το γενικό διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως, ένα γενικό διευθυντή ή προϊστάμενο υπηρεσίας που διορίζεται από τον πρόεδρο της Επιτροπής και έναν εκπρόσωπο του επιτρόπου που είναι αρμόδιος για το προσωπικό και τη διοίκηση ( ο προσφεύγων ισχυρίζεται πεπλανημένος ότι η επιτροπή αυτή είχε ως μέλη της το γενικό γραμματέα της Επιτροπής, το γενικό διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως και το γενικό διευθυντή της γενικής διεύθυνσης στην οποία ανήκει η προς πλήρωση θέση ).
Από την εξέταση αυτή διαπιστώθηκε ότι 5 υποψήφιοι, αναφερόμενοι κατ' αλφαβητική σειρά, (μεταξύ των οποίων και ο προσφεύγων ) « έπρεπε να ληφθούν ιδιαιτέρως υπόψη ». Μεταξύ αυτών, με απόφαση της 16ης Μαΐου 1984, επελέγη ο Dubois για την πλήρωση της εν λόγω θέσεως κατόπιν προαγωγής.
4.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο προσφεύγων υπέβαλε στις 22 Ιουνίου 1984 διοικητική ένσταση. Με αυτήν αμφισβητεί, πρώτον, την ορθή εκτίμηση των προσόντων των προαγώγιμων, καθώς και των εκθέσεων κρίσεως τους, σύμφωνα με το άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Πράγματι, οι εκθέσεις αυτές, που συντάσσονται σύμφωνα με το άρθρο 43 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, σε ό,τι αφορά τους άλλους συνυποψήφιους του ελήφθησαν υπόψη, όχι όμως και όσες αφορούν τον ίδιο (διότι, πράγματι, η τελευταία έκθεση κρίσεως, η οποία περιήλθε σ' αυτόν στις 16 Μαΐου 1984 και η οποία κατόπιν των παρατηρήσεων του βελτιώθηκε, στις 28 Μαΐου 1984, δεν υπήρχε, κατά το χρόνο που η Επιτροπή έλαβε την απόφαση της, στον προσωπικό του φάκελο ). Δεύτερον, ο προσφεύγων επικρίνει το γεγονός ότι δεν του ανακοινώθηκε κανένας λόγος για την απόρριψη της υποψηφιότητάς του.
Για τους λόγους αυτούς ο προσφεύγων ζητεί την ακύρωση της σιωπηρής αποφάσεως απορρίψεως της υποψηφιότητάς του, καθώς και την ακύρωση της αποφάσεως διορισμού του Dubois.
5.
Η διοικητική αυτή ένσταση δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Με απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 1984 του ανακοινώθηκε ρητώς ότι η Επιτροπή προέβη, στις 24 Οκτωβρίου 1984, σε επανεξέταση των προσόντων των υποψηφίων κατά την οποία έλαβε υπόψη της και την τελευταία έκθεση κρίσεως που αφορούσε τον προσφεύγοντα. Μετά την εξέταση αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κενή θέση έπρεπε να πληρωθεί με προαγωγή του Dubois και κατά συνέπεια επιβεβαίωσε την απόφασή της της 16ης Μαΐου 1984, σύμφωνα με την οποία δεν συνέτρεχε λόγος ακυρώσεως του διορισμού του Dubois. Εξάλλου, τονίστηκε προς τον προσφεύγοντα ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν υποχρεούται, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, να αιτιολογεί έναντι των μη προαχθέντων τις αποφάσεις της περί προαγωγής.
6.
Κατόπιν αυτού, στις 31 Ιανουαρίου 1985, ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την προσφυγή αυτή, σύμφωνα με τα αιτήματα νου προσφεύγοντος, ζητείται η ακύρωση των εξής πράξεων:
1)
της αποφάσεως της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, περί διορισμού του Dubois
2)
της σιωπηρής απόρριψης της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος για τη θέση του προϊσταμένου του γαλλικού μεταφραστικού τμήματος
3)
της αποφάσεως της Επιτροπής, της 24ης Οκτωβρίου 1984, με την οποία επιβεβαιώθηκε η απόφαση της 16ης Μαΐου 1984, και
4)
της αποφάσεως της Επιτροπής, της 7ης Νοεμβρίου 1984, με την οποία απορρίφθηκε ρητώς η διοικητική ένσταση που υπέβαλε ο προσφεύγων.
Έρχομαι τώρα στις παρατηρήσεις που έχω να διατυπώσω σχετικά με τα αιτήματα του προσφεύγοντος, τα οποία αποκρούει η Επιτροπή.
Β —
Ι — Επί του παραδεκτού
7.
Όπως είναι γνωστό, η Επιτροπή χωρίς να προβάλει ρητώς σχετική ένσταση διατύπωσε αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της προσφυγής. Πρέπει, πρώτον, να εξεταστούν οι επιφυλάξεις αυτές και τα προβλήματα που ανακύπτουν σχετικώς.
1. Επί νου αιτήματος της ακυρώσεως της αποφάσεως της 16ης Μαΐου 1984
8.
Από την έκθεση των πραγματικών περιστατικών έγινε φανερό — και αυτό προκύπτει με σαφήνεια και από την απόφαση επί της διοικητικής ενστάσεως του προσφεύγοντος — ότι η Επιτροπή προέβη, στις 24 Οκτωβρίου 1984, σε « επανεξέταση των προσόντων των υποψηφίων », μετά την οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι « έπρεπε να καλύψει τη θέση που προκηρύχτηκε με την ανακοίνωση COM/407/84 με προαγωγή του Henry Dubois ».
9.
Συνεπώς, η απόφαση της 16ης Μαΐου 1984 επανεξετάστηκε στις 24 Οκτωβρίου 1984 οπότε και αντικαταστάθηκε — κατά την Επιτροπή — με άλλη απόφαση που καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα. Αυτό σημαίνει ότι η απόφαση στην οποία αναφέρεται το πρώτο αίτημα της προσφυγής δεν υφίσταται πλέον και ότι, συνεπώς, δεν έχει νόημα η κατ' αυτής στρεφόμενη προσφυγή, διότι, στην περίπτωση που το Δικαστήριο την ακυρώσει, δεν θα κενωθεί η θέση την οποία επιδιώκει να καταλάβει ο προσφεύγων με την παρούσα προσφυγή.
Av, συνεπώς, γίνει προσκόλληση στο πρώτο αίτημα και ληφθεί ως αυτοτελές αίτημα, τότε μπορεί να υποστηριχτεί κάλλιστα η άποψη ότι αυτό είναι απαράδεκτο.
10.
Ωστόσο, το γεγονός ότι η προσφυγή στρέφεται επίσης κατά της αποφάσεως της 16ης Μαΐου 1984 μπορεί να κατανοηθεί — και ενδεχομένως να δικαιολογηθεί — από το γεγονός ότι στην προαναφερθείσα απόφαση επί της διοικητικής ενστάσεως αναφέρεται ότι η Επιτροπή «επιβεβαίωσε» την απόφαση της 16ης Μαΐου 1984 — που κατά την Επιτροπή μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση.
2. Επί του αιτήματος της ακυρώσεως της αποφάσεως περί απορρίψεως της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος για την προκηρυχθείσα θέση
11.
Και ως προς το αίτημα αυτό — αν ληφθεί αυτοτελώς — υπάρχουν βάσιμες αμφιβολίες. Πράγματι, αν ληφθεί κατά γράμμα σημαίνει ότι η υποψηφιότητα του προσφεύγοντος έπρεπε να γίνει δεκτή και ότι αυτός έπρεπε να διοριστεί στην προκηρυχθείσα θέση. Τέτοια, όμως, διαπίστωση δεν μπορεί, καταρχήν, να προβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, προκειμένου για διαδικασία προαγωγής προς πλήρωση κενής θέσεως. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως, στην άσκηση της οποίας δεν μπορεί, βεβαίως, το Δικαστήριο να υποκαταστήσει την διοίκηση. Παραπέμπω σχετικώς στις αποφάσεις επί των υποθέσεων 27/63 ( 1 ), 188/73 ( 2 ), 280/80 ( 3 ) και 173/84 ( 4 ) (στις οποίες γίνεται λόγος για το ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως που έχει η διοίκηση για αποφάσεις του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ) και στην απόφαση επί της υποθέσεως 62/75 ( 5 ), στην οποία υπογραμμίστηκε ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να επιλέξει την προσφορότερη μέθοδο για τη συγκριτική εκτίμηση των προσόντων, σύμφωνα με το άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Παραπέμπω, ιδίως, στην απόφαση επί της υποθέσεως 282/81 ( 6 ), με την οποία τονίστηκε σαφώς ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας προαγωγής, δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη διοίκηση στην εκτίμηση των προσόντων των υποψηφίων.
Εφόσον ο προσφεύγων δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι στην παρούσα περίπτωση το περιθώριο εκτιμήσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ήταν τόσο στενό, ώστε νομίμως ενεργούσα δεν μπορούσε παρά να διορίσει τον ίδιο στην προκηρυχθείσα θέση, κατόπιν προαγωγής, το δεύτερο αίτημα της προσφυγής πρέπει, πράγματι, να θεωρηθεί ως απαράδεκτο.
3. Επί του αιτήματος ακυρώσεως της αποφάσεως της 24ης Οκτωβρίου 1984
12.
Η Επιτροπή επικαλείται, σχετικώς, το άρθρο 91, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, σύμφωνα με το οποίο προϋπόθεση ασκήσεως της προσφυγής είναι ότι πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο πρέπει να υποβληθεί εμπροθέσμως και να απορριφθεί διοικητική ένσταση κατά της προσβαλλομένης πράξεως, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Επειδή η διοικητική ένσταση, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, στρέφεται κατά του προσβαλλόμενου μέτρου, δηλαδή κατά της αποφάσεως της οποίας ζητείται η ακύρωση, είναι σαφές, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, ότι όσον αφορά την απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1984 λείπει η προϋπόθεση αυτή, καθόσον διοικητική ένσταση υποβλήθηκε μόνο κατά της αποφάσεως της 16ης Μαΐου 1984.
13.
Σε ό,τι αφορά το θέμα αυτό, η άποψη της Επιτροπής μπορεί να θεωρηθεί εύλογη και να θεωρηθεί, κατά συνέπεια, ότι και το τρίτο αίτημα της προσφυγής πρέπει να κριθεί απαράδεκτο ελλείψει της προϋποθέσεως του άρθρου 91, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Δεν πρέπει, πράγματι, να αγνοηθεί ότι η ένσταση που υπέβαλε ο προσφεύγων στηρίζεται κυρίως στο επιχείρημα ότι η απόφαση της 16ης Μαΐου 1984 είναι πλημμελής, διότι κατά το χρόνο λήψεως της δεν υπήρχε η τελευταία έκθεση κρίσεως του προσφεύγοντος. Την έλλειψη αυτή κάλυψε η Επιτροπή — σύμφωνα με όσα είπε — κατά την έκδοση της αποφάσεως της 24ης Οκτωβρίου 1984. Μπορεί, συνεπώς, να λεχθεί ότι κατά το χρονικό αυτό σημείο ελήφθη νέα απόφαση βάσει νέων πραγματικών περιστατικών και ότι έπρεπε να υποβληθεί νέα διοικητική ένσταση, διότι — όπως προέκυψε από την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία — οι επικρίσεις που διατυπώθηκαν κατ' αυτής ήταν διαφορετικές.
14.
Έχω σοβαρούς δισταγμούς να προτείνω το απαράδεκτο του τρίτου αιτήματος της προσφυγής, διότι, καταρχάς, ο προσφεύγων με τη διοικητική του ένσταση επεδίωξε την ακύρωση της αποφάσεως διορισμού και διότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι η διοικητική ένσταση έγινε, ως προς το σημείο αυτό, δεκτή. Εξάλλου — και αυτό το τόνισε ο προσφεύγων με ιδιαίτερη έμφαση — στην απόφαση επί της ενστάσεως αναφέρεται ότι επιβεβαιώνεται η απόφαση της 16ης Μαΐου 1984. Το γεγονός αυτό μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι δεν χρειάζεται νέα ένσταση, συνεπαγόμενη παράταση της όλης διαδικασίας, εφόσον η επιβεβαιούμενη απόφαση αποτέλεσε ήδη αντικείμενο διοκητικής ενστάσεως.
Υπό τις περιστάσεις αυτές δεν μπορεί, πράγματι, να υποστηριχτεί ότι πρέπει να επιβληθούν αυστηρές προϋποθέσεις ως προς τη διοικητική προδικασία η μη τήρηση των οποίων να συνεπάγεται το απαράδεκτο της προσφυγής.
4. Επί του αιτήματος ακυρώσεως της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε ρητώς η οιοικητική ένσταση του προσφεύγοντος
15.
Σχετικά με το θέμα αυτό μπορεί, καταρχήν, να υποστηριχτεί η άποψη ότι σύμφωνα με το σύστημα του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, όπως προκύπτει από τα άρθρα 90 και 91, σε δικαστικό έλεγχο υπόκεινται μόνο οι βλαπτικές πράξεις, δηλαδή οι αρχικές διοικητικές αποφάσεις και όχι οι αποφάσεις απορρίψεως διοικητικών ενστάσεων οι οποίες δεν θίγουν τις αρχικές αποφάσεις.
Αν κατόπιν αυτού επιχειρηθεί η διευκρίνιση του τετάρτου αιτήματος της προσφυγής, βάσει της αποφάσεως κατά της οποίας στρέφεται η διοικητική ένσταση, θα διαπιστωθεί ότι παρόμοιο αίτημα είναι απαράδεκτο καθόσον — όπως ανέφερα — μετά την έκδοση της αποφάσεως της 16ης Μαΐου 1984, δεν έχει πλέον αντικείμενο.
Επειδή με την απόφαση επί της διοικητικής ενστάσεως γνωστοποιήθηκε μία νέα απόφαση διορισμού, μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι το τέταρτο αίτημα έχει την έννοια ότι αναφέρεται στο διορισμό άλλου υπαλλήλου στην προκηρυχθείσα θέση, ότι δηλαδή αναφέρεται στην επιβεβαιωτική απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1984. Αν, όμως, ερμηνευθεί υπό την έννοια αυτή, όπως ήδη ανέφερα, δεν υπάρχει καμία βάσιμη αμφιβολία ως προς το παραδεκτό του αιτήματος.
16.
5. Διαπιστώνεται, συνεπώς, ότι δύσκολα η προσφυγή μπορεί να θεωρηθεί απαράδεκτη στο σύνολο της, εκτός από τα δύο πρώτα αιτήμαάα της.
II — Επί του βασίμου της προσφυγής
Θα εξετάσω σε βάθος το βάσιμο της προσφυγής παρά τις επικρίσεις που διατυπώθηκαν ως προς το παραδεκτό της.
17.
1. Με τίτλο «παράβαση του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως », ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, πρέπει να επικριθεί το γεγονός ότι η απόφαση της 16ης Μαΐου 1984 ελήφθη παρά το ότι η τελευταία έκθεση κρίσεως που τον αφορούσε δεν υπήρχε στο φάκελό του. Επικρίνει, κατόπιν, το γεγονός ότι από τη σύνθεση της συγκροτηθείσας συμβουλευτικής επιτροπής απουσίαζε ο εκπρόσωπος του προσωπικού, η δε σύνθεση της δημιουργούσε προβλήματα διότι ένας από τους γενικούς διευθυντές (συγκεκριμένα ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως στον τομέα του οποίου υπάγεται η προς πλήρωση θέση ) μετέσχε με διπλή ιδιότητα. Κατά συνέπεια, προβάλλεται επίσης — δεδομένου ότι στην απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1984 αναφέρεται ότι πρόκειται για επιβεβαίωση της αποφάσεως της 16ης Μαΐου 1984 — ότι δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί απόφαση η οποία είναι άκυρη λόγω της ελλείψεως που προαναφέρθηκε. Τέλος, κατά την προφορική διαδικασία — αν κατάλαβα καλά — διατυπώθηκαν επικρίσεις για το γεγονός ότι κατά την εφαρμογή του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως στην παρούσα υπόθεση δεν καθορίστηκαν εκ των προτέρων τα κριτήρια για την εκτίμηση των τίτλων και των προσόντων των υποψηφίων.
Σχετικά με τους ισχυρισμούς αυτούς έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα.
18.
α)
Ως προς την απόφαση της 16ης Μαΐου 1984 ορθώς βεβαίως μπορεί να αναφερθεί ότι κατά την έκδοση της ο προσωπικός φάκελος του προσφεύγοντος δεν ήταν πλήρης, καθόσον έλειπε η τελευταία έκθεση κρίσεως ( βλ. απόφαση επί της υποθέσεως 29/74 ( 7 ), Slg. 1975, σ. 35 και επ. ). Ωστόσο, δεν συντρέχει λόγος να ακυρωθεί για το λόγο αυτό η απόφαση (αν υποτεθεί ότι ο προσφεύγων το ζητεί ) ή να διαπιστωθεί ο παράνομος χαρακτήρας της, καθόσον — όπως ανέφερα — τον Οκτώβριο του 1984 αντικαταστάθηκε με άλλη απόφαση για την οποία η Επιτροπή αναφέρει ( και επ' αυτού του σημείου θα επανέλθω ) ότι θεραπεύτηκε η παρατυπία που προαναφέρθηκε.
19.
Δεν μπορώ, επίσης, να δεχτώ την άποψη του προσφεύγοντος ότι δεν ήταν δυνατό να επιβεβαιωθεί η άκυρη (ή πλημμελής — η ορολογία που χρησιμοποιεί σχετικά ο προσφεύγων δεν είναι ενιαία) απόφαση του Μαΐου του 1984 με την απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1984. Μία πλημμελής πράξη — τίποτε άλλο δεν μπορεί να προσαφθεί στην απόφαση του Μαΐου 1984 — μπορεί βεβαίως να επαναληφθεί μεταγενέστερα χωρίς την πλημμέλεια. Αυτό συνέβη στην παρούσα περίπτωση, όπως αναφέρει η Επιτροπή, έστω και αν χρησιμοποιείται ο δυνάμενος να προκαλέσει σύγχυση όρος « επιβεβαίωσε » αυτό δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου να έχει οποιαδήποτε σημασία για την εγκυρότητα της « επιβεβαιωτικής » πράξης.
20.
β)
Ως προς τις παρατηρήσεις τις σχετικές με τη σύνθεση της συμβουλευτικής επιτροπής (οι οποίες δεν είναι σαφές αν προβάλλονται ως λόγος ακυρώσεως), μπορεί να υποστηριχτεί η άποψη ότι στερούνται σημασίας, ως λόγος ακυρώσεως, διότι, σύμφωνα με τις διευκρινίσεις της Επιτροπής, η επιτροπή αυτή συνήλθε πριν από την έκδοση της αποφάσεως της 16ης Μαΐου 1984 (η οποία δεν μας απασχολεί πλέον) και όχι πριν από την έκδοση της αποφάσεως της 24ης Οκτωβρίου 1984.
21.
Αν, ωστόσο, εξεταστεί το θέμα αυτό — καθόσον σύμφωνα με μία βασική απόφαση της Επιτροπής για την πλήρωση θέσεων Α 2 και Α 3 προβλέπεται η συμμετοχή της εν λόγω επιτροπής και καθόσον η παρέμβαση της, κατά την άνοιξη του 1984, μπορεί να άσκησε ορισμένη επιρροή στην « επιβεβαιωτική » απόφαση του Οκτωβρίου 1984 (επί του θέματος αυτού θα επανέλθω πιο κάτω) — διαπιστώνεται γρήγορα ότι δεν μπορεί να επικριθεί σοβαρά η απόφαση προαγωγής της Επιτροπής. Το συμπέρασμα αυτό, αφενός μεν, συνάγεται διότι, σύμφωνα με τις διευκρινίσεις της Επιτροπής, δεν ευσταθεί ότι ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως μετέσχε στις εργασίες της Επιτροπής με διπλή ιδιότητα, καθόσον στην επιτροπή μετέσχαν — όπως ανέφερα στην αρχή — ο γενικός γραμματέας της Επιτροπής, ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως, ένας γενικός διευθυντής που όρισε ο πρόεδρος και ένας εκπρόσωπος του επιτρόπου που είναι αρμόδιος για το προσωπικό και τη διοίκηση ( 8 ). Εκείνο που πρέπει, επίσης, να τονιστεί σχετικώς είναι ότι οι αποφάσεις προαγωγών και πληρώσεως θέσεων είναι κατ' αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, της αποκλειστικής αρμοδιότητας της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχή. Αν λοιπόν, στην κατάρτιση πράξεων διορισμού ή προαγωγής, μετέχει συμβουλευτική επιτροπή την οποία δεν προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, δεν μπορεί, βεβαίως, να επικριθεί το γεγονός ότι δεν μετέχει σ' αυτήν εκπρόσωπος του προσωπικού.
22.
γ)
Σε ό,τι αφορά την παράλειψη καθορισμού κριτηρίων για την εκτίμηση των τίτλων και των προσόντων των προαγώγιμων, για την οποία έγινε λόγος κατά την προφορική διαδικασία, μπορεί να αντιταχθεί στον προσφεύγοντα ότι αυτό δεν προβλέπεται για τη διαδικασία προαγωγής από καμία διάταξη του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ή των διατάξεων που έχουν θεσπιστεί για την εφαρμογή του. Ούτε μπορεί να υποστηριχτεί ότι μόνο με την προϋπόθεση αυτή μία διαδικασία προαγωγής μπορεί να είναι σύννομη και σωστή. Σε περιπτώσεις όπως η παρούσα δεν πρόκειται μόνο για τη σύγκριση προσόντων, για την οποία, εξάλλου, συχνά δεν μπορούν να εφαρμοστούν συγκεκριμένα κριτήρια εκτιμήσεως, αλλά για την εκτίμηση άλλων πτυχών της ικανότητας προς κατάληψη της προς πλήρωση θέσεως που απαιτούν, βεβαίως, σύνθετες και υποκειμενικές κρίσεις.
23.
δ) Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, κανένα από τα επιχειρήματα που αναφέρονται στον πρώτο λόγο της προσφυγής δεν μπορεί να στηρίξει την ευδοκίμηση των αιτημάτων του προσφεύγοντος.
2.
Με τίτλο « υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας», ο προσφεύγων διατύπωσε αριθμό αιτιάσεων τις οποίες επεξέτεινε κατά ένα μέρος κατά την προφορική διαδικασία. Σχετικά μπορούν να παρατηρηθούν τα ακόλουθα.
24.
α)
Κατά την έγγραφη διαδικασία ο προσφεύγων ανέφερε, καταρχάς, ότι είναι αδιανόητο πως η Επιτροπή, στις 24 Οκτωβρίου 1984, προέβη πράγματι σε συγκριτική εκτίμηση των προσόντων των υποψηφίων προαγωγής. Φαίνεται, πράγματι, αδιανόητο ότι η συμβουλευτική επιτροπή διαμόρφωσε, την ημέρα εκείνη, γνώμη, τη συνέταξε και τη διαβίβασε στο αρμόδιο μέλος της Επιτροπής το εν λόγω μέλος την ίδια ημέρα εξέτασε την πρόταση και συνέταξε σχέδιο αποφάσεως' και την ίδια επίσης ημέρα εκδόθηκε απόφαση της Επιτροπής. Αφού αποδείχτηκε κατά τη διαδικασία ότι η συμβουλευτική επιτροπή δεν συνήλθε και πάλι πριν από την έκδοση της αποφάσεως της 24ης Οκτωβρίου 1984, ο προσφεύγων κατάγγειλε το γεγονός αυτό ως διαδικαστική πλημμέλεια. Τέλος, η Επιτροπή, απαντώντας σε ερωτήματα του Δικαστηρίου, διευκρίνισε πως καταρτίστηκε και εκδόθηκε η απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1984 (σημασία έχει, πράγματι, η δήλωση της ότι μετά την κοινοποίηση των διοικητικών ζητημάτων, που είχαν εγγραφεί στην ημερήσια διάταξη της συνεδριάσεως της 24ης Οκτωβρίου 1984, τα μέλη της Επιτροπής είχαν τη δυνατότητα, από την Παρασκευή που μεσολάβησε, να μελετήσουν τους σχετικούς φακέλους τη Δευτέρα, πριν από τη συνεδρίαση της Επιτροπής, συνήλθαν οι προϊστάμενοι των γραφείων των επιτρόπων, οπότε διαμορφώθηκε προφορικώς σχέδιο αποφάσεως τέλος, ο γενικός γραμματέας, κατά τη συνεδρίαση της 24ης Οκτωβρίου 1984, είχε στη διάθεση των επιτρόπων τους προσωπικούς φακέλους όλων των υποψηφίων) ο προσφεύγων εξέφρασε την άποψη ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε με τον τρόπο αυτό ότι τα μέλη της μελέτησαν πράγματι τους προσωπικούς φακέλους πριν από την έκδοση της αποφάσεως του Οκτωβρίου 1984, σύμφωνα με το άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, και ότι, κατά συνέπεια, παραμένει το συμπέρασμα ότι η απόφαση τους δεν ελήφθη νομότυπα.
25.
αα)
Σε ό,τι αφορά το γεγονός ότι η συμβουλευτική επιτροπή δεν ασχολήθηκε και πάλι, τον Οκτώβριο του 1984, με την εκτίμηση των προσόντων των υποψηφίων, δεν νομίζω ότι μπορεί να γίνει λόγος για παράβαση ουσιώδους τύπου, που θα μπορούσε να επηρεάσει την υπόσταση της προσβαλλόμενης αποφάσεως διορισμού.
Μπορεί, σχετικώς, να υποστηριχτεί η άποψη — καθόσον ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως δεν προβλέπει τη συμμετοχή παρόμοιας επιτροπής — ότι η> σχετική! εσωτερική ρύθμιση της Επιτροπής δεν έχει άλλη έννοια από αυτή της πάγιας πρακτικής, από την οποία μπορεί να αποκλίνει αν συντρέχουν ειδικές, περιστάσεις.
26.
Ως ειδικές, περιστάσεις μπορούν, πράγματι, να θεωρηθούν οι ακόλουθες: την άνοιξη, του 1984η καθής έπρεπε να επιλέξει τον ικανότερο μεταξύ 11 υποψηφίων. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η συμμετοχή της συμβουλευτικής επιτροπής ήταν ενδεδειγμένη και ίσως αναπόφευκτη για την προετοιμασία της αποφάσεως της Επιτροπής.
Το φθινόπωρο του 1984 επρόκειτο να αποφασιστεί αν η έκθεση κρίσεως του προσφεύγοντος για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1981 μέχρι 30 Ιουνίου 1983, η οποία έλειπε αρχικώς και περιελήφθη κατόπιν στο φάκελο του, επέβαλε τη λήψη διαφορετικής αποφάσεως, αν δηλαδή μπορούσε να γίνει η επιλογή του Dubois, μετά την εξέταση της τελευταίας εκθέσεως κρίσεως που αφορούσε τον προσφεύγοντα. Επρόκειτο, συνεπώς, για μια πολύ πιο περιορισμένη εξέταση του αν ο προσφεύγων ή ο διορισθείς υπάλληλος ήταν ο καλύτερος υποψήφιος. Για την εκτίμηση αυτή δεν ήταν, βεβαίως, απαραίτητη η συμβουλευτική παρέμβαση της εν λόγω επιτροπής.
Στο πλαίσιο αυτό δεν μπορώ, επίσης, να δεχτώ το επιχείρημα ότι υπήρξε άνιση μεταχείριση των υποψηφίων: το Μάιο ήταν πλήρης η επιτροπή αλλά όχι και οι φάκελοι, ενώ το Νοέμβριο ήταν πλήρεις οι φάκελοι αλλά όχι η επιτροπή. Πρόκειται για διαφορετικές περιστάσεις: την άνοιξη εξετάστηκαν οι πλήρεις προσωπικοί φάκελοι έντεκα υποψηφίων, το φθινόπωρο έγινε η εξέταση ενός μόνο νέου εγγράφου, της εκθέσεως κρίσεως που αφορούσε τον προσφεύγοντα και των πιθανών επιπτώσεων της στο διορισμό ενός μόνον άλλου υποψηφίου. Όταν οι περιστάσεις είναι διαφορετικές δεν μπορεί να γίνει λόγος για διαφορετική μεταχείριση.
27.
Από τα όσα ανέφερε η Επιτροπή, προκύπτει ότι καθήκον της συμβουλευτικής επιτροπής ήταν να εξετάσει μόνο αν οι υποψήφιοι ήταν κατάλληλοι για τη συγκεκριμένη θέση και όχι να προβεί σε γενική εκτίμηση των προσόντων των προαγωγίμων (τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο των υποβληθέντων πρακτικών της συνεδριάσεως της συμβουλευτικής επιτροπής, του Μαΐου 1984, σύμφωνα με το οποίο πέντε αναφερόμενοι με αλφαβητική σειρά κρίνονται κατάλληλοι προς διορισμό στην προκηρυχθείσα θέση, χωρίς να εξατομικεύεται ένας απ' αυτούς ).
Ε Επιτροπή εκπλήρωσε, πράγματι, το καθήκον αυτό την άνοιξη του 1984 και έκρινε και τον προσφεύγοντα ως κατάλληλο. Η εκ νέου σύγκληση της το φθινόπωρο του 1984 δεν είχε πλέον κανένα νόημα, διότι τότε επρόκειτο μόνο να εξεταστεί — όπως αναφέρθηκε — αν ήταν καταλληλότερος ο προσφεύγων ή ο διορισθείς υπάλληλος, πράγμα που εναπέκειτο, εν πάση περιπτώσει, στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.
28.
Ακόμη και αν είχαν ανατεθεί στην επιτροπή ευρύτερες αρμοδιότητες και συγκεκριμένα να υποδείξει, ενδεχομένως, τους ικανότερους από τους υποψηφίους (προς τούτο όφειλε, φυσικά, να λάβει γνώση των σημαντικότερων στοιχείων και ιδίως των εκθέσεων κρίσεως), πρέπει να παρατηρηθεί ότι στην παρούσα υπόθεση από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο προσφεύγων (του οποίου έλειπε η τελευταία έκθεση κρίσεως) θα είχε κριθεί διαφορετικά αν είχε καταστεί γνωστή η εν λόγω έκθεση ότι θα είχε δηλαδή επιλεγεί από το σύνολο των υποψηφίων οι οποίοι κατά την άποψη της επιτροπής είχαν τα προσόντα να καταλάβουν την εν λόγω θέση. Είναι σχετικώς χαρακτηριστικό ότι ο προσφεύγων — ο οποίος πάντως όφειλε ακόμα να αποδείξει ότι έχει έννομο συμφέρον για την προβολή της αιτιάσεως αυτής — δεν ισχυρίστηκε ότι η τελευταία αυτή έκθεση κρίσεως ήταν τέτοια ώστε να μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη γενική κρίση για το άτομο του (η οποία θα μπορούσε, επίσης, να στηριχτεί σε σειρά άλλων εκθέσεων κρίσεως ).
Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, η οποία έχει και τον τελευταίο λόγο στην επιλογή και η οποία το φθινόπωρο του 1984 είχε υπόψη της και την τελευταία έκθεση κρίσεως που αφορούσε τον προσφεύγοντα (θα επανέλθω στο σημείο αυτό), εξετάζοντας αν έπρεπε να επιλεγεί ο διορισθείς υποψήφιος, έκρινε ότι δεν θα ήταν σωστό ένα τέτοιο συμπέρασμα.
29.
ββ)
Όσον αφορά τις αμφιβολίες που διατυπώνει ο προσφεύγων — πράγμα που έπραξα από την αρχή — ότι στις 24 Οκτωβρίου 1984 δεν υπήρχε επαρκής χρόνος για την επανάληψη της όλης διαδικασίας διορισμού (με συμμετοχή της συμβουλευτικής επιτροπής), γεγονός που συνεπάγεται ότι η πρόσβαλλόμένη απόφαση διορισμού εκδόθηκε χωρίςεπαρκή μελέτη, μπορεί να αντιταχτεί ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν σχετικά με την προετοιμασία της αποφάσεως, δεν ευσταθεί καμία τέτοια αμφιβολία, διότι δεν αναμίχθηκε και πάλι η συμβουλευτική επιτροπή και επρόκειτο, απλώς, να εξεταστεί το ζήτημα αν θα έπρεπε να διοριστεί ο προσφεύγων αντί του Dubois.
Πράγματι, γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι μία τόσο περιορισμένη εξέταση μπορεί να διεξαχθεί σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Συνεπώς, η απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1984 μπορούσε κάλλιστα να ληφθεί σε περιορισμένο χρονικό διάστημα και κατά τρόπο απολύτως νομότυπο.
30.
γγ)
Ως προς την άποψη που διατύπωσε ο προσφεύγων με τις τελευταίες του παρατηρήσεις επί της απαντήσεως της Επιτροπής σε ερώτημα του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή — σε ό,τι αφορά την προετοιμασία της αποφάσεως της 24ης Οκτωβρίου 1984 — έπρεπε να αποδειχτεί ότι τα μέλη της Επιτροπής εξέτασαν πράγματι τους προσωπικούς φακέλους των προαγωγίμων και ότι δεν αρκούσε απλώς το γεγονός ότι είχαν την προς τούτο δυνατότητα, πρέπει να παρατηρηθεί σχετικά, καθώς και ως προς τα συμφυή επιμέρους επιχειρήματα, ότι αυτό δεν συνιστά, εν πάση περιπτώσει, αποφασιστικής σημασίας πλημμέλεια της αποφάσεως.
Καταρχήν, νομίζω ότι δεν υποχρεούται η Επιτροπή να προβεί σε μια τέτοια απόδειξη, αλλ' ότι ο προσφεύγων οφείλει να προσκομίσει σαφείς ενδείξεις για το ότι πράγματι συντρέχει τέτοια πλημμέλεια στη διαδικασία λήψεως της αποφάσεως. Κατά τη γνώμη μου, όμως, δεν υπάρχουν τέτοιες ενδείξεις.
31.
Το πώς καταρτίστηκε και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση το εξέθεσε η Επιτροπή με το από της 25ης Μαρτίου 1986 υπόμνημα της. Σχετικώς πρέπει να τονιστεί — σε ό,τι αφορά τη μελέτη του προσωπικού φακέλου του προσφεύγοντος, η οποία κυρίως ενδιαφέρει — ότι τα μέλη της Επιτροπής και τα ιδιαίτερα γραφεία τους αρκετές ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της 24ης Οκτωβρίου 1984 είχαν τη δυνατότητα να λάβουν γνώση των προσωπικών φακέλων και ότι η γενική γραμματεία, κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, έθεσε στη διάθεση των μελών της Επιτροπής τους προσωπικούς φακέλους όλων των υποψηφίων.
Εφόσον, εξάλλου, η Επιτροπή βεβαιώνει ρητώς ότι πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως ελήφθη υπόψη και η τελευταία έκθεση κρίσεως που αφορούσε τον προσφεύγοντα (η οποία το Μάιο του 1984 έλειπε από τον προσωπικό του φάκελο), νομίζω, μετά από όλα όσα αναφέρθηκαν, ότι δεν υπάρχει κανένας βάσιμος λόγος που να δικαιολογεί αμφιβολίες.
32.
Παρόμοιες αμφιβολίες δεν μπορούν, εν πάση περιπτώσει, να προκύψουν από το γεγονός ότι οι προσωπικοί φάκελοι — σύμφωνα με το άρθρο 26 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως — είναι εμπιστευτικοί και ότι πρέπει να χρησιμοποιούνται από τη διοίκηση μόνο σε υπηρεσιακό πλαίοιο. Είναι, όμως, φυσικό ότι ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει για την ανωτάτη ιεραρχία της Επιτροπής.
Δεν πρέπει σχετικώς να παραβλεφθεί το γεγονός ότι ο ίδιος ο προσφεύγων κατά τις έρευνές του στη διοίκηση διαπίστωσε ότι ο προσωπικός του φάκελος κατά το διάστημα μεταξύ Μαΐου και 24ης Οκτωβρίου 1984 μελετήθηκε τρεις ή τέσσερις φορές. Από αυτό προκύπτει ότι τουλάχιστον ο αρμόδιος για την διοίκηση επίτροπος είχε την απαιτούμενη γνώση του περιεχομένου του Kat ότι, επίσης, οι συνάδελφοι του ήταν ενήμεροι. Πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτό επαρκεί για τη νομότυπη προετοιμασία της επίδικης αποφάσεως.
33.
β)
Ο προσφεύγων διατυπώνει επίσης επικρίσεις κατά της αποφάσεως διορισμού, τονίζοντας ότι ούτε η υπηρεσιακή αρχαιότητα στην υπηρεσία του διορισθέντος υπαλλήλου ούτε η αρχαιότητα του στο βαθμό LA 4 ήταν μεγαλύτερη από εκείνη του προσφεύγοντος, ούτε είχε καλύτερες εκθέσεις κρίσεως. Εξάλλου, η κατάσταση της υγείας του διορισθέντος υποψηφίου τον υποχρεώνει να απουσιάζει μισή ημέρα δύο φορές την εβδομάδα, γεγονός που δημιουργεί αμφιβολίες για το αν ο διορισμός του ήταν σύμφωνος προς το συμφέρον της υπηρεσίας.
Πρέπει, ωστόσο, να παρατηρηθεί σχετικώς ότι από τίποτα δεν προκύπτει ότι η αρχαιότητα στην υπηρεσία εν γένει υπήρξε αποφασιστικό στοιχείο για τη διαμόρφωση της κρίσεως της Επιτροπής (ο προσφεύγων είναι, πράγματι, μόνο κατά λίγους μήνες αρχαιότερος και, σε ό,τι αφορά την αρχαιότητα στο βαθμό LÁ 4, κατά δύο έτη). Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως η « συγκριτική εκτίμηση των προσόντων» έχει μεγαλύτερη σημασία μπορεί βασίμως να υποτεθεί ότι η Επιτροπή ενήργησε σύμφωνα με το άρθρο αυτό.
34.
Εξάλλου, ως προς το αίτημα να εκτιμήσει το ίδιο το Δικαστήριο τις εκθέσεις κρίσεως του προσφεύγοντος και του διορισθέντος υπαλλήλου, πρέπει να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, αυτό είναι, καταρχήν, αδύνατο. Σύμφωνα με τις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία αυτή (βλ. ιδίως απόφαση επί της υποθέσεως 280/80 ( 9 )), στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως μπορεί μόνο να γίνει έλεγχος του τρόπου και των μεθόδων που χρησιμοποίησε η διοίκηση για να διαμορφώσει την κρίση της, ο έλεγχος δε αυτός αποβλέπει στην επισήμανση προφανών πλημμελειών.
Ως προς το πρώτο θέμα διατύπωσα ήδη την άποψη μου ως προς δεύτερο επιβάλλεται η παρατήρηση ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει ο προσφεύγων δεν είναι βάσιμα.
Σ' αυτή την αλληλουχία σκέψεων — και εφόσον γίνει δεκτό ότι οι εκθέσεις κρίσεως του προσφεύγοντος και του διορισθέντος υπαλλήλου είναι περίπου ίδιες — μπορεί ακόμα να παρατηρηθεί ότι στην απόφαση διορισμού βάρυναν, πιθανώς, και άλλοι παράγοντες, όπως οι διευθυντικές ικανότητες, η πρωτοβουλία και το οργανωτικό πνεύμα, γεγονός που δεν μπορεί να επικριθεί. Η καθής αναφέρθηκε στους παράγοντες αυτούς κατά την προφορική διαδικασία στις παρατηρήσεις όμως του προσφεύγοντος δεν αναφέρεται τίποτε σχετικώς.
35.
Σε ό,τι αφορά, τέλος, την κατάσταση της υγείας του διορισθέντος υπαλλήλου, θεωρώ ότι η αναφορά σ' αυτήν δεν εξυπηρετεί, επίσης, σε τίποτε την προσπάθεια αμφισβητήσεως της αποφάσεως διορισμού. Εναπόκειται κατά κύριο λόγο στην Επιτροπή να καθορίσει τι συμβιβάζεται και τι όχι με το υπηρεσιακό συμφέρον. Δεν συντρέχει, όμως, στην περίπτωση αυτή ουσιώδης παράλειψη καθόσον — με την κατάλληλη οργάνωση — η διεύθυνση μιας υπηρεσίας μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς τη συνεχή παρουσία του διευθυντή.
36.
γ)
Τέλος, ο προσφεύγων προβάλλει τον ισχυρισμό, στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ότι η υποψηφιότητα του απορρίφθηκε για άλλους λόγους (κατά την προφορική διαδικασία ανέφερε λόγους ιθαγενείας) και σημειώνει ότι και στο παρελθόν είχε απορριφθεί δύο φορές η υποψηφιότητα που είχε υποβάλει για τη θέση αυτή.
Πιστεύω όμως ότι το στοιχείο αυτό δεν αρκεί για να γίνει λόγος, όπως ισχυρίζεται ο προσφεύγων, για κατάχρηση εξουσίας. Πάντως δεν αμφισβητείται ότι το όνομα του προσφεύγοντος περιελήφθη στον πίνακα που υποβλήθηκε το Μάιο του 1984 στη συμβουλευτική επιτροπή με τα ονόματα των υποψηφίων που έπρεπε να εξεταστούν. Δεν υπάρχει, εξάλλου, καμία ένδειξη από την οποία να προκύπτει ότι, κατά τη λήψη της αποφάσεως της 24ης Οκτωβρίου 1984, δεν εκτιμήθηκαν αντικειμενικά τα προσόντα και η ικανότητα του προσφεύγοντος σε σχέση με τα προσόντα και την ικανότητα του διορισθέντος υποψηφίου και ότι η απόφαση ελήφθη κατά τρόπο ανεπίτρεπτο ιδίως για λόγους ιθαγενείας.
Σε ό,τι εξάλλου αφορά την τύχη προηγουμένων αιτήσεων υποψηφιότητας του προσφεύγοντος, είναι χαρακτηριστικό ότι ο τελευταίος δεν ισχυρίζεται ότι ήταν αντικειμενικώς αδικαιολόγητη η απόρριψη τους. Προβάλλοντας το επιχείρημα αυτό δεν επιτυγχάνει, συνεπώς, να θεμελιώσει την άποψη ότι και στην παρούσα περίπτωση υπάρχουν λόγοι που να δικαιολογούν τέτοιου είδους φόβους.
37.
δ)
Απομένει, συνεπώς, να διαπιστωθεί ότι κανένα από τα στοιχεία που προβλήθηκαν προς θεμελίωση του δευτέρου λόγου ακυρώσεως δεν παρέχουν ερείσματα δικαιολογούντα αμφισβήτηση της αποφάσεως διορισμού.
Γ —
38.
Προτείνω συνεπώς — χωρίς να θεωρώ απαραίτητη τη διεξαγωγή συμπληρωματικών αποδείξεων όπως ζητεί ο προσφεύγων — να απορριφθεί η προσφυγή και να καταλογιστούν τα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) Απόφαση της 19ης Μαρτίου 1964 επί της υποθέσεως 27/63, Goffredo Raponi κατά Επιτροπής, Sig. 1964, σ. 271.
( 2 ) Απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1974 επί της υποθέσεως 188/73, Daniele Grassi κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1974, σ. 1099.
( 3 ) Απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1981 επί της υποθέσεως 280/80, Anne-Lise Bakke-D'Aloya κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1981, σ. 2887.
( 4 ) Απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1986 στην υπόθεση 173/84, Lars Bo Rasmussen κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 197.
( 5 ) Απόφαση της Ιης Ιουλίου 1976 επί της υποθέσεως 62/75, Jan Eliza de Wind κατά Επιτροπής, Sig. 1976, σ. 1167.
( 6 ) Απόφαση της 21ης Απριλίου 1983 επί της υποθέσεως 282/81, Salvatore Ragusa κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 1245.
( 7 ) Απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1975 επί της υποθέσεως 29/74, Raphael de Napper κατά Ευρωπαϊκού Κοινορουλίου, Slg. 1975, σ. 35.
( 8 ) Βλέπε πιο πάνω, αριθμός 3.
( 9 ) Απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1981 επί τηκ υποθέσεως 280/80, Anne-Lise Bakke-D'Aloya κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1981, σ. 2887.
Full & Egal Universal Law Academy