Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της J . W . Τeuling-Worms και του Βedrijfsvereniging voor de Chemische Industrie ( επαγγελματικής ενώσεως της χημικής βιομηχανίας ), το Raad van Beroep του 'Αμστερνταμ ζήτησε από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, την οδηγία 79/7 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως ( ΕΕ ειδ . έκδ . 05/003, σ . 160 ) και την οδηγία 76/207 του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της ίδιας αρχής όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας ( ΕΕ ειδ . έκδ . 05/002, σ . 70 ).
Το παραπέμπον δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς το αν συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο το ολλανδικό σύστημα παροχών λόγω ανικανότητας προς εργασία, βάσει του οποίου το ποσό του ευεργετήματος καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη : α ) την προσωπική κατάσταση και τα άμεσα ή έμμεσα εισοδήματα του συζύγου και β ) την ύπαρξη συντηρούμενων τέκνων . Το Raad van Beroep ζητεί ιδίως από το Δικαστήριο να διευκρινίσει την έκταση της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω φύλου που προβλέπουν οι δύο οδηγίες και να αποφανθεί επί ενός ενδιαφέροντος ζητήματος αρχής σχετικού με τα αποτελέσματα που αναπτύσσουν οι οδηγίες όταν δεν έχει λήξει ακόμη η προθεσμία που τάχθηκε στα κράτη για να συμμορφωθούν προς αυτές .
2 . Για καλύτερη κατανόηση της υποθέσεως, στο πλαίσιο της οποίας υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο τα προδικαστικά ερωτήματα, είναι αναγκαίο να υπενθυμίσω την περίπλοκη ρύθμιση που διέπει τις παροχές λόγω ανικανότητας προς εργασία στις Κάτω Χώρες . Η εν λόγω ρύθμιση περιλαμβάνεται σε τέσσερα νομοθετήματα :
1 ) στον "Wet op de Arbeidsongeschiktheidsverzekering", της 18ης Φεβρουαρίου 1966, δηλαδή το νόμο περί ασφαλίσεως κατά του κινδύνου ανικανότητας προς εργασία ( στο εξής WΑΟ ), ο οποίος ισχύει από την 1η Ιουλίου 1967 ( Stbl . 84 )
2 ) στον "Αlgemene Arbeidsongeschiktheidswet" της 11ης Δεκεμβρίου 1975 ή γενικό νόμο περί της ανικανότητας προς εργασία ( στο εξής ΑΑW ), που ισχύει από την 1η Οκτωβρίου 1976 ( Stbl . 674 )
3 ) στον "Wet invoering gelijke uitkeringsrechten voor mannen en vrouwen", της 20ής Δεκεμβρίου 1979, ή νόμο περί ισότητας ανδρών-γυναικών σε θέματα παροχών που ισχύει αναδρομικά από την 1η Οκτωβρίου 1978 ( Stbl . 708 )
4 ) στον "Wet Afschaffing minimumdagloon WAO", της 29ης Δεκεμβρίου 1982, που κατάργησε τη διάταξη του WΑΟ περί κατωτάτου ημερομισθίου ( Stbl . 737 ). Οι τέσσερις νόμοι δεν συντονίζονται πάντοτε ομοιόμορφα, η δε έρευνα του συστήματος που εγκαθιδρύουν καθίσταται δυσχερέστερη λόγω της συνεχούς θεσπίσεως και, συνεπώς, της υπεροχής νέων νόμων και μεταβατικών μέτρων έναντι των αρχικών .
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά, εξετάζοντας καταρχάς τον WΑΟ . Ο εν λόγω νόμος ρυθμίζει την υποχρεωτική ασφάλιση των εργαζομένων κατά της απωλείας του μισθού τους λόγω ανικανότητας προς εργασία υπερβαίνουσας το έτος . Οι παροχές υπολογίζονται βάσει του βαθμού ανικανότητας και της τελευταίας αμοιβής που έλαβε ο ενδιαφερόμενος πριν από την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προσωπική του κατάσταση . Ωστόσο, προκειμένου να αποφευχθεί, ως προς τους ιδιαίτερα χαμηλόμισθους δικαιούχους συντάξεως, η χορήγηση ευεργετήματος κατώτερου από αυτό που ελάμβαναν προηγουμένως βάσει του "Ιnvaliditeitswet" ( νόμου περί αναπηρίας ), το άρθρο 14, παράγραφος 3, χρησιμοποιεί ως βάση υπολογισμού της παροχής το κατώτατο ημερομίσθιο, που καθορίζεται και αναπροσαρμόζεται περιοδικώς από το Συμβούλιο Κοινωνικής Ασφαλίσεως . Με νόμο της 25ης Ιουνίου 1975 ( Stbl . 377 ), το εν λόγω ημερομίσθιο συνδέθηκε με τον κατώτατο προβλεπόμενο από το νόμο μισθό περί του οποίου προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 1, του νόμου της 27ης Νοεμβρίου 1968 ( Stbl . 657 ). Συνεπώς, από την ημερομηνία αυτή, το ποσό της παροχής που χορηγείται βάσει του WΑΟ εξισώθηκε με τον κατώτατο προβλεπόμενο από το νόμο μισθό, ανεξάρτητα από την κατάσταση του ευεργετουμένου ( φύλο, οικογενειακή κατάσταση, ιδιότητα αρχηγού οικογένειας, εισοδήματα ).
Ας περάσουμε στον ΑΑW . Ο εν λόγω νόμος αποσκοπεί στην προστασία κατά του ίδιου κινδύνου και προβλέπει, όπως και ο WΑΟ, την υποχρεωτική ασφάλιση . Ωστόσο, δεν εφαρμόζεται παρά μόνον σε όσους διαμένουν στην Ολλανδία - εκτός από τις έγγαμες γυναίκες, βάσει του κειμένου που ίσχυε έως τις 31 Δεκεμβρίου 1977 - χρησιμοποιεί δε διαφορετική βάση υπολογισμού από αυτήν που υιοθετεί ο WΑΟ για τον υπολογισμό της παροχής . Πράγματι, η εν λόγω βάση υπολογισμού αναφέρεται στο κατώτατο όριο διαβιώσεως και λαμβάνει υπόψη την προσωπική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου . Η σχέση μεταξύ των δύο νόμων είναι περίπλοκη : απλουστεύοντας σημαντικά, μπορώ να πω ότι η αρχική παροχή χορηγείται βάσει του ΑΑW σ' αυτήν προστίθεται, ως προς τους μισθωτούς, μία επιπλέον παροχή δυνάμει του WΑΟ, εφόσον η τελευταία αμοιβή του ανίκανου προς εργασία είναι υψηλότερη από τις βάσεις υπολογισμού που προβλέπει ο άλλος νόμος (( άρθρο 46, στοιχείο α ), του WΑΟ )). Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι οι τροποποιήσεις που έγιναν στα δύο νομοθετήματα - νόμοι της 30ής Δεκεμβρίου 1983 ( Stbl . 698 ), της 28ης Ιουνίου 1984 ( Stbl . 271 ) και της 19ης Δεκεμβρίου 1964 ( Stbl . 633 ) - πραγματοποιήθηκαν σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα και έτσι τα αποτελέσματα του ΑΑW κλιμακώθηκαν μεταξύ 1979 και 1984, του δε WΑΟ μεταξύ 1982 και 1986 .
Ο νόμος περί ισότητας ανδρών-γυναικών σε θέματα παροχών αποτελεί το τρίτο νομοθέτημα όσον αφορά την ανικανότητα προς εργασία . Με την εν λόγω νομοθετική παρέμβαση επιδιώχτηκε να πραγματοποιηθεί ένα πρώτο βήμα στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτελέσεως της οδηγίας 79/7 επειδή όμως με αυτή μεταβλήθηκαν σημαντικά οι κανόνες χορηγήσεως και υπολογισμού των παροχών του ΑΑW, δημιουργήθηκε ένα σύστημα που για πολλούς ασφαλισμένους είναι λιγότερο ευνοϊκό από το προϊσχύσαν . Ακριβέστερα, ο εν λόγω νόμος δεν λαμβάνει βέβαια υπόψη το φύλο για τη χορήγηση των παροχών, θεσπίζει όμως αυστηρότερα κριτήρια για τη χορήγηση του ευεργετήματος και μειώνει το ποσό του τελευταίου στο 70 % του κατώτατου μισθού που προβλέπει ο νόμος προβλέπει δε αύξηση του ποσού αυτού μόνο για όσους φέρουν οικογενειακά βάρη .
Ειδικότερα, ο εν λόγω νόμος, τροποποιώντας το άρθρο 10 του ΑΑW, θεσπίζει τρεις διαφορετικές παραμέτρους για τον υπολογισμό των παροχών : α ) τη "γενική" παράμετρο που εφαρμόζεται σ' όλους τους άνω των 20 ετών δικαιούχους β ) τη "μέση" παράμετρο που ισχύει για όσους έχουν οικογενειακά βάρη και των οποίων τα εισοδήματα κυμαίνονται μεταξύ 15 % και 30 % ενός ανώτατου σταθερού ποσού γ ) την "αυξημένη" παράμετρο που, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του νέου άρθρου 10 του ΑΑW, αφορά δύο κατηγορίες προσώπων :
1 ) τους έγγαμους, εφόσον το ποσό των εισοδημάτων που αποκομίζουν από εξαρτημένη ή μη εργασία των ιδίων ή του συζύγου τους, κατά το χρόνο γενέσεως του δικαιώματος παροχής, είναι κατώτερο από το 15 % του προαναφερθέντος ανώτατου ποσού
2 ) τους άγαμους ή διαζευγμένους, που έχουν γνήσιο ή θετό τέκνο κάτω των 18 ετών το οποίο αποτελεί μέλος της οικογένειάς τους ή το οποίο συντηρούν κατά το μεγαλύτερο μέρος οι ίδιοι, αν τα εισοδήματα που αποκομίζει ο ενδιαφερόμενος, από την εξαρτημένη ή μη εργασία που παρέχει κατά το χρόνο γενέσεως του δικαιώματος παροχής, δεν υπερβαίνουν, όπως και στην πρώτη περίπτωση, το 15 % του ίδιου ανώτατου ποσού .
'Ερχομαι τώρα στο τέταρτο νομοθέτημα που έχει ιδιαίτερη σημασία για το σκοπό που μας ενδιαφέρει . Στο πλαίσιο γενικής αναμορφώσεως του συστήματος και προκειμένου να μειωθούν οι δαπάνες κοινωνικής ασφαλίσεως, ο ολλανδός νομοθέτης αποφάσισε στις αρχές της δεκαετίας του '80 να καταργήσει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του WΑΟ, που προέβλεπε τη σύνδεση της παροχής με τον κατώτατο προβλεπόμενο από το νόμο μισθό . Ο νέος νόμος της 29ης Δεκεμβρίου 1982 καθορίζει ως βάση υπολογισμού την ημερήσια αμοιβή του ανικάνου κατά το χρόνο επελεύσεως του προκαλέσαντος την ανικανότητα γεγονότος, δηλαδή ένα ποσό που κατά κανόνα είναι κατώτερο από τον εν λόγω μισθό . Η σύνδεση με τον τελευταίο εξακολουθεί να ισχύει μόνο για όσους βρίσκονται σε κάποια από τις καταστάσεις που ορίζει ο κανόνας - το προαναφερθέν άρθρο 10, παράγραφος 4 - που προβλέπει την "αυξημένη" βάση .
Ωστόσο, προκειμένου να αποφεύγεται αιφνίδια μείωση του εισοδήματος των δικαιούχων και να μπορούν οι οργανισμοί κοινωνικής ασφαλίσεως να υπολογίζουν εκ νέου το ποσό των συντάξεων, ελήφθησαν μεταβατικά μέτρα λόγω των οποίων η προαναφερθείσα κατάργηση ίσχυσε μόλις από 1ης Ιανουαρίου 1984 . Μάλιστα με ένα από αυτά τα μέτρα πληρώθηκε κάποιο κενό του νόμου της 29ης Δεκεμβρίου 1982 . Ο τελευταίος - όπως μόλις είδαμε - είχε ως σκοπό να μεταβάλει προοδευτικά το ποσό της συντάξεως των ανικάνων προς εργασία, το οποίο ελάμβαναν βάσει του WΑΟ, στο κατώτερο ποσό που προκύπτει από τις τροποποιήσεις που εισήγαγε στον ΑΑW ο νόμος της 20ής Δεκεμβρίου 1979 . Από τη μεταβολή όμως προς το νέο καθεστώς αποκλείστηκαν οι συνταξιούχοι βάσει του WΑΟ που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο σύστημα του ΑΑW και, κυρίως, οι έγγαμες γυναίκες που κατέστησαν ανίκανες προς εργασία πριν από την 1η Οκτωβρίου 1978 . Με νόμο, λοιπόν, της 30ής Δεκεμβρίου 1983 εισήχθη στον ΑΑW ένα νέο άρθρο 97 που χορηγεί τις σχετικές παροχές και στις γυναίκες δικαιούχους συντάξεως του WΑΟ - η οποία σύνταξη υπολογίζεται βάσει του κατώτατου ημερομισθίου - των οποίων η ανικανότητα επήλθε πριν από την ανωτέρω ημερομηνία . Επομένως, από την 1η Ιανουαρίου 1984, οι έγγαμες γυναίκες υπήχθησαν στο ευεργέτημα του ΑΑW με περαιτέρω συνέπεια να μειωθεί το ποσό της παροχής που εισπράττουν σε σχέση με το ποσό που ελάμβαναν βάσει του συστήματος του WΑΟ .
3 . Μετά την κατά το δυνατό διεξοδική εξέταση του συστήματος για τη νομιμότητα του οποίου αμφιβάλλει το παραπέμπον δικαστήριο, θα ήθελα να συνοψίσω τα περιστατικά της υποθέσεως . Η J . W . Τeuling-Worms γεννήθηκε το 1928 . Εργάστηκε σε διάφορες επιχειρήσεις από την ηλικία των 27 ετών έως τις 13 Σεπτεμβρίου 1971, ημέρα κατά την οποία κατέστη ανίκανη προς εργασία . Στις 12 Σεπτεμβρίου του επομένου έτους έλαβε τη σύνταξη βάσει του WΑΟ που αρχικά είχε ως βάση υπολογισμού το ύψος του τελευταίου μισθού που εισέπραξε και από το 1975 εξισώθηκε με το ποσό του κατώτατου μισθού που προβλέπει ο νόμος χωρίς να επηρεάζεται από την προσωπική ή περιουσιακή κατάσταση της ενδιαφερομένης . Αφότου όμως άρχισε να ισχύει ο ΑΑW ( 1 Οκτωβρίου 1976 ) - που, όπως θυμόμαστε, απέκλειε τη χορήγηση παροχών στις έγγαμες γυναίκες (( διάταξη του άρθρου 89, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο α ) )) - η Teuling-Worms δεν μπόρεσε να λάβει καμιά παροχή βάσει αυτού για το λόγο αυτό και επειδή η ανικανότητά της επήλθε πριν από την 1η Οκτωβρίου 1979, δεν μπόρεσε να επωφεληθεί από το νόμο περί ισότητας της 20ής Δεκεμβρίου 1979 ο οποίος εξάλειψε την εν λόγω διάκριση .
Με έγγραφο της 18ης Ιουνίου 1984 το Bestuur van de Bedrijfsvereniging voor de Chemische Industrie πληροφόρησε την ασφαλισμένη ότι, κατόπιν των τροποποιήσεων που επέφερε ο νόμος της 29ης Δεκεμβρίου 1982 στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, από την 1η Ιανουαρίου 1984 η σύνταξή της δεν υπολογίζεται πλέον βάσει του κατώτατου προβλεπόμενου από το νόμο μισθού, αλλά βάσει του τελευταίου μισθού που εισέπραξε, και ότι η συνακόλουθη μείωση θα κλιμακωθεί χρονικά .
Η Τeuling-Worms προσέβαλε την απόφαση αυτή με αίτηση που υπέβαλε ενώπιον του Raad van Beroep του 'Αμστερνταμ . Μεταξύ άλλων προέβαλε ότι ο νόμος της 29ης Δεκεμβρίου 1982, εισάγοντας ένα σύστημα διαφοροποιημένων παροχών, της στέρησε τη δυνατότητα να λαμβάνει σύνταξη ίση προς το καθαρό ποσό του κατώτατου κατά νόμο μισθού το σύστημα αυτό λοιπόν, που στηρίζεται κυρίως στα οικογενειακά βάρη, συνιστά έμμεση διάκριση κατά των γυναικών και για το λόγο αυτό είναι ασυμβίβαστο προς την κοινοτική νομοθεσία και ειδικότερα προς την αρχή της ισότητας που θεσπίζει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 .
Το δικαστήριο που επελήφθη της διαφοράς, με Διάταξη της 4ης Φεβρουαρίου 1985, ανέστειλε τη διαδικασία και, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, υπέβαλε στο Δικαστήριο τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα τα οποία θα ήθελα να επαναλάβω με κάποιες φραστικές βελτιώσεις :
" 1 ) Συμβιβάζεται με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, ένα σύστημα δικαιωμάτων προς παροχές λόγω ανικανότητας προς εργασία, στο οποίο το ποσό της παροχής καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη και την προσωπική κατάσταση και τα έσοδα που πηγάζουν άμεσα ή έμμεσα από εργασία του συζύγου ή την ύπαρξη συντηρούμενου τέκνου;
2 ) α ) Συμβιβάζεται με τη διάταξη της οδηγίας που παρατέθηκε στο ερώτημα 1 ο νόμος της 29ης Δεκεμβρίου 1982 ( Stbl . 737 ), με τον οποίο καταργήθηκε, ως προς όλους τους ασφαλισμένους βάσει του WΑΟ - εκτός από όσους πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 10, παράγραφος 4, του ΑΑW -, η εγγύηση που τους παρεχόταν ώστε να λαμβάνουν παροχή ( καθαρή ) τουλάχιστον ίση προς τον κατώτατο προβλεπόμενο από το νόμο μισθό ( καθαρό );
β ) Ενόψει της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 8 της οδηγίας, στο άρθρο 5 της ίδιας οδηγίας και στο άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, ασκεί επιρροή στην απάντηση του ερωτήματος 2α το ότι ο ανωτέρω νόμος θεσπίστηκε στις 29 Δεκεμβρίου 1982 και τέθηκε εν μέρει σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1983, ενώ οι κρίσιμες ουσιαστικές συνέπειες της ρυθμίσεως θα ίσχυαν σταδιακώς, τόσο πριν όσο και μετά την πάροδο της προαναφερθείσας προθεσμίας;
3 ) Ασκούν επίσης επιρροή για την απάντηση στα προηγούμενα ερωτήματα οι διατάξεις της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976;
4 ) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο και δεύτερο ερώτημα, στοιχείο α ), το ασυμβίβαστο των διατάξεων που παρατίθενται σ' αυτά σημαίνει ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικαλεστούν απευθείας τον κοινοτικό κανόνα ενώπιον εθνικού δικαστηρίου;"
4 . 'Οπως είναι γνωστό, η οδηγία 79/7 της 19ης Δεκεμβρίου 1978, αποσκοπεί στο να επεκτείνει προοδευτικά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών ( άρθρο 119 Συνθήκης ΕΟΚ ) στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως . Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, η αρχή αυτή "συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση ( και ιδιαίτερα όσον αφορά ) ... το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών ".
Στα κράτη μέλη τάχθηκε εξαετής προθεσμία για τη συμμόρφωση προς την οδηγία η εν λόγω προθεσμία άρχισε να τρέχει από την κοινοποίηση της οδηγίας και έληξε στις 22 Δεκεμβρίου 1984 ( άρθρο 8 ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 5, τα κράτη μέλη "λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να καταργήσουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ".
5 . Το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά καταρχάς εάν εισάγει έμμεση διάκριση και επομένως αντίκειται προς την αρχή του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας ένα σύστημα παροχών λόγω ανικανότητας προς εργασία βάσει του οποίου το ποσό της παροχής καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη είτε την προσωπική κατάσταση και τα άμεσα ή έμμεσα εισοδήματα του συζύγου του δικαιούχου είτε την ύπαρξη συντηρούμενων τέκνων .
Είναι προφανής ο λόγος που ώθησε το Raad van Beroep να υποβάλει στο Δικαστήριο το ερώτημα αυτό . Οι διατάξεις που όφειλε να εφαρμόσει προβλέπουν - όπως είδαμε - την προσαύξηση των παροχών για τα πρόσωπα που φέρουν οικογενειακά βάρη ο καθένας δε γνωρίζει ότι τέτοιου είδους μηχανισμοί, ακόμη κι όταν εξασφαλίζουν τυπικά πλήρη ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, καταλήγουν κυρίως υπέρ των πρώτων . Πράγματι, στην πράξη, όλοι οι άνδρες που δεν έχουν τραυματιστεί, που δεν είναι άρρωστοι ή άνεργοι ασκούν κάποια επαγγελματική δραστηριότητα αντίθετα, υπάρχουν ακόμα πολλές γυναίκες που είτε με είτε χωρίς τη θέλησή τους παραμένουν στο σπίτι και επομένως δεν μπορούν να αποδείξουν ότι συντηρούν το σύζυγο ή τα τέκνα τους . Κατά συνέπεια ο άνδρας δικαιούται συχνότερα την προσαύξηση λόγω οικογενειακών βαρών, ενώ η γυναίκα υφίσταται κατά κανόνα δυσμενή διάκριση .
Ωστόσο, στις κοινοτικές οδηγίες περί ίσης μεταχειρίσεως δεν ορίζεται η έννοια της έμμεσης διάκρισης σε σχέση με την οικογενειακή κατάσταση, ούτε δε από τις προπαρασκευαστικές γι' αυτές εργασίες συνάγονται στοιχεία χρήσιμα για τον ορισμό της . Πάντως, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων συνέβαλε από το 1981 στη διευκρίνιση της εν λόγω διακρίσεως . Πράγματι ο Richard, επίτροπος αρμόδιος για τις κοινωνικές υποθέσεις, απαντώντας στη γραπτή ερώτηση 2295/80 της βουλευτή Lizin, ανέφερε ότι έμμεσες είναι "οι αφανείς ή συγκεκαλυμμένες διακρίσεις", που μπορούν να "προκύψουν στην πράξη για τους εργαζόμενους συγκεκριμένου φύλου από το γεγονός ότι λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή τους κατάσταση προκειμένου να καθοριστούν τα δικαιώματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των δύο οδηγιών" ( ΕΕ C 129, σ . 22, 1981 ). Συμπερασματικά, οι έμμεσες διακρίσεις δεν στηρίζονται τυπικά στο φύλο, αλλ' οδηγούν πρακτικώς στο "αποτέλεσμα" στο οποίο καταλήγουν οι ανισότητες που αναφέρονται ρητά στο φύλο .
Με την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1981 στην υπόθεση 96/80 ( Jenkins κατά Kingsgate, Συλλογή σ . 911 ), το Δικαστήριο εξέτασε μία περίπτωση έμμεσης διάκρισης εις βάρος γυναικών που παρείχαν εξαρτημένη εργασία . Μια βρετανή υπήκοος, εργαζόμενη με μειωμένο ωράριο, κατηγόρησε τον εργοδότη της ότι της κατέβαλλε κατώτερη ωριαία αμοιβή από την αμοιβή που κατέβαλλε σε άρρενα συνάδελφό της εργαζόμενο με πλήρες ωράριο και παρέχοντα όμοια εργασία . Το Εmployment Appeal Tribunal, που επελήφθη της διαφοράς, ζήτησε από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 119 της Συνθήκης . Το Δικαστήριο έδωσε την εξής απάντηση : "Μια διαφορά αμοιβής μεταξύ εργαζόμενων με πλήρες ωράριο και εργαζόμενων με μειωμένο ωράριο δεν συνιστά διάκριση απαγορευόμενη ... παρά μόνον αν αποτελεί στην πραγματικότητα έμμεσο τρόπο για να μειωθεί το ύψος αμοιβής των εργαζόμενων με μειωμένο ωράριο ενόψει του γεγονότος ότι η κατηγορία αυτή εργαζόμενων αποτελείται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από γυναίκες" ( σκέψη 15 ).
Θα ήθελα να προσθέσω ότι η Επιτροπή έλαβε αφορμή από την απόφαση αυτή για να βελτιώσει στη συνέχεια τον ορισμό της εξεταζόμενης έννοιας . "Το γεγονός ότι ένα μέτρο ασκεί επίδραση σε πρόσωπα συγκεκριμένου φύλου - υποστήριξε η Επιτροπή - έχει μεγάλη σημασία, ανεξάρτητα από το αν τα αφορά αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο ." Αυτό το "στατιστικό" δεδομένο - δηλαδή η απλή αριθμητική "υπεροχή" των γυναικών στην κατηγορία εργαζομένων που υφίστανται τη διάκριση - μπορεί να αποδειχτεί αποφασιστικό . Ωστόσο, στον ισχυρισμό της Επιτροπής δεν περιλαμβάνονται τα στοιχεία που θα δικαιολογούσαν αντικειμενικά τη λήψη του μέτρου, αφού είναι προφανές ότι, αν τα στοιχεία αυτά υπάρχουν, το παραγόμενο αποτέλεσμα αντιστοιχεί στον επιδιωκόμενο σκοπό . Επομένως υπάρχει "τεκμήριο έμμεσης διάκρισης όταν ένα ( φαινομενικά ) ουδέτερο μέτρο απευθύνεται ( στην πραγματικότητα ) κυρίως στους εργαζόμενους συγκεκριμένου φύλου χωρίς να χρειάζεται να ελεγχθεί αν υπάρχει πρόθεση διακρίσεως . Αντίθετα, εναπόκειται στον εκδώσαντα το μέτρο να παράσχει στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι παρακινήθηκε από αίτια που δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένα προς κάθε πρόθεση διακρίσεως" (( προσωρινή έκθεση για την εφαρμογή της οδηγίας 79/7, έγγρ . CΟΜ(83 ) 793 τελικό, της 6.1.1984, σ . 7 )).
Βάσει αυτών των παρατηρήσεων, νομίζω ότι είναι προφανές ότι,για την επίλυση του προβλήματος που έθεσε το εθνικό δικαστήριο, επιβάλλεται να ελεγχθεί : α ) αν το επίμαχο σύστημα παράγει για τις γυναίκες αποτελέσματα δυσμενέστερα απ' ό,τι για τους άνδρες β ) αν μπορούν να προβληθούν αντικειμενικοί λόγοι προς δικαιολόγησή του .
Επί του πρώτου σημείου η απάντηση είναι σαφώς καταφατική . Στις 16 Ιουνίου 1983 δύο μέλη του "Emancipatieraad", δηλαδή του οργάνου που ασχολείται με προβλήματα που αφορούν τη χειραφέτηση της γυναίκας, παραπονέθηκαν στην Επιτροπή ότι η τροποποίηση που έγινε με το νόμο της 29ης Δεκεμβρίου 1982 στο ολλανδικό σύστημα παροχών λόγω ανικανότητας εισήγαγε διάκριση εις βάρος των γυναικών . Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή ζήτησε από την κυβέρνηση της Χάγης να της παράσχει στατιστικά δεδομένα ως προς τις συνέπειες που είχε η εν λόγω μεταρρύθμιση για τους βάσει του WΑΟ δικαιούχους συντάξεως, από πλευράς διαφοράς φύλου . Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων κατέδειξε ότι η πρόβλεψη προσαυξήσεων αποκλειστικά υπέρ των δικαιούχων που φέρουν οικογενειακά βάρη επιρρίπτεται στους ασφαλισμένους, καθιστώντας τη θέση των γυναικών δύο φορές μειονεκτικότερη σε σχέση με τη θέση των ανδρών .
Πάντως και στο δεύτερο ερώτημα, στοιχείο β ), πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση . Πράγματι, ασχοληθείσα ρητά η Επιτροπή, στην προαναφερθείσα "προσωρινή έκθεση" , με τις προσαυξήσεις λόγω συντηρουμένου συζύγου, έκρινε ότι αυτές δικαιολογούνται στην περίπτωση που οι παροχές είναι ισόποσες προς τον κατώτατο μισθό, δεδομένου ότι αποβλέπουν στο να καλύπτουν τα βάρη των οικογενειών που είναι σαφώς μεγαλύτερα από τα βάρη των μεμονωμένων ατόμων . Νομίζω όμως ότι αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση που μας απασχολεί . Ναι, το επίδικο σύστημα παρέχει τη δυνατότητα δημιουργίας διακρίσεων, αλλά διέπεται από πνεύμα αμεροληψίας και στηρίζεται σε εύλογες αιτίες . Πράγματι, σκοπός του είναι η διαφύλαξη ενός συμφέροντος που δικαίως κρίνεται ως πρωταρχικό ( προστασία των προσώπων τα οποία φέρουν οικογενειακά βάρη και για τα οποία η σύνδεση της παροχής με την τελευταία αμοιβή θα μείωνε το ποσό της παροχής κάτω από τον κατώτατο μισθό ) εξάλλου, σύμφωνα με τον κανόνα της αναλογικότητας, η παρέκκλιση από την αρχή της ισότητας που εισάγει στην πράξη το εν λόγω σύστημα κείται εντός των ορίων του απολύτως αναγκαίου .
6 . Με το δεύτερο ερώτημα, στοιχείο α ), που παρατέθηκε πιο πάνω, το Raad van Beroep ερωτά το Δικαστήριο αν η διάταξη του άρθρου 4 της οδηγίας 79/7 εμποδίζει τα κράτη μέλη να τροποποιήσουν το σύστημα παροχών λόγω ανικανότητας, ελαττώνοντας το ποσό της παροχής που καταβάλλεται στους ασφαλισμένους οι οποίοι δεν πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις .
Νομίζω ότι η απάντηση εξαρτάται από τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξα μόλις προηγουμένως . Αν κριθεί ότι ένα σύστημα, όπως το ολλανδικό, δικαιολογείται αντικειμενικά και επομένως δεν αντίκειται στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, τότε στερείται σημασίας το γεγονός ότι έχει περιορίσει το ποσό της παροχής που παρείχετο προηγουμένως σε ορισμένα πρόσωπα .
7 . Αντίθετα, το δεύτερο ερώτημα, στοιχείο β ), και το τέταρτο θέτουν δύο προβλήματα που αφορούν τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου . Το Δικαστήριο, δηλαδή, οφείλει να καθορίσει : α ) τι εξουσίες διαθέτουν τα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια της προθεσμίας που έχει ταχθεί για την εκτέλεση της οδηγίας και αν εθνικά μέτρα που είναι σαφώς αντίθετα με τις διατάξεις της υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο πριν από τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας β ) αν η αρχή της ισότητας στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως εφαρμόζεται απευθείας και αν οι ιδιώτες μπορούν να προβάλουν ενώπιον των δικαστηρίων τα δικαιώματα που αντλούν από την οδηγία ενόσω τρέχει ακόμη η προθεσμία που ανέφερα .
'Οσον αφορά το πρώτο πρόβλημα, συμφωνώ με τους ισχυρισμούς που εξέθεσε η Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις της . Η Επιτροπή επαναλαμβάνει και αναπτύσσει μια άποψη η οποία υποστηρίζεται σοβαρά στη θεωρία κατά την εν λόγω άποψη, η κοινοποίηση της οδηγίας παράγει ένα "ανασχετικό αποτέλεσμα" , υπό την έννοια ότι απαγορεύει στα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα αντίθετα με τις διατάξεις της, ακόμη και στην περίπτωση που δεν περιέχει ρητή ρήτρα standstill . Πράγματι, όπως όλοι γνωρίζουν, ο συγκεκριμένος σκοπός της οδηγίας που μας απασχολεί είναι η εναρμόνιση των εννόμων τάξεων των κρατών μελών, απαλείφοντας τις υφιστάμενες νομοθετικές και διοικητικές διαφορές . Επομένως, είναι προφανές ότι το γεγονός και μόνο της εκδόσεως της οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να μη λαμβάνουν νέα μέτρα ούτε και μέτρα οξύνοντα τις διαφορές αυτές .
Δεν μπορεί δε να λεχθεί ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αντίθετοι προς την απόφαση της 5ης Απριλίου 1979, υπόθεση 148/78 ( Ratti, Racc . σ . 1629 ). Το Δικαστήριο δέχτηκε - είναι γεγονός - με τη σκέψη 44 ότι, έως τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται για την εκτέλεση της οδηγίας, "τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να ρυθμίζουν τον ( οικείο ) τομέα ". Ωστόσο και η ελευθερία αυτή, όπως και κάθε άλλη, υπόκειται σε περιορισμούς και κατά πρώτο λόγο στους περιορισμούς που υπαγορεύει η κοινή λογική . 'Ετσι, δεν χωρεί αμφιβολία ότι βάσει της ελευθερίας αυτής τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν σε ισχύ τις διατάξεις ή τις πρακτικές που δεν συμφωνούν με την οδηγία αλλ' όμως, όπως μόλις ανέφερα, είναι εξίσου βέβαιο ότι δεν περιλαμβάνεται στην εν λόγω ελευθερία και η δυνατότητα οξύνσεως των διαφορών τις οποίες σκοπεύει να αμβλύνει η οδηγία . Επιπλέον, ας αναφερθεί ότι τα μέτρα που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια της τασσόμενης προθεσμίας πρέπει κατ' ανάγκη να είναι μέτρα που σκοπεύουν να μεταφέρουν το κοινοτικό νομοθέτημα στην εσωτερική έννομη τάξη μέτρα, όμως, τέτοιου είδους πρέπει κατά μείζονα λόγο να μην αντιβαίνουν στους κανόνες που περιέχει το νομοθέτημα αυτό .
Αλλ' αυτό δεν αρκεί . Υπέρ της λύσεως που προτείνω στο Δικαστήριο συνηγορεί και η Συνθήκη στο σημείο όπου - άρθρο 5, παράγραφος 2 - επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μη λαμβάνουν μέτρα που μπορούν να "θέσουν σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών ( της )". Η παράβαση της γενικής αυτής αρχής και η παράβαση της συνεργασίας και της αλληλεγγύης που συνθέτουν το περιεχόμενό της συνιστούν αντιστρόφως την πρώτη αιτίαση που οφείλει να απευθύνει η Επιτροπή εναντίον των κρατών στα οποία προσάπτει ότι δεν έλαβαν υπόψη το "ανασχετικό αποτέλεσμα" και επομένως την απαγόρευση υποχωρήσεως ως προς την επίτευξη των σκοπών της Συνθήκης που συνεπάγεται η κοινοποίηση της οδηγίας . Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει αναφερθεί συχνά στο άρθρο 5, παράγραφος 2, προκειμένου να διευκρινίσει τα όρια της εξουσίας που έχουν τα κράτη μέλη σε σχέση με άλλα κοινοτικά μέτρα, εκτός από τις οδηγίες, που δημιουργούν, όπως και οι τελευταίες, δικαιώματα και υποχρεώσεις εξαρτώμενα από προθεσμία : (( βλέπε τις πρόσφατες αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1978 ( υπόθεση 61/77, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Racc . σ . 417 ), της 4ης Οκτωβρίου 1979 ( υπόθεση 141/78, Γαλλία κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Racc . σ . 293 ), της 10ης Ιουλίου 1980 ( υπόθεση 32/79, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Racc . σ . 1403 ), και της 5ης Μαΐου 1981 ( υπόθεση 804/79, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή σ . 1045 )).
Τα άλλα ζητήματα αρχής που έθεσε το παραπέμπον δικαστήριο εμφανίζονται λιγότερο προβληματικά . Τα εν λόγω ζητήματα αφορούν : α ) την απευθείας εφαρμογή του άρθρου 4 της οδηγίας 79/7 β ) τη δυνατότητα των ιδιωτών να προβάλλουν ενώπιον των δικαστηρίων, ενόσω διαρκεί ακόμη η προθεσμία που έχει ταχθεί για την εκτέλεση της οδηγίας, τα δικαιώματα που αυτή τους απονέμει, προκειμένου να αποκρούσουν την εφαρμογή απρόσφορων και αντίθετων προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως εθνικών μέτρων .
Ως προς το πρώτο σημείο, παραπέμπω στις προτάσεις που ανέπτυξα στις 9 του περασμένου Ιουλίου στην υπόθεση 71/85, Κάτω Χώρες κατά Federatie Nederlandse Vakbeweging ( απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, Συλλογή σσ . 3855 και 3864 ) υποστήριξα, τότε, ότι η διάταξη εφαρμόζεται απευθείας, τονίζοντας κυρίως το εσφαλμένο του επιχειρήματος που στηρίζεται, αντίθετα, στη διακριτική ευχέρεια που επιφυλάσσεται στα κράτη μέλη όσον αφορά τον τρόπο υλοποιήσεως της αρχής της ισότητας στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως . Ως προς το δεύτερο πρόβλημα, δεν έχω παρά να υπενθυμίσω εκ νέου την απόφαση Ratti και να μνημονεύσω την απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1982, υπόθεση 8/81 ( Βecker, Συλλογή σ . 53 ). Με τις δύο αυτές αποφάσεις το Δικαστήριο έκρινε ότι επίκληση της απευθείας εφαρμογής χωρεί μόνον αφότου λήξει η προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να μεταφερθεί η οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη : πράγματι, αποδοχή του αντιθέτου θα σήμαινε ότι δεν λαμβάνονται υπόψη τα όρια που χαράσσει το άρθρο 189 της Συνθήκης μεταξύ της οδηγίας και του κανονισμού .
8 . Με το τρίτο ερώτημα επιδιώκεται να διαπιστωθεί αν η οδηγία 76/207, που αφορά την ίση μεταχείριση στις σχέσεις εργασίας, εμπίπτει στο επίμαχο σύστημα . Η απάντηση είναι καταφατική, καθόσον είναι βέβαιο ότι το εν λόγω σύστημα δυσχεραίνει την πρόσβαση, κυρίως των γυναικών, στην αγορά εργασίας . Ωστόσο, αυτή η διαπιστωμένη επίδραση δεν έχει καμία σημασία από τη στιγμή που κρίνεται ότι το εν λόγω σύστημα δικαιολογείται αντικειμενικά και επομένως δεν εισάγει δυσμενή διάκριση για τους λόγους που τονίστηκαν πιο πάνω στο σημείο 5 .
9 . Για όλους τους λόγους που προεξέθεσα, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα που υπέβαλε το Raad van Beroep του 'Αμστερνταμ με Διάταξη της 4ης Φεβρουαρίου 1985 στο πλαίσιο της υποθέσεως μεταξύ της J . W . Τeuling-Worms και του Βedrijfsvereniging voor de Chemische Industrie :
1 ) ο όρος "έμμεση διάκριση" που αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι καταλαμβάνει ένα μέτρο εντασσόμενο σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, το οποίο, ενώ στηρίζεται σε ένα φαινομενικά αμερόληπτο κριτήριο διαφορετικής μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, αφορά κυρίως τις γυναίκες και καθιστά αισθητά δυσμενέστερη τη θέση τους σε σχέση με τους άνδρες, εκτός αν το κριτήριο αυτό υπαγορεύεται από αντικειμενικούς λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν τη διαφορά μεταχειρίσεως
2 ) οι διατάξεις της οδηγίας 79/7, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να απέχουν, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας που έχει ταχθεί για την εκτέλεση της οδηγίας, από τη λήψη μέτρων που επιδεινώνουν την υφιστάμενη κατά το χρόνο της κοινοποιήσεως της οδηγίας κατάσταση και συνεπώς μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία . Ωστόσο, οι ιδιώτες μπορούν να επικαλεστούν τις διατάξεις που έχουν απευθείας εφαρμογή μόνον αφότου λήξει η προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να μεταφερθεί η οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη
3 ) ο όρος "έμμεση διάκριση" που αναφέρεται στο άρθρο 2 της οδηγίας 76/207 του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι καταλαμβάνει ένα μέτρο που μπορεί να δυσχεράνει την πρόσβαση, κυρίως των γυναικών, στην αγορά εργασίας, εκτός αν το εν λόγω μέτρο στηρίζεται σε λόγους που δικαιολογούν τη διαφορά μεταχειρίσεως .
(*) Μετάφραση από τα ιταλικά .
Full & Egal Universal Law Academy