ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 12ης Νοεμβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστες,
1.
Η εταιρία ελβετικού δικαίου ETA Fabriques d'Ébauches ( εφεξής: ETA), η οποία, από το Δεκέμβριο του 1984 εκπροσωπείται από την εταιρία Swatch SA ως προς τη διάθεση στο εμπόριο των προϊόντων της και την εξυπηρέτηση της εγγύησης, κατασκευάζει ρολόγια χειρός quartz, μαζικής παραγωγής και χαμηλής τιμής, τα οποία διαθέτει στο εμπόριο των διαφόρων κρατών μελών μέσω « πρακτόρων », αποκλειστικών διανομέων του προϊόντος για την περιοχή που τους έχει παραχωρηθεί.
Η σύμβαση διανομής ορίζει για τον πράκτορα ελάχιστη ποσότητα αγοράς. Εξάλλου, η σύμβαση αυτή προβλέπει ότι για τα ρολόγια χορηγείται εγγύηση για 12 μήνες από την ημερομηνία αγοράς τους από τον καταναλωτή, η οποία, όμως, δεν υπερβαίνει τους 18 μήνες από την παράδοση τους υπό της εταιρίας ETA στους διανομείς.
Η εταιρία ETA, στηριζόμενη στη ρήτρα αυτή, προσέφυγε στο Tribunal de commerce των Βρυξελλών ζητώντας να απαγορευτεί στις εναγόμενες στην κύρια δίκη εταιρίες να συνοδεύουν με εγγυήσεις τα ρολόγια που προμηθεύτηκαν μέσω παράλληλων εισαγωγών.
Το παραπέμπον δικαστήριο, κρίνοντας ότι η επίλυση της υποβληθείσας σ' αυτό διαφοράς θέτει πρόβλημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, υπέβαλε στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:
« Το άρθρο 85 έχει την έννοια ότι επιτρέπεται σε μια επιχείρηση, η οποία διανέμει τα προϊόντα της εντός της κοινής αγοράς μέσω αποκλειστικών αντιπροσώπων που είναι εγκατεστημένοι σε καθένα από τα κράτη μέλη — αλλά η οποία, εξάλλου, ανέχεται τα προϊόντα της να διανέμονται από ένα δίκτυο παράλληλων εισαγωγέων — να επιφυλάσσει στους πελάτες μόνο των αναγνωρισμένων από αυτήν αποκλειστικών αντιπροσώπων τα πλεονεκτήματα της εγγυήσεως που δίδει επί των εν λόγω προϊόντων; »
2.
Το ερώτημα αυτό εμπίπτει στα όρια της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου όσον αφορά τη λύση προδικαστικών ζητημάτων.
Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η σχετική με την ερμηνεία δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αναφέρεται αποκλειστικά στους κοινοτικούς κανόνες, ενώ το έργο της εφαρμογής τους ανήκει στο εθνικό δικαστήριο που υποβάλλει το προδικαστικό ερώτημα (πρβλ. ιδίως την απόφαση 56/65, L.T.M., Rec. 1966, σ. 337, ειδικότερα σ. 357 ).
Σύμφωνα με την ίδια λογική, δεν υποχρεούται το Δικαστήριο, αν και η Επιτροπή ανακίνησε το θέμα αυτό, να αποφανθεί αν η περιέχουσα την επικρινόμενη διάταξη συμφωνία μπορεί, εν προκειμένω, να υπαχθεί στην περιλαμβανόμενη στο άρθρο 85, παράγραφος 3, εξαίρεση. Πράγματι, μια τέτοια απόφαση ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, ασκούμενη υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου και, επομένως, δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία του εθνικού δικαστηρίου [άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 17/62 του Συμβουλίου, « Πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης» ( ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25) και απόφαση 31/80, L'Oréal, Rec. 1980, σ. 3775, 13η σκέψη].
Επίσης, το παραπέμπον δικαστήριο δεν ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς το θεμιτό της συμφωνίας διανομής, λαμβανόμενης στο σύνολό της. Συγκεκριμένα, αφού επισήμανε ότι η εταιρία ETA ανέχεται τις παράλληλες εισαγωγές, δεν ζητά να πληροφορηθεί από το Δικαστήριο ως προς το συμβιβαστό, από πλευράς των διατάξεων του άρθρου 85, παράγραφος 1, της ρήτρας της σύμβασης με την οποία απαγορεύεται στον πράκτορα να πωλεί ή να διανέμει ρολόγια εκτός της περιοχής που του έχει παραχωρηθεί, ενώ του επιβάλλεται η υποχρέωση να γνωστοποιεί στη μητρική εταιρία κάθε προερχόμενη από άλλο κράτος σχετική ζήτηση. Επομένως, δεν παρίσταται ανάγκη, οποιαδήποτε γνώμη και αν μπορεί να υπάρχει σχετικά με το ζήτημα αυτό, να λάβει θέση το Δικαστήριο επί του σημείου αυτού. Το εθνικό δικαστήριο ζητεί απλώς από το Δικαστήριο να εκτιμήσει, από πλευράς των προαναφερθεισών διατάξεων, το συμβιβαστό με αυτές της πρακτικής που συνίσταται, για μια επιχείρηση, στον περιορισμό τον πεδίον εφαρμογής της εγγύησης που καλύπτει τα ελαττώματα τον πράγματος, επιφυλάσσοντας τη χορήγηση της μόνο στα προϊόντα που πωλούνται μέσω αποκλειστικά του δικτύου της διανομής και, επομένως, αρνούμενης την εν λόγω εγγύηση στα προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο από παράλληλους εισαγωγείς.
Ας επισημάνω εν παρόδω ότι το γεγονός ότι η εταιρία ETA βρίσκεται σε τρίτη χώρα δεν εμποδίζει την εφαρμογή του άρθρου 85 « εφόσον η συμφωνία παράγει τα αποτελέσματά της επί του εδάφους της κοινής αγοράς» (υπόθεση 122/71, Béguelin Import, Rec. 1971, σ. 949, 11η σκέψη).
Κάτω από το πρίσμα αυτό επιβάλλεται να εξεταστούν οι γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις που κατέθεσαν οι διάδικοι στην κύρια δίκη και η Επιτροπή, προκειμένου να επιτευχθεί πρόσφορη ερμηνεία των κανόνων της Συνθήκης (η προαναφερθείσα υπόθεση 56/65, σ. 357, καθώς και οι αποφάσεις 253/78 και 1 έως 3/79, Giry και Guerlain, Rec. 1980, σ. 2327, 6η σκέψη ).
3.
Η ενάγονσα στην κύρια δίκη διευκρίνισε ευθύς εξαρχής ότι αν και δεν προτίθεται να εμποδίσει τις παράλληλες εισαγωγές των ρολογιών των οποίων διασφαλίζει την κατασκευή φρονεί, εντούτοις, ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, δεν οφείλεται η συνδεόμενη με τα προϊόντα εγγύηση. Πράγματι, υποστηρίζει ότι η υποχρέωση εγγυήσεως, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της συμφωνίας διανομής, έχει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συμβατικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, δεν καλύπτει παρά μόνο τα ρολόγια που πωλούνται μέσω του δικτύου των διανομέων της.
Κατά τα λοιπά, η άρνηση να ισχύσει η εγγύηση ως προς τους μη ανήκοντες στο δίκτυο αυτό δικαιολογείται επίσης από τη μέριμνα να τηρηθεί το όριο της μέγιστης δυνατής διαρκείας εναποθηκεύσεως — έξι μήνες — που επιβάλλεται στους διανομείς προκειμένου να διασφαλιστεί στους καταναλωτές η πώληση ρολογιών εν λειτουργία. Όμως, η διανομή μέσω του παράλληλου δικτύου δεν προσφέρει ίδιας ποιότητας εξυπηρέτηση. Πράγματι, δεδομένου ότι δεν μπορεί πλέον να ελέγχεται η διάρκεια εναποθήκευσης των προϊόντων, τα ρολόγια θα μπορούσαν να πωληθούν με μπαταρία « παλαιά ». Πράγμα που θα έβλαπτε την λειτουργία τους και, εξ αυτού του λόγου, την εικόνα του σήματος της εταιρίας ETA.
Για τους δύο αυτούς λόγους, δικαιολογημένα η τελευταία αρνείται να ισχύει η εγγύηση της για όλους όσους δεν μπορούν να δικαιολογήσουν ότι απέκτησαν το προϊόν από επίσημο διανομέα του σήματος, ο οποίος να μπορεί να επισημανθεί από την εταιρία ETA.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, δύο από τις εναγόμενες στην κύρια δίκη εταιρίες, τόνισαν, κυρίως, τα χαρακτηριστικά των πωλούμενων προϊόντων — μαζική παραγωγή, χαμηλές τιμές, απουσία ιδιαίτερης υποδομής εξυπηρετήσεως μετά την πώληση, διανομή μέσω εξειδικευμένου εμπορίου αλλά επίσης και μέσω πολυκαταστημάτων — ώστε να απορριφθεί οποιαδήποτε δικαιολογία, η οποία να αντλείται από τις συμφυείς με την επιλεκτική διανομή ενός προϊόντος ανάγκες, ως προς την εκ μέρους της εταιρίας ETA άρνηση να επεκτείνει την ισχύ της εγγύησης της επί των πωλούμενων μέσω του παράλληλου δικτύου ρολογιών.
Εξάλλου, η Επιτροπή περιγράφει τα κατά τη γνώμη της ασυμβίβαστα προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ αποτελέσματα που μπορεί να συνεπάγεται ένα τέτοιο σύστημα εγγυήσεως. Ισχυρίζεται ότι η συνδεόμενη με το πωλούμενο προϊόν εγγύηση πρέπει να μπορεί πάντοτε να ισχύει στην πράξη για τον καταναλωτή. Υπό την έννοια αυτή η δυνατότητα εξυπηρετήσεως της εγγύησης κατ' άμεσο τρόπο από τον κατασκευαστή ή μέσω ενός από τους διανομείς συντελεί αναμφισβήτητα στην απόφαση αγοράς.
Από την άποψη αυτή, μια συμφωνία διανομής που επιφυλάσσει την εγγύηση μόνο για τα προϊόντα που έχουν αγοραστεί από τους επιλεγέντες από τον κατασκευαστή διανομείς εντός των ορίων της ζώνης διαθέσεως στο εμπόριο που τους έχει παραχωρηθεί εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1. Στην περίπτωση αυτή, κάθε εδαφικά αρμόδιος σε ένα κράτος μέλος αντιπρόσωπος προστατεύεται τεχνητά, μέσω της εγγύησης, έναντι των παράλληλων εισαγωγών. Όσον αφορά τον αγοραστή, αυτός παρακινείται, προκειμένου να δικαιούται της εγγύησης, να αποκτήσει το προϊόν σε έναν από τους τόπους πωλήσεως του δικτύου αποκλειστικής διανομής του κράτους μέλους που διανέμει. Σε τελευταία ανάλυση, η άρνηση επεκτάσεως της εγγύησης στις παράλληλες εισαγωγές καθιστά τις τελευταίες μη ελκυστικές: κατά συνέπεια, μια τέτοια τακτική έχει αναμφισβήτητα ως αποτέλεσμα να θίγει το μεταξύ των κρατών μελών εμπόριο.
4.
Κατά τη γνώμη μου, η ερμηνεία του σχετικού κοινοτικού δικαίου διέπεται από δύο ομάδες συλλογισμών.
Πρώτον, όπως το επισήμανε και η Επιτροπή, δεν αμφισβητείται ότι, εκτός απώλειας ή κλοπής, ενδεχόμενα για το οποίο δεν τίθεται ζήτημα εν προκειμένω, η διάθεση στο εμπόριο των ρολογιών μέσω παράλληλου εισαγωγέα βρίσκει κατ' ανάγκη την πηγή εφοδιασμού της σε έναν από τους « κρίκους » του δικτύου διανομής της ETA.
Η απλή αυτή διαπίστωση εκμηδενίζει την επιχειρηματολογία που αντλείται, όσον αφορά την εγγύηση, από τη σχετική δεσμευτικότητα των συμβάσεων. Δεν μπορεί να επικαλεστεί ο κατασκευαστής, χωρίς να αντικρουστεί, τη δεσμευτικότητα αυτή προκειμένου να αρνηθεί την εγγύηση στον τρίτο που απέκτησε ρολόγια τα οποία προέρχονταν από παράλληλη εισαγωγή: πράγματι, μια τέτοια εισαγωγή αφορά προϊόντα που προμηθεύτηκε από την εταιρία ETA ένας από τους αποκλειστικούς της αντιπροσώπους και, στη συνέχεια, διατέθηκαν παραλλήλως στο εμπόριο είτε από τον τελευταίο είτε από έναν των αντισυμβαλλομένων του.
Δεύτερον, δεν είναι, πολλώ μάλλον, δυνατό να αποτελεί η μέγιστη διάρκεια εναποθηκεύσεως δικαιολογία της άρνησης εγγυήσεως.
Πράγματι, όπως αυτό διευκρινίστηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η εταιρία ETA διασφαλίζει καταρχήν στον καταναλωτή την εξυπηρέτηση της εγγύησης των 12 μηνών, έστω και αν η διάρκεια εναποθηκεύσεως έχει υπερβεί τους 6 μήνες. Αυτό δεν είναι εκπληκτικό. Πράγματι, δεν βλέπω πώς είναι δυνατό, λαμβανομένης υπόψη της σχετικής δεσμευτι-κότητας των συμβάσεων, η εταιρία ETA να αποδεσμευτεί έναντι του αγοραστή από τη ρητή υποχρέωση που συνδέεται με το πωληθέν προϊόν, επικαλούμενη τον όρο διάρκειας της εναποθήκευσης ο οποίος δεν μπορεί να αντιταχθεί παρά μόνο κατά του πράκτορα.
5.
Το γεγονός ότι δεν μπορούν να γίνουν δεκτές οι δικαιολογίες που προβάλλει η εταιρία ETA έχει ως αποτέλεσμα να θεωρηθεί — σχετικά με το ζήτημα αυτό η επ' ακροατηρίου συζήτηση υπήρξε αποκαλυπτική — ότι η διαφοροποιημένη μεταχείριση που επιφυλάσσει η εταιρία αυτή όσον αφορά την εγγύηση υπακούει σε εντελώς διαφορετική λογική.
Πράγματι, η εισάγουσα διακρίσεις πρακτική η οποία συνίσταται για την ενάγουσα στο να αρνείται την εγγύηση της επειδή δεν μπορεί να ελέγχεται στο σύνολό της η κανονικότητα της αλυσίδας διανομής τείνει, στην πραγματικότητα, στο να εμποδίζει να λειτουργούν τα εναλλακτικά κυκλώματα που έχουν δημιουργηθεί, όπως η ίδια ομολόγησε, από ορισμένους, μη επισημανθέντες αντιπροσώπους της.
Όμως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η χρησιμοποίηση μιας ρήτρας εγγυήσεως που έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείονται, στην πράξη, οι παράλληλες εισαγωγές είναι αντίθετη προς την αρχή της ενιαίας αγοράς και της οικονομικής ελευθερίας των αποκλειστικών διανομέων την οποία εγγυάται το άρθρο 85 ( βλέπε, ιδίως, απόφαση 86/82, Hasselblad, Συλλογή 1984, σ. 883, 32η έως 35η σκέψη, έμμεση λύση, καθώς και 41η έως 46η σκέψη και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn, σσ. 929 έως 931 υπόθεση 25/75, Van Vliet, Rec. 1975, σ. 1103, 12η έως 17η σκέψη' η προαναφερθείσα υπόθεση 22/71, Béguelin Import, 12η σκέψη και επόμενες ). Ορθώς η Επιτροπή, αναφερόμενη ιδίως στην απόφαση Zanussi ( 23 Οκτωβρίου 1978, JO L 322 της 16.11.1978, σ. 36 ), επισήμανε ότι η εγγύηση πρέπει, καταρχήν, να διασφαλίζεται, ανεξαρτήτως τον τόπον αγοράς τον προϊόντος εντός της κοινής αγοράς [βλέπε επίσης τη 12η αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 5, παράγραφος 1, σημείο 1, στοιχεία α ) και β ), του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 123/85 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1984, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης, σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών διανομής και εξυπηρέτησης των πελατών πριν και μετά την πώληση αυτοκινήτων οχημάτων ( Ε Ε L 15 της 18.1.1985, σ. 16)].
Στην προκειμένη περίπτωση, η συμφωνία με την οποία η εταιρία ETA συμφωνεί με τους αποκλειστικούς της διανομείς ότι η συνδεόμενη με τα προϊόντα της εγγύηση θα είναι, στην πραγματικότητα, περιορισμένης εδαφικής εκτάσεως συνεπάγεται, από την άποψη της παρεμπόδισης του ανταγωνισμού, δύο συνέπειες:
—
καθώς αποστερεί της εγγυήσεως τους χρήστες, όταν η εμπορική καταγωγή των αγορασθέντων ρολογιών δεν μπορεί πλήρως να ελεγχθεί, καθιστά λιγότερο ελκυστικές τις παράλληλες εισαγωγές για όλους αυτούς που διασφαλίζουν τη διάθεση στο εμπόριο του προϊόντος·
—
καθώς, κατ' αυτό τον τρόπο, στεγανοποιεί τα εθνικά δίκτυα διανομής, επιτρέπει στον κατασκευαστή, όχι μόνο να προστατεύει τεχνητά από τα αποτελέσματα της παράλληλης εισαγωγής την ανταγωνιστική θέση ορισμένων αντιπροσώπων του, αλλά, επιπλέον, να προστατεύεται ο ίδιος από την επίπτωση τέτοιων εισαγωγών, παρέχοντας, ιδίως, προνομιακή μεταχείριση στη διάθεση στο εμπόριο της περισσότερο πρόσφατης παραγωγής του σε βάρος της πώλησης σε χαμηλή τιμή των παλαιοτέρων τύπου προϊόντων του μέσου του παράλληλου κυκλώματος.
Η χρησιμοποίηση από έναν κατασκευαστή, κάτω από τις προϋποθέσεις και με τις συνέπειες που περιέγραψα προηγουμένως, μιας ρήτρας εγγυήσεως που περιλαμβάνεται στη σύμβαση διανομής, επιτρέπει να συναχθεί, επί του σημείου αυτού, το ασυμβίβαστο της συμφωνίας από πλευράς των διατάξεων του άρθρου 85, παράγραφος 1, υπό τη διττή προϋπόθεση ότι η πρακτική αυτή, σύμφωνα με την ίδια τη διατύπωση της διάταξης αυτής, δύναται να επηρεάσει « το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών » και έχει « ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς... ».
Σχετικά με το ζήτημα αυτό το Δικαστήριο, σύμφωνα με πάγια νομολογία του, έχει αποφανθεί ότι
« προκειμένου να εκτιμηθεί, αφενός, αν μια συμφωνία δύναται να θίξει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, πρέπει να καθοριστεί, βάσει ενός συνόλου νομικών και πραγματικών αντικειμενικών στοιχείων και, ειδικότερα ενόψει των συνεπειών της εν λόγω συμφωνίας επί των δυνατοτήτων παράλληλης εισαγωγής, αν η συμφωνία αυτή επιτρέπει να προβλεφθεί με αρκετή πιθανότητα ότι μπορεί να ασκήσει αμέσως ή εμμέσως, πραγματικά ή δυνητικά επιρροή επί των εμπορικών ρευμάτων μεταξύ των κρατών μελών »,
και ότι
« για να εκτιμηθεί, εξάλλου, αν μια συμφωνία πρέπει να θεωρηθεί ως απαγορευμένη λόγω της επιδείνωσης του ανταγωνισμού, η οποία αποτελεί το αντικείμενο ή το αποτέλεσμά της, πρέπει να εξεταστεί ο ανταγωνισμός στο πραγματικό πλαίσιο όπου θα διεξαγόταν ελλείψει της επίμαχης συμφωνίας ».
Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι:
« στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται, βάσει όλων των κατάλληλων στοιχείων, να κρίνει αν η συμφωνία συγκεντρώνει πράγματι τις προϋποθέσεις για να υπαχθεί στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1 » (η προαναφερθείσα υπόθεση L'Óréal, 18η έως 20ή σκέψη. Βλέπε επίσης την υπόθεση 99/79, Lancôme, Rec. 1980, σ. 2511, 21η έως 25η σκέψη).
6.
Για τους λόγους αυτούς προτείνω να δοθεί στο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο η εξής απάντηση:
Η άρνηση ενός κατασκευαστή να παράσχει την εγγύηση που συνοδεύει τα προϊόντα του, όπως προσδιορίζεται στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής που έχει συναφθεί μεταξύ αυτού και αντιπροσώπων που είναι εγκατεστημένοι στα διάφορα κράτη μέλη, επί των προϊόντων που διατίθενται στο εμπόριο εκτός της παραχωρηθείσας στους τελευταίους περιοχής, για το λόγο και μόνο ότι δεν μπορεί να εξακριβωθεί πλήρως το δίκτυο διανομής, συνιστά, εφόσον δύναται να θίξει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και να έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τη νόθευση του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά, πρακτική απαγορευομένη από το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy