ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 20ής Νοεμβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαονές,
1.
Κάθε ασφαλιστήριο συμβόλαιο στηρίζεται στην υπόσχεση του ασφαλιστή ότι παρέχει εγγύηση στον ασφαλιζόμενο σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου εναντίον του οποίου καλύφθηκε με την προκαταβολή ασφαλίστρων. Πρόκειται, επομένως, για τον ασφαλιζόμενο περί προφυλάξεως έναντι ενδεχομένης ζημίας.
Αυτό το τυχηρό, ίδιο αυτού του τύπου συμβάσεως, χαρακτηρίζει τη δραστηριότητα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Αυτή η ιδιαιτερότητα, όπως αποδεικνύεται από την προκειμένη περίπτωση, συνίσταται στην αβεβαιότητα που αφορά τον καθορισμό του ακριβούς ποσού στο οποίο θα ανέλθει η αποκατάσταση του ασφαλιζόμενου αντικειμένου. Ο ασφαλιστής πρέπει, σχετικά, να κάνει προβλέψεις σε συνάρτηση με την πιθανότητα επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου και της αντιμετωπιζόμενης έκτασης της ζημίας.
Γίνεται, υπ' αυτές τις συνθήκες, αντιληπτή η σημασία αλλά επίσης και η δυσχέρεια, ιδίως για την κάλυψη μεγάλων κινδύνων, που συναντά ο υπολογισμός των ασφαλίστρων τα οποία επιτρέπουν να συγκεντρώνονται «τα τεχνικά αποθέματα» που προορίζονται, σε περίπτωση επελεύσεως του κινδύνου, να επιτρέψουν την ολική εκπλήρωση των υποχρεώσεων των εταιριών έναντι των ασφαλιζομένων. Αυτό επισημαίνεται με την αρχή της αναλογικότητας των ασφαλίστρων σχετικά με τον κίνδυνο.
Ο σκοπός αυτού του τύπου συμβάσεως καθώς και ο κοινωνικοοικονομικός ρόλος των ασφαλίσεων για το κοινωνικό σύνολο απαιτούν η εκτέλεση κάθε συμβολαίου να είναι συνεχώς διασφαλισμένη και, κατά συνέπεια, κάθε ασφαλιστική επιχείρηση να είναι φερέγγυα. Αυτές οι δύο κατευθυντήριες αρχές προσδίδουν σε κάθε σχετική κανονιστική ρύθμιση το χαρακτήρα δημόσιας τάξης. Δεν μπορούν να μην έχουν επίπτωση επί των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού που εφαρμόζονται στις οικείες επιχειρήσεις και που άλλωστε προκάλεσαν τις διατάξεις των οδηγιών συντονισμού που θέσπισε το Συμβούλιο, κυρίως με την οδηγία 72/239 της 24ης Ιουλίου 1973«περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής » ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 157 και επ. ).
2.
Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ακόμα πιο έντονα όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η ασφάλιση καλύπτει το βιομηχανικό κίνδυνο πυρός και την ενδεχόμενη συνέπεια του, τη διακοπή της εκμεταλλεύσεως ( που στο εξής αναφέρεται ως ασφάλιση κατά των βιομηχανικών κινδύνων πυρός ). Η μελέτη της δικογραφίας επιτρέπει να αναφανούν τα χαρακτηριστικά.
Αυτός ο κλάδος ασφαλίσεως συνήθως σημαίνει για τον ασφαλιστή προσφορά και άλλων ασφαλίσεων, εφόσον γενικά καθορίζει την επιλογή μιας εταιρίας ως προς την κάλυψη των άλλων κινδύνων. Η ιδιαιτερότητα αυτού του τύπου ασφαλίσεως συνίσταται σε διάφορα στοιχεία που εξηγούν ιδίως ότι τα συμβόλαια συνάπτονται γενικά βραχυπρόθεσμα. Πρόκειται, πράγματι, περί καλύψεως μεγάλου κινδύνου, του οποίου η επέλευση κατ' ανάγκη τυχηρή και το κόστος εξαιρετικά υψηλό απαιτούν από τον ασφαλιστή τη δημιουργία σημαντικών τεχνικών αποθεμάτων που του επιτρέπουν να διαθέτει κατάλληλο περιθώριο ασφαλείας. Κάθε συμβόλαιο πρέπει, εξάλλου, να εξατομικεύεται σε συνάρτηση με ίδια δεδομένα για κάθε ασφαλιζόμενη επιχείρηση ή βιομηχανία. Τέλος, υφίστανται διαδοχικές προσαρμογές που συνδέονται με την ταχεία εξέλιξη των κινδύνων, επομένως με τη συχνότητα και τη σοβαρότητα τους που οφείλεται σε τεχνολογικές μεταβολές.
Κατά συνέπεια, ο υπολογισμός του ποσού των ασφαλίστρων επηρεάζεται, σ' αυτό τον τομέα, από συμπληρωματικούς παράγοντες αβεβαιότητας. Στην πραγματικότητα, ένας μόνος ασφαλιστής δεν είναι σε θέση, βάσει της δικής του μόνο πείρας, να υπολογίσει ορθώς τα κατάλληλα ασφάλιστρα. Πρόκειται, επομένως, περί συνδυασμού του ανταγωνισμού και της αναγκαίας από κοινού διάθεσης των στοιχείων προβλέψεως. Αυτή η τελευταία πληροφορία είναι καθοριστική για την πολιτική διαχειρίσεως του κινδύνου που επιδιώκει ο ατομικός ασφαλιστής. Αυτή η πληροφορία θα τον οδηγήσει, ενδεχομένως, στο να καταφύγει στην τεχνική καταμερισμού του βάρους του κινδύνου, ιδίως για την κάλυψη μεγάλων κινδύνων. Με τη συνασφάλιση, και χωρίς να υφίσταται μεταξύ τους ευθύνη εις ολόκληρον, περισσότεροι ασφαλιστές, των οποίων ο επικεφαλής — ο πρωτασφαλιστής — καθορίζει τους όρους της ασφάλισης και τα ασφάλιστρα, μπορούν να αποφασίσουν, έναντι συνολικών ασφαλίστρων, να καλύψουν με ενιαίο συμβόλαιο τον ίδιο κίνδυνο και για την ίδια διάρκεια. Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αναφέρει η έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, εφαρμόζεται η συνασφάλιση για περισσότερα από τα μισά συμβόλαια και από τα τρία τέταρτα των ασφαλίστρων. Εκεί συναντάται, ακόμα πιο γενικευμένη, η αντασφάλιση που επιτρέπει στον απευθείας ασφαλιστή να καλυφθεί ο ίδιος μεταφέροντας σε αντασφαλιστή τμήμα του κινδύνου που καλύπτει.
3.
Σ' αυτό το πλαίσιο τοποθετείται η υπό κρίση υπόθεση. Ο κλάδος ασφαλίσεως κατά των βιομηχανικών κινδύνων πυρός εμφανίζει στη Γερμανία περιόδους χρόνιας έλλειψης ισορροπίας κατά το διάστημα των οποίων τα έσοδα από τα ασφάλιστρα δεν καλύπτουν πλέον το ποσό των αποζημιώσεων.
Έτσι, κατά την περίοδο από το 1973 έως 1979 παρατηρήθηκε μείωση των μέσων ασφαλίστρων κατά 44 % για τους βιομηχανικούς κινδύνους και περίπου κατά 50 % για τη διακοπή εκμεταλλεύσεως. Τα ασφάλιστρα που εισπράχθηκαν γι' αυτούς τους κινδύνους δεν επήρ-κεσαν, μόνα τους, για τη χρηματοδότηση του συνολικού κόστους της παροχής της εγγυήσεως στους ασφαλιζόμενους και τα έξοδα λειτουργίας των εταιριών.
Για την αντιμετώπιση αυτού του ελλείμματος τον κλάδου η προσφεύγουσα ένωση ( Verband der Sachversicherer, στο εξής: η VdS) που συγκεντρώνει το σύνολο των ασφαλιστών πραγμάτων που είναι εγκατεστημένοι στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θέσπισε, το 1980 μια « όχι δεσμευτική σύσταση που αποσκοπεί στη σταθεροποίηση και εξυγίανση » του εν λόγω κλάδου ασφαλίσεως. Η σύσταση αυτή, που απευθύνθηκε στο σύνολο των μελών της ενώσεως, προτείνει την αύξηση των ασφαλίστρων, κλιμακούμενη από την 1η Αυγούστου 1980 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1982, υπό τους αναφερόμενους στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση όρους.
Οι γερμανοί αντασφαλιστές, κατά γενικό τρόπο, αποφάσισαν να συμπεριλάβουν σε όλα τα συμβόλαια που καταρτίστηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 1981« ρήτρα υπολογισμού των ασφαλίστρων » κατά την οποία η μη τήρηση της προαναφερθείσας σύστασης εξομοιώνεται με υπασφάλιση που έχει ως αποτέλεσμα να μειώνει αναλόγως την εγγύηση του αντασφαλιστή.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 102 του νόμου που απαγορεύει τους περιορισμούς του ανταγωνισμού (Gesetz gegen Wettbewerbsbeschränkungen, στο εξής: GWB) ο οποίος όμως δεν απαγορεύει στον τομέα των ασφαλίσεων παρά τα καταχρηστικά μέτρα, η εν λόγω σύσταση κοινοποιήθηκε προηγουμένως στο ομοσπονδιακό γραφείο ελέγχου των ασφαλίσεων και στο ομοσπονδιακό γραφείο ελέγχου των συμφωνιών, εν συνεχεία δε δημοσιεύθηκε στο' ομοσπονδιακό δελτίο των επισήμων ανακοινώσεων. Το γραφείο συμφωνιών δεν προέβαλε καμία αντίρρηση ως προς το σύμφωνο της σύστασης με το άρθρο 102 του GWB.
4.
Με απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1984, της οποίας η υπό κρίση προσφυγή αποσκοπεί την ακύρωση, η Επιτροπή, αντιθέτως, θεώρησε ότι η σύσταση της VdS συνιστά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ και αρνήθηκε να χορηγήσει την εξαίρεση που ζήτησε η εν λόγω ένωση βάσει της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου.
Με την προσφυγή που άσκησε η ένωση και υποστηρίζει με παρέμβαση η ομοσπονδία ασφαλιστικών εταιριών (Gesaratverband der Versicherungswirtschaft, στο εξής: η παρεμβαίνουσα ) επισημαίνεται η αντίθεση που προαναφέρθηκε και υφίσταται μεταξύ των γενικών απαιτήσεων που συνδέονται με τον ελεύθερο ανταγωνισμό και των ειδικών απαιτήσεων που συνδέονται με την ασφάλιση. Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η λύση της διαφοράς πρέπει να βρεθεί στο πλαίσιο των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού. Η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν, αφενός, το ότι οι κανόνες περί ανταγωνισμού εφαρμόζονται στον τομέα για τον οποίο πρόκειται και, αφετέρου, στην περίπτωση που θα θεωρηθεί ότι οι εν λόγω κανόνες έχουν εφαρμογή, αμφισβητούν ότι η σύσταση μπορεί να χαρακτηριστεί ως συμφωνία κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος Γ τέλος επικουρικώς, ισχυρίζονται ότι ακόμα κι αν αποδειχθεί η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας, δεν είναι δυνατό να μη χορηγηθεί η προβλεπόμενη στην παράγραφο 3 εξαίρεση.
Ι — Έχει το άρθρο 85 ΕΟΚ εφαρμογή στον τομέα της ασφάλισης;
5.
Προκειμένου περί του κλάδου ασφαλίσεως των βιομηχανικών κινδύνων, τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας και της παρεμβαίνουσας στηρίζονται στον κίνδυνο, τον οποίο ο απεριόριστος μέσω των ασφαλίστρων ανταγωνισμός μπορεί να συνεπάγεται για τους ασφαλιζόμενους, τους τρίτους και όλο το κοινωνικό σύνολο. Ανεξάρτητα από τις συνέπειες που αντλούν δεν νομίζω ότι, ως προς το ουσιώδες, είναι αμφισβητήσιμα.
Όπως ανέφερα, το επιθυμητό ύψος των ασφαλίστρων είναι το αποτέλεσμα εκτιμήσεων αποτιμώμενων σε αριθμούς, λαμβανομένου υπόψη μεγάλου συντελεστού αβεβαιότητας. Κατά συνέπεια, το ενδεχόμενο διατάραξης της αναγκαίας αντιστοιχίας μεταξύ εισπραττομένων ασφαλίστρων και κόστους αποκαταστάσεως των καλυπτομένων ζημιών δεν αποκλείεται, ειδικότερα στον εξεταζόμενο κλάδο.
Κανένας ασφαλιστής δεν μπορεί να αποφύγει σφάλμα εκτιμήσεως κατά τον υπολογισμό των αναγκαίων ασφαλίστρων. Η προκειμένη περίπτωση καταδεικνύει ότι μια σχετική χαμηλή εκτίμηση μπορεί να είναι εκούσια, δεδομένου ότι ο ασφαλιστής τείνει να τα καθορίσει σε ελκυστικό επίπεδο ώστε να κατακτήσει, βελτιώσει ή διατηρήσει μια ανταγωνιστική θέση στην αγορά. Σε μια τέτοια περίπτωση, η επιχείρηση « θα βασιζόταν », κατά κάποιο τρόπο, όχι απλώς στην έλλειψη πιθανότητας επελεύσεως των κινδύνων, αλλά επίσης στη δυνατότητα καταρτίσεως νέων ασφαλιστήριων συμβολαίων και να επωφεληθεί των τόκων των καταθέσεων της σε κεφάλαια. Αυτή η κατάσταση ενισχύεται άλλωστε από τον ειδικό χαρακτήρα του κλάδου των βιομηχανικών κινδύνων, με τον οποίο οι επιχειρήσεις ασφαλίσεως επιχειρούν να δημιουργήσουν και να « καταστήσουν πιστή » την πελατεία τους.
'Ετσι, ο κίνδυνος υφίσταται, η προκειμένη περίπτωση το αποδεικνύει, οι επιχειρήσεις, εάν δεν οδηγούνται παρά από κανόνες ανταγωνισμού μέσω των ασφαλίστρων, να διατηρούν εν επιγνώσει, στον εξεταζόμενο τομέα, μη ισορροπημένη κατάσταση. Ασφαλώς, η φερεγγυότητα του συνόλου κάθε επιχείρησης ελέγχεται, αυτός δε είναι ακριβώς ο σκοπός της οδηγίας 73/239 και της γερμανικής νομοθεσίας που τη θέτει σε εφαρμογή και τη συμπληρώνει, κυρίως όσον αφορά την ασφάλεια των καταθέσεων σε κεφάλαιο ( άρθρο 54 του Versicherungsaufsichtsgesetz, νόμου περί του ελέγχου των επιχειρήσεων ασφαλίσεως, στο εξής: VAG).
Ωστόσο, η επέλευση, έστω και εξαιρετική, μεγάλου κινδύνου, που δεν μπορεί να καλυφθεί με επαρκή αποθέματα αμέσως διαθέσιμα θα μπορούσε να επηρεάσει τη γενική ισορροπία της επιχείρησης μέχρι και του να επιφέρει την αφερεγγυότητα της. Από αυτή την άποψη η αυτονομία των διαφόρων κλάδων φαίνεται ως η καλύτερη εγγύηση εκτελέσεως των ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Αυτή άλλωστε φαίνεται να είναι η σκέψη που επικράτησε κατά την έκδοση της προαναφερθείσας οδηγίας (έκτη αιτιολογική σκέψη, άρθρα 7, παράγραφος 2, και 14 ).
Για όλους αυτούς τους λόγους, το πρόβλημα που τίθεται με την υπό κρίση υπόθεση αφορά κυρίως τον καθορισμό των κατάλληλων μέτρων προς πρόληψη της χαμηλής εκτίμησης του αναγκαίου επιπέδου των ασφαλίστρων, τα οποία προστίθενται στα ήδη προβλεπόμενα από την εθνική νομοθεσία μέτρα ελέγχου, σύμφωνα με την ίδια οδηγία.
Εντούτοις, αν και μπορεί να γίνει δεκτός ο συλλογισμός επί του οποίου στηρίζονται οι δύο ενώσεις, δεν μπορώ να συναγάγω τα συμπεράσματα που αντλούν ως προς το ανεφάρμοστο του άρθρου 85 ΕΟΚ, δεδομένου ότι η προτεινόμενη από αυτές σχετική ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 87, παράγραφος 2 γ), δεν επιβεβαιώνεται ούτε από το γράμμα ούτε από την οικονομία ούτε από το πνεύμα των θεσπιζόμενων από τη Συνθήκη κανόνων στον τομέα του ανταγωνισμού.
6.
Το άρθρο 87 προβλέπει ότι το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής,
« 1)
... εκδίδει τους αναγκαίους κανονισμούς ή οδηγίες για την εφαρμογή των αρχών που αναφέρονται στα άρθρα 85 και 86 »,
προς το σκοπό
« 2)
... ιδίως:
γ)
να ορίζουν, εφόσον είναι ανάγκη, το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 επί των διαφόρων οικονομικών κλάδων ».
Η έννοια και η έκταση αυτού του άρθρου μπορούν να επανενταχθούν στο γενικό σκοπό της Συνθήκης στον τομέα του ανταγωνισμού.
Η θέση του άρθρου 85 στη Συνθήκη ΕΟΚ είναι χαρακτηριστική. Βρίσκεται στο τρίτο μέρος το σχετικό με την « πολιτική της Κοινότητας » και στον τίτλο Ι που συγκεντρώνει τους « κοινούς κανόνες». Μαζί με το άρθρο 86 ορίζει τους κανόνες ανταγωνισμού που εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις.
Είναι γνωστό ότι η κοινοτική πολιτική του ανταγωνισμού στηρίζεται στην αρχή της απαγόρευσης κάθε συμφωνίας και στην καταστολή των καταχρήσεων δεσπόζουσας θέσης. Το άρθρο 85, παράγραφος 3, επιτρέπει στην Επιτροπή, στην οποία ανατίθεται η αποστολή της διασφάλισης της τηρήσεως των σχετικών κανόνων, να αμβλύνει την εφαρμογή της αρχής αυτής όταν, χωρίς να καταργεί ουσιαστικά κάθε ανταγωνισμό, η εν λόγω προσαρμογή παρίσταται αναγκαία για την επίτευξη ορισμένων περιοριστικώς οριζόμενων στόχων.
Το άρθρο 85 ανταποκρίνεται έτσι σε διττή ανάγκη, αφενός,
«να εξαφανίσει... τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της κοινής αγοράς και... να επιβεβαιώσει και να διατηρήσει την ενότητα αυτής της αγοράς»,
και, αφετέρου, να επιτρέπει
«στις κοινοτικές αρχές να ασκούν μια σχετική θετική δράση, έστω και έμμεση, προς το σκοπό προωθήσεως της αρμονικής εξέλιξης των οικονομικών δραστηριοτήτων στο σύνολο της Κοινότητας, σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συνθήκης» (14/68, Wilhelm, Rec. 1969, σ. 1, σκέψη 5).
Δεδομένης της ουσιαστικής λειτουργίας των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού για την πραγματοποίηση και την ανάπτυξη της κοινής αγοράς, είναι προφανές ότι κάθε εξαίρεση στο βασικό μηχανισμό που έχει έτσι εγκαθιδρυθεί δεν μπορεί να προκύπτει παρά από ρητή διάταξη της Συνθήκης ΕΟΚ, η οποία αναγκαστικά θα πρέπει να ερμηνεύεται στενά.
Το Δικαστήριο έκρινε, με την πρόσφατη απόφαση Asjes της 30ής Απριλίου 1986, ότι,
« οσάκις η Συνθήκη είχε την πρόθεση να εξαιρέσει ορισμένες δραστηριότητες από την εφαρμογή των κανόνων περί ανταγωνισμού πρόβλεψε ρητή παρέκκλιση προς το σκοπό αυτό » ( συνεκδικασθείσες υποθέσεις 209 έως 213/84, Συλλογή 1986, σ. 1425, σκέψη 40),
όπως το άρθρο 42, κατά το οποίο αυτοί οι κανόνες δεν εφαρμόζονται στις γεωργικές επιχειρήσεις παρά μόνο « κατά το μέτρο που ορίζεται από το Συμβούλιο ».
Δεδομένου ότι η Συνθήκη δεν προβλέπει καμία ρητή παρέκκλιση αυτού του τύπου στον τομέα της ασφάλισης, οι κοινοτικοί κανόνες περί ανταγωνισμού πρέπει καταρχήν να εφαρμοστούν στις επιχειρήσεις αυτού του τομέα οικονομικής δραστηριότητας, υπό τους προβλεπόμενους στα άρθρα 85 και επόμενα της Συνθήκης όρους. Αυτή, εξάλλου, είναι η λύση που δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση Van Anieyde (90/76, Rec. 1977, σ. 1091), με την οποία το Δικαστήριο εξέτασε αν η δραστηριότητα των εθνικών γραφείων ασφαλίσεως αυτοκινήτων συμβιβάζεται με τα άρθρα 85 και 86.
Πρέπει, κατά συνέπεια, να εξεταστεί το περιεχόμενο του άρθρου 87, παράγραφος 2 γ ), και, ιδίως, να καθοριστεί αν αυτή η διάταξη έχει την έκταση που της αποδίδουν η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα.
7.
Πρέπει, λαμβανομένης υπόψη της οικονομίας του μηχανισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86, να θεωρηθεί ότι « μέχρι της θέσεως σε ισχύ των διατάξεων που λαμβάνονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 87 », το άρθρο 88 διατήρησε για τις δραστηριότητες ασφαλίσεως το μεταβατικό σύστημα που θεσπίζει σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 89;
Η θέση σε ισχύ του κανονισμού 17/62 του Συμβουλίου της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001), έθεσε τέρμα στη μεταβατική φάση, όπως αυτό προκύπτει σαφέστατα από την απόφαση του Δικαστηρίου 13/61, Bosch (Rec. 1962, σ. 89). Ασφαλώς, στον τομέα των μεταφορών, η παρέμβαση αυτού του κανονισμού δεν εμπόδισε τη διατήρηση αυτού του μεταβατικού συστήματος. Ωστόσο, δεν μπορεί να συναχθεί απ' αυτή τη διαπίστωση κανένα συμπέρασμα για τον τομέα της ασφάλισης. Πράγματι, απαιτήθηκε ρητό κείμενο, ο κανονισμός 141 του Συμβουλίου της 26ης Νοεμβρίου 1962 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 30) ο οποίος εκδόθηκε βάσει του άρθρου 87 για να εξουδετερωθούν τα αποτελέσματα του κανονισμού 17/62 γι' αυτό τον τύπο δραστηριοτήτων. Το μεταβατικό σύστημα των άρθρων 88 και 89 ΕΟΚ δεν έχει άλλωστε πλέον εφαρμογή παρά μόνο στις θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο οριστικής κανονιστικής ρύθμισης στον τομέα του ανταγωνισμού, όπως στους τομείς των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών με τον κανονισμό του Συμβουλίου 1017/68 της 19ης Ιουλίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 6 και επ. ) ο οποίος εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 87 (απόφαση Asjes, που προαναφέρθηκε, σκέψη 51 ).
Δεδομένου ότι καμία τέτοια κανονιστική ρύθμιση δεν θεσπίστηκε για τις ασφαλίσεις, δεν υφίσταται καμιά πραγματική αναλογία μεταξύ του τομέα της ασφάλισης και του τομέα των μεταφορών.
8.
Μπορεί επομένως να συναχθεί το συμπέρασμα από το περιεχόμενο του άρθρου 87 ότι υφίσταται προηγουμένη υποχρέωση του Συμβουλίου να νομοθετεί κάθε φορά που είναι αναγκαίος ο μετριασμός των κανόνων ανταγωνισμού;
Αυτή η διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με τα άρθρα 85 και 86 των οποίων αποσκοπεί να ευνοήσει την εφαρμογή εφόσον προβλέπει ότι το Συμβούλιο « εκδίδει » κάθε μέτρο « χρήσιμο » προς το σκοπό αυτό.
Παρά τον επιτακτικό χαρακτήρα της εξουσιοδότησης που απορρέει από το άρθρο 87, παράγραφος 1, παρατηρείται, αφενός, η ελαστικότητα της προβλεπόμενης προθεσμίας, της οποίας η εκπνοή δεν έχει αποτέλεσμα παρά επί του τρόπου ψηφοφορίας, αφετέρου δε, το περιθώριο εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στο εκτελεστικό όργανο, καθώς και στην Επιτροπή που υποβάλλει την πρόταση, ως προς τον επωφελή χαρακτήρα των προς λήψη μέτρων. Ο ίδιος αβέβαιος χαρακτήρας απαντάται στο σημείο γ ) της παραγράφου 2 του άρθρου 87 εφόσον το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 δεν πρέπει να προσδιορίζεται στους διάφορους οικονομικούς κλάδους παρά « εφόσον είναι ανάγκη ».
Η αναγκαιότητα ειδικής κανονιστικής ρύθμισης του ανταγωνισμού σε δεδομένο τομέα εξαρτάται έτσι από τη διακριτική εκτίμηση των θεσμικών οργάνων. Εναπόκειται αποκλειστικά στην Επιτροπή, η οποία έχει την πρωτοβουλία της προτάσεως, και στο Συμβούλιο που νομοθετεί, να εκτιμήσουν αν είναι επωφελής η θέσπιση, στον ένα ή στον άλλο οικονομικό κλάδο, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαιτερότητας του, ειδικών διατάξεων εφαρμογής των άρθρων 85 και 86.
Και αν ακόμα υποτεθεί ότι γίνεται δεκτή καταρχήν από τα θεσμικά όργανα η ανάγκη ειδικής κανονιστικής ρύθμισης, βάσει του άρθρου 87, παράγραφος 2 γ), τα άρθρα 85 και 86 θα εξακολουθούν να εφαρμόζονται εφόσον οι προς θέσπιση ειδικές λεπτομέρειες ανταγωνισμού δεν έχουν τεθεί σε ισχύ. Η εξουσιοδότηση του άρθρου 87, παράγραφος 2 γ), δεν μπορεί να εξαρτά την εφαρμογή των αρχών που καθιερώνουν τα άρθρα 85 και 86 τα οποία, όπως δέχθηκε επανειλημμένα το Δικαστήριο, έχουν άμεσο και απευθείας αποτέλεσμα ( 13/61, που προαναφέρθηκε, σ. 103, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lagrange, σσ. 128 και 129). Το άρθρο 85 περιλαμβάνει, πράγματι, όλο τον αναγκαίο μηχανισμό για να ενσωματώσει, με την εφαρμογή της παραγράφου του 3, τις ιδιαιτερότητες της συνεργασίας σε δεδομένο οικονομικό τομέα, σύμφωνα με το σκοπό του άρθρου 2 της Συνθήκης ΕΟΚ.
'Ετσι, το Δικαστήριο με την πάγια νομολογία του έχει καθιερώσει την αρχή κατά την οποία η αποτελεσματικότητα των κανόνων της Συνθήκης που έχουν άμεση ισχύ δεν μπορεί να εξαρτάται από την καθυστέρηση των θεσμικών οργάνων ή των κρατών μελών να λάβουν εκτελεστικά μέτρα αποκλειστικά προοριζόμενα να διευκολύνουν και όχι να εξαρτήσουν την εφαρμογή τους ( βλέπε, λόγου χάρη, 2/74, Revners, Rec. 1974, σ. 631, σκέψεις 26-27 33/74, Van Binsbergen, Rec. 1974, σ. 1299, σκέψη 26' 43/75, Defrenne, Rec. 1976, σ. 457, σκέψεις 32 έως 34).
Ούτε μπορεί να κατανοηθεί ότι η προοπτική της ενδεχόμενης προσέγγισης των εθνικών νομοθεσιών στον τομέα του ανταγωνισμού των επιχειρήσεων ασφαλίσεως θα αναβάλει την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως, με την επιφύλαξη εξαιρέσεως, του άρθρου 85, διακυβεύοντας έτσι την πραγματοποίηση των στόχων της ενότητας της αγοράς και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που επιδιώκει. Υπ' αυτή την έννοια το Δικαστήριο έκρινε ότι
« η θεμελιώδης αρχή περί ενιαίας αγοράς και η συνέπεια της, η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, δεν δύνανται — σε καμία περίπτωση — να εξαρτώνται από τον προκαταρκτικό όρο της προσεγγίσεως των εθνικών νομοθεσιών, καθόσον μια τέτοια υποχρεωτική εξάρτηση θα καθιστούσε την αρχή αυτή κενή περιεχομένου» (193/80, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1981, σ. 3019, σκέψη 17).
Αυτός ο κανόνας που ισχύει επί του συνδυασμού των άρθρων 30 και 100 ΕΟΚ, φρονώ ότι μπορεί να μεταφερθεί και στον υπό κρίση τομέα.
9.
Στο σημερινό στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, ο τομέας της ασφαλίσεως διέπεται, επομένως, από τους γενικούς κανόνες των άρθρων 85 και 86, όπως έχουν τεθεί σε εφαρμογή με τον κανονισμό 17. Ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο, με τακτικές αποφάσεις λαμβανόμενες βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, τη μελλοντική εναρμόνιση του συστήματος του ανταγωνισμού και των δραστηριοτήτων ασφαλίσεως που απορρέει από τη γερμανική νομοθεσία, επομένως δε την επιλογή της οικονομικής πολιτικής και την ασφάλεια δικαίου που εγγυάται, δεν μπορεί, ακόμα και αν αυτός ο φόβος αποδεικνυόταν βάσιμος, να γίνει δεκτός και αυτό για δύο λόγους συμφυείς με την κοινοτική έννομη τάξη.
Ο πρώτος λόγος αφορά το σεβασμό των αρμοδιοτήτων του κοινοτικού νομοθέτη. Ελλείψει ρητής διατάξεως της Συνθήκης, στον κοινοτικό νομοθέτη ανήκει αποκλειστικά η εξουσία θεσπίσεως κανονιστικής ρύθμισης συνεπαγόμενης παρεκκλίσεις, στο πλαίσιο της εξουσιοδότησης που δόθηκε με το άρθρο 87. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα έπρεπε, δεχόμενο τον προαναφερθέντα ισχυρισμό, να μην εφαρμόσει προσωρινώς τους κανόνες του άρθρου 85 στις ασφαλίσεις, θα αντικαθιστούσε το νομοθέτη.
Ο δεύτερος λόγος απορρέει από την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου. Όπως το Δικαστήριο τόνισε στην απόφαση αρχής Wilhelm,
«η Συνθήκη ΕΟΚ καθιέρωσε ιδία έννομη τάξη, ενσωματούμενη στο νομικό σύστημα των κρατών μελών και η οποία επιβάλλεται στα δικαστήρια τους »
έτσι ώστε
« θα ήταν αντίθετο προς τη φύση ενός τέτοιου συστήματος το να γίνει δεκτό ότι τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν ή να διατηρούν σε ισχύ μέτρα ικανά να θέσουν σε κίνδυνο την πρακτική αποτελεσματικότητα της Συνθήκης ».
Πράγματι,
«η επιτακτική ισχύς της Συνθήκης και των πράξεων που λαμβάνονται για την εφαρμογή της δεν μπορούν να διαφέρουν από το ένα κράτος στο άλλο με τη λήψη εσωτερικών μέτρων, χωρίς να παρεμποδίζεται η λειτουργία του κοινοτικού συστήματος και να τίθεται σε κίνδυνο η επίτευξη των σκοπών της Συνθήκης ».
Συνεπώς,
« οι συγκρούσεις μεταξύ του κοινοτικού κανόνα και των εθνικών κανόνων στον τομέα των συμφωνιών πρέπει να επιλύονται με την εφαρμογή της αρχής της υπεροχής του κοινοτικού κανόνα» (14/68, που προαναφέρθηκε, σκέψη 6 ).
Επιπλέον, τίποτα δεν επιτρέπει να γίνει δεκτό ότι οι φόβοι της προσφεύγουσας και της παρεμβαίνουσας είναι βάσιμοι. Ακόμα περισσότερο, τακτικές αποφάσεις που παρέχουν ή αρνούνται το ευεργέτημα της εξαίρεσης του άρθρου 85, παράγραφος 3, μπορούν να προβάλλουν την ανάγκη και να προωθήσουν τη θέσπιση ειδικής κανονιστικής ρύθμισης της οποίας θα επέτρεπαν να καθοριστούν οι κατευθυντήριες γραμμές.
Επίσης, η θέσπιση κλαδικής κανονιστικής ρύθμισης, απαλύνουσας την αρχή της απαγόρευσης που θέτει το άρθρο 85, παράγραφος 1, προϋποθέτει, με τη φροντίδα να υπάρχει λογική ακολουθία, την τήρηση του πλαισίου που καθορίζει η παράγραφος 3. Το άρθρο 87 δεν αποβλέπει, το υπενθυμίζω, παρά στο να «ορίσει, εφόσον είναι ανάγκη, το πεδίο εφαρμογήςτων άρθρων 85 και 86 επί των διαφόρων οικονομικών κλάδων» (υπογράμμιση δική μου ). Αυτή η διατύπωση απαιτεί την ενότητα του κοινοτικού μηχανισμού ανταγωνισμού. Στην πραγματικότητα, το άρθρο 87, παράγραφος 2 γ), επιτρέπει, όταν η απλή εφαρμογή του ανταγωνισμού δεν οδηγεί στο καλύτερο οικονομικό αποτέλεσμα, να δίδεται, επί του γενικού πεδίου, ειδική απάντηση του αυτού τύπου όπως η προβλεπόμενη, επί του ειδικού πεδίου, με την τρίτη παράγραφο του άρθρου 85. Συνεπώς, εκτός εξαιρέσεως, ενδεχόμενες κλαδικές κανονιστικές ρυθμίσεις φαίνεται ότι οφείλουν να τηρούν τα ίδια όρια και να αποβλέπουν στους ίδιους στόχους στους οποίους αποβλέπει η τελευταία αυτή διάταξη.
Επομένως, ο πρώτος υποβληθείς από την προσφεύγουσα και την παρεμβαίνουσα ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί. Πρέπει τώρα να εξεταστεί ο δεύτερος ισχυρισμός τους κατά τον οποίο οι τιθέμενοι από το άρθρο 85, παράγραφος 1, όροι δεν πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση.
II — Πληρούνται άραγε οι όροι του άρθρου 85, παράγραφος 1;
10.
Η εφαρμογή της προβλεπόμενης από το άρθρο 85, παράγραφος 1, απαγόρευσης προϋποθέτει τη συνδρομή τριών όρων: συνεργασία επιχειρήσεων που αποβλέπει στον περιορισμό που αναλύεται ως επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών. Η συνδρομή τους πρέπει να ελέγχεται « αναφορικά με το πραγματικό πλαίσιο » όπου τοποθετείται η συμφωνία, η απόφαση ενώσεως ή η εναρμονισμένη πρακτική ( 5/69, Volk, Rec. 1969, σ. 295, σκέψη 7 ).
Η ανάλυση της αγοράς που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση των διατάξεων του άρθρου 85, παράγραφος 1, φαίνεται, δεδομένων των χαρακτηριστικών της, ως αναγκαία προϋπόθεση.
A — Η αγορά που πρέπει να ληφθεί υπόψη
11.
Είναι γνωστό ότι η σχετική αγορά είναι η αγορά της ασφαλίσεως των βιομηχανικών κινδύνων πυρός των επερχόμενων στο έδαφος ενός κράτους μέλους. Πρόκειται περί εθνικής αγοράς.
Όπως τόνισε η Επιτροπή, στη 13η 'Εκθεση της περί της πολιτικής του ανταγωνισμού,
«οι εξωτερικοί παράγοντες που καθορίζουν τους όρους δραστηριότητας του τομέα δημιουργούνται από το στενό πλαίσιο των εθνικών νομοθεσιών και κανονιστικών ρυθμίσεων που θεσπίζονται προς το σκοπό, όχι μόνο να εγγυηθούν τη φερεγγυότητα των επιχειρήσεων, να αποφύγουν τις πτωχεύσεις και τις καταχρηστικές ιδιοποιήσεις κεφαλαίων, αλλά επίσης, στα περισσότερα κράτη μέλη, να ελέγχουν τη φύση και τους όρους των συμβολαίων » ( Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 1983, σ. 245).
Πράγματι, παρόλον ότι οι οδηγίες του Συμβουλίου 73/239 και 73/240, από τις οποίες η τελευταία της 24ης Ιουλίου 1973 (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 174 και επ. ), που έχουν εφαρμογή ιδίως επί των εν λόγω κινδύνων, συνδύασαν αντιστοίχως τους κανόνες εθνικού ελέγχου από τους οποίους εξαρτάται η χορήγηση άδειας και η άσκηση των δραστηριοτήτων ασφαλίσεως εκτός αυτών που αφορούν τη ζωή και απέβλεψαν στην κατάργηση γι' αυτές τις δραστηριότητες των περιορισμών στο δικαίωμα της εγκαταστάσεως, οι επιχειρήσεις ασφαλίσεως εξακολουθούν κατά μεγάλο μέρος να διέπονται από την εθνική νομοθεσία.
Δύο σειρές διατάξεων της γερμανικής νομοθεσίας φαίνονται, απ' αυτή την άποψη, ιδιαίτερα χαρακτηριστικές. Πρώτον, το άρθρο 106, παράγραφος 2, του VAG επιβάλλει στους ασφαλιστές που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος την προκαταρκτική υποχρέωση ιδρύσεως δεύτερης εγκατάστασης στο γερμανικό έδαφος, όταν έχουν την πρόθεση να προβούν σε πράξεις πρωτασφαλίσεως με τη μεσολάβηση τρίτου. Αυτή η απαίτηση στην πράξη έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίζει όλες τις ξένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις να προσφέρουν απευθείας τις ασφαλιστικές τους υπηρεσίες στη γερμανική αγορά, εκτός εξαιρέσεων περιορισμένης εκτάσεως όπως είναι η ασφάλιση δι' αλληλογραφίας. Αυτή η απαίτηση, είναι γνωστό, ότι αποτελεί το αντικείμενο προσφυγής λόγω παραβάσεως που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου (υπόθεση 205/84, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας). Κατά το γενικό εισαγγελέα Sir Gordon Slynn, και σύμφωνα με τις προτάσεις του της 20ής Μαρτίου 1986, η απαίτηση αυτή δεν είναι σύμφωνη με την αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Συμμερίζομαι αυτή την άποψη.
Δεύτερον, οι επιχειρήσεις ασφαλίσεως που δρουν στη Γερμανία απολαύουν συστήματος ανταγωνισμού που δημιουργεί παρεκκλίσεις. Το άρθρο 102 του GWB δεν απαγορεύει, πράγματι, παρά μόνο τους καταχρηστικούς περιορισμούς ανταγωνισμού.
Για τους ίδιους λόγους, εμπίπτουν στο εθνικό πλαίσιο οι πράξεις συνασφάλισης των κινδύνων που υφίστανται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Πράγματι, κατά την περίοδο εφαρμογής της ένδικης συστάσεως, ο ίδιος όρος εγκαταστάσεως επιβαλλόταν στις επιχειρήσεις ασφαλίσεως των άλλων κρατών μελών, που επιθυμούσαν να συμμετάσχουν σε τέτοιες πράξεις. Η παρέκκλιση η σχετική με τους αλλοδαπούς συνα-σφαλιστές, το ασυμβίβαστο της οποίας προς τα άρθρα 59 και 60 ΕΟΚ προβάλλεται επίσης στην υπόθεση 205/84 που προαναφέρθηκε, διότι δεν περιλαμβάνει τον πρωτασφαλιστή, δεν θεσπίστηκε παρά με την έκδοση του 14ου τροποποιητικού νόμου του VAG της 29ης Μαρτίου 1983, που μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία 78/473 του Συμβουλίου της 30ής Μαΐου 1978 περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων στον τομέα της κοινοτικής συνασφάλισης (JO L 151, σ. 25).
Τέλος, προκειμένου περί αντασφαλίσεως, πρέπει να τονιστεί ότι αυτή η υπηρεσία ασκείται ελευθέρως στη Γερμανία, σύμφωνα με την αρχή που θέτει το άρθρο 3 α ) της οδηγίας 64/225 του Συμβουλίου της 25ης Φεβρουαρίου 1964 που αποσκοπεί στην κατάργηση σ' αυτό τον τομέα των περιορισμών στο δικαίωμα εγκαταστάσεως και της παροχής υπηρεσιών ( JO 56, σ. 878 ). Κατά συνέπεια, οι αλλοδαποί αντασφαλιστές μπορούν απευθείας να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε Γερμανό που τους παραχωρεί μέρος της ασφάλισης.
Η Επιτροπή θεωρεί εντούτοις ότι υφίσταται επίσης σχετική γερμανική αγορά, λόγω του ελέγχου που οι εθνικές αρχές ασκούν επί των γερμανών πρωτασφαλιστών, ο οποίος αφορά ιδίως τη φερεγγυότητα του αντασφαλιστή και λόγω της ισχυράς θέσεως σ' αυτή την αγορά των γερμανών αντασφαλιστών. Δεν νομίζω ότι αυτή η τελευταία άποψη μπορεί να γίνει δεκτή. Ο επικαλούμενος από την Επιτροπή διοικητικός έλεγχος προέρχεται κυρίως από την ίδια την πρώτη οδηγία συντονισμού και αφορά κάθε αντασφαλιστή ανεξάρτητα από την ιθαγένεια του. Επιβάλλει σε κάθε ασφαλιστή, ο οποίος έχει την πρόθεση να εγκατασταθεί σε κράτος μέλος, την ένδειξη, στο « πρόγραμμα δραστηριοτήτων » το οποίο υποβάλλεται στις εθνικές αρχές ελέγχου προς λήψη της άδειας, των « κατευθυντήριων αρχών ως προς την αντασφάλιση » [ άρθρο 8, παράγραφοι 1 γ ), 9 γ ) και 11 γ ) της προαναφερθείσας οδηγίας 73/239]. Ως προς τη θέση ισχύος που κατέχουν οι γερμανοί αντασφαλι-στές σ' αυτή την αγορά, εκτός- του ότι φαίνεται ότι μπορεί να αμφισβητηθεί λόγω της εκτάσεως του ανταγωνισμού αλλοδαπών ασφαλιστών, δεν θεωρήθηκε, τελικά, από την Επιτροπή ως « αποφασιστικός παράγοντας » για την εκτίμηση της ένδικης συστάσεως. Όποιες κι αν είναι, σχετικά, οι επιπτώσεις των αμφισβητούμενων διατάξεων επί του κόστους της παρεχόμενης υπηρεσίας δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υφίσταται εθνική αγορά αντασφαλίσεως.
Έτσι, η αγορά που πρέπει να ληφθεί υπόψη συνίσταται από τις πράξεις αντασφαΜσεωςκαχ συνασφαλίσεως που πραγματοποιούνται στη Γερμανία τόσο από τις εθνικές επιχειρήσεις ασφαλίσεως όσο και από τις εγκαταστάσεις των αλλοδαπών ασφαλιστών που ενεργούν ως πρωτασφαλιστές ή απλοί συνασφαλιστές και στους οποίους απευθυνόταν η σύσταση της VdS.
Η Επιτροπή, πράγματι, επισήμανε χωρίς να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός της ότι η VdS συγκεντρώνει τις περισσότερες από τις 126 επιχειρήσεις ασφαλίσεως που καλύπτουν τους βιομηχανικούς κινδύνους πυρός και ότι 17 από αυτές έχουν την έδρα τους σε άλλο κράτος μέλος. Διευκρίνισε επίσης ότι οι τελευταίες δρουν στη Γερμανία μέσω υποκαταστήματος και, για την κύρια δραστηριότητα τους, ως σννασφαΑιστές υπό τη διεύθυνση γερμανικής επιχείρησης ασφαλίσεως. Η Επιτροπή δήλωσε, επιπλέον, ότι η κατεχόμενη από αυτές μερίδα της αγοράς είναι κατώτερη από το 3 % του μικτού ετήσιου ποσού των ασφαλίστρων. Τέλος, η Επιτροπή τόνισε ότι περισσότερο από τα τρία τέταρτα του μικτού ετήσιου ποσού των ασφαλίστρων των σχετικών με τους βιομηχανικούς κινδύνους περιέρχονται στις 10 μεγαλύτερες γερμανικές επιχειρήσεις ασφαλίσεως και περισσότερο από το μισό στις κυριότερες πέντε από αυτές.
Προσθέτω ότι η αγορά της ασφάλισης χαρακτηρίζεται από την άποψη του ανταγωνισμού από την όχι ισόρροπη δομή της προσφοράς και της ζήτησης· πράγματι η πρώτη είναι σχεδόν απεριόριστη σε ποσότητα και σε αξία, ενώ η δεύτερη είναι πολύ πιο σταθερή. Επομένως, ο ανταγωνισμός μέσω των τιμών είναι ιδιαίτερα έντονος.
Σ' αυτή την οικονομική και νομική συγκυρία, της εν λόγω αγοράς τίθενται τα ακόλουθα τρία ερωτήματα:
—
Αποτελεί η σύσταση της VdS απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων; ( Β )
—
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, έχει η σύσταση αυτή ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα να περιορίζει τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό της κοινής αγοράς; (Γ)
—
Σ' αυτή την περίπτωση, μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών; (Δ)
Β — Αποτελεί η «μη οεομεννική σύσταση» της VdS απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων,
12.
Το άρθρο 85 αποβλέπει στη διαπίστωση κάθε συνδρομής βουλήσεων κάθε τύπου εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ επιχειρήσεων που θα προκαλούσαν τα αποτελέσματα τα οποία επιδιώκει να απαγορεύσει, είτε αυτές λαμβάνουν τη μορφή συμφωνίας ή απόφασης ενώσεως επιχειρήσεων είτε εκδηλώνονται υπό τη μορφή εναρμονισμένης πρακτικής.
Όπως διευκρίνισε ο γενικός εισαγγελέας Mayras,
«η απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων διακρίνεται από την απλή συμφωνία κατά το ότι, συμμετέχοντας στην ένωση, οι επιχειρηματίες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, αποδέχονται τα καταστατικά και δεσμεύονται από τις αποφάσεις που λαμβάνει η πλειοψηφία των οργάνων της ένωσης τα οποία λαμβάνουν ή εκτελούν την απόφαση » ( 8/72, Cementhandelaren, Rec. 1972 σ. 977, προτάσεις, σ. 999 ).
Με άλλα λόγια, αν η υποχρεωτική ισχύς μιας συμφωνίας απορρέει από την άμεση ανταλλαγή των συναινέσεων των συμβαλλομένων μερών, αυτό που εκδηλώνει την απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων είναι η διαπιστούμενη συναίνεση με τη συμμετοχή σε ένωση στην οποία οι συμμετέχουσες σ' αυτήν επιχειρήσεις βάσει του κατασταστικοό απένειμαν εξουσία λήψεως δεσμευτικών αποφάσεων. Αυτό, επομένως, που φαίνεται αποφασιστικό, για την εφαρμογή αυτής της έννοιας είναι η μεταξύ των επιχειρήσεων συνεργασία να απορρέει από τη συμμετοχή σε ένωση, η οποία τις συγκεντρώνει και προστατεύει τα συμφέροντα τους και το ότι τα καταστατικά της ενώσεως συνεπάγονται τη συναίνεση τους στα λαμβανόμενα από την ένωση μέτρα.
Αυτό με οδηγεί σε δύο παρατηρήσεις. Η ονομασία της ίδιας της πράξεως, όπως και η ρητή δήλωση του ότι δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, δεν είναι καθεαυτές αποφασιστικές. Οι διάφορες επωνυμίες εξαρτώνται από τους κανόνες του κάθε κράτους μέλους, ακόμα δε της κάθε ένωσης. Δεν μπορούν να εξαρτούν την ομοιόμορφη εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού σε όλα τα κράτη μέλη. Αυτή η ερμηνεία επιβάλλεται επίσης από τη μέριμνα της διασφάλισης, ανεξάρτητα από τις αλλαγές της ορολογίας, αποτελεσματικού ανταγωνισμού, σύμφωνα με τον ίδιο το σκοπό του άρθρου 85.
Είναι, επιπλέον, γνωστό ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 102 του GWB, οι συστάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ασφαλίσεως πρέπει, όταν αποβλέπουν στον περιορισμό του ανταγωνισμού, να είναι δεόντως αιτιολογημένες και να έχουν προηγουμένως κοινοποιηθεί στο ομοσπονδιακό γραφείο των συμφωνιών, πριν δημοσιευτούν στο ομοσπονδιακό δελτίο των επισήμων ανακοινώσεων ώστε να επιτραπεί στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και τους χρήστες να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους εντός προθεσμίας τριών μηνών (έκθεση 1979-1980 του ομοσπονδιακού γραφείου συμφωνιών, σ. 106). Είναι επίσης γνωστό ότι η παρέκκλιση την οποία επιτρέπει, με τον τρόπο αυτό, το άρθρο 102 δεν μπορεί να ισχύσει παρά μόνο αν ο περιορισμός δεν είναι καταχρηστικός, ήτοι, κυρίως, αν δεν εισάγει « μέθοδο που οδηγεί απαράβατα τους ασφαλιστές στο να υιοθετήσουν με εναρμονισμένη πρακτική ομοιόμορφη συμπεριφορά » ( έκθεση του ομοσπονδιακού γραφείου που προαναφέρθηκε).
Δεν μπορεί να γίνει νοητό πώς τέτοιες απαιτήσεις μπορούν να αντιταχθούν σε μια σύσταση εάν δεν έχει καμία υποχρεωτική ισχύ.
Φθάνω στη δεύτερη παρατήρηση μου. Η ύπαρξη απόφασης ενώσεως επιχειρήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, δεν μπορεί να εξαρτάται από το γεγονός ότι τα μέλη της εφαρμόζουν πραγματικά τις διατάξεις της. Επιβάλλεται, πράγματι, να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική συμπεριφορά των επιχειρήσεων μόνον όταν το λαμβανόμενο από την ένωση μέτρο δεν περιβάλλεται αυτό καΟαννό το χαρακτήρα απόφασης, όταν δηλαδή το καταστατικό της ένωσης, ο τρόπος λήψεως του μέτρου και το περιεχόμενο του αφήνουν πλήρη ελευθερία στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Σ' αυτή την τελευταία υπόθεση, το άρθρο 85 δεν έχει εφαρμογή παρά μόνο αν το λαμβανόμενο από την ένωση μέτρο πρόκειται να χρησιμεύσει ως βάση εναρμονισμένης πρακτικής καταλή-γουσας στο να καταστήσει υποχρεωτικό στην πράξη αυτό που δεν είναι υποχρεωτικό από την άποψη του δικαίου. Σ' αυτή την περίπτωση υφίσταται τότε εναρμονισμένη πρακτική.
Πρέπει, κατά συνέπεια, να θεωρείται ως απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων είτε η πρά§η της εν λόγω ένωσης που βάσει του καταστατικού δεσμεύει τα μέλη της είτε κάθε άλλη πράξη που έχει ένα τέτοιο αποτέλεσμα, οπότε η υιοθετούμενη από τις επιχειρήσεις συμπεριφορά, σύμφωνα με την εν λόγω πράξη, συμπληρώνει το χαρακτήρα της πράξης ως απόφασης.
Πρέπει, επομένως, κατά πρώτον να αναζητηθεί στο καταστατικό αν το μέτρο για το οποίο πρόκειται έχει δεσμευτικό χαρακτήρα. Αν αυτό δεν συμβαίνει, πρέπει να καθοριστεί αν, στην πραγματικότητα, ήταν δεσμευτικό.
13.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, του καταστατικού του, η VdS
« δεν διαθέτει κανένα προνόμιο δημόσιας εξουσίας έναντι των μελών της και δεν είναι εξουσιοδοτημένη να ασκεί οποιοδήποτε έλεγχο επί της εμπορικής τους δραστηριότητας ».
Στην πραγματικότητα, τέτοιες εξουσίες θα ήταν περιττές. Οι επιχειρήσεις που γίνονται μέλη της VdS υποχρεούνται να τηρούν το καταστατικό το οποίο απονέμει σε διάφορα όργανα πραγματική εξουσία λήψεως αποφάσεων. Το προαναφερθέν άρθρο 5 διευκρινίζει, πράγματι, ότι τα μέλη
« 1)
... έχουν την υποχρέωση να υποστηρίζουν το Verband κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του,
2)
... έχουν την υποχρέωση να τηρούν το καταστατικό του Verband »,
και το άρθρο 3, παράγραφος 5 β ), τιμωρεί με διαγραφή τις « σοβαρές ή επανειλημμένες παραβάσεις του καταστατικού... » ή « την προδήλως αντίθετη προς τα συμφέροντα του ομίλου συμπεριφορά ».
Η μελέτη του καταστατικού της VdS επιβάλλει, άλλωστε, τις ακόλουθες σκέψεις: η ένωση είναι εξουσιοδοτημένη να συντονίζει τη δραστηριότητα των μελών της, ιδίως στον τομέα του ανταγωνισμού (άρθρο 8, παράγραφοι 6 και 7). Ειδικότερα, η ειδικευμένη στον κλάδο των βιομηχανικών κινδύνων πυρός επιτροπή, με την ονομασία « ασφάλιση πυρός βιομηχανικών κινδύνων — απώλεια εκμεταλλεύσεως», βάσει του καταστατικού έχει την αρμοδιότητα να συντονίζει την πολιτική τιμών των μελών της ένωσης εφόσον περιλαμβάνει μόνιμη επιτροπή τιμών [άρθρο 10, παράγραφος 2 υπό α)]. Τα μέλη εκπροσωπούνται από εκλεγόμενα μέλη ( άρθρο 10, παράγραφος 3 ). Οι « αποφάσεις » ή « συστάσεις » της Επιτροπής θεωρούνται οριστικές εφόσον η έγκριση τους από το προεδρείο δεν ζητείται από ένα από τα όργανα, τα οποία βάσει του καταστατικού είναι εξουσιοδοτημένα προς τούτο ( άρθρο 10, παράγραφος 5 ).
Αυτά τα στοιχεία αρκούν για να αποδείξουν ότι τα εν λόγω μέτρα μπορούν να προσαφθούν και να επιβληθούν στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ασφαλίσεως που είναι μέλη της VdS, καθόσον αποτελούν αναγκαστικά την έκφραση της συμπτώσεως της βουλήσεως τους, όπως εκπροσωπείται στους κόλπους της επιτροπής, η δε συνέπεια της εγκρίσεως εκ μέρους τους του καταστατικού της VdS συνεπάγεται υπαγωγή στο συντονισμό που η VdS οργανώνει.
Με άλλα λόγια, όποιος κι αν είναι ο εσωτερικός τους χαρακτηρισμός στην ένωση, τέτοια μέτρα, που λαμβάνονται στο πλαίσιο τεχνικών μελετών με τις οποίες είναι επιφορτισμένη η ειδικευμένη επιτροπή δεν περιβάλλονται χαρακτήρα απλώς προπαρασκευαστικό και εσωτερικό, αλλά τουναντίον οριστικό και οεσμεν-τικό: αποτελούν, επομένως, αποφάσεις ενώσεως επιχειρήσεων.
Αυτή ακριβώς είναι η μέθοδος που οδήγησε στην υιοθέτηση του ένδικου μέτρου. Αφού την επεξεργάστηκε η ειδικευμένη επιτροπή, κατόπιν διαβουλεύσεως με τους ενδιαφερόμενους κύκλους, η εν λόγω « μη δεσμευτική σύσταση » κοινοποιήθηκε κατά το τελικό της κείμενο « στα όργανα διευθύνσεως των επιχειρήσεων μελών που ασχολούνται με την ασφάλιση πυρός ». Το έγγραφο της 13ης Ιουνίου 1980 του διευθυντή της ένωσης με το οποίο η σύσταση διαβιβάζεται εν παραρτήματι επισημαίνει ότι, λαμβανομένης υπόψη της συμφωνίας των εθνικών αρχών ελέγχου, η σύσταση μπορεί να εφαρμοστεί αμέσως. Αυτό το έγγραφο τελειώνει ως εξής: « με την παρούσα σας απευθύνουμε τη μη δεσμευτική σύσταση να ενεργήσετε αμέσως σύμφωνα με τα σημεία Ι, IV και V του παραρτήματος ».
Ο επιτακτικός χαρακτήρας της « σύστασης » απορρέει αναμφισβήτητα από τις διατάξεις τις σχετικές με την αύξηση των ασφαλίστρων των οποίων η διατύπωση δεν επιτρέπει καμία εναλλακτική λύση στον αποδέκτη. Υπάρχει κάτι επιπλέον. Αν αυτή η σύσταση τοποθετηθεί στο οικονομικό της πλαίσιο, δεν μπορεί να κατανοηθεί, λαμβανομένης υπόψη της κρίσης που διερχόταν ο κλάδος της ασφαλίσεως πυρός, ότι ένα τέτοιο μέτρο δεν επεξεργάστηκε και υιοθετήθηκε με την προοπτική της εφαρμογής του από το σύνολο των μελών της VdS. Αληθώς, πέραν των νομικών χαρακτηρισμών, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα οικονομικά στοιχεία που προσδιορίζουν τη φύση και το περιεχόμενο της σύστασης. Προκειμένου περί ολι-γοπωλιακής αγοράς, η θέσπιση ενός τέτοιου μέτρου, υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες, περιβάλλεται αναγκαστικά το χαρακτήρα οικονομικής δέσμευσης, ακόμα και αν θεωρηθεί, από νομική άποψη, ότι δεν έχει παρά χαρακτήρα πρόσκλησης. Η ένωση αντιπροσωπεύει την κοινή βούληση των κυριότερων επιχειρήσεων του εξεταζόμενου κλάδου. Η συμμετοχή υποχρεώνει στην τήρηση του καταστατικού. Αυτό προβλέπει ότι τα λαμβανόμενα από την ένωση μέτρα υιοθετούνται κατά πΑει-οφηφία. Τέλος, η ένωση αποβλέπει, τουλάχιστον, στο συντονισμό της εμπορικής δραστηριότητας των μελών της στον τομέα του ανταγωνισμού και των τιμών.
Προκύπτει έτσι, τόσο από το καταστατικό της ένωσης όσο και από τη διαδικασία επεξεργασίας της συστάσεως, του περιεχομένου της και του συστήματος υιοθετήσεώς της, μια δέσμη συγκλινουσών ενδείξεων που επιτρέπουν το χαρακτηρισμό της ως απόφασης ενώσεως επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1. Η σύσταση αναλύεται ως η βάσει του καταστατικού έκφραση της κοινής βούλησης των επιχειρήσεων του εξεταζόμενου κλάδου στον οποίο και απευθύνθηκε για να συμβάλει στην εξυγίανση του εν λόγω τομέα.
Φαίνεται, κατά συνέπεια, περιττό να ζητηθεί αν ο τυπικός δεσμός που δημιουργήθηκε μ' αυτό τον τρόπο μεταξύ των εν λόγω ασφαλιστών, μέσω μονομερούς μέτρου του ομίλου τον οποίο ίδρυσαν, μεταφράστηκε στην πράξη σε ομοιόμορφη συμπεριφορά έναντι του περιεχομένου της συστάσεως.
Γ — Έχει η σύσταση ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού;
14.
Το άρθρο 85, παράγραφος 1, επιβάλλει να εξεταστεί αν η απόφαση της VdS είχε « ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού». Ο όρος που έτσι τίθεται περιβάλλεται
« όχι σωρευτικό αλλά διαζευκτικό χαρακτήρα, που τονίζεται από τον σύνδεσμο “ ή ” ο οποίος οδηγεί καταρχάς στην ανάγκη να εξεταστεί το ίδιο το αντικείμενο της συμφωνίας, λαμβανομένου υπόψη του οικονομικού πλαισίου μέσα στο οποίο πρέπει να εφαρμοστεί (56/65, Société technique minière, Rec. 1966, σ. 359 ).
Με άλλα λόγια,
« είναι περιττό να ληφθούν υπόψη τα συγκεκριμένα αποτελέσματα μιας συμφωνίας όταν φαίνεται ότι έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό, την παρεμπόδιση ή τη νόθευση του ανταγωνισμού » ( 56 και 58/64, Consten, Rec. 1966, σ. 496, βλέπε επίσης 123/83, BNIC, της 30ής Ιανουαρίου 1985, Συλλογή 1985, σ. 391, σκέψη 22 ).
Και όπως προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο της όσο και από το οικονομικό και νομικό πλαίσιο της υιοθετήσεώς της η « μη δεσμευτική σύσταση » της VdS είχε ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού των επιχειρήσεων ασφαλίσεως στον κλάδο των βιομηχανικών κινδύνων πυρός.
Η εξέταση της δικογραφίας, ιδίως των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης που προσκομίζει η προσφεύγουσα, καθώς και της εκθέσεως του ομοσπονδιακού γραφείου συμφωνιών για το 1979-1980, αποκαλύπτει ότι η σύσταση απέβλεπε στο να επιβάλει πειθαρχία στον ανταγωνισμό μέσω των ασφαλίστρων στον υπό μελέτη τομέα. Υπενθυμίζω ότι οι υποχρεώσεις του άρθρου 102 του GWB, τις οποίες η υπό εξέταση σύσταση ικανοποίησε, επιβάλλονται στις επιχειρήσεις ασφαλίσεως « όταν έχουν την πρόθεση να λάβουν μέτρα περιοριστικά του ανταγωνισμού » ( έκθεση του γραφείου συμφωνιών, που προαναφέρθηκε, σ. 106). Ακριβέστερα, η σύσταση της VdS απέβλεπε στο να εξυγιάνει την οικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων, που είχε επηρεαστεί από την ανεπάρκεια των ασφαλίστρων εν σχέσει με το προβλεπόμενο κόστος των ατυχημάτων.
Προς το σκοπό αυτό, η σύσταση καταφέρθηκε κατά της αιτίας της ελλείψεως ισορροπίας, του ανταγωνισμού μέσω ολοένα και χαμηλότερων ασφαλίστρων, επιλέγοντας την αύξηση των ασφαλίστρων
—
αισθητώς, εφόσον το ποσοστό της κανονικής αύξησης από 10 % τα δύο πρώτα έτη έπρεπε να φθάσει το 20 % στο 1982,
—
επιΑεκτικώς, εφόσον έπρεπε να φθάσει αντίστοιχα σε 20 και 30 % αν το συμβόλαιο παρουσίαζε ιδιαίτερη έλλειψη ισορροπίας (σημείο Π, 1 και 2, της σύστασης ).
Πρέπει να διευκρινιστεί ότι επρόκειτο περί ελαχίστων αυξήσεων, εφαρμοστέων όχι μόνο στα συμβόλαια που θα έληγαν, αλλά επίσης σε όλα τα πολυετή συμβόλαια για τα οποία ένα ατύχημα θα μπορούσε να προκαλέσει παθητικό ( σημείο III ).
Η σύσταση, της οποίας ετόνισα το δεσμευτικό χαρακτήρα, κατέληγε, για να επαναλάβω ένα από τα παραδείγματα του άρθρου 85, παράγραφος 1, στον
«α)
άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής.. »,
ώστε να κατευθύνει τον ανταγωνισμό σε άλλα στοιχεία εκτός των ασφαλίστρων, π. χ. στην ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας. Όπως ανέφερε η Επιτροπή, το μέγεθος του με αυτό τον τρόπο αντιμετωπιζόμενου περιορισμού προέκυπτε συγχρόνως από το προσωπικό, εδαφικό και ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής του μέτρου, εφόσον το μέτρο απευθυνόταν στην πράξη σε όλες τις επιχειρήσεις ασφαλίσεως του εξεταζόμενου κλάδου και εφαρμοζόταν σε όλα τα συμβόλαια ασφαλίσεως και συνασφαλίσεως τα καταρτιζόμενα στο γερμανικό έδαφος, σημαντική μερίδα της κοινής αγοράς. Τέλος, η επίπτωση του επί του ανταγωνισμού μπορούσε να ενισχυθεί ακόμα περισσότερο με τη ρήτρα περί « υπολογισμού των ασφαλίστρων », κάθε φορά που ζητούνταν οι υπηρεσίες γερμανού αντασφαλιστή.
Χωρίς, κατά συνέπεια, να είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν η σύσταση, συνοδευόμενη από αυτή τη ρήτρα, είχε πράγματι το αντιμετωπιζόμενο αποτέλεσμα, αρκεί να διαπιστωθεί, υπό το φως του συνόλου αυτών των σκέψεων, ότι επιδιωκόταν αυτό το αποτέλεσμα από την ένωση σαν έκφραση ανάγκης αναγνωρισθείσας από τα μέλη της και διατυπωθείσας κατά τους κανόνες του καταστατικού. Η σύσταση είχε, επομένως, ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού μέσω των ασφαλίστρων σε μια αγορά, αυτήν της ασφαλίσεως που ήδη χαρακτηριζόταν, όπως το τόνισα, από το πλεόνασμα της προσφοράς έναντι της ζητήσεως.
Πρέπει, επομένως, να καθοριστεί αν η σύσταση επηρεάζει ή όχι το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
Δ — Επηρεάζει η σύσταση το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών;
15.
Η νομολογία του Δικαστηρίου διευκρινίζει την έννοια και το περιεχόμενο που πρέπει να αποδοθεί σ' αυτό τον όρο.
Πρόκειται περί κριτηρίου που καθορίζει την αντίστοιχη σφαίρα εφαρμογής των κοινοτικών και εθνικών κανόνων στον τομέα του ανταγωνισμού ( 56/65, που προαναφέρθηκε ). Οι συμφωνίες τις οποίες αφορά το άρθρο 85 είναι αυτές που είναι «ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά ». Αυτός ο όρος πρέπει να θεωρείται ότι συντρέχει κάθε φορά που υφίσταται κίνδυνος αντιφάσεως μεταξύ της αντιμετωπιζόμενης συμφωνίας και των οικονομικών στόχων που επιδιώκει η Κοινότητα.
Υπ' αυτή την έννοια, το Δικαστήριο διευκρίνισε στην απόφαση Hugin ότι
« ανήκουν στον τομέα του κοινοτικού δικαίου κάθε συμφωνία ή κάθε πρακτική ικανή να θέσει σε κίνδυνο την ελευθερία του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών κατά μια έννοια που θα μπορούσε να βλάψει την επίτευξη των στόχων μιας ενιαίας αγοράς μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως στεγανοποιώντας τις εθνικές αγορές ή τροποποιώντας τη δομή του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά» (22/78, Rec. 1979, σ. 1869, σκέψη 17).
Γι' αυτό, πρέπει, αλλά και αρκεί, η συμφωνία να επιτρέπει
« βάσει συνόλου αντικειμενικών νομικών ή πραγματικών στοιχείων, ... να αντιμετωπίζεται σε επαρκή βαθμό πιθανότητας ότι μπορεί να ασκήσει άμεση ή έμμεση επιρροή, πραγματική ή δυνητική επί των εμπορικών ρευμάτων μεταξύ κρατών μελών ».
Υπ' αυτή την έννοια, πρέπει να αναζητηθεί αν η συμφωνία « είναι ιδίως ικανή να στεγανοποιήσει την αγορά ορισμένων προϊόντων μεταξύ κρατών μελών και να καταστήσει έτσι δυσχερέστερη την οικονομική διείσδυση που επιδιώκει η Συνθήκη » ( 56/65, που προαναφέρθηκε, σ. 359 ) ( η υπογράμμιση δική μου ).
Οι χαραχθείσες από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατευθύνσεις με οδηγούν στο να
θεωρήσω ότι η σύσταση πληροί τον τρίτο όρο που θέτει το άρθρο 85, παράγραφος 1.
16.
Υπενθυμίζω την ουσία των ισχυρισμών που ανέπτυξαν οι δύο ενώσεις για να καταδείξουν ότι η σύσταση δεν έχει κανένα αποτέλεσμα εκτός του εδάφους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ειδικότερα επί της ανταγωνιστικής θέσεως των ασφαλιστικών εταιριών των άλλων κρατών μελών των οποίων τα υποκαταστήματα είναι μέλη της VdS.
Πρώτον, υποστηρίζεται ότι στον τομέα της ασφαλίσεως κατά των βιομηχανικών κινδύνων πυρός, δεν υφίσταται κανένα « εμπόριο » μεταξύ κρατών μελών εφόσον οι αλλοδαποί ασφαλιστές δεν είναι σε θέση να παράσχουν απευθείας τις ασφαλιστικές τους υπηρεσίες στο γερμανικό έδαφος.
Δεύτερον, αμφισβητείται το περιεχόμενο των διαφόρων ενδείξεων που ανέφερε η Επιτροπή για να τονίσει τον «αλλοδαπό χαρακτήρα» των υποκαταστημάτων, τα οποία και μόνο αφορά η απόφαση της, για να χαρακτηρίσει, αντιθέτως προς τις θυγατρικές εταιρίες, τη νομική τους και οικονομική τους εξάρτηση σε σχέση με τις μητρικές εταιρίες. Ως προς αυτό προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι δύο αυτοί τύποι δευτερεύουσας εγκατάστασης είναι ανάλογοι από πραγματική και νομική άποψη.
17.
Πρέπει, προκαταρκτικά, να αρθεί κάθε αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο της προϋποθέσεως που θέτει το άρθρο 106, παράγραφος 2, του VAG και η οποία εξάλλου αποτελεί αντικείμενο κριτικής. Δεν αποκλείει καθόλου, πράγματι, την ύπαρξη εμπορίου μεταξύ κρατών μελών σχετικού με τις υπηρεσίες ασφαλίσεως.
Θεωρώ, ασπαζόμενος την άποψη της Επιτροπής, ότι η προβληθείσα από την προσφεύγουσα και την παρεμβαίνουσα σχετική επιχειρηματολογία προέρχεται από περιορισμό της ίδιας της έννοιας του εμπορίου, που με αυτό τον τρόπο οριοθετείται στη μόνη υπόθεση της υπηρεσίας που παρέχεται απευθείας, από την κύρια εγκατάσταση της ασφαλιστικής εταιρίας άλλου κράτους μέλους.
Δεν πρέπει να απατάται κανείς. Η προϋπόθεση της προηγούμενης εγκατάστασης δεν αποτελεί παρά το νομικό προκάλυμμα ανταγωνισμού που δεν προέρχεται λιγότερο από την αλλοδαπή. Έτσι, η υποχρεωτική ίδρυση δευτερεύουσας εγκατάστασης από τις ασφαλιστικές εταιρίες άλλων κρατών μελών, για να παράσχουν στη γερμανική αγορά ανταγωνιστικότερη υπηρεσία, φαίνεται, τελικά, σαν η εκδήλωση της ίδιας της ύπαρξης ενδοκοινοτικού εμπορίου του οποίου ρυθμίζει τις λεπτομέρειες.
Ως προς την υφιστάμενη μεταξύ θυγατρικών εταιριών και υποκαταστημάτων αναλογία, η αναλογία αυτή δεν θα μπορούσε να έχει το αποτέλεσμα που προεξοφλούν η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα. Τόσο ο ένας όσο και ο άλλος τύπος, στην πραγματικότητα, δεν αποτελούν παρά το νομικό ένδυμα που επιβάλλει η υποχρέωση εγκατάστασης του ανταγωνισμού των αλλοδαπών ασφαλιστικών εταιριών. Δεδομένου του οικονομικού βάρους που συνεπάγεται αυτή η εγκατάσταση, η οικονομική εξάρτηση της θυγατρικής εταιρίας και του υποκαταστήματος είναι τέτοια ώστε, κατά πάσα πιθανότητα, η νομική του ανεξαρτησία θα φανεί τεχνητή από την άποψη του ανταγωνισμού.
Η εξέταση του περιεχομένου του άρθρου 106, παράγραφος 2, του VAG οδηγεί, επομένως, αφενός, στο να θεωρηθεί ως η έκφραση εμπορίου μεταξύ κρατών μελών στον τομέα της ασφαλίσεως η δημιουργία στη Γερμανία δευτερεύουσας εγκατάστασης από αλλοδαπό ασφαλιστή, και αφετέρου, στη σχετικότητα του τύπου αυτής της εγκατάστασης, επισημαίνοντας για τη θυγατρική εταιρία την πιθανή της εξάρτηση έναντι της αλλοδαπής εταιρίας. Ως προς τα υποκαταστήματα, δεν υφίσταται πλέον απλή πιθανότητα, αλλά πλήρης βεβαιότητα.
18.
Προχωρώ περισσότερο. Ακόμα και σε περίπτωση ελλείψεως μιας τέτοιας διατάξεως, η σύσταση δεν θα είχε επηρεάσει λιγότερο, και αυτό είναι το ουσιώδες, τον ενδοκοινοτικό ανταγωνισμό. Πράγματι, παρόλον ότι η γερμανική νομοθεσία επέφερε προσέγγιση της νομικής καταστάσεως των υποκαταστημάτων και των θυγατρικών εταιριών, εντούτοις δεν επέφερε την εξομοίωση τους.
Χωρίς να είναι δυνατό να αναγνωριστεί στα υποκαταστήματα ιδία νομική προσωπικότητα, οι επιβαλλόμενες από τη γερμανική νομοθεσία υποχρεώσεις, σύμφωνα επί του σημείου αυτού με την οδηγία 73/239, αποβλέπουν στο να περιορίσουν την εγγύηση στον τόπο επελεύσεως του κινδύνου. Αληθώς, οι διοικητικές, λογιστικές, οικονομικές και διαδικαστικές υποχρεώσεις που η εν λόγω νομοθεσία τους επιβάλλει αποβλέπουν κυρίως στο να υποχρεώσουν τις επιχειρήσεις των άλλων κρατών μελών, όταν ιδρύουν υποκαταστήματα, να επικεντρώνουν στη γερμανική αγορά τη σχετική δραστηριότητα ώστε να αποφεύγεται στην περίπτωση ανάγκης οι ασφαλιζόμενοι να πρέπει να απευθύνονται στην ίδια την αλλοδαπή εταιρία για να προβάλλουν τις αξιώσεις τους. Οι απαιτήσεις αυτές, χωρίς να προβάλλουν την αυτονομία των υποκαταστημάτων, τουναντίον αποδεικνύουν ότι τα υποκαταστήματα δεν είναι παρά η προέκταση της αλλοδαπής εταιρίας, όπως υποστήριξε η Επιτροπή.
Έτσι, ο κύριος εντολοδόχος ενεργεί για λογαριασμό της τελευταίας, η οποία έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ασφαλιστικών συμβολαίων που συνάπτει. Αυτή καταρχήν η νομική εξάρτηση συγκεκριμενοποιείται ειδικότερα όταν η εταιρία απευθύνει, ιδίως στα υποκαταστήματα της, οδηγίες περί της εμπορικής πολιτικής που πρέπει να ακολουθήσουν στη γερμανική αγορά. Επί του τελευταίου αυτού σημείου, η ερμηνευτική εγκύκλιος αριθ. 1/62 του ομοσπονδιακού γραφείου ελέγχου των ασφαλιστικών εταιριών της 22ας Φεβρουαρίου 1962 διευκρινίζει ότι
« ο κύριος εντολοδόχος είναι υπεύθυνος για το σύνολο της εμπορικής πολιτικής και επενδύσεως... ακόμα και όταν, στον τομέα αυτό, φαίνεται ότι πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή σε εσωτερικές οδηγίες που προέρχονται από τη γενική διεύθυνση ».
Με την αυτή αλληλουχία σκέψεων, δεν αμφισβητήθηκε ότι τόσο τα κέρδη όσο και οι ζημίες του υποκαταστήματος μπορούν να μεταφερθούν στην εταιρία. Ως προς τη φήμη της τελευταίας, αυτή δεν μπορεί παρά να αντανακλά επί του υποκαταστήματος της.
Οδηγούμαι, επομένως, στο να θεωρήσω ως έκφραση εμπορίου μεταξύ κρατών μελών τη δραστηριότητα των γερμανικών υποκαταστημάτων των αλλοδαπών ασφαλιστικών εταιριών.
19.
Κατά συνέπεια, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η σύσταση ήταν ικανή να ασκήσει επιρροή, άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική επί του περιγραφομένου εμπορίου.
Ένα τέτοιο μέτρο υποχρέωνε, πράγματι, τα υποκαταστήματα να διαπραγματευθούν τα συμβόλαια ασφαλίσεως ή συνασφαλίσεως, σε συνάρτηση με τις οριζόμενες αυξήσεις ασφαλίστρων, αντιδρώντας με τον τρόπο αυτό στην ανταγωνιστική θέση των ενδιαφερόμενων αλλοδαπών ασφαλιστών που ήταν ικανοί να προσφέρουν πιο ανταγωνιστική υπηρεσία. Σχετικά με αυτό, ο περιορισμός του κινδύνου στη Γερμανία δεν αποκλείει την ύπαρξη της δυνατότητας ενδοκοινοτικού ρεύματος, εφόσον ο πραγματικός οφειλέτης της εγγύησης, από οικονομική άποψη, μπορεί να είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος. Ήταν, επομένως, αντίθετη προς τους κανόνες του άρθρου 85, παράγραφος 1, η επιβολή αυξήσεως των ασφαλίστρων στον τελευταίο μέσω συστάσεως, η οποία δεσμεύει το υποκατάστημα του. Ως προς την περίπτωση που αναφέρει η Επιτροπή ότι στον τομέα της συνασφάλισης ο πρωτασφαλι-στής είναι γενικά γερμανός ασφαλιστής, επιβεβαιώνει την επίπτωση της συστάσεως επί του εμπορίου, εφόσον στους αλλοδαπούς ασφαλιστές επιβάλλονται μέσω αυτής οι αυξήσεις που συνεπάγεται. Προστίθεται τέλος ο κίνδυνος η τάση αυτή να ενισχυθεί με τη « ρήτρα υπολογισμού των ασφαλίστρων », λαμβανομένων υπόψη των συνήθων εμπορικών σχέσεων που υφίστανται μεταξύ αυτών των πρωτασφαλιστών και των γερμανών αντασφα-λιστών.
Όπως επισήμανε η Επιτροπή, το μέγεθος του ενδεχόμενου επηρεασμού είναι ανάλογο με το μέγεθος των εμπορικών ανταλλαγών μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και των άλλων κρατών μελών. Και η σύσταση κάλυπτε το σύνολο των συμβολαίων των καταρτιζόμενων από τα υποκαταστήματα των αλλοδαπών ασφαλιστών στον εξεταζόμενο κλάδο, πράγμα που στην πραγματικότητα αντιστοιχεί στο σύνολο σχεδόν του τωρινού όγκου αυτού του εμπορίου. Αυτή η αναλογία χαρακτηρίζει τον επηρεασμό.
Τέλος, φαίνεται ότι στο σημερινό στάδιο του γερμανικού δικαίου, η σύσταση της VdS, μαζί με νην προϋπόθεοη της εγκανάονασης, είχε
« από την ίδια τη φύση της, ως αποτέλεσμα να ενισχύσει στεγανοποιήσεις εθνικού χαρακτήρα, που εμποδίζουν με τον τρόπο αυτό την αμοιβαία οικονομική διείσδυση που επιδιώκει η Συνθήκη... » ( 42/84, Remia, της 11ης Ιουλίου 1985, Συλλογή 1985, σ. 2545, σκέψη 22 ).
Εντούτοις, ακόμα και ανεξάρτητα από αυτή τη νομοθετική οιάταξη, ο επηρεασμός δεν θα ήταν λιγότερο βέβαιος. Πράγματι το Δικαστήριο τόνισε ότι
« ακόμα και σε περίπτωση μη στεγανοποιήσεως των αγορών, συμφωνίες περί τιμών μεταξύ επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε ένα κράτος μέλος και δεν καλύπτουν παρά την αγορά αυτού του κράτους επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών κατά την έννοια του άρθρου 85 της Συνθήκης, εφόσον αφορούν, έστω και μερικώς, προϊόν προελεύσεως άλλου κράτους μέλους και αν ακόμα οι συμμετέχουσες στη συμφωνία επιχειρήσεις απέκτησαν το προϊόν από εταιρία του ομίλου τους » ( υποθέσεις 240 έως 242, 262, 262, 268, 269/82, SSI, της 10ης Δεκεμβρίου 1985, Συλλογή σ. 3831, σκέψεις 48 και 49, η υπογράμμιση δική μου ).
Αυτή η ανάλυση ισχύει επίσης και για μια σύσταση του τύπου της προκειμένης περιπτώσεως η οποία δεν εφαρμόζεται σε προϊόντα, αλλά σε παρεχόμενες από επιχειρήσεις υπηρεσίες ( 22/79, Greenwich Film Production, Rec. σ. 3275, σκέψη 11).
Η σύσταση της VdS αποτελούσε κατά συνέπεια απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων, που επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, έχοντας ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 85, παράγραφος 1.
Απομένει να εξεταστεί αν η σύσταση ήταν ικανή να τύχει εξαιρέσεως βάσει της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου.
III — Πληρούνται άραγε οι προϋποθέσεις της εξαιρέσεως του άρθρου 85, παράγραφος 3;
20.
Υπενθυμίζω ότι, βάσει του άρθρου 4 του κανονισμού 17/62, το πρόβλημα ενδεχομένης εξαιρέσεως βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, δεν μπορεί να τεθεί παρά για τη μεταγενέστερη της κοινοποιήσεως της συστάσεως περίοδο, η οποία κοινοποίηση έγινε στις 23 Σεπτεμβρίου 1982.
Η εν λόγω παράγραφος εξαρτά τη μη εφαρμογή της απαγόρευσης της παραγράφου 1 από τη συνδρομή τεσσάρων σωρευτικών προϋποθέσεων. Για την εφαρμογή του, η Επιτροπή απολαύει ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως. Ο έλεγχος του Δικαστηρίου περιορίζεται στην « εξέταση των πραγματικών περιστατικών και των νομικών χαρακτηρισμών που η Επιτροπή αποδίδει στα πραγματικά περιστατικά» (56 και 58/64, Consten, που προαναφέρθηκε, σ. 501 ). Επομένως, πρόκειται περί της εξετάσεως, στην προκειμένη περίπτωση, αν η Επιτροπή, αποφασίζοντας ότι η σύσταση της VdS δεν συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις της εξαιρέσεως, δεν υπερέβη προδήλως το περιθώριο εκτιμήσεως που της έχει απονεμηθεί.
21.
Λαμβανομένης υπόψη της ιδιαιτερότητας αυτού του τομέα των ασφαλίσεων, η γνώση των παραγόντων της αβεβαιότητας που επηρεάζουν την εκτίμηση της συχνότητας και του μεγέθους των ατυχημάτων, επομένως των ποσών τα οποία ένας ασφαλιστής πρέπει να διαθέσει για να τα αντιμετωπίσει όταν επέλθουν, προϋποθέτει αναγκαστικά τη γνώση χαρακτηριστικών στατιστικών, αρκετά γενικών για να επιτρέψουν τη συναγωγή μέσων αξιών.
Αυτή η ανάγκη δεν προέρχεται από την απλή λογική του ελεύθερου ανταγωνισμού του οποίου το ακραίο αποτέλεσμα θα ήταν η εξαφάνιση των μη κερδοφόρων επιχειρήσεων, ιδίως λόγω κακής διαχειρίσεως. Χωρίς να αποκλείεται ένα τέτοιο ενδεχόμενο, πρέπει, τηρώντας την αρχή του ανταγωνισμού, να καταβάλλεται προσπάθεια προλήψεως αυτού του ενδεχομένου. Το συμφέρον των θυμάτων των ζημιών που εγγυάται η ασφάλιση και, γενικότερα, το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου, που οφείλει να παρέμβει στην περίπτωση αδυναμίας του ασφαλιστή, το επιβάλλει. Η εκτέλεση της συμβατικής εγγύησης επιτρέπει, μόνη, να μη μεταφερθεί το κοινωνικό κόστος ενός ατυχήματος στο κοινω-νίκό σύνολο. Πρέπει, επομένως, να βρεθεί κάποια ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του ανταγωνισμού και των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουν ένα ασφαλιστικό συμβόλαιο να τηρείται πάντοτε.
Σχετικώς, οι εθνικές διατάξεις περί ελέγχου, όπως έχουν εν μέρει συντονιστεί με την πρώτη οδηγία του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1973, αποσκοπούν στο να διασφαλίσουν τη φερεγγυότητα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Προς το σκοπό αυτό, προβλέπει την υποχρέωση των ασφαλιστών να διαθέτουν
—
τεχνικά αποθεματικά « επαρκή », συνιστάμενα από στοιχεία ενεργητικού ισότιμα με τις αναληφθείσες υποχρεώσεις ( άρθρο 15 ),
—
συμπληρωματικό « περιθώριο φερεγγυότητας » για την αντιμετώπιση « των επιχειρηματικών κινδύνων » ( ένατη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 16),
—
« ελάχιστο κεφάλαιο εγγυήσεως » ανάλογα με τη σοβαρότητα του κινδύνου στους ασκούμενους κλάδους ασφαλίσεως ( δέκατη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 17 ).
Επιβάλλει, επομένως, υπό τον έλεγχο των κρατών μελών, τη σύσταση αποθεμάτων εγγυήσεως. Δεν καταργεί ωστόσο την αβεβαιότητα ως προς τις βάσεις υπολογισμού των ασφαλίστρων, εν αναλογία των οποίων εκτιμώνται τα τεχνικά αποθέματα. Για τους αναφερόμενους πιο πάνω λόγους η ορθότητα αυτών των υπολογισμών είναι σε έναν τέτοιο τομέα καθοριστική.
22.
Δεν μπορεί ωστόσο να αντληθεί επιχείρημα από το σύνολο αυτών των διαπιστώσεων για να δικαιολογηθεί, βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, κάθε μέτρο εξυγιάνσεως που λαμβάνουν οι επιχειρήσεις για να πειθαρχήσουν τον ανταγωνισμό σε ένα δεδομένο κλάδο.
Ασφαλώς, είναι αναμφισβήτητο ότι η σύσταση της VdS απέβλεπε, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, στην εξυγίανση ενός κλάδου ασφαλίσεως όπου η αναγκαία αντιστοιχία μεταξύ του κόστους των ατυχημάτων και των εισπραττομένων ασφαλίστρων δεν πραγματοποιούνταν πλέον συνολικά. Το χρησιμοποι-ηθέν, ωστόσο, μέσο για την επίτευξη αυτού του σκοπού — κατ' αποκοπήν και γραμμική αύξηση των ασφαλίστρων — δεν μου φαίνεται ότι δικαιολογείται από τον επιδιωκόμενο στόχο.
Οι ορισθείσες αυξήσεις αφορούν ασφάλιστρα που πράγματι είχαν ουμφωνηΟε'ι στα ασφαλιστικά συμβόλαια που έληγαν κατά την περίοδο εφαρμογής της συστάσεως. Όπως κάθε τιμή, το ασφάλιστρο αναλύεται σχηματικά σε τρία μέρη: στις εισπράξεις που προορίζονται να διασφαλίσουν την κάλυψη του ασφαλιζόμενου πράγματος, τα έξοδα εκμεταλλεύσεως και τέλος το κέρδος του ασφαλιστή. Η προοπτική εξυγιάνσεως αφορά μόνο τις εισπράξεις. Ωστόσο, το οριζόμενο ποσοστό αυξήσεως στη σύσταση αφορούσε το μικτό ποσό του ασφαλίστρου, δηλαδή αδιακρίτως τα τρία συστατικά του στοιχεία. Σχετικά, ο πίνακας των μέσων εξόδων εκμεταλλεύσεως για το 1980, που προσκόμισε η VdS κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, εμφανίζει σαφώς την ύπαρξη σημαντικών διαφορών ανάλογα με τις επιχειρήσεις, που μπορούν να υπερβούν το 100 %
Έτσι, οι θεσπισθείσες αυξήσεις, εφαρμοζόμενες στο μικτό ποσό των ασφαλίστρων, δεν μπορούν να δικαιολογηθούν με την αυστηρή εγγύηση της επιτεύξεως του σκοπού εξυγιάνσεως.
Πράγματι, οι επιχειρήσεις των οποίων τα έξοδα εκμεταλλεύσεως ήταν χαμηλά μπορούσαν να βρουν σ' αυτές τις αυξήσεις την πηγή συμπληρωματικού κέρδους. Ως προς τις επιχειρήσεις, των οποίων η οικονομική κατάσταση ήταν βεβαρυμένη με μεγάλα έξοδα, μπορούσαν να απολέσουν τη βούληση τους να εξυγιάνουν τη λειτουργία τους. Τόσο στη μία όσο και σνψ άΑΑη περίπτωση, δεδομένου ότι μέρος των εσόδων των προερχόμενων από τις αυξήσεις δεν προστίθεταν αυτομάτως στα τεχνικά αποθέματα που επιτρέπουν την αντιμετώπιση των ατυχημάτων, η σύσταση μπορούσε, σ' αυτό το μέτρο, να μη συνεπάγεται κανένα αισθητό αντικειμενικό πλεονέκτημα για εκείνους ακριβώς τους οποίους έπρεπε να ευνοήσει, δηλαδή τους ασφαλιζόμενους και τους τρίτους.
Η αύξηση των μικτών ασφαλίστρων, δεδομένου ότι ήταν γενική και όχι διαφοροποιημένη, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι προοριζόταν αποκλειστικά για τη βελτίωση των ασφαλιστικών υπηρεσιών. Τασσόμενος με την άποψη της Επιτροπής, θεωρώ, τουναντίον, ότι για να αποφευχθεί η χαμηλή εκτίμηση του μέρους των αναγκαίων ασφαλίστρων για την κάλυψη ανά πάσα στιγμή του κόστους των ασφαλιζόμενων ατυχημάτων θα αρκούσε η αύξηση να αφορά τα καθαρά αοφάΑισνρα, δηλαδή μετά την αφαίρεση των εξόδων εκμεταλλεύσεως και των κερδών. Υπ' αυτή την έννοια, η Επιτροπή διευκρίνισε στην απόφαση της και επιβεβαίωσε στην επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι μπορούσε να δεχτεί μια ένωση επιχειρήσεων ασφαλίσεως να ορίζει στα μέλη της, βάσει αντικειμενικού υπολογισμού του ποσοστού και της πιθανής εξέλιξης των κινδύνων καθώς και των αναγκών καλύψεως, «την εφαρμογή τιμοκαταλόγων καθαρών ασφαλίστρων ή ελαχίστων αξιών γι' αυτά τα τιμολόγια ».
Η λύση έπρεπε, επομένως, να αναζητηθεί στην επεξεργασία καθαρών τιμών αναφοράς. Θα περιόριζε στο απολύτως αναγκαίο τη ρύθμιση του ανταγωνισμού. Πράγματι, παρόλον ότι η επιθυμητή βελτίωση των ασφαλιστικών υπηρεσιών του κλάδου ασφαλίσεως πυρός μπορεί να επιτευχθεί με ορισμένη ρύθμιση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το χρησιμοποιηθέν στην προκειμένη περίπτωση μέτρο είχε « αισθητά αντικειμενικά πλεονεκτήματα, ικανά να συμψηφίσουν τα μειονεκτήματα που προέκυψαν από το μέτρο αυτό στο πεδίο του ανταγωνισμού » ( 56 και 58/64, που προαναφέρθηκε, σ. 502 ).
Επομένως, δεν μπορεί να χορηγηθεί στην VdS, σχετικά με την ένδικη σύσταση, συνεπαγόμενη κατ' αποκοπήν και κλιμακούμενη αύξηση των ασφαλίστρων στον εξεταζόμενο τομέα, το ευεργέτημα των διατάξεων του άρθρου 85, παράγραφος 3.
23.
Προτείνω, επομένως, την απόρριψη της προσφυγής και την καταδίκη της προσφεύγουσας στα δικαστικά έξοδα, εξαιρέσει πάντως των εξόδων της παρεμβαίνουσας που βαρύνουν την τελευταία.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy