ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 15ης Μαΐου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Με προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1985, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο, δυνάμει των άρθρων 169 και 171 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αναγνωρίσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, απαγορεύοντας τη χρησιμοποίηση προσθήκης ανακαθαρισθέντος συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής για τον εμπλουτισμό των τοπικών οίνων και των οίνων ποιότητας, το κράτος αυτό παρέβη τους κανόνες περί οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς, που δέχονται μια τέτοια πρακτική.
Η προσφυγή ασκήθηκε μετά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας, η οποία είχε αρχίσει πριν από την έναρξη της ισχύος (την 1η Σεπτεμβρίου 1982) του αμφισβητούμενου συστήματος. Πράγματι, με τηλετύπημα της 17ης Αυγούστου 1981, οι υπηρεσίες των Βρυξελλών έκριναν το τελευταίο αυτό σύστημα ασυμβίβαστο με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση και κάλεσαν τις γερμανικές αρχές να μην το θέσουν σε ισχύ. Στην όχληση αυτή της Επιτροπής και στις παρατηρήσεις που ακολούθησαν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας απάντησε όμως ότι η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως ανακαθαρισθέντος συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής δεν είναι καθόλου αντίθετη προς τους κοινούς κανόνες περί αμπε-λοοινικής αγοράς. 'Ετσι, αρνήθηκε να συμμορφωθεί ακόμη και με την αιτιολογημένη γνώμη που διατύπωσε στις 23 Φεβρουαρίου 1984 το κοινοτικό όργανο.
Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, στην οποία παρενέβη η ιταλική κυβέρνηση προς υποστήριξη των αιτημάτων της προσφεύγουσας, η αρχική διαφορά μεταξύ των διαδίκων — η οποία, όπως θα δούμε, έχει ως αντικείμενο την ερμηνεία ορισμένων κοινοτικών κανόνων — μετατράπηκε σε διαμάχη ως προς τα τεχνικά και οικονομικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα που συνδέονται με τη χρήση του ανακαθαρισθέντος συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής και των εναλλακτικών προϊόντων, όπως το μη ανακαθαρισθέν συμπυκνωμένο γλεύκος σταφυλής ή η σακχαρόζη. Αναφέρω αμέσως ότι δεν έχω την πρόθεση να εισέλθω στην ουσία της διαμάχης αυτής. Καίτοι είναι αλήθεια ότι διάφορες διατάξεις περί της οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς δείχνουν σαφώς ορισμένη προτίμηση για το ανακαθαρισθέν συμπυκνωμένο γλεύκος σταφυλής ως φυσικό προϊόν της αμπέλου και ότι το προϊόν αυτό απολαύει κοινοτικών ενισχύσεων, είναι επίσης αλήθεια ότι το Συμβούλιο ουδέποτε το προτίμησε ρητά από τις άλλες ουσίες, ενώ η Επιτροπή επιφορτίστηκε να μελετήσει εμπεριστατωμένα τις δυνατότητες χρησιμοποιήσεως των μεθόδων που αποβλέπουν στην αύξηση του αλκοολικού τίτλου του οίνου.
Επομένως, οι προτάσεις μου θα περιοριστούν στην εξέταση μόνο των νομικών προβλημάτων που τίθενται με τις αιτιάσεις' της Επιτροπής κατά του κράτους κατά του οποίου στρέφεται η προσφυγή.
2.
Υπενθυμίζω καταρχάς τη γερμανική νομοθεσία. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του τίτλου 1 του Weingesetz, όπως ισχύει από την 1η Σεπτεμβρίου 1982, ορίζει ότι η αύξηση του αλκοολικού τίτλου του εγχώριου οίνου μπορεί να επιτρέπεται σύμφωνα με τα άρθρα 32 και 33 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 337/79 του Συμβουλίου. Για ορισμένους όμως οίνους εφαρμόζονται ειδικοί κανόνες: έτσι, βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1, η ονομασία οίνος « ποιότητας παραγόμενος εντός καθορισμένων περιοχών » ( v.q.p.r.d ) ή απλώς « ποιότητας » (Qualitätsweine b. Α.) επιφυλάσσεται αποκλειστικά στους οίνους που φέρουν αριθμό ελέγχου. Ο αριθμός αυτός χορηγείται μόνο υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων η μη προσθήκη ανακαθαρισθέντος συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής. Το σύστημα που εφαρμόζεται στους τοπικούς οίνους δεν διαφέρει πολύ από το προηγούμενο: βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 8, του τίτλου 2, η ένδειξη « Landwein » ( τοπικός οίνος ) προϋποθέτει ότι ο οίνος έχει παραχθεί από σταφύλια ορισμένων περιοχών και ότι δεν έχει εμπλουτισθεί με προσθήκη ανακαθαρι-σθέντος συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής.
Η Επιτροπή όμως θεωρεί τις απαγορεύσεις αυτές ασυμβίβαστες με τα άρθρα 32 και 33 του τίτλου IV του βασικού κανονισμού 337/79 και, ειδικότερα όσον αφορά τους οίνους ποιότητας, με το άρθρο 8 του κανονισμού 338/79 (που εκδόθηκαν στις 5 Φεβρουαρίου 1959, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σσ. 112 και 159).
Οι διατάξεις αυτές ορίζουν τα εξής: το άρθρο 32 ορίζει ότι « όταν οι κλιματικές συνθήκες καθιστούν αυτό αναγκαίο σε μερικές αμπελουργικές ζώνες..., τα κράτη μέλη... δύνανται να επιτρέψουν την αύξηση του φυσικού αλκοολικού τίτλου κατ' όγκο » και ότι η αύξηση αυτή « γίνεται σύμφωνα με τις οινολογικές πρακτικές που αναφέρονται στο άρθρο 33 ». Εξάλλου, η παράγραφος 1 της τελευταίας αυτής διατάξεως ( όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 453/80, της 18ης Φεβρουαρίου 1980, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 9 ) ορίζει ότι οι εν λόγω πρακτικές συνίστανται: α) όσον αφορά τις νωπές σταφυλές, το μερικώς ζυμωθέν γλεύκος σταφυλής ή τον νέο οίνο ακόμη εν ζυμώσει... μόνο ( στην ) προσθήκη σακχαρόζης, συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής ή ανακα-θαρισθέντος συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής' β ) όσον αφορά το γλεύκος σταφυλής... μόνο ( στην ) προσθήκη σακχαρόζης ή συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής ή ανακαθαρι-σθέντος συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής ή με μερική συμπύκνωση· γ) όσον αφορά τον οίνο τον κατάλληλο να δώσει επιτραπέζιο οίνο και τον επιτραπέζιο οίνο...μόνο ( στη ) μερική συμπύκνωση με ψύξη. Εξάλλου, η παράγραφος 2 ορίζει ότι « καθεμία από ( αυτές ) τις επεξεργασίες αποκλείει την προσφυγή στις άλλες ».
Σε συνδυασμό με το άρθρο 36, οι προαναφερόμενοι κανόνες ρυθμίζουν εν συνεχεία κατά τρόπο λεπτομερέστατο: α ) τον ελάχιστο αλκοολικό τίτλο που απαιτείται για να μπορούν να γίνουν, στις αμπελουργικές ζώνες Α, Β και Γ, οι επεξεργασίες εμπλουτισμού· β) την επιτρεπόμενη για το σκοπό αυτό ανώτατη αύξηση του αλκοολικού τίτλου· γ) τις προϋποθέσεις ως προς τον τόπο και το χρόνο βάσει των οποίων μπορούν να εφαρμοστούν οι πρακτικές αυτές και τις σχετικές λεπτομέρειες εφαρμογής τους. Τέλος, το άρθρο 36 ορίζει ότι « καθεμία από τις επεξεργασίες... πρέπει να αποτελεί αντικείμενο δηλώσεως ( των ενδιαφερομένων ) στις αρμόδιες ( εθνικές ) αρχές. Το ίδιο ισχύει και για τις ποσότητες σακχαρόζης ή συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής και ανακαθαρι-σθέντος συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής (που κατέχουν οι ενδιαφερόμενοι) ».
Ανάλογοι κανόνες εφαρμόζονται και για τον εμπλουτισμό των « οίνων ποιότητας παραγομένων εντός καθορισμένων περιοχών » (v.q.p.r.d.). Το άρθρο 8, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού 338/79 ορίζει πράγματι ότι «η αύξηση (του αλκοολικού τίτλου των οίνων αυτών ) δύναται να πραγματοποιηθεί μόνο σύμφωνα με τις μεθόδους και τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 33 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 337/79 ». Τέλος, το άρθρο 10 του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι « κάθε εργασία εμπλουτισμού... δεν επιτρέπεται παρά μόνο εφόσον αυτή πραγματοποιείται υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 36 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 337/79 ».
Από το καθορισθέν έτσι κανονιστικό πλαίσιο η Επιτροπή αντλεί ένα αναμφισβήτητα βάσιμο επιχείρημα. Υποστηρίζει ότι το άρθρο 32 παρέχει στα κράτη μέλη την εξουσία να αποφασίζουν αν για ορισμένες χρονιές είναι αναγκαίο να επιτρέψουν την αύξηση του αλκοολικού τίτλου των οίνων. Αντίθετα, η διάταξη αυτή δεν τα εξουσιοδοτεί να ορίζουν ελεύθερα, μεταξύ των μεθόδων που προβλέπει το άρθρο 33, εκείνη που πρέπει να ακολουθείται για το σκοπό αυτό ούτε να αποκλείουν κάποια από τις μεθόδους αυτές. Πράγματι η διάταξη αυτή δεν ορίζει ότι ή αύξηση πρέπει να επιτυγχάνεται σύμφωνα με μια από τις πρακτικές που αναφέρονται στο άρθρο 33, αλλά ότι «γίνεται σύμφωνα με τις ( εν λόγω ) πρακτικές ». Επομένως, η απαγόρευση που εισάγεται με τα άρθρα 10 και 11 του Weingesetz είναι προφανώς παράνομη. Ασφαλώς, διευκρινίζει η προσφεύγουσα, αυτό δεν συνεπάγεται ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία υποχρεούται να επιβάλει τη χρήση του ανακαθαρισθέντος συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής. Πράγματι, η προσφυγή έχει ως σκοπό να δώσει τη δυνατότητα στους γερμανούς αμπελοκαλλιεργητές να χρησιμοποιούν το προϊόν αυτό όπως ακριβώς και τα άλλα προϊόντα που επιτρέπει ρητά το κοινοτικό δίκαιο.
3.
Λιγότερο σαφής είναι η άμυνα της γερμανικής κυβερνήσεως, η οποία κατά τη διαδικασία έφθασε μέχρι σημείου να υποστηρίξει τρεις διαφορετικές και κατά κάποιο τρόπο αντιφατικές απόψεις. Αρχίζω από την τρίτη, η οποία υποστηρίχτηκε για πρώτη φορά κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Αντιστρέφοντας τη συλλογιστική της Επιτροπής, η γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι βάσει των άρθρων 32 και 33 τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία όχι μόνο να επιτρέπουν τον εμπλουτισμό, αλλά και να επιβάλλουν — καίτοι στο πλαίσιο μόνο των πρακτικών που προβλέπονται με το άρθρο 33 — τη μέθοδο σύμφωνα με την οποία πρέπει να γίνεται ο εμπλουτισμός. Απόδειξη το γεγονός ότι το άρθρο 33 απαριθμεί ακριβώς πολλές μεθόδους.
Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό, διότι είναι αντίθετο προς το γράμμα του άρθρου 32 και συγχρόνως αγνοεί ή υποβαθμίζει τον εξαιρετικό χαρακτήρα — και επομένως την επιτακτική φύση — του άρθρου 33. Πράγματι η διάταξη αυτή όχι μόνο δεν αναφέρει αδιακρίτως ορισμένους τρόπους αυξήσεως του αλκοολικού τίτλου, αλλ' αντίθετα ορίζει δεσμευτικά για καθένα από τα αμπελουργικά προϊόντα που αναφέρει ( νωπές σταφυλές, γλεύκη, οίνος) την πρόσφορη μέθοδο εμπλουτισμού. 'Ετσι, μεταξύ των επεξεργασιών που προβλέπει περιλαμβάνεται και η προσθήκη σακχαρόζης είναι όμως προφανές ότι ένα κράτος δεν μπορεί να την επιβάλει ή να την επιτρέψει για την αύξηση του αλκοολικού τίτλου του επιτραπέζιου οίνου, διότι στην περίπτωση αυτή η μόνη επιτρεπόμενη πρακτική είναι η μερική συμπύκνωση με ψύξη. Για τον ίδιο λόγο, όταν το εν λόγω άρθρο στο οποίο αναφέρομαι επιτρέπει την επιλογή μεταξύ διαφορετικών πρακτικών, για παράδειγμα, στην περίπτωση των νωπών σταφυλών και των γλευκών, μεταξύ της προσθήκης σακχαρόζης ή συμπυκνωμένου γλεύκους ή ανακα-θαρισθέντος συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής, καμιά διάταξη του εθνικού δικαίου δεν μπορεί να περιορίσει αυτή τη δυνατότητα επιλογής. Η επιλογή αυτή απόκειται στους ενδιαφερόμενους αμπελουργούς, οι οποίοι εν πάση περιπτώσει οφείλουν, δυνάμει του άρθρου 36, να ανακοινώσουν την επεξεργασία στις εθνικές αρχές και συγχρόνως να δηλώσουν τις ποσότητες ζάχαρης και ανακαθαρισθέντος συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής που έχουν στην κατοχή τους προκειμένου να πραγματοποιήσουν την επεξεργασία αυτή.
Η δεύτερη άποψη της γερμανικής κυβερνήσεως στηρίζεται στο γεγονός ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να μην επιτρέπουν τη χρησιμοποίηση του ανακαθαρι-σθέντος συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής: οι προαναφερθείσες διατάξεις είναι — κατά την άποψη της γερμανικής κυβερνήσεως — ενδεικτικές των μεθόδων εμπλουτισμού που μπορούν νομίμως να χρησιμοποιηθούν, χωρίς εντούτοις να προσδιορίζονται εκείνες που πρέπει να χρησιμοποιηθούν. Το επιχείρημα όμως αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί, όπως αποδεικνύεται και πάλι από το άρθρο 33, το οποίο — όπως μόλις προηγουμένως παρατήρησα — επιτρέπει ορισμένες μόνο από τις μεθόδους με τις οποίες επιτυγχάνεται η αύξηση του αλκοολικού τίτλου, μάλιστα δε φτάνει, όσον αφορά τους επιτραπέζιους οίνους, στο σημείο να επιτρέπει μόνο τη μερική συμπύκνωση με ψύξη. Εξάλλου, αυτή είναι η έννοια της πρόσφατης απόφασης του Δικαστηρίου, της 27ης Φεβρουαρίου 1986, στην υπόθεση 238/84, Röser ( Συλλογή 1986, σ. 795), κατά την οποία: «η άδεια για την αύξηση του αλκοολικού τίτλου κατ' όγκο προϋποθέτει τη συγκέντρωση όλων των προϋποθέσεων που απαιτούνται από τα άρθρα 32, 33 και 36 του κανονισμού 337/79 και, συνεπώς, αν δεν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, υπερισχύει ηαπαγόρευαηπραγματοποιήσεως της επεξεργασίας αυτής» (σκέψη 18, υπογράμμιση δική μου).
Με άλλα λόγια, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από το γενικό κανόνα που απαγορεύει την αύξηση του αλκοολικού τίτλου παρά μόνο στηριζόμενα στην — εξαιρετικά λεπτομερή και πλήρη ή, καλύτερα ακόμα, εξαντλητική — ρύθμιση που θέσπισε για το σκοπό αυτό ο κοινοτικός νομοθέτης. Όσον αφορά το ανακαθαρισΟέν συμπυκνωμένο γλεύκος σταφυλής, δεν βλέπω το λόγο για τον οποίο ο βασικός κανονισμός και το παράγωγο δίκαιο έπρεπε να αποκλείσουν ρητά την απαγόρευση της χρησιμοποίησης του. Πράγματι, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αμπε-λοοινικής αγοράς, το προϊόν αυτό δεν είναι απαγορευμένο-αντίθετα, πρόκειται για μια από τις τρεις ουσίες που επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται για τον εμπλουτισμό.
4.
Έρχομαι τώρα στην άποψη που προέβαλε η κυβέρνηση της Βόννης ήδη κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας που προηγήθηκε της δίκης και την οποία προβάλλει ως την κύρια άποψη της. Κατά τη γερμανική κυβέρνηση, τη νομική βάση για τη θέσπιση εθνικών κανόνων που να απαγορεύουν τη χρήση ανακαθαρισθέντος συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής αποτελούν, όσον αφορά τους οίνους ποιότητας, οι διατάξεις του άρθρου 19 του κανονισμού 338/79 και, όσον αφορά τους τοπικούς οίνους; οι διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο 0), δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 355/79, της 5ης Φεβρουαρίου 1979 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 023/024, σ. 200). Η πρώτη από τις διατάξεις αυτές ορίζει τα εξής: « Επιπλέον των διατάξεων που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό, τα κράτη. παραγωγοί δύνανται, αφού ληφθούν υπόψη (οι συνήθειες), να καθορίσουν όλα τα χαρακτηριστικά ή τους όρους παραγωγής και κυκλοφορίας, συμπληρωματικούς ή περισσότερο αυστηρούς, για τους οίνους ποιότητας τους παραγόμενους εντός καθορισμένων περιοχών στην επικράτεια τους ». Σύμφωνα με τη δεύτερη από τις διατάξεις αυτές, επιτρέπεται η συμπλήρωση της ετικέτας των επιτραπέζιων οίνων με τις ενδείξεις « Landwein », « vin de pays », « vino tipico » υπό τον όρο — και μόνο υπό τον όρο ότι — οι διατάξεις του εθνικού δικαίου επιφυλάσσουν τις ενδείξεις αυτές « στους επιτραπέζιους οίνους, οι οποίοι ανταποκρίνονται σε ορισμένους όρους παραγωγής, ιδίως όσον αφορά τις ποικιλίες αμπέλου, τον ελάχιστο φυσικό αλκοολικό τίτλο κατ' όγκο και τους οργανοληπτικούς χαρακτήρες ».
Οι διατάξεις αυτές έχουν ως σκοπό — πάντα κατά τη γερμανική κυβέρνηση — να επιτρέψουν σε κάθε κράτος να λάβει προσηκόντως υπόψη τους παραδοσιακούς όρους παραγωγής και τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά των καλύτερων του οίνων, είτε πρόκειται για οίνους ποιότητας είτε για τοπικούς. Από αυτό η γερμανική κυβέρνηση συνάγει ότι οι κοινοί κανόνες περί της αμπελοοινικής αγοράς συνιστούν τα ελάχιστα κριτήρια και, ως εκ τούτου, τα κράτη μπορούν να τους καθιστούν περισσότερο αυστηρούς χωρίς να παραβαίνουν τις κοινοτικές τους υποχρεώσεις. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση του ανακαθαρισθέντος συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής του οποίου η χρήση, εκτός του ότι εμπεριέχει κινδύνους καταχρήσεως και παρουσιάζει μειονεκτήματα από μικροβιολογική άποψη, δεν περιλαμβάνεται στις μεθόδους παραγωγής Kat δεν ανταποκρίνεται στις παραδόσεις των γερμανών αμπελουργών.
Αναφέρω αμέσως ότι ούτε και τα επιχειρήματα αυτά είναι βάσιμα. Πράγματι, δεν αποδεικνύουν ότι οι μεταγενέστεροι εθνικοί κανόνες μπορούν να παρεκκλίνουν από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση σχετικά με την αύξηση του αλκοολικού τίτλου ούτε, ειδικότερα, ότι τα προαναφερόμενα άρθρα 19 και 2 νομιμοποιούν μια τέτοια παρέκκλιση. Επιπλέον, και αν ακόμα γίνει δεκτό ότι η παρέκκλιση είναι νόμιμη, η άποψη που προέβαλε η γερμανική κυβέρνηση αφήνει αναπάντητα τα ακόλουθα ερωτήματα:
α)
Ποια είναι τα αντικειμενικά κριτήρια τα οποία νομιμοποιούν τη μεγαλύτερη αυστηρότητα της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως σε σχέση με τους όρους που θέτει ο βασικός κανονισμός;
β)
Πώς η χρήση του ανακαθαρισθέντος συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα του οίνου;
γ)
Πώς ένας κανόνας σχετικός με τις ενδείξεις που μπορούν ενδεχομένως να προστεθούν στην ετικέτα μπορεί να αιτιολογήσει την απόλυτη απαγόρευση που θεσπίζουν τα άρθρα 10 και 11 του Weingesetz;
Ας τα εξετάσουμε με τη σειρά. Όπως αναφέρει η εικοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 337/79, ο κοινοτικός νομοθέτης δέχτηκε ότι « είναι δυνατόν να καταστεί απαραίτητο κατά ορισμένα έτη να επιτραπεί ο εμπλουτισμός προϊόντων καταλλήλων να δώσουν επιτραπέζιους οίνους » πάντως, έκρινε αναγκαίο ότι « τόσο από απόψεως ποιότητας όσο και αγοράς, ενδείκνυται ο εμπλουτισμός αυτός να υπόκειται σε ορισμένους όρους καθώς και σε ορισμένα όρια... » ( η υπογράμμιση δική μου). Έτσι, το πρώτο άρθρο του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι « η κοινή οργάνωση αγορών στον αμπελοοινικό τομέα περιλαμβάνει... κανόνες που αφορούν την παραγωγή και... ορισμένες οινολογικές πρακτικές ». Οι πρακτικές αρχές, ιδίως οι σχετικές με τον εμπλουτισμό, είναι εξάλλου οι μόνες που επιτρέπονται όσον αφορά τους επιτραπέζιους οίνους και τους οίνους ποιότητας ( βλέπε άρθρο 46 του κανονισμού 337/79 και άρθρα 8 και 10 του κανονισμού 338/79). Επομένως, ορθώς το Δικαστήριο έκρινε ότι «η αύξηση (του αλκοολικού τίτλου) κατ' αρχήν απαγορεύεται και... η απαγόρευση συνιστά εν προκειμένω τον κανόνα» και ότι επομένως τα άρθρα 32, 33 και 36 του βασικού κανονισμού αποτελούν « ένα σύνολο κανόνων που αποβλέπουν σε αυστηρή ρύθμιση των μεθόδων εμπλουτισμού » ( απόφαση Röser, σκέψεις 17 και 22 — η υπογράμμιση δική μου ).
Τι συνάγεται από τις παρατηρήσεις αυτές; Η απάντηση μου φαίνεται εύκολη. Όταν η Κοινότητα θεσπίζει οργάνωση αγοράς και, για να προστατεύσει την ποιότητα ενός προϊόντος, ρυθμίζει ορισμένες πρακτικές με ειδικούς και λεπτομερειακούς κανόνες, εφαρμόζεται η γνωστή αρχή της « προτιμήσεως »: δηλαδή ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να μη λαμβάνουν μέτρα που να παρεκκλίνουν από τους κανόνες αυτούς ή να θίγουν την αποτελεσματικότητα τους (βλέπε τελευταία την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1984 στην υπόθεση 237/82, Jongeneel Kaas κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1984, σ. 483 ). Επομένως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία δεν μπορούσε εν προκειμένω να θεσπίσει μέτρα περί των μεθόδων εμπλουτισμού, εφόσον το ζήτημα αυτό είχε ρυθμιστεί επακριβώς στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς' ή καλύτερα, θα μπορούσε να θεσπίσει τέτοια μέτρα — αλλά, ως γνωστό, δεν το έπραξε — μόνο προσφεύγοντας στη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 67 του βασικού κανονισμού, δηλαδή στο πλαίσιο της διαχειριστικής επιτροπής που αποτελείται από εκπροσώπους της Επιτροπής και των κρατών μελών.
Επομένως, αν είναι δεδομένο ότι, όσον αφορά την αύξηση του αλκοολικού τίτλου, η απαγόρευση συνιστά τον κανόνα και ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να νομοθετούν σχετικά με τις πρακτικές που κατ' εξαίρεση επιτρέπονται από τον κανονισμό 337/79, απομένει να αποδειχθεί αν η εξουσία αυτή τους παρέχεται από άλλους κοινοτικούς κανόνες. Ειδικότερα, μπορεί άραγε να λεχθεί ότι οι δύο διατάξεις που επικαλείται η κυβέρνηση της Βόννης, δηλαδή το άρθρο 19 του κανονισμού 338/79 και το άρθρο 2 του κανονισμού 355/79, έχουν αυτό το αποτέλεσμα; Ας το εξετάσουμε. Το άρθρο 19, όπως ελέχθη, εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να καθορίζουν αυστηρότερα χαρακτηριστικά ή αυστηρότερους όρους για την παραγωγή και την κυκλοφορία των οίνων ποιότητας. Αντίθετα, το άρθρο αυτό δεν αναφέρει τίποτε όσον αφορά τις μεθόδους εμπλουτισμού' και είναι προφανές ότι η σιωπή αυτή δεν μπορεί να νοηθεί ως σιωπηρή άδεια τροποποιήσεως της ειδικής ρυθμίσεως — η οποία επιπλέον είναι εξαιρετική — στην οποία υπόκεινται οι πρακτικές αυτές. Το si lex tacuit, voluit είναι ένα λατινικό απόφθεγμα στο οποίο δεν πρέπει να έχουμε και πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη' και εκτός αυτού, πιστεύω ότι η σιωπή αυτή είναι ηθελημένη.
Υπενθυμίζω ότι κατά το άρθρο 46, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού « δεν επιτρέπονται παρά μόνον οι οινολογικές πρακτικές και κατεργασίες που αναφέρονται... » και ότι « δεν δύνανται να χρησιμοποιηθούν παρά μόνον για να εξασφαλίσουν καλή οινοποίηση ». Όμως, η παράγραφος 2 ορίζει ότι, κατά παρέκκλιση της διάταξης αυτής, « τα κράτη μέλη δύνανται, σε ό,τι αφορά τις οινολογικές πρακτικές και κατεργασίες που αναφέρονται στο παράρτημα III, να επιβάλλουν αυστηρότερους όρους για να εξασφαλισθεί η διατήρηση των ουσιωδών χαρακτηριστικών των v.q.p.r.d. καθώς και των επιτραπέζιων οίνων ». Ιδού μια παρέκκλιση που δεν αφήνει καμιά αμφιβολία! Η κυβέρνηση όμως κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή δεν την επικαλείται. Γιατί; Ο λόγος είναι προφανής: η παρέκκλιση αφορά μόνο τις πρακτικές και επεξεργασίες που προβλέπονται σε ορισμένο μέρος του κανονισμού — ακριβέστερα στο παράρτημα III — το οποίο δεν αναφέρει τις επεξεργασίες αυξήσεως του αλκοολικού τίτλου. Επομένως, αν οι πρακτικές αυτές αποκλείσθηκαν από το πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 2, κατά μείζονα λόγο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνονται σιωπηρά στις διατάξεις των άρθρων 19 Kat 2, όσον αφορά τους οίνους ποιότητας και τους επιτραπέζιους οίνους.
Επομένως, το κύριο επιχείρημα της άποψης που υποστήριξε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία καταρρέει. Εντούτοις, ας δεχτούμε ότι είναι δυνατή η παρέκκλιση. Τότε, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι, σε σχέση με τις προϋποθέσεις που θεσπίζει το άρθρο 32 και συγκεκριμενοποιεί το άρθρο 33, η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως του ανακαθαρισθέντος συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής αποτελεί ασφαλώς αυστηρότερο μέτρο, με κίνδυνο όμως συγκρούσεως με το γράμμα των διατάξεων αυτών και — ακόμη χειρότερα — χωρίς να νομιμοποιείται από κανένα αντικειμενικό κριτήριο. Ασφαλώς η γερμανική κυβέρνηση προσπάθησε να δικαιολογήσει την απαγόρευση αυτή στηριζόμενη σε στοιχεία όπως η παρουσία καταλοίπων στο ανακαθαρισθέν συμπυκνωμένο γλεύκος σταφυλής, το γεγονός ότι η χρήση του προσφέρεται για καταχρήσεις, η έλλειψη γνώσεων των γερμανών αμπελουργών ως προς το προϊόν αυτό ή — αντίθετα — ο ουδέτερος χαρακτήρας και το μικρότερο κόστος της ζάχαρης. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση πάντως, αναγνώρισε ότι το ανακαθαρισθέν συμπυκνωμένο γλεύκος σταφυλής είναι είδος ζάχαρης χωρίς μόρια οίνου, της ίδιας ποιότητας με τη σακχαρόζη. Μπορεί να είναι αλήθεια ότι η ουσία αυτή είναι ελάχιστα γνωστή στους γερμανούς αμπελουργούς· μου φαίνεται όμως τελείως παράλογο να απαγορευθεί η χρήση της για έναν τέτοιο λόγο.
Τέλος, δύο λόγια για το άρθρο 2, το οποίο επικαλείται η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία για να δικαιολογήσει την απαγόρευση της προσθήκης ανακαθαρισθέντος συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής στους επιτραπέζιους τοπικούς οίνους. Η επίκληση της διάταξης αυτής δεν μου φαίνεται λυσιτελής. Η διάταξη αυτή όχι μόνο δεν προβλέπει παρεκκλίσεις ή αυστηρότερους όρους ως προς την αύξηση του αλκοολικού τίτλου, αλλά περιορίζεται ουσιαστικά στον προσδιορισμό ενδεχομένων πρόσθετων ενδείξεων στο πλαίσιο ενός συστήματος ( του κανονισμού 355/79 ) που έχει ως κύριο στόχο την προστασία των εμπορικών συναλλαγών και των καταναλωτών.
Εν συμπεράσματι, τα άρθρα 19 και 2 δεν παρέχουν στα κράτη μέλη καμιά εξουσία να απαγορεύουν τη χρήση του ανακαθαρισθέντος συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής για την αύξηση του αλκοολικού τίτλου των αμπελοοι-νικών προϊόντων.
5.
Βάσει των προηγούμενων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να κάνει δεκτή την προσφυγή που άσκησε στις 18 Φεβρουαρίου 1985 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και να κρίνει ότι, μη επιτρέποντας την προσθήκη ανακαθαρισθέντος συμπυκνωμένου γλεύκους σταφυλής για την αύξηση του φυσικού αλκοολικού τίτλου κατ' όγκο των τοπικών οίνων και των οίνων ποιότητας των παραγομένων εντός καθορισμένων περιοχών, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των διατάξεων περί κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς και ειδικότερα δυνάμει των άρθρων 32 και 33 του κανονισμού 337/79 και του άρθρου 8 του κανονισμού 338/79.
Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy