ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 4ης Φεβρουαρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι οικαοτές,
1.
Ο Xavier Mirepoix κατηγορήθηκε ότι εισήγαγε, για να τη διαθέσει στο εμπόριο στη Γαλλία, μια παρτίδα κρεμμυδιών προελεύσεως Κάτω Χωρών, τα οποία είχαν υποβληθεί σε επεξεργασία με μηλεϊνικό υδροξείδιο, φυτοφάρμακο του οποίου η γαλλική νομοθεσία δεν επιτρέπει τη χρήση. Στο πλαίσιο της δίκης που ακολούθησε, το Tribunal de police της Dijon υπέβαλε στο Δικαστήριο μας το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Το άρθρο 6 της απόφασης της 20ής Ιουλίου 1956, που απαγορεύει την πώληση οπωροκηπευτικών που έχουν υποβληθεί, είτε πριν είτε μετά τη συγκομιδή, σε μη επιτρεπόμενη αντιπαρασιτική ή χημική επεξεργασία και που έχει ως αποτέλεσμα να απαγορεύει την εισαγωγή στη Γαλλία κρεμμυδιών που προέρχονται ιδίως από την Ολλανδία και που έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία με ουσίες που έχει διαπιστωθεί ότι διευκολύνουν τη διατήρηση των εν λόγω κρεμμυδιών, ουσίες στις οποίες συγκαταλέγεται το μηλεϊνικό υδροξείδιο, η χρήση του οποίου ως ουσίας που παρεμποδίζει τη βλάστηση επιτρέπεται, όπως φαίνεται, στις άλλες χώρες της ΕΟΚ, συνιστά ή όχι μέτρο που έχει αποτέλεσμα ισοδύναμο με μέτρο περιορισμού επί των εισαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης της Ρώμης;» (απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1985).
Σας ζητείται για άλλη μια φορά, λοιπόν, να ερμηνεύσετε τους κανόνες της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και, ειδικότερα, την αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 36, πρώτο εδάφιο, που επιτρέπει « ( τις ) απαγορεύσεις ή (τους) περιορισμούς εισαγωγών... που δικαιολογούνται από λόγους... προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων». Πρέπει να κρίνετε αν η αρχή αυτή εφαρμόζεται στους κανόνες μιας εσωτερικής έννομης τάξης που απαγορεύουν εν γένει (εξουσιοδοτώντας όμως τη διοίκηση να επιτρέπει κατά περίπτωση ) τη διάθεση τροφίμων που έχουν υποστεί επεξεργασία με φυτοφάρμακα και εισάγονται από άλλα κράτη μέλη, όπου επιτρέπεται η κυκλοφορία τους.
2.
Για την καλύτερη κατανόηση του ερωτήματος, είναι αναγκαίο να δοθούν ορισμένα στοιχεία σχετικά με το φυτοφάρμακο περί του οποίου πρόκειται, με τους κανόνες που ρυθμίζουν τη χρήση του στη Γαλλία και με την κοινοτική ρύθμιση περί φυτοφαρμάκων.
Το μηλεϊνικό υδροξείδιο είναι σύνθετο χημικό προϊόν που ανήκει στην ομάδα των φυτοφαρμάκων που ρυθμίζουν την ανάπτυξη. Όταν η χρήση του γίνεται επί των φύλλων των φυτών, διεισδύει στους ιστούς που βρίσκονται στη φάση της ανάπτυξης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι βολβοί και οι κόνδυλοι. Τα κατάλοιπα του παραμένουν εκεί για αρκετό χρόνο ώστε να προκαλέσουν την αδράνεια των ιστών αυτών και να σταματήσουν τη βλάστηση. Κατά την επεξεργασία των κρεμμυδιών η ουσία αυτή χρησιμοποιείται δύο έως τέσσερις εβδομάδες πριν από τη συγκομιδή.
Η γαλλική ρύθμιση είναι απλή. Κατά το άρθρο 6 της απόφασης της 20ής Ιουλίου 1956, περί της εμπορίας των οπωροκηπευτικών, « απαγορεύεται η πώληση των οπωροκηπευτικών, τα οποία έχουν υποβληθεί:
α)
πριν απο τη συγκομιδή, σε αντιπαρασιτικές επεξεργασίες με μη επιτρεπόμενες ουσίες ή που έγιναν κατά παράβαση των κανόνων που ορίζονται για τη χρήση των εν λόγω ουσιών, είτε οι επεμβάσεις αυτές έγιναν άμεσα πάνω στα ίδια τα προϊόντα είτε στα φυτά από τα οποία προέρχονται·
β)
μετά τη συγκομιδή, σε χημικές επεξεργασίες — ιδίως για την απολύμανση, την εντομοκτονία ή την προστασία κατά των αλλοιώσεων — που δεν έχουν επιτραπεί με απόφαση του Υφυπουργού Γεωργίας εκδιδόμενη με τη σύμφωνη γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Δημοσίας Υγιεινής... » [ JORF ( Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας ) 1956, σ. 7627 ).
Το σύστημα παροχής άδειας για τις δηλητηριώδεις ουσίες που προορίζονται για άλλες χρήσεις εκτός από ιατρικές περιγράφεται στα άρθρα R 5149 και επόμενα του code de la santé publique (Κώδικα Δημόσιας Υγείας). Τα τοξικά προϊόντα κατατάσσονται στον πίνακα Α, σύμφωνα δε με το άρθρο R 158η χρήση τους « για την καταστροφή των παρασίτων που είναι επιβλαβή για τη γεωργία απαγορεύεται σε όλες τις καλλιέργειες και τα προϊόντα συγκομιδής, για τα οποία η χρήση δεν έχει επιτραπεί με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας». Με υπουργική δε απόφαση της 31ης Ιουλίου 1968 το μηλεϊνικό υδροξείδιο περιελήφθη στον προαναφερθέντα πίνακα. Επομένως, η εν λόγω ουσία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται χωρίς ειδική άδεια, που, όπως προκύπτει, δεν είχε χορηγηθεί μέχρι το χρόνο των επίδικων πραγματικών περιστατικών.
Ας έρθουμε στην κοινοτική ρύθμιση. Απέχοντας ακόμη από το στόχο της εναρμόνισης, αρθρώνεται σε δύο κατηγορίες κανόνων: αυτούς που αφορούν το επιτρεπτό ή μη της εμπορίας και εκείνους που προσδιορίζουν τη μέγιστη περιεκτικότητα των τροφίμων σε κατάλοιπα των χημικών προϊόντων. Μεταξύ των πρώτων, η οδηγία 79/117 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1978, περί απαγορεύσεως της θέσεως σε κυκλοφορία και της χρησιμοποιήσεως φυτοφαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν ορισμένες δραστικές ουσίες ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 46 ), περιορίζεται στην απαγόρευση της εμπορίας των ιδιαιτέρως επικινδύνων φυτοφαρμάκων: στο σχετικό κατάλογο δεν αναφέρεται πάντως το μηλεϊνικό υδροξείδιο. Μεταξύ των δευτέρων, πρέπει να υπο-μνηστεί η οδηγία 76/895 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1976 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/016, σ. 179), που τροποποιήθηκε στη συνέχεια από την οδηγία 82/528, της 19ης Ιουλίου 1982 ( ΕΕ L 234, σ. 1 ): η οδηγία αυτή καθορίζει την ανώτατη επιτρεπόμενη περιεκτικότητα σε ορισμένα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επί ή εντός των οπωροκηπευτικών στο παράρτημα II της οδηγίας αυτής, που περιέχει τον κατάλογο των ουσιών, για τα κατάλοιπα των οποίων τίθενται όρια της επιτρεπόμενης περιεκτικότητας, δεν περιλαμβάνεται το μηλεϊνικό υδροξείδιο.
Είναι σκόπιμο, εξάλλου, να επισημανθεί ότι στις 12 Νοεμβρίου 1981 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατόπιν μελετών που πραγματοποιήθηκαν από την Επιτροπή Φυτοφαρμάκων, πρότεινε να περιληφθεί η επίδικη ουσία στο προαναφερθέν παράρτημα, καθορίζοντας για τα κρεμμύδια μέγιστη περιεκτικότητα 10 χιλιοστόγραμμα (mg) ανά χιλιόγραμμο (kg) βάρους. Το σχέδιο βρίσκεται ακόμη υπό εξέταση στο Συμβούλιο ( ΕΕ 1982, C95, σ. 6).
3.
Κατά τη διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η γαλλική κυβέρνηση, η γερμανική κυβέρνηση και η Επιτροπή. Ο Mirepoix παρενέβη μόνο κατά την προφορική διαδικασία.
Οι δύο κυβερνήσεις υποστήριξαν ότι η αμφισβητούμενη ρύθμιση είναι σύννομη από άποψη κοινοτικού δικαίου: αυτό αποτελεί πράγματι συνέπεια της εμβρυώδους μόνο εναρμόνισης που έχει πραγματοποιηθεί μέχρι τώρα στον τομέα των φυτοφαρμάκων, βρίσκει δε έρεισμα στην εξαίρεση του άρθρου 36, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί άλλωστε η απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1984 ( υπόθεση 94/83, Heijn, Συλλογή 1984, σ. 3263 ). Και εκείνη η περίπτωση αφορούσε ένα παρασιτοκτόνο, την vinchlozoline, ίχνη της οποίας είχαν βρεθεί σε μια παρτίδα μήλα. Ο εισαγωγέας είχε κατηγορηθεί για παράβαση των ολλανδικών διατάξεων των σχετικών με τα ανώτατα ποσοστά καταλοίπων φυτοφαρμάκων που επιτρέπονται στα τρόφιμα, είχε δε υποστηρίξει ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ότι τα μήλα που είχαν βρεθεί στις αποθήκες του με κατάλοιπα vinchlozoline (ουσία για την οποία το ποσοστό ανοχής ισούται με μηδέν) προέρχονταν από την Ιταλία, όπου διατίθενται νομίμως στο εμπόριο. Η απαγόρευση της εμπορίας τους προσέκρουε, επομένως, στους κανόνες της Συνθήκης που εξασφαλίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
Το Δικαστήριο δέχτηκε ότι, εφόσον σε κοινοτικό επίπεδο δεν υπήρχε ρύθμιση για την επίδικη τότε ουσία, « επιτρέπεται καταρχήν στα κράτη μέλη να θεσπίζουν μέτρα σχετικά με τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια περιεκτικότητας σε κατάλοιπα αυτού του παρασιτοκτόνου, λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη και το γεγονός ότι η δυνατότητα αυτή καθαυτή περιορίζεται από τη Συνθήκη, ιδίως δε από την τελευταία φράση του άρθρου 36 ». Πράγματι, μολονότι είναι αναγκαία στη γεωργία, τα φυτοφάρμακα είναι επιβλαβή· το χαρακτηριστικό τους δε αυτό, σε συνδυασμό προς την αδυναμία ελέγχου και προβλέψεως των ποσοτήτων που απορροφώνται από τον καταναλωτή υπό μορφή καταλοίπων στα τρόφιμα, δικαιολογεί την έκδοση αυστηρών μέτρων. Έτσι, « τα κράτη μέλη μπορούν, στο βαθμό που η κοινοτική ρύθμιση δεν καλύπτει ορισμένα παρασιτοκτόνα, να ρυθμίσουν την ύπαρξη των καταλοίπων αυτών των παρασιτοκτόνων στα τρόφιμα κατά τρόπο που είναι δυνατό να διαφέρει από χώρα σε χώρα ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες, τη σύνθεση της συνήθους διατροφής του πληθυσμού ... Στο πλαίσιο αυτό, μπορούν να διαφοροποιούν το επιτρεπόμενο όριο περιεκτικότητας ενός και του αυτού παρασιτοκτόνου για διαφορετικά τρόφιμα. Οι αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής υποχρεούνται εντούτοις να επανεξετάσουν αυτή τη μέγιστη περιεκτικότητα, εφόσον νομίζουν ότι οι λόγοι που οδήγησαν στον καθορισμό της μεταβλήθηκαν, για παράδειγμα κατόπιν της ανακαλύψεως νέας χρήσης όσον αφορά το ένα ή το άλλο παρασιτοκτόνο » ( σκέψεις 14 έως 16 και 18 ). Από τα προηγηθέντα η γερμανική κυβέρνηση συνάγει ότι, στο παρόν στάδιο της κοινοτικής εναρμόνισης και της εξέλιξης των επιστημονικών γνώσεων, τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να ρυθμίζουν διαφορετικά τη χρήση του μηλεϊ-νικού υδροξειδίου. Στην εξουσία αυτή δεν έχει επίπτωση το γεγονός ότι οι επιστήμονες έχουν ενδεχομένως προσδιορίσει την επιτρεπόμενη ημερήσια δόση της εν λόγω ουσίας ή ότι ορισμένα κράτη επιτρέπουν τη χρήση της.
4.
Αντίθετη άποψη ανέπτυξε η Επιτροπή. Και αυτή επικαλείται την απόφαση Heijn επισημαίνει ωστόσο ότι, ενώ στην υπόθεση εκείνη η εθνική ρύθμιση καθόριζε τη μέγιστη επιτρεπόμενη περιεκτικότητα του φυτοφαρμάκου, η ρύθμιση που είναι σήμερα υπό κρίση, απαγορεύοντας την πώληση των οπωροκηπευτικών που υποβάλλονται στο κράτος εξαγωγής σε επεξεργασία μη επιτρεπόμενη από το κράτος εισαγωγής, αποκλείει πλήρως την ύπαρξη μηλεϊνικού υδροξειδίου στα κρεμμύδια. Η γαλλική ρύθμιση, εξάλλου, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Πράγματι, αντίθετα προς τη ρύθμιση επί της οποίας το Δικαστήριο αποφάνθηκε στην υπόθεση Heijn, η γαλλική ρύθμιση δεν προβλέπει τη δυνατότητα επανεξετάσεως των λόγων της απαγόρευσης, ανάλογα με την πρόοδο της επιστήμης διεθνώς, και καθορισμού, ως εκ τούτου, επιτρεπόμενων ορίων των καταλοίπων, τουλάχιστον για τα εισαγόμενα προϊόντα.
Βάσει αυτών των σκέψεων, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα κράτη μέλη, όταν νομοθετούν επί της χρήσεως ορισμένου φυτοφαρμάκου, δεν μπορούν να έχουν ως μοναδικό γνώμονα την προστασία της υγείας. Αντιθέτως, τα μέτρα τους πρέπει να συμβιβάζουν την ανάγκη αυτή, που επιβάλλει την ελάχιστη δυνατή χρήση τοξικών ουσιών, με τα τεχνικά και οικονομικά συμφέροντα της γεωργικής παραγωγής. Ο παράγων « υγεία » πρέπει επομένως να θεωρείται υπέρτερος μόνο όταν οι εθνικές αρχές πείθονται ότι η χρήση του εν λόγω φυτοφαρμάκου ενέχει κίνδυνο υψηλότερο από το μέτρο του κινδύνου που εν γένει θεωρούν αποδεκτό κατά τον καθορισμό του ανεκτού ορίου των καταλοίπων των διαφόρων φυτοφαρμάκων. Για να είναι, επομένως, οι αποφάσεις τους σύμφωνες προς τους κοινοτικούς κανόνες, δεν αρκεί οι εν λόγω αρχές να τηρούν παθητική στάση, επιβάλλοντας στον εισαγωγέα το βάρος να αποδείξει τον αβλαβή χαρακτήρα της επεξεργασίας. Οφείλουν, αντιθέτως, να διαδραματίζουν ενεργό ρόλο και να ενημερώνονται για τα πορίσματα στα οποία καταλήγει η επιστημονική έρευνα και για τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη τα οποία επιτρέπουν την επεξεργασία.
Ο Mirepoix, από την πλευρά του, υποστήριξε, με επιχειρήματα ανάλογα με εκείνα της Επιτροπής, τη δυσαναλογία της γαλλικής ρύθμισης σε σχέση προς την ανάγκη της προστασίας της υγείας.
5.
Διατυπωμένο με τρόπο περισσότερο σύμφωνο προς το κείμενο του άρθρου 177, το ερώτημα που υποβάλλει το Tribunal de police της Dijon αναφέρεται στην από άποψη κοινοτικού δικαίου νομιμότητα ή μη μιας εθνικής ρύθμισης που απαγορεύει, εκτός αν δοθεί άδεια της διοικήσεως, τη διάθεση στο εμπόριο ειδών διατροφής που έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία με φυτοφάρμακο του οποίου απαγορεύεται η χρήση.
Πρέπει να δοθούν, λοιπόν, στον παραπέμποντα δικαστή στοιχεία που να του παρέχουν τη δυνατότητα να κρίνει αν η απαγόρευση αυτή μπορεί να επιβληθεί και για τα εισαγόμενα προϊόντα ή αν είναι ασυμβίβαστη με τις διατάξεις της Συνθήκης και με τους κανόνες του παράγωγου δικαίου περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
Το πρόβλημα επομένως δεν είναι νέο, εφόσον το Δικαστήριο το έχει αντιμετωπίσει, πέρα από την προαναφερθείσα απόφαση Heijn, και με πολυάριθμες αποφάσεις της δεκαετίας του '80 (της 12ης Ιουνίου 1980, υπόθεση 88/79, Grunert, Race. 1980, σ. 1827 της 5ης Φεβρουαρίου 1981, υπόθεση 108/80, Kugelmann, Συλλογή 1981, σ. 433· της 5ης Φεβρουαρίου 1981, υπόθεση 53/80, Kaasfabriek Eyssen, Συλλογή 1981, σ. 409· της 17ης Δεκεμβρίου 1981, υπόθεση 272/80, Frans-Nederlandse Maatschappij voor Biologische Produkten, Συλλογή 1981, σ. 3277 της 14ης Ιουλίου 1983, υπόθεση 174/82, Sandoz, Συλλογή 1983, σ. 2445· της 30ής Νοεμβρίου 1983, υπόθεση 227/82, Van Bennekom, Συλλογή 1983, σ. 3883· της 6ης Ιουνίου 1984, υπόθεση 97/83, Melkunie, Συλλογή 1984, σ. 2367 και της 10ης Δεκεμβρίου 1985, υπόθεση 247/84, Motte, Συλλογή 1985, σ. 3887 ). Ανεξάρτητα από τις ιδιομορφίες κάθε περιπτώσεως, η νομολογία αυτή — που συμβιβάζει την ελεύθερη κυκλοφορία των τροφίμων με την προστασία της υγείας, όταν το προϊόν περιέχει ουσίες, για την επικινδυνότητα των οποίων η επιστήμη είναι αβέβαιη, οι δε εθνικές ρυθμίσεις δεν έχουν εναρμονιστεί πλήρως — αποτελεί στέρεη βάση, πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα. Λέγω ευθύς αμέσως ότι, κατά την άποψη μου, τα επιχειρήματα με τα οποία η γαλλική και η γερμανική κυβέρνηση υποστήριξαν ότι η αμφισβητούμενη ρύθμιση είναι νόμιμη βρίσκουν ουσιαστικά επιβεβαίωση στη νομολογία αυτή. Αντιθέτως, οι αρχές τις οποίες έχει δεχτεί το Δικαστήριο αποκλείουν το βάσιμο της άποψης που προβάλλουν η Επιτροπή και ο Mirepoix.
6.
Πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι μεταξύ της υπό κρίση υποθέσεως και της υποθέσεως Heijn δεν υπάρχουν οι διαφορές που προβάλλει η Επιτροπή. Στην υπό κρίση περίπτωση βέβαια η εθνική ρύθμιση απαγορεύει κάθε επεξεργασία με μηλεϊνικό υδροξείδιο και, επομένως, απαγορεύει εξ υπαρχής την ύπαρξη καταλοίπων στα τρόφιμα. Εξίσου βέβαιο είναι, ωστόσο, ότι η νομοθεσία που υποβλήθηκε στην κρίση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Heijn κατέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα καθορίζοντας τη μέγιστη επιτρεπόμενη περιεκτικότητα σε vinchlozoline σε μηδέν. Η υπόμνηση εκ μέρους των δύο κυβερνήσεων που παρενέβησαν των κανόνων που έθεσε τότε το Δικαστήριο είναι, με λίγα λόγια, απολύτως ορθή.
7.
Επομένως, το πρόβλημα μας ανάγεται τελικά στο να εξακριβωθεί αν η αμφισβητούμενη ρύθμιση δικαιολογείται με βάση το άρθρο 36, πρώτο εδάφιο, και ειδικότερα αν οι διατάξεις της βρίσκονται σε αναλογία με την ανάγκη προστασίας της υγείας.
Πρέπει καταρχάς να αποκλειστεί το ότι τα είδη διατροφής που έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία με μηλεϊνικό υδροξείδιο μπορεί — όπως υποστήριξε η Επιτροπή — να μην περιέχουν κατάλοιπα της ουσίας αυτής. Πράγματι, απαντώντας σε ερώτηση που της έθεσε το Δικαστήριο, η ίδια η Επιτροπή διευκρίνισε ότι «για κάθε συνδυασμό φυτοφαρμάκου-προϊ-όντος διατροφής, καθορίζεται ένα κατώτατο όριο αναλυτικού προσδιορισμού, το οποίο ορίζεται ως η ελάχιστη συγκέντρωση του καταλοίπου που μπορεί να εντοπιστεί και προσδιοριστεί ποσοτικά μέσα στο προϊόν... με κάποια εγκεκριμένη μέθοδο αναλύσεως, με ικανοποιητικό βαθμό ακρίβειας. Ως μηδενική τιμή των καταλοίπων ενός φυτοφαρμάκου θεωρείται η περιεκτικότητα που είναι κατώτερη από το (προαναφερθέν) όριο ... Προκειμένου για τα κατάλοιπα μηλεϊνικού υδροξειδίου στα κρεμμύδια, θεωρείται ότι το (εν λόγω) όριο... βρίσκεται επί του παρόντος στο επίπεδο του 1 mg/kg. Από αναλύσεις που πραγματοποιήθηκαν σε διάφορες χώρες αποδείχτηκε ότι, ακόμη και μετά την πάροδο πολλών μηνών..., εξακολουθούν να υφίστανται στα κρεμμύδια κατάλοιπα μηλεϊνικού υδροξειδίου σε περιεκτικότητα υψηλότερη από το όριο προσδιορισμού ». Είναι επομένως απίθανο — καταλήγει η Επιτροπή — « τα κρεμμύδια που έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία με μηλεϊνικό υδροξείδιο σύμφωνα με την ενδεδειγμένη στη γεωργία πρακτική και που διατίθενται στην αγορά σε νωπή κατάσταση να μην περιέχουν κατάλοιπα του εν λόγω παρασιτοκτόνου σε περιεκτικότητα υψηλότερη από το προαναφερθέν όριο... ».
Σημειώνω εξάλλου ότι, στο παρόν στάδιο της επιστημονικής γνώσης διεθνώς, εξακολουθούν να υφίστανται αμφιβολίες ως προς την επικινδυνότητα του υπό κρίση φυτοφαρμάκου και ειδικότερα ως προς τα επιτρεπτά όρια των καταλοίπων του στα τρόφιμα. Είναι αλήθεια ότι από τις μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι τώρα έχει καταστεί δυνατό να προσδιοριστεί, για το μηλεϊνικό υδροξείδιο που προκύπτει από τη χρησιμοποίηση αλάτων του νατρίου ή του καλίου, κατάλοιπο 10 mg/kg στα κρεμμύδια (γνώμη της 12ης Ιουλίου 1984 της κοινοτικής Επιστημονικής Επιτροπής Φυτοφαρμάκων ) και ανώτατη ημερήσια δόση από 0 έως 1 mg/kg (έκθεση του 1984 της Κοινής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων FAO/OMS ). Όπως όμως υπογραμμίζει η γερμανική κυβέρνηση, σύμφωνα και με τις προαναφερθείσες αποφάσεις Kaasfabriek Eyssen, σκέψη 13, και Sandoz, σκέψη 19, τα πορίσματα αυτά δεν συνιστούν « απόλυτη και οριστική κρίση επί της εν λόγω ουσίας », κυρίως διότι « ο καθορισμός μιας επιτρεπόμενης ημερήσιας δόσης δεν σημαίνει... ότι η απορρόφηση μικρότερων ποσοτήτων δεν ενέχει κανένα κίνδυνο. Πράγματι, η (εν λόγω)... δόση υπολογίζεται βάσει πειραμάτων που πραγματοποιούνται πάνω σε ζώα και των οποίων τα αποτελέσματα δεν μπορούν να ισχύσουν αυτόματα και για τον άνθρωπο. Επιπλέον, η επιτρεπόμενη ημερήσια δόση βασίζεται σε μεμονωμένη εξέταση της ουσίας. Η συνδυασμένη ενέργεια ( του μηλεϊνικού υδροξειδίου ) με άλλες ουσίες που υπάρχουν στα προϊόντα διατροφής, καθώς και στο περιβάλλον... (δεν μπορεί να εκτιμηθεί ) με ακρίβεια ».
Ούτε μπορεί στην αμφισβητούμενη ρύθμιση να προσαφθεί παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, διότι δεν έχει προβλέψει τη δυνατότητα επανεξετάσεως που να λαμβάνει υπόψη τις προόδους της επιστήμης. Σημειώνω σχετικώς: α) από άποψη νομική, ότι η εν λόγω ρύθμιση επιτρέπει εξαιρέσεις από την απαγόρευση με άδεια της διοικήσεως ( άρθρο 6, απόφαση της 20ής Ιουλίου 1956)· β) από άποψη πραγματική, ότι, όπως δήλωσε η γαλλική κυβέρνηση απαντώντας σε ερώτημα του Δικαστηρίου, η γαλλική επιτροπή μελέτης της τοξικότητας των φυτοφαρμάκων για γεωργική χρήση διατύπωσε θετική γνώμη για το μηλεϊ-νικό υδροξείδιο ( 17 Σεπτεμβρίου 1985 ), οι δε αρμόδιες αρχές εξετάζουν το ενδεχόμενο να επιτρέψουν τη χρήση του. Επομένως, η αιτίαση της Επιτροπής είναι αβάσιμη. Η συμπεριφορά της Γαλλίας παρίσταται σύμφωνη προς την υποχρέωση — την οποία επιβεβαίωσε το Δικαστήριο κυρίως με τις αποφάσεις Heijn και Motte, σκέψεις 18 και 20 — να υποβάλλεται η εκτίμηση των κινδύνων σε διαρκή αναθεώρηση βάσει των πορισμάτων στα οποία καταλήγουν οι διεθνείς οργανισμοί ερευνών.
8.
Με βάση τις προηγηθείσες σκέψεις σάς προτείνω να απαντήσετε ως εξής στο ερώτημα που διατύπωσε το Tribunal de police της Dijon με απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1985 στο πλαίσιο της ποινικής δίκης κατά του Xavier Mirepoix:
Στο παρόν στάδιο εξελίξεως της κοινοτικής νομοθεσίας της σχετικής με τα είδη διατροφής που υποβάλλονται σε επεξεργασία με φυτοφάρμακα, οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ και οι κανόνες του παράγωγου δικαίου περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν σε ένα κράτος μέλος να θεσπίζει διατάξεις με τις οποίες, για τους λόγους προστασίας της υγείας που αναφέρονται στο άρθρο 36 της Συνθήκης, απαγορεύεται η επεξεργασία με κάποιο φυτοφάρμακο, εκτός αν δοθεί άδεια της διοικήσεως. Όταν, όμως, εφαρμόζουν την κανονιστική αυτή ρύθμιση σε προϊόντα που εισάγονται από άλλο κράτος μέλος, όπου τα προϊόντα αυτά διατίθενται νομίμως στο εμπόριο, οι εθνικές αρχές οφείλουν, κατά την εκτίμηση της επικινδυνότητας τους για την ανθρώπινη υγεία, να λαμβάνουν υπόψη τα πορίσματα της διεθνούς επιστημονικής έρευνας και ιδίως των μελετών που πραγματοποιούνται από την κοινοτική Επιστημονική Επιτροπή Φυτοφαρμάκων.
( *1 ) Μετάφραση οπό τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy