ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 19ης Φεβρουαρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α —
1.
Η παρούσα υπόθεση αφορά το ζήτημα αν η βρετανή σύντροφος βρετανού εργαζομένου που απασχολείται στις Κάτω Χώρες έχει δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες βάσει του κοινοτικού δικαίου και σε συνδυασμό με την πολιτική αλλοδαπών που ακολουθεί η Ολλανδία, όπως αυτή εκφράζεται με την Vreemdelingencirculaire του 1982 ( απόφαση περί αλλοδαπών ).
Η απόφαση αυτή προβλέπει ότι ο αλλοδαπός που διατηρεί σταθερή σχέση με ολλανδό υπήκοο και ζει μαζί του σε κοινή κατοικία εξομοιώνεται με σύζυγο, σε ό,τι αφορά το δικαίωμα διαμονής, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, όπως (μεταξύ άλλων) η συντροφική σχέση να αφορά αγάμους και να παρέχεται στον αλλοδαπό σύντροφο επαρκής διατροφή και κατάλληλη κατοικία. Το ίδιο ισχύει, εξάλλου, και για τους αλλοδαπούς οι οποίοι διατηρούν σχέσεις με πρόσωπα που έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής στην Ολλανδία (όπως πρόσφυγες και πρόσωπα στα οποία έχει παρασχεθεί άσυλο).
2.
Το Νοέμβριο του 1981 ο άγαμος βρετανός υπήκοος W. ήλθε με προσωρινή απόσπαση στην Ολλανδία για να εργαστεί στη θυγατρική εταιρία μιας βρετανικής επιχειρήσεως. Υπό την ιδιότητά του αυτή, έλαβε το Φεβρουάριο του 1982 άδεια διαμονής που έληγε στις 5 Νοεμβρίου 1986, όπως προβλέπεται για τους υπηκόους άλλων κρατών μελών της ΕΟΚ ( στο εξής: υπήκοοι ΕΟΚ). Τον συνόδευε η επίσης άγαμη βρετανή σύντροφος του (η αναι-ρεσίβλητη στην κύρια δίκη ), με την οποία διατηρούσε σταθερή σχέση από πέντε ήδη έτη, δηλαδή από το 1982. Στις 22 Ιανουαρίου 1982 δήλωσε την παρουσία της στις αρμόδιες για τους αλλοδαπούς ολλανδικές αρχές και δήλωσε ότι αναζητούσε εργασία και ότι κατοικούσε στην κατοικία του W.
3.
Επειδή οι προσπάθειες της για εξεύρεση εργασίας δεν απέδωσαν, ζήτησε, στις 24 Μαρτίου 1982, τη χορήγηση άδειας διαμονής ως σύντροφος του W. Η αίτηση της αυτή απορρίφθηκε τον Οκτώβριο του 1982 — καίτοι δεν αμφισβητήθηκε η μονιμότητα της σχέσεως — λόγω της πολιτικής αλλοδαπών που ακολουθείται στις Κάτω Χώρες. Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως η Reed υπέβαλε διοικητική ένσταση και μετά την απόρριψη και αυτής, τον Ιανουάριο του 1983, υπέβαλε αίτηση ακυρώσεως στο ολλανδικό Συμβούλιο Επικρατείας (η οποία προφανώς εκκρεμεί ακόμη ).
4.
Επειδή η διοικητική ένσταση που προαναφέρθηκε δεν είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα, η αναιρεσίβλητη υπέβαλε αίτηση στον πρόεδρο του Rechtbank της Χάγης ζητώντας να διατάξει, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, την αναστολή της απελάσεως μέχρι να εκδοθεί η απόφαση σχετικά με το αίτημα χορηγήσεως της άδειας διαμονής. Το αίτημά της έγινε δεκτό το Δεκέμβριο του 1982. Το Δικαστήριο παρέπεμψε σχετικά στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68 «περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας » ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33), σύμφωνα με το οποίο έχει δικαίωμα εγκαταστάσεως μαζί με τον εργαζόμενο που έχει ιθαγένεια ενός κράτους μέλους και απασχολείται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, μεταξύ άλλων, και ο σνζυγός του. Το δικαστήριο έκρινε εφαρμοστέα τη διάταξη αυτή, διότι έκρινε ότι, ως συνέπεια της σύγχρονης εξέλιξης, η σύντροφος υπό την έννοια που περιγράφηκε στην αρχή των προτάσεων μου πρέπει να εξομοιωθεί με τη σύζυγο.
5.
Κατά της αποφάσεως αυτής το Ολλανδικό Δημόσιο άσκησε έφεση ενώπιον του Gerechtshof της Χάγης. Κατά τη διάρκεια της ενώπιόν του διαδικασίας ( συγκεκριμένα το καλοκαίρι του 1983 ) ο W. και η αναιρεσίβλητη επέστρεψαν προφανώς στη Μεγάλη Βρετανία, χωρίς να έχουν την πρόθεση να επιστρέψουν στις Κάτω Χώρες. Παράλληλα το Νοέμβριο του 1983 το Gerechtshof εξέδωσε απόφαση η οποία ουσιαστικώς επιβεβαίωνε την απόφαση του Rechtbank. Η απόφαση αυτή στηριζόταν στην πολιτική αλλοδαπών που ακολουθεί η Ολλανδία, την οποία σκιαγράφησα στην αρχή των προτάσεων μου, και στη γενική αρχή που συνάγεται από το άρθρο 7 καθώς και από το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει να υπάρχει διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων των κρατών μελών λόγω της ιθαγένειάς τους. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτό ότι ο σύντροφος εργαζομένου από άλλο κράτος μέλος που απασχολείται στην Ολλανδία, όπως ακριβώς και ο σύντροφος ολλανδού εργαζομένου, έχει δικαίωμα διαμονής.
6.
Κατά της αποφάσεως αυτής, το Ολλανδικό Δημόσιο άσκησε τελικώς αναίρεση ενώπιον του Hoge Raad. Ισχυρίστηκε ότι το Gerechtshof προέβη σε πεπλανημένη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου: πράγματι, δεν έλαβε υπόψη του ότι όχι μόνο οι σύντροφοι Ολλανδών, αλλά και οι σύντροφοι άλλων προσώπων με απεριόριστο δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες, έχουν δικαίωμα διαμονής. Δεν πρέπει, συνεπώς, να γίνει διάκριση μεταξύ των συντρόφων Ολλανδών και των συντρόφων εργαζομένων από άλλα κράτη μέλη, αλλά μεταξύ των συντρόφων προσώπων που έχουν απεριόριστο δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες και των συντρόφων προσώπων που έχουν περιορισμένο μόνο δικαίωμα διαμονής. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος, στην πραγματικότητα, σε ό,τι αφορά την πολιτική της Ολλανδίας έναντι των αλλοδαπών, για διάκριση λόγω ιθαγένειας.
7.
Στη διαδικασία αυτή το δικαστήριο βρίσκεται ενώπιον προβλημάτων του κοινοτικού δικαίου, είτε ακολουθήσει την άποψη του Gerechtshof είτε — αν κρίνει την άποψη αυτή αβάσιμη — θεωρήσει ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι η νομική εκτίμηση του Rechtbank. Για το λόγο αυτό με απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 1985 ανέβαλε τη δίκη και υπέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1)
Ενόψει των διατάξεων του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68, υφίσταται δυσμενής διάκριση που απαγορεύεται από τα άρθρα 7 και 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, όταν ένα κράτος μέλος, κατά την άσκηση της πολιτικής του περί αλλοδαπών, εξομοιώνει με σύζυγο το πρόσωπο που έχει σταθερή σχέση με εργαζόμενο που έχει την ιθαγένεια αυτού του κράτους μέλους, αλλά δεν επιφυλάσσει την ίδια μεταχείριση στο πρόσωπο που έχει σταθερή σχέση με εργαζόμενο ο οποίος έχει την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους αλλά απασχολείται και διαμένει στο πρώτο κράτος μέλος;
2)
Έχει σημασία για την απάντηση στο ερώτημα 1 αν το κράτος μέλος εξομοιώνει με σύζυγο όχι μόνο το πρόσωπο που έχει σταθερή σχέση με υπήκοο του κράτους αυτού αλλά και το πρόσωπο που έχει σταθερή σχέση με πρόσωπο το οποίο έχει καταρχήν απεριόριστο δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος αυτό;
3)
Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού 1612/68 την έννοια ότι υπό ορισμένες περιστάσεις το πρόσωπο που έχει σταθερή σχέση με εργαζόμενο κατά την έννοια της διάταξης αυτής εξομοιώνεται με « σύζυγο »;
Β —
Η άποψη μου επί των ερωτημάτων αυτών είναι η ακόλουθη.
Ι — Θα ήθελα πρώτα να διατυπώσω δύο προκαταρκτικές παρατηρήθεις.
1.
Το πρώτο αφορά το ζήτημα αν είναι απαραίτητη για την έκβαση της κύριας δίκης η επίλυση των προβλημάτων κοινοτικού δικαίου που ανέκυψαν.
Είναι γνωστό από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα ενώπιον του Hoge Raad ότι ο W. και η αναιρεσίβλητη έχουν από μακρού εγκαταλείψει την Ολλανδία και δεν έχουν την πρόθεση να επανέλθουν εκεί. Συνεπώς, η αναιρεσίβλητη δεν έχει κανένα συμφέρον από την έκβαση της δίκης, εκτός από το ζήτημα των δικαστικών εξόδων. Εξάλλου, τίθεται το ζήτημα αν συντρέχει ακόμα λόγος λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον η ένσταση της αναιρεσίβλητης απορρίφθηκε χωρίς προηγουμένως να ζητηθεί η γνώμη της Επιτροπής Αλλοδαπών και η αίτηση της προς το Συμβούλιο Επικρατείας έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα και επομένως, σύμφωνα με το ολλανδικό δίκαιο, δεν είναι δυνατή η απέλασή της.
Ο γενικός εισαγγελέας του Hoge Raad ανέφερε, επίσης, ότι ήδη η έφεση δεν είχε καμία ουσιαστική σημασία για την αναιρεσίβλητη και ότι ούτε το Ολλανδικό Δημόσιο έχει οποιοδήποτε συμφέρον για την ακύρωση της δυσμενούς γι' αυτό αποφάσεως' συνεπώς, πρόκειται, στην πραγματικότητα, για εικονική δίκη.
Ωστόσο, δεν νομίζω ότι μπορούν να θεωρηθούν ως ασήμαντα για την έκδοση αποφάσεως τα υποβληθέντα ερωτήματα και να μη δοθεί απάντηση σ' αυτά.
Καταρχήν — και τούτο δεν χρειάζεται να το αποδείξω — το Δικαστήριο ενεργεί στον τομέα αυτό με πολύ μεγάλη επιφυλακτικότητα. Στην παρούσα υπόθεση δεν πρέπει να παραβλεφθεί ότι ο ολλανδός γενικός εισαγγελέας παραδέχτηκε επίσης στις προτάσεις του ότι το Δημόσιο, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα δικαστικά έξοδα για τα οποία δεν έχει ακόμη ληφθεί απόφαση, έχει συμφέρον από την έκβαση της δίκης και ότι η δίκη αυτή έχει λάβει τη μορφή δοκιμαστικής υποθέσεως, κατά την οποία πρόκειται να διευκρινιστούν σημαντικά ζητήματα του κοινοτικού δικαίου, τα οποία έχουν σημασία και σε άλλες περιπτώσεις. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι η απόφαση για την υποβολή των προδικαστικών ερωτημάτων ελήφθη μετά τις εν λόγω προτάσεις. Προφανώς, λοιπόν, το Hoge Raad δεν συμμερίζεται την εκτίμηση του γενικού εισαγγελέα ότι πρόκειται για εικονική δίκη, αλλά κρίνει ότι απαιτείται η έκδοση αποφάσεως, η εκτίμηση δε αυτή αποτελεί αποκλειστικά θέμα δικής του αρμοδιότητας και δεσμεύει το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 177, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Ενόψει αυτών των πραγματικών περιστατικών δεν νομίζω ότι μπορεί να ειπωθεί ότι τα προδικαστικά ερωτήματα προφανώς δεν έχουν σημασία για την έκδοση αποφάσεως από το εθνικό δικαστήριο ή ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι καταχρηστική, διότι πρόκειται για κατασκευασμένη υπόθεση. Δεν υπάρχουν, συνεπώς, σημαντικά προβλήματα ως προς το παραδεκτό.
2.
Θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί δυνατό ότι η διευκρίνιση του κοινοτικού δικαίου ως προς ένα σημείο που δεν αποτελεί αντικείμενο των υποβληθέντων ερωτημάτων θα μπορούσε να καταστήσει περιττή την εξέταση τους.
Ενθυμείστε ότι κατά την παράθεση των πραγματικών περιστατικών αναφέρθηκε ότι, σύμφωνα με την ολλανδική απόφαση περί αλλοδαπών του 1982, δεν έχουν μόνο οι Ολλανδοί δικαίωμα να συζούν με τους αλλοδαπούς συντρόφους τους και με τον τρόπο αυτό να τους παρέχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν άδεια διαμονής, αλλά και οι κάτοχοι μόνιμης άδειας διαμονής. Για το λόγο αυτό και η ολλανδική κυβέρνηση προβάλλει προς υπεράσπιση της το επιχείρημα ότι η ολλανδική ρύθμιση δεν διακρίνει βάσει της ιθαγένειας, αλλά βάσει του ανεξάρτητου από αυτή κριτηρίου της μόνιμης και αμετάκλητης άδειας διαμονής. Οι υπήκοοι όμως της ΕΟΚ συνήθως δεν έχουν τέτοια άδεια ( και συγκεκριμένα δεν την είχε ο ενδιαφερόμενος στην παρούσα υπόθεση), διότι η άδεια διαμονής, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, χορηγείται καταρχάς για πέντε μόνο έτη και μόνο κατόπιν γίνεται αμετάκλητη.
Η Επιτροπή παρατήρησε σχετικά ότι, από άποψη κοινοτικού δικαίου, η ολλανδική άποψη δεν είναι εντελώς ορθή. Στην πραγματικότητα, οι εργαζόμενοι από άλλα κράτη μέλη έλκουν δικαίωμα διαμονής απευθείας από τη Σννθήκη και τις διατάξεις που θεσπίστηκαν προς εκτέλεση της. Από το δικαίωμα αυτό πρέπει να διακριθεί η άδεια διαμονής που ρυθμίζει η οδηγία του Συμβουλίου 68/360, της 15ης Οκτωβρίου 1968. Η άδεια αποτελεί μόνο απόδειξη του δικαιώματος διαμονής, δεν είναι δηλαδή πράξη συστατική δικαιώματος, και γι' αυτό το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β), της οδηγίας προβλέπει μόνο τον ελάχιστο χρόνο διάρκειας. Πιστεύω ότι η άποψη αυτή είναι, χωρίς αμφιβολία, σύμφωνη προς τη σχετική νομολογία. 'Ετσι, στην απόφαση επί της υποθέσεως 48/75 ( 1 ) τονίστηκε ότι το δικαίωμα διαμονής προκύπτει για τον εργαζόμενο απευθείας από το άρθρο 48 της Συνθήκης και στο γεγονός αυτό στηρίζεται τόσο το άρθρο 1 του κανονισμού 1612/68 όσο και το άρθρο 4 της οδηγίας 68/360 (Sig. 1976, σ. 511 επ., σημεία 19 έως 27 του σκεπτικού). Εξάλλου, υπογραμμίστηκε ότι η άδεια διαμονής αποτελεί μόνο αποδεικτικό στοιχείο του δικαιώματος αυτού, ότι το δικαίωμα διαμονής αποκτάται ανεξάρτητα από τη χορήγηση άδειας διαμονής και συνεπώς η χορήγηση της άδειας δεν συνιστά το γενεσιουργό λόγο του δικαιώματος, αλλά έχει απλώς αναγνωριστική αξία (σημεία 24 έως 33 του σκεπτικού ).
'Ετσι δεν αποκλείεται η εφαρμογή του ολλανδικού δικαίου περί αλλοδαπών επί υπηκόων της ΕΟΚ να στηρίχθηκε, πράγματι, σε εσφαλμένη ερμηνεία και μετά τη σχετική διευκρίνιση οι ολλανδικές αρχές να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών, που έλκουν από τη Συνθήκη δικαίωμα διαμονής, έχουν το δικαίωμα, ήδη από την ισχύουσα απόφαση περί αλλοδαπών, να συνοδεύονται από το μόνιμο σύντροφό τους, κατά την έννοια του σημείου 3 της απόφασης. Πρέπει, συνεπώς, να σταθμιστεί αν πρέπει να υπάρξει σχετική διευκρίνιση στην προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου.
Επειδή, όμως, δεν είναι βέβαιο ότι έτσι πρέπει να λυθούν τα προβλήματα της κύριας δίκης ( ο εκπρόσωπος του αναιρεσείοντος και κατά την προφορική διαδικασία τόνισε με έμφαση ότι κατά την πρώτη αίτηση δικαιώματος διαμονής, βάσει του κοινοτικού δικαίου, χορηγείται μόνο μια χρονικά περιορισμένη άδεια και ότι το ολλανδικό δίκαιο στηρίζεται ακριβώς σ' αυτό το στοιχείο ), δύσκολα μπορεί το Δικαστήριο να περιοριστεί στην προαναφερθείσα διευκρίνιση. Πρέπει, λοιπόν, να δοθεί λεπτομερής απάντηση στην αίτηση ερμηνείας, όπως αυτή έχει διατυπωθεί, ώστε να επισημανθούν στο Hoge Raad τα στοιχεία εκείνα του κοινοτικού δικαίου που πρέπει να έχει υπόψη του κατά την εκτίμηση της ολλανδικής αποφάσεως περί αλλοδαπών.
II — Επί των υποβληθέντων ερωτημάτων
1. Τα ερωτήματα 1 και 2( τα οποία μπορούν να εξεταστούν από κοινού )
Η ουσία των ερωτημάτων αυτών — μολονότι οι εργαζόμενοι από τα άλλα κράτη μέλη της ΕΟΚ δεν εμπίπτουν, πράγματι, στην παράγραφο 3, σημείο 1, περίπτωση 2, της ολλανδικής απόφασης — είναι αν στον προαναφερθέντα τομέα οι εργαζόμενοι από άλλα κράτη μέλη πρέπει να εξομοιωθούν με τους ολλανδούς εργαζόμενους βάσει της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως με τους ημεδαπούς εργαζόμενους.
Κατά την άποψη της Επιτροπής η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική. Ισχυρίζεται ότι η διαφορετική μεταχείριση που παρατηρείται στις Κάτω Χώρες είναι ασυμβίβαστη με τα άρθρα 7 και 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και ότι η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας επιβάλλει να μπορούν οι εργαζόμενοι από άλλα κράτη μέλη να συνοδεύονται από το σύντροφό τους. Υπέρ της απόψεως αυτής τάχθηκε ( κατά την προφορική διαδικασία ) και ο εκπρόσωπος της αναι-ρεσίβλητης. Αντιθέτως, η ολλανδική κυβέρνηση ισχυρίζεται, καταρχήν, ότι η ελεύθερη κυκλοφορία δεν αποτελεί απλή συνέπεια της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, αλλά προϋποθέτει την ύπαρξη αυτοτελών δικαιωμάτων. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν ισχύει για τους εργαζόμενους σε όλες τις περιπτώσεις (όπως — μολονότι μπορεί έτσι να προκύψει παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας — δεν ισχύει για το εκλογικό δικαίωμα ή σε σχέση με την εκπαίδευση των τέκνων των λεγόμενων διακινούμενων εργαζομένων στη μητρική τους γλώσσα), Δεν ισχύει δε συγκεκριμένα στον τομέα του δικαιώματος διαμονής των αλλοδαπών εργαζομένων και των προσώπων που τα συνοδεύουν. Για την περίπτωση αυτή η Συνθήκη και το παράγωγο δίκαιο της Κοινότητας προβλέπουν αυτοτελή δικαιώματα και, εφόσον ο κανονισμός 1612/68 αναφέρει δικαίωμα εισόδου των μελών της οικογένειας, πρέπει να συναχθεί ότι το δικαίωμα αυτό στηρίζεται και περιορίζεται από την εν λόγω διάταξη και, επομένως, δεν ισχύει για τους συντρόφους, οι οποίοι δεν αναφέρονται σ' αυτή.
α)
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ευθύς εξαρχής ότι — εφόσον θεωρηθεί ότι σύμφωνα με την ολλανδική απόφαση περί αλλοδαπών οι υπήκοοι της ΕΟΚ δεν έχουν δικαίωμα να συνοδεύονται από το σύντροφό τους — φαίνεται πιθανό ότι στην περίπτωση αυτή υπάρχει, σε σχέση με τη δυνατότητα που έχουν οι ολλανδοί υπήκοοι, διάκριοη λόγω ιθαγένειας, η οποία είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ. Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι πειστικό το επιχείρημα της ολλανδικής κυβερνήσεως ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για δυσμενή διάκριση, διότι στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για εφαρμογή του κριτηρίου της ιθαγένειας, αλλά του κριτηρίου του δικαιώματος μόνιμης διαμονής. Πράγματι, η Επιτροπή ανέφερε σχετικά τη νομολογία σύμφωνα με την οποία δεν απαγορεύονται μόνο οι προφανείς διακρίσεις λόγω ιθαγένειας, αλλά και οι συγκαλυμμένες μορφές της, όταν η εφαρμογή άλλων κριτηρίων καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα (βλέπε απόφαση επί της υποθέσεως 152/73 ( 2 )). Το ίδιο μπορεί ενδεχομένως να υποστηριχθεί και στην παρούσα υπόθεση, αν ληφθεί υπόψη ότι, παρά την εφαρμογή ενός φαινομενικά αντικειμενικού κριτηρίου, όσοι υφίστανται τη δυσμενή διάκριση έναντι εκείνων που έχουν την κατοικία τους στις Κάτω Χώρες είναι κατά πλειοψηφία ή κατά μεγάλο ποσοστό υπήκοοι άλλων κρατών μελών.
Ωστόσο, όπως θα δούμε σε λίγο, το πρόβλημα αυτό δεν χρειάζεται τελικώς να επιλυθεί.
β)
Δεν θα ήταν σωστό να εξεταστούν τα προβλήματα που ανέκυψαν στην κύρια δίκη μόνο με αναφορά στην απαγόρευση των διακρίσεων που προβλέπει το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ. Εξάλλου, ούτε η απόφαση περί παραπομπής έχει το νόημα αυτό, καθόσον γίνεται λόγος ουσιαστικά για το άρθρο 7 σε ουνδνασμό με το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ. Πράγματι, όπως επανειλημμένα έχει τονιστεί στη νομολογία, η αρχή που καθιερώνει το άρθρο 7 συγκεκριμενοποιείται, στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας (για την οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση ), με το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ (βλέπε π.χ. αποφάσεις στις υποθέσεις 8/77 ( 3 ), 1/78 ( 4 ), 35 και 36/82 ( 5 )και 180/83 ( 6 )). Η ερμηνεία μας, λοιπόν, πρέπει να στηριχτεί στο άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και το παράγωγο δίκαιο που θεσπίστηκε σχετικά.
γ)
Αν εξεταστεί προσεκτικότερα το άρθρο 48, δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί το βάσιμο της προτεινόμενης από την ολλανδική κυβέρνηση ερμηνείας.
Το τι σημαίνει ελεύθερη κυκλοφορία περιγράφεται καταρχάς στην παράγραφο 2. Στην παράγραφο αυτή γίνεται λόγος για την κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγένειας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι στον τομέα αυτό ισχύει η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως με τους κατοίκους του κράτους και ότι καταργείται κάθε διαφορετική μεταχείριση που στηρίζεται στην ιθαγένεια. Πρόκειται για κλασικό παράδειγμα της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, που αποτελεί απαγόρευση (άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ) της δυσμενέστερης μεταχειρίσεως σε σχέση με τα δικαιώματα των υπηκόων του κράτους υποδοχής. Τα δικαιώματα λοιπόν των υπηκόων της ΕΟΚ που στηρίζονται στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων μπορούν να διαφέρουν ανάλογα με το κράτος μέλος, τον κλάδο και, ενδεχομένως, τη μισθολογική κατηγορία. Ρυθμίζονται ανάλογα με τη νομική θέση των υπηκόων του κράτους υποδοχής.
Σημαντική, εξάλλου, είναι η ρύθμιση της παραγράφου 3, σύμφωνα με την οποία παρέχονται στους εργαζόμενους διάφορα δικαιώματα (όπως, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα να διακινούνται ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών προκειμένου να εξεύρουν εργασία, να διαμένουν σε ένα από τα κράτη μέλη προκειμένου να ασκούν εκεί ορισμένη εργασία και το δικαίωμα να παραμένουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις που θα καθορίσει η Επιτροπή, στο έδαφος ενός κράτους μέλους μετά την άσκηση σ' αυτό ορισμένης εργασίας ). Από την εξέταση των διατάξεων αυτών [ και ιδίως της επιφυλάξεως της παραγράφου 3 και της διατυπώσεως του στοιχείου δ ) ] συνάγεται, πράγματι, το συμπέρασμα ότι τα δικαιώματα αυτά χορηγήθηκαν στους υπηκόους της ΕΟΚ προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας και όχι για να εξομοιωθούν με τους υπηκόους του κράτους υποδοχής, οι οποίοι δεν διαθέτουν κανένα ειδικό δικαίωμα διαμονής, αλλά ένα γενικό δικαίωμα ελευθερίας μέσα στην πατρίδα τους.
Τα δικαιώματα που παρέχει η παράγραφος 3 δεν καθορίζονται ανάλογα με τα δικαιώματα των υπηκόων του κράτους υποδοχής. Αποτελούνγενικές αρχές, οι οποίες, καταρχήν, ισχύουν κατά τρόπο ενιαίο και ομοιόμορφο σε όλη την Κοινότητα. Εξομοίωση, συνεπώς, με τους κατοίκους του κράτους υποδοχής δεν υπάρχει για όλους τους τομείς, παρά μόνο για τους τομείς που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Αυτό αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο στις υποθέσεις 15/69 ( 7 ) (υπολογισμός της στρατιωτικής θητείας στην επαγγελματική αρχαιότητα), 44/72 ( 8 ) (προστασία των βαρέως αναπήρων την οποία προβλέπει η γερμανική νομοθεσία κατά της απολύσεως ) και 152/73 ( 9 ) ( επίδομα χωρισμού από την οικογένεια που χορηγεί το Deutsche Bundespost). Αντιθέτως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εξομοίωση προς τους υπηκόους του κράτους υποδοχής στον τομέα του δικαιώματος διαμονής' στην περίπτωση αυτή πρόκειται μάλλον για αναγνώριση αυτοτελών δικαιωμάτων.
δ)
Ανάλογα — και ίσως ακόμη σαφέστερα — συμπεράσματα συνάγονται από το σχετικό παράγωγο δίκαιο, το οποίο θεσπίστηκε, σύμφωνα με το άρθρο 49 της Συνθήκης ΕΟΚ, για την υλοποίηση της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας.
Σε ό,τι αφορά το δικαίωμα διαμονής των εργαζομένων από άλλα κράτη μέλη, έχει ήδη αναφερθεί ότι η οδηγία της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 43 ), αναφέρει στη δεύτερη αιτιολογική της σκέψη ότι με τη ρύθμιση αυτή πρέπει, ως προς τη διαμονή, « η κατάσταση των εργαζομένων των άλλων κρατών μελών και των μελών της οικογένειας τους να προσεγγίσει κατά το μέτρο του δυνατού εκείνη των ημεδαπών ». Πράγματι, η οδηγία περιλαμβάνει διατάξεις από τις οποίες συνάγεται ότι για τους αλλοδαπούς εργαζόμενους δεν ισχύουν μόνο ειδικές διαδικασίες αλλά και ειδικές προϋποθέσεις και ότι, συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για πλήρη ισότητα μεταχειρίσεως με τους ημεδαπούς. Αναφέρω, για παράδειγμα, το άρθρο 4, σύμφωνα με το οποίο άδεια διαμονής χορηγείται μόνο μετά την υποβολή, μεταξύ άλλων, δηλώσεως προσλήψεως του εργοδότη, ή το άρθρο 7, παράγραφος 2, σύμφωνα με το οποίο κατά την πρώτη ανανέωση η διάρκεια ισχύος της άδειας διαμονής μπορεί να περιοριστεί αν ο εργαζόμενος είναι ακούσια άνεργος στο κράτος υποδοχής για δώδεκα και πλέον συνεχείς μήνες. Από τη νομολογία, επίσης, προκύπτει σαφώς ότι δεν μπορούν να αμφισβητούνται οι αποκλίσεις αυτές από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, οι οποίες έχουν τη μορφή ειδικών υποχρεώσεων των υπηκόων άλλων κρατών μελών (βλέπε απόφαση στην υπόθεση 118/75 ( 10 )). Πρέπει, επίσης, να αναφερθεί σχετικώς ο κανονισμός 1251/70, « περί του δικαιώματος των εργαζομένων να παραμένουν στην επικράτεια κράτους μέλους μετά την άσκηση σ' αυτό ορισμένης εργασίας» (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 64). Ιδίως από το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού προκύπτει σαφώς ότι το δικαίωμα αυτό δεν απορρέει απλώς από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
Σε ό,τι δε αφορά τον κανονισμό 1612/68,« περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας» (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33), ο οποίος και έχει κυρίως σημασία εν προκειμένω, ήδη από τις αιτιολογικές του σκέψεις προκύπτει σαφώς, όπως ορθά τόνισε η ολλανδική κυβέρνηση, ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της απαγορεύσεως της διαφορετικής μεταχειρίσεως, που ισχύει για ορισμένους τομείς ( όπως, σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική σκέψη, « όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας », σύμφωνα δε με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη, « όσον αφορά την πραγματική άσκηση μισθωτής δραστηριότητας και την ανεύρεση στέγης » ), και των άλλων δικαιωμάτων (όπως το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας στο εσωτερικό της Κοινότητας για άσκηση μισθωτής δραστηριότητας, το δικαίωμα του εργαζομένου να συνοδεύεται από την οικογένειά του). Ως συνέπεια αυτής της διακρίσεως διαμορφώθηκε το πρώτο μέρος του κανονισμού με τον τίτλο « απασχόληση και οικογένειες εργαζομένων » [ το δεύτερο και τρίτο μέρος με τις διατάξεις που αφορούν το άρθρο 49, στοιχεία δ) και α), μπορούν προς το παρόν να μην εξεταστούν ]. Ο τίτλος Ι ( « πρόσβαση σε απασχόληση » ) στηρίζεται — όπως σαφώς προκύπτει από τα άρθρα 1 έως 3 — στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Το ίδιο ισχύει και για τον τίτλο II ( η επικεφαλίδα του οποίου « άσκηση της απασχολήσεως και ισότης μεταχειρίσεως» δεν αφήνει σχετικώς καμία αμφιβολία) και ως απόδειξη μπορούν να αναφερθούν και οι τρεις διατάξεις του εν λόγω τίτλου ( το άρθρο 8 με ορισμένους περιορισμούς). Αντιθέτως, ο τίτλος III («οικογένειες των εργαζομένων » ) ( 11 ) χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι στο άρθρο 10, παράγραφος 1, αναφέρονται μόνο ορισμένα πρόσωπα τα οποία μπορούν να εγκατασταθούν μαζί με τον εργαζόμενο και ότι η παράγραφος 2 προβλέπει επιπλέον απλώς ότι τα κράτη μέλη διευκολύνουν την είσοδο οποιουδήποτε μέλους της οικογένειας που δεν αναφέρεται στην παράγραφο 1, εφόσον συντηρείται από τον εργαζόμενο ή κατοικούσε, στη χώρα προελεύσεως, υπό την αυτή στέγη με τον εργαζόμενο. Αν αυτό έπρεπε να θεωρηθεί ως ένα ελάχιστο όριο που δεν επηρεάζει τις δυνατότητες που παρέχει η εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας, εύκολα θα μπορούσε να του έχει προσδοθεί σαφώς η έννοια αυτή. Στην πραγματικότητα, όμως, στον τίτλο III δεν απαντάται καμία γενική αρχή ισότητας μεταχειρίσεως, αλλά απλώς αναφέρεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως σε ορισμένους μόνο τομείς, όπως στο άρθρο 10, παράγραφος 3, σε σχέση με την αντιμετώπιση των προβλημάτων κατοικίας ή στο άρθρο 12 σε σχέση με την εκπαίδευση των τέκνων.
Εξάλλου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι τα άρθρα 48, 49, 50 και 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα οποία ρυθμίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, δεν αναφέρουν τίποτα για δικαίωμα των μελών της οικογένειας να ακολουθήσουν τον εργαζόμενο. Συνεπώς ο κανονισμός 1612/68 του Συμβουλίου βαίνει, στο σημείο αυτό, πέρα από το ελάχιστο περιεχόμενο της Συνθήκης.
Αυτό δικαιολογεί πλήρως το συμπέρασμα της ολλανδικής κυβερνήσεως ότι στον τομέα του δικαιώματος εισόδου των μελών της οικογένειας και των λοιπών προσώπων που έχουν δεσμούς με τους διακινούμενους εργαζόμενους το άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68 περιέχει μια εξαντλητική ρύθμιση. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι ο κατά συνέπεια περιορισμός του δικαιώματος του εργαζομένου να συνοδεύεται, σε άλλο κράτος μέλος, από το σύντροφό του, μπορεί να επηρεάσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Το ίδιο ισχύει και για τα λοιπά θέματα που επισήμανε η ολλανδική κυβέρνηση: περιορισμός του εκλογικού δικαιώματος και μη δυνατότητα προβολής της αξιώσεως παροχής εκπαιδεύσεως στα τέκνα του εργαζομένου στη μητρική τους γλώσσα.
Αντίθετα συμπεράσματα δεν μπορούν να στηριχθούν ούτε στη μέχρι τώρα νομολογία, μολονότι η νομολογία αυτή — όπως με έμφαση τονίζει η Επιτροπή — είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή για τους διακινούμενους εργαζόμενους, προκειμένου να διευκολύνει την πραγματική υλοποίηση της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας. Αν δεν απατώμαι, αυτό αφορά ιδίως τη χρησιμοποιούμενη στο άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 έννοια των «κοινωνικών πλεονεκτημάτων», στην οποία δόθηκε προοδευτικά ένας ευρύτατος ορισμός. Υπενθυμίζω τις αποφάσεις στις υποθέσεις 152/73 ( 12 ) (για το επίδομα χωρισμού από την οικογένεια που χορηγούν τα γερμανικά ταχυδρομεία), 32/75 ( 13 ) (εκπτώσεις στα σιδηροδρομικά εισιτήρια), 261/83 ( 14 ) ( εισόδημα που εξασφαλίζεται στους ανιόντες του εργαζομένου), 122/84 ( 15 ) (κοινωνική παροχή εξασφαλίζουσα κατώτατο όριο διαβιώσεως) και 137/84 ( 16 ) (γλώσσα χρησιμοποιούμενη ενώπιον των δικαστηρίων ). Τουλάχιστον παραπλήσια με τις πιο πάνω υποθέσεις είναι και η υπόθεση 152/82 ( 17 ), στην οποία επρόκειτο για τα πρόσθετα δίδακτρα που βάρυναν τους αλλοδαπούς φοιτητές και στην οποία τονίστηκε, βάσει της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, ότι το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας δεν πρέπει να νοείται υπό στενή έννοια ( Συλλογή 1983, σσ. 2323, 2335, σημείο 11 του σκεπτικού ).
Προβλήματα όμως όπως αυτό της παρούσης υποθέσεως δεν μπορούν να επιλυθούν — λαμβανομένης υπόψη της δομής του κανονισμού 1612/68 — βάσει του προαναφερθέντος άρθρου 7. Ενώ στις προαναφερθείσες αποφάσεις επρόκειτο για τον καθορισμό των δικαιωμάτων των εργαζομένων εκείνων που είχαν δικαίωμα εισόδου, στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για τον καθορισμό των προσώπων εκείνων που έχουν δικαίωμα εισόδου. Ως προς το θέμα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι τα κράτη μέλη περιόρισαν την ελευθερία τους περισσότερο από ό,τι συνάγεται από τον κανονισμό 1612/68, καθόσον θα πρέπει και πάλι να αναφερθεί ότι τα κράτη μέλη, κατά τον καθορισμό του κύκλου των προσώπων που έχουν δικαίωμα να ακολουθήσουν τον εργαζόμενο στην αλλοδαπή, προχώρησαν πέρα από την ελάχιστη υποχρέωση που είχαν αναλάβει από τη Συνθήκη. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο που στον τομέα αυτό δεν απαντάται ανάλογη νομολογία ευνοϊκή για τους διακινούμενους εργαζόμενους. Η επίκληση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως καθώς και το γεγονός ότι στην απόφαση επί της υποθέσεως 267/83 ( 18 ) τονίστηκε σχετικά με το άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68 ότι η έκφραση « δικαίωμα εγκαταστάσεως μετά του εργαζομένου » δεν πρέπει να ερμηνευτεί περιοριστικώς (σημείο 17 του σκεπτικού) δύσκολα θα αρκούσαν για να θεμελιώσουν τη διασταλτική ερμηνεία της Επιτροπής.
Τέλος, πρέπει ακόμα να παρατηρηθούν τα ακόλουθα.
Αν το δικαίωμα εισόδου και διαμονής των συντρόφων των εργαζομένων κρινόταν βάσει της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να διαφέρει από κράτος σε κράτος. Αντιθέτως η ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 10 του ίδιου κανονισμού για τα πρόσωπα που έχουν δικαίωμα να ακολουθούν τον εργαζόμενο ισχύει κατά τρόπο ενιαίο και ομοιόμορφο σε όλα τα κράτη μέλη. Συνεπώς, δύσκολα θα μπορούσε να συναχθεί από την οικονομία του κανονισμού 1612/68 ότι το άρθρο 7 του εν λόγω κανονισμού παρέχει στους συντρόφους των εργαζομένων το δικαίωμα να τους ακολουθούν στην αλλοδαπή. Το ορθό είναι ότι η παροχή δικαιώματος εισόδου και διαμονής στους συντρόφους των εργαζομένων συνεπάγεται διεύρυνση του κύκλου των προσώπων που έχουν το δικαίωμα αυτό βάσει του άρθρου 10, διεύρυνση στην οποία όμως μόνο το Συμβούλιο μπορεί να προβεί και όχι το Δικαστήριο.
ε)
Θεωρώ, συνεπώς, ότι στα δύο πρώτα ερωτήματα η απάντηση πρέπει να είναι σύμφωνη προς την άποψη που διατύπωσε η ολλανδική κυβέρνηση. Συνεπώς — αν η προαναφερθείσα ολλανδική απόφαση περί αλλοδαπών έχει την έννοια ότι το άρθρο 3, σημείο 1, περίπτωση 2, δεν περιλαμβάνει εν πάση περιπτώσει τους εργαζομένους από άλλα κράτη μέλη — δεν μπορεί να συναχθεί αντίθετο συμπέρασμα με τη βοήθεια της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που προβλέπει το άρθρο 7, σε συνδυασμό με το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2. Το τρίτο ερώτημα
Αφορά την ερμηνεία του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 που έχει ως εξής:
« 1.
Ανεξαρτήτως της ιθαγενείας των, έχουν δικαίωμα εγκαταστάσεως μετά του εργαζομένου υπηκόου ενός κράτους μέλους που απασχολείται στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους τα εξής πρόσωπα:
α)
έκαστος των συζύγων και οι κατιόντες τους οι οποίοι έχουν ηλικία κάτω των 21 ετών ή συντηρούνται απ' αυτόν
β)
οι ανιόντες του εργαζομένου αυτού και του συζύγου του, τους οποίους αυτός συντηρεί.
2.
Τα κράτη μέλη διευκολύνουν την είσοδο οποιουδήποτε μέλους της οικογενείας που δεν ωφελείται από τις διατάξεις της παραγράφου 1, εφόσον συντηρείται ή ζει στη χώρα προελεύσεως υπό την αυτή στέγη με τον εργαζόμενο που αναφέρεται ανωτέρω.
3.
... »
Ως προς το ερώτημα αυτό, οι απόψεις της ολλανδικής κυβερνήσεως και της Επιτροπής ταυτίζονται κατ' ουσία, διότι και οι δύο θεωρούν ότι η διάταξη αυτή δεν έχει την έννοια ότι ο όρος « σύζυγος » καλύπτει και τη σύντροφο, κατά την έννοια της κύριας δίκης. Αντιθέτως, ο εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης υποστήριξε, κατά την προφορική διαδικασία, μια ευρύτερη ερμηνεία. Υπέρ της απόψεως του ανέφερε ότι όσοι σήμερα συζούν σε κοινωνία βίου εν τοις πράγμασι, κατά την εποχή που θεσπίστηκε ο κανονισμός 1612/68 θα είχαν οπωσδήποτε επιλέξει το θεσμό του γάμου. Αν η εξέλιξη αυτή δεν ληφθεί υπόψη κατά την ερμηνεία του δικαιώματος εγκαταστάσεως με τον διακινούμενο εργαζόμενο το οποίο προβλέπει το άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68, αυτό θα είχε ως συνέπεια την παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας και θα σήμαινε ότι η αρχή αυτή έχει σήμερα περισσότερο περιορισμένη σημασία απ' ό,τι πριν μερικά χρόνια.
α)
Σχετικά με το πρόβλημα αυτό πρέπει πρώτα να παρατηρηθεί — και επ' αυτού συμφωνούν όλοι όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο — ότι η επίμαχη έννοια ( « σύζυγος » ) είναι έννοια νου κοινοτικού δικαίου. Επομένως, το άρθρο 10 δεν παραπέμπει π.χ., στο εθνικό δίκαιο, δηλαδή στο δίκαιο του κράτους υποδοχής, ή, σύμφωνα με τις αρχές του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, στο δίκαιο της ιθαγένειας τού ή των ενδιαφερομένων. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη για τέτοια παραπομπή, η οποία, εξάλλου, διατυπώνεται πάντοτε με σαφήνεια στο κοινοτικό δίκαιο. Διαφορετικά, σε ένα σημαντικό για την ελεύθερη κυκλοφορία θέμα θα υπήρχαν διαφορές κατά την εφαρμογή του νόμου, γεγονός που θα ήταν απαράδεκτο, όπως ακριβώς έκρινε το Δικαστήριο σχετικά με την ερμηνεία της έννοιας « εργαζόμενος » στις αποφάσεις του επί των υποθέσεων 75/63 ( 19 ) και 53/81 ( 20 ).
β)
( Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί, επίσης, το γεγονός ότι η έννοια αυτή κατά την κατάρτιση του κανονισμού 1612/68 είχε χρησιμοποιηθεί ως νομική έννοια, δηλαδή ως « σύζυγοι » νοούνταν πρόσωπα που είχαν συνάψει έγκυρο γάμο. Και τούτο όχι μόνο διότι τότε η εν τοις πράγμασι κοινωνία βίου είχε μικρότερη σημασία: πρέπει ακόμη να αναφερθούν και οι άλλοι όροι που χρησιμοποιούνται σχετικά (ανιόντες και κατιόντες), κυρίως δε το ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, προβλέπει, σχετικά με τους μακρινότερους συγγενείς, ότι τα κράτη μέλη διευκολύνουν την είσοδό τους, από το οποίο δύσκολα μπορεί να συναχθεί ότι οι σύντροφοι χωρίς δεσμό γάμου ή συγγένειας πρέπει να αντιμετωπίζονται ευνοϊκότερα.
γ)
Αν, ωστόσο, τεθεί το ερώτημα μήπως υπό την επίδραση της εν τω μεταξύ εξελίξεως ( ακόμα και η Επιτροπή αναφέρει σχετικά ότι σε πολλά κράτη μέλη υπάρχει σήμερα η τάση εξομοιώσεως από ορισμένες απόψεις της συμβιώσεως σε κοινωνία βίου με το νόμιμο γάμο, όπως από πλευρά κοινωνικού και φορολογικού δικαίου) πρέπει σήμερα, λαμβανομένης υπόψη της μεθόδου εξελικτικής ερμηνείας, να ερμηνευτεί κατά τρόπο διαφορετικό η βούληση του νομοθέτη, νομίζω ότι η απάντηση δύσκολα θα μπορούσε να είναι καταφατική, αν ληφθούν υπόψη τα δεδομένα του προβλήματος.
Για μια τέτοια ερμηνεία, βεβαίως, δεν αρκεί μόνο η διαπίστωση που περιέχεται στην απόφαση επί της υποθέσεως 267/83 ( 21 ), ότι το άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68, προς το συμφέρον της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Πράγματι, η διαπίστωση αυτή έγινε μόνο σε σχέση με το ζήτημα τι μορφή πρέπει να έχει η συγκατοίκηση με τον εργαζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 10, και μάλιστα σε μία περίπτωση που επρόκειτο για συζύγους υπό νομική έννοια.
Εξάλλου, επιχείρημα κατά μιας τόσο ευρείας ερμηνείας του άρθρου 10 αποτελεί το γεγονός ότι δεν υπάρχει ακόμα σε όλα τα κράτη μέλη, με τις συχνά σημαντικές διαφορές τους ως προς τις πολιτιστικές, κοινωνικές και ηθικές τους παραδόσεις, εξομοίωση των συντρόφων με τους νόμιμους συζύγους. Αν πάλι η κοινοτική έννοια ερμηνευόταν κατά τρόπο τόσο ευρύ όσο προτείνει η προσφεύγουσα, αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει έμμεσες διακρίσεις εις βάρος των υπηκόων κρατών όπου ο νομοθέτης δεν επιτρέπει την εγκατάσταση των αλλοδαπών συντρόφων τους. Σημαντικές αντιρρήσεις προκύπτουν επίσης και από την άποψη της ασφάλειας του δικαίου. Πράγματι, κατά την εξομοίωση των συντρόφων προς συζύγους είναι αναγκαίο — όπως άλλωστε αποδεικνύεται από τη νομική κατάσταση που επικρατεί ακριβώς στις Κάτω Χώρες — να καθοριστούν όρια, κριτήρια και προϋποθέσεις (όπως η διάρκεια και το είδος των σχέσεων). Αρμόδιος για τον καθορισμό αυτό είναι ο νομοθέτης και όχι το Δικαστήριο στο πλαίσιο της ερμηνείας διατάξεως που έχει θεσπιστεί για άλλες περιπτώσεις.
δ)
Συνεπώς, το άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68 μπορεί να ερμηνευτεί'μόνο υπό την έννοια που προτείνουν η ολλανδική κυβέρνηση και η Επιτροπή, πρέπει να αναγνωριστεί δηλαδή ότι το πρόσωπο που διατηρεί σταθερή σχέση με εργαζόμενο δεν μπορεί να εξομοιωθεί με « σύζυγο ».
Γ — Κατόπιν αυτών προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στην αίτηση του Hoge Raad για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
α)
Η απαγόρευση των διακρίσεων που προβλέπει το άρθρο 7 σε συνδυασμό με το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν σημαίνει ότι το κράτος μέλος το οποίο στο πλαίσιο της πολιτικής αλλοδαπών που ακολουθεί εξομοιώνει με σύζυγο το πρόσωπο που διατηρεί σταθερή σχέση με εργαζόμενο που έχει την ιθαγένεια του κράτους αυτού ή διαθέτει ένα καταρχήν απεριόριστο δικαίωμα διαμονής στο κράτος αυτό πρέπει επίσης να εξομοιώνει προς συζύγους τα πρόσωπα που διατηρούν σταθερή σχέση με υπηκόους άλλων κρατών μελών που εργάζονται στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους.
β)
Το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 δεν έχει την έννοια ότι το πρόσωπο που διατηρεί σταθερή σχέση με εργαζόμενο, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να εξομοιωθεί με σύζυγο.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) Απόφαση της 8ης Απριλίου 1976 στην υπόθεση 48/75, Jean Νοël Royer, Slg. 1976, σ. 497.
( 2 ) Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1974 στην υπόθεση 152/73, Giovanni Maria Sotgiu κατά Deutsche Bundespost, Sig. 1974, σ. 153.
( 3 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1977 στην υπόθεση 8/77, Concetta Saguto, Gennaro Brenca και Addelmadjid Bakhouche, Slg. 1977, σ. 1495.
( 4 ) Απόφαση της 28ης Ιουνίου 1978 στην υπόθεση 1/78, Patrick Christopher Kenny κατά Insurance Officer, Sig. 1978, σ. 1489.
( 5 ) Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1982 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 35 και 36/82, Elestina Esselina Christina Morson κατά Staat der Nederlanden και Hoofd van de Plaatselijke Politie in de zin van de Vreemdelingenwet Sewradjic Jhanjan κατά Staat der Nederlanden, Συλλογή 1982, σ. 3723.
( 6 ) Απόφαση της 28ης Ιουνίου 1984 στην υπόθεση 180/83, Hans Moser κατά Land Baden-Württemberg, Συλλογή 1984, σ. 2539.
( 7 ) Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1969 στην υπόθεση 15/69, Württembergische Milchverwertung Südmilch AG κατά Salvatore Ugliola, Sig. 1969, σ. 363.
( 8 ) Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1972 στην υπόθεση 44/72, Pieter Marsman κατά Μ. Rosskamp, Sig. 1972, σ. 1243.
( 9 ) Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1974 στην υπόθεση 152/73, Giovanni Maria Sotgiu κατά Deutsche Bundespost, Sig. 1974, σ. 153.
( 10 ) Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1976 στην υπόθεση 118/75, Lynne Watson και Alessandro Beimann, Sig. 1976, σ. 1185.
( 11 ) Η επικεφαλίδα αυτή δεν υπήρχε στο αρχικό κείμενο του κανονισμού 1612/68 (ABI. L 257 της 19.10.1968, σ. 5). Προστέθηκε εκ των υστέρων με την ABl. L 295 της 7.12.1968, σ. 12.
( 12 ) Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1974 στην υπόθεση 152/73, Giovanni Maria Solgiu κατά Deutsche Bundespost, Slg. 1974,0.153.
( 13 ) Απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1975 στην υπόθεση 32/75, Anita Cristini κατά Société nationale des chemins de fer francais, Slg. 1975, σ. 1085.
( 14 ) Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984 στην υπόθεση 261/83, Carmela Castelli κατά Office national des pensions pour travailleurs salariés, Συλλογή 1984, σ. 3199.
( 15 ) Απόφαση της 27ης Μαρτίου 1985 στην υπόθεση 122/84, Kenneth Scrivner και Carol Cole κατά Centre public d' aide sociale de Chastre, Συλλογή 1985, σ. 1027.
( 16 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985 στην υπόθεση 137/84, Εισαγγελική αρχή κατά Mutsch, Συλλογή 1985, σ. 2681.
( 17 ) Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1983 στην υπόθεση 152/82, Sandro Forcheri και Marisa Marino, σύζυγος Forcheri, κατά Βελγικού Δημοσίου και ASBL Institut supérieur de sciences humaines appliquées — École ouvrière supérieure, Συλλογή 1983, σ. 2323.
( 18 ) Απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1985 στην υπόθεση 267/83, Aissatou Diatta κατά Land Berlin, Συλλογή, 1985,σ. 567.
( 19 ) Απόφαση της 19ης Μαρτίου 1964 στην υπόθεση 75/63, Μ. Κ. Η. Unger, σύζυγος R. Hoekstra, κατά Bedrijfsvereniging voor Detailhandel en Ambachten, Slg. 1964, σ. 379.
( 20 ) Απόφαση της 23ης Μαρτίου 1982 στην υπόθεση 53/81, D. Μ. Levin κατά Staatssecretaris van Justitie, Συλλογή 1982, σ. 1035.
( 21 ) Απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1985 στην υπόθεση 267/83, Aissatou Diatta κατά Land Berlin, Συλλογή, 1985, σ. 567.
Full & Egal Universal Law Academy