ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 27ης Φεβρουαρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η υπό κρίση υπόθεση παρουσιάζει πολλά κοινά σημεία με την υπόθεση 302/84 (Ten Holder, Συλλογή 1986, σ. 1821 ), οι δε δύο υποθέσεις υποβλήθηκαν από το ίδιο ολλανδικό δικαστήριο στο πλαίσιο αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
Προσφεύγουσα στην κύρια υπόθεση είναι ολλανδή υπήκοος η οποία κατοικεί μαζί με το σύζυγό της, που και αυτός, είναι, προφανώς, ολλανδός υπήκοος, στις Κάτω Χώρες. Από τον Ιούλιο του 1982 μέχρι την 1η Νοεμβρίου 1983, ο τελευταίος εργάστηκε ως ανεξάρτητος εστιάτορας στο Βέλγιο, αν και εξακολουθούσε, κατά την περίοδο εκείνη, να κατοικεί στις Κάτω Χώρες. Το Φεβρουάριο 1983, το ζεύγος απέκτησε άρρεν τέκνο. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους, η προσφεύγουσα ζήτησε να της χορηγηθεί το ολλανδικό οικογενειακό επίδομα, πράγμα που έγινε λίγο καιρό αργότερα. Κατά γενικό κανόνα, όλοι οι κάτοικοι των Κάτω Χωρών δικαιούνται οικογενειακού επιδόματος. Ο σύζυγος της προσφεύγουσας ήταν ασφαλισμένος στο Βέλγιο και δικαιούταν του βελγικού οικογενειακού επιδόματος. Όταν το καθού ολλανδικό ίδρυμα κοινωνικών ασφαλίσεων πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό, ζήτησε την απόδοση των οικογενειακών επιδομάτων που είχαν καταβληθεί για το τρίτο τρίμηνο του 1983.
Κατόπιν αυτού, η προσφεύγουσα προσέφυγε ενώπιον του Raad van Beroep του 's-Hertogenbosch. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο β), του κανονισμού του Συμβουλίου 1408/71 ο σύζυγος της προσφεύγουσας, εφόσον, κατά τον κρίσιμο χρόνο, εργαζόταν ως αυτοαπασχολούμενος στο Βέλγιο, υπαγόταν στο βελγικό σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων. Η σχετική διάταξη έχει ως εξής:
« Με την επιφύλαξη των άρθρων 14 και 17:
β )
το πρόσωπο που ασκεί μη μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. »
Η διάταξη αυτή προστέθηκε στον κανονισμό 1408/71 από τον κανονισμό του Συμβουλίου 1390/81 ( ΕΕ 1981, L 143, σ. 1 ), ο οποίος επεξέτεινε την εφαρμογή του κανονισμού 1408/71 και επί των ασκούντων μη μισθωτή δραστηριότητα.
Στηριζόμενο στην ανωτέρω διάταξη, το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε το εξής προδικαστικό ερώτημα:
« Ο προσδιορισμός, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, initio και υπό στοιχείο β ), του κανονισμού 1408/71, της νομοθεσίας ορισμένου κράτους μέλους ως εφαρμοστέας σε εργαζόμενο που ασκεί μη μισθωτή δραστηριότητα συνεπάγεται ότι ο εν λόγω εργαζόμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί ταυτόχρονα, εκ μόνου του αποτελέσματος του εθνικού δικαίου άλλου κράτους μέλους, ως ασφαλισμένος δυνάμει της σχετικής περί οικογενειακών επιδομάτων νομοθεσίας του άλλου αυτού κράτους μέλους, με συνέπεια ο ίδιος ή η σύζυγός του να στερηθεί, βάσει του κοινοτικού δικαίου, οιουδήποτε δικαιώματος επί οικογενειακών επιδομάτων, τα οποία ο ίδιος ή η σύζυγός του μπορεί να προβάλλει εκ μόνου του αποτελέσματος της εθνικής νομοθεσίας του προαναφερθέντος άλλου κράτους μέλους; »
To ερώτημα αυτό είναι κατ' ουσία πανομοιότυπο με το δεύτερο ερώτημα στην υπόθεση Ten Holder.
Μόνο η Επιτροπή και η ολλανδική κυβέρνηση κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις ανάλογες με τις υποβληθείσες στην υπόθεση Ten Holder.
Για τους λόγους που ανέπτυξα στις προτάσεις μου στην πιο πάνω υπόθεση, νομίζω ότι ένα πρόσωπο, ως προς το οποίο ισχύει το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο β ), πρέπει να είναι υποχρεωτικώς ασφαλισμένο στο κράτος μέλος που υποδεικνύεται από τη διάταξη αυτή και δεν μπορεί να είναι υποχρεωτικώς ασφαλισμένο σε άλλο κράτος μέλος. Επομένως, το υποδεικνυόμενο κράτος μέλος ( εν προκειμένω το Βέλγιο ) υποχρεούται να του χορηγήσει τις κοινωνικές παροχές που δικαιούται κάθε υπήκοος που έχει την κατοικία του στο έδαφός του. Άλλο κράτος μέλος ( εν προκειμένω οι Κάτω Χώρες) μπορεί να του χορηγήσει παροχές, αν το επιθυμεί, χωρίς όμως και να είναι υποχρεωμένο να κάνει κάτι τέτοιο.
Αυτό εξαντλεί το ερώτημα που υπέβαλε το ολλανδικό δικαστήριο. Εντούτοις, τελικά, σύμφωνα με το δικαστήριο αυτό, φαίνεται ότι τα ολλανδικά οικογενειακά επιδόματα πρέπει να καταβάλλονται άσχετα από το ζήτημα αν οφείλονται βελγικά οικογενειακά επιδόματα.
Παρ' όλα αυτά, η υπό κρίση υπόθεση αποκαλύπτει την ύπαρξη ενός κενού στον κανονισμό, όπως είναι διατυπωμένος σήμερα. Ο κανονισμός δεν επιβάλλει ούτε στις Κάτω Χώρες ούτε στο Βέλγιο να καταβάλλουν οικογενειακά επιδόματα σε περίπτωση όπως η περίπτωση των συζύγων Luijten. Αυτό οφείλεται προφανώς στο γεγονός ότι όταν εκδόθηκε ο κανονισμός 1390/81, το Συμβούλιο δεν μπόρεσε να συμφωνήσει για την επέκταση της εφαρμογής του άρθρου 73 και επί των προσώπων που ασκούν μη μισθωτή δραστηριότητα. Το άρθρο 73 υποχρεώνει το υποδεικνυόμενο κράτος μέλος να καταβάλλει οικογενειακά επιδόματα σε έναν εργαζόμενο για τα τέκνα του που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος, ωσάν να κατοικούσαν στο έδαφος του υποδεικνυόμενου κράτους μέλους. Παρόμοια διάταξη δεν υφίσταται για πρόσωπο που ασκεί μη μισθωτή δραστηριότητα. Σε τελευταία ανάλυση, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο β ), ο Luijten υπαγόταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στη βελγική νομοθεσία, αλλά το Βέλγιο δεν ήταν υποχρεωμένο να του καταβάλλει οικογενειακές παροχές για τέκνο που δεν κατοικούσε στο έδαφός του. Δεδομένου ότι ήταν δυνατό οι ολλανδικές οικογενειακές παροχές να μην καταβληθούν, αφού οι σύζυγοι Luijten υπάγονταν στη βελγική νομοθεσία, η κατάσταση τους θα ήταν χειρότερη αν δεν είχε ποτέ εκδοθεί ο κανονισμός 1390/81. Εντούτοις, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν πρέπει να εξεταστούν οι συνέπειες της κατάστασης αυτής.
Υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, νομίζω ότι στο ερώτημα που υποβλήθηκε προσήκει η εξής απάντηση:
Ένα πρόσωπο που ασκεί μη μισθωτή δραστηριότητα και ως προς το οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο β), του κανονισμού του Συμβουλίου 1408/71, μπορεί να είναι υποχρεωτικώς ασφαλισμένο μόνο στο κράτος μέλος που υποδεικνύει ο κανονισμός αυτός. Εντούτοις, τίποτα δεν εμποδίζει ένα άλλο κράτος μέλος να του χορηγεί, εφόσον το επιθυμεί, κοινωνικές παροχές.
Η ολλανδική κυβέρνηση και η Επιτροπή πρέπει να φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy